Αρχείο για 11 Ιανουαρίου, 2010

  • ΜΙΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΣΤΟ ΣΑΝΙΔΙ
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ο Τάκης Βουτέρης κλείνει πενήντα χρόνια στη σκηνή. Βασικοί σταθμοί στην πολυετή διαδρομή του το Θέατρο Τέχνης, το Θέατρο του ΡΙΚ στην Κύπρο, το Θέατρο του Πειραιά και τα τελευταία είκοσι χρόνια το Θέατρο Εξαρχείων, μόνιμη στέγη του.

Εναν στρατηγό υποδύεται ο Τάκης Βουτέρης στον μονόλογο του Γιώργου Μανιώτη «Η έξοδος» - Στις «Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά», του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο Τάκης Βουτέρης έχει σαν στήριγμα μια γλώσσα, «βάλσαμο ψυχής»

Εναν στρατηγό υποδύεται ο Τάκης Βουτέρης στον μονόλογο του Γιώργου Μανιώτη «Η έξοδος» – Στις «Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά», του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο Τάκης Βουτέρης έχει σαν στήριγμα μια γλώσσα, «βάλσαμο ψυχής»

Αυτόν το μισό αιώνα στο σανίδι γιορτάζει, παρουσιάζοντας δύο ελληνικά έργα-μονολόγους: «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και «Η έξοδος» του Γιώργου Μανιώτη, με ενιαίο τίτλο «Νύχτες εξόδου». Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής ο ίδιος (η πρεμιέρα θα δοθεί την Παρασκευή στο Θέατρο Εξαρχείων).

– Τι κοινό έχουν οι αυτοί οι δύο μονόλογοι;

«Διακρίνονται για τη βαθιά πίστη τους στην περιπέτεια του ανθρώπου, τον βαθύ ουμανισμό τους. Οι δύο ήρωες, ο Στρατηγός του Μανιώτη και ο κύριος Θωμάς του Καμπανέλλη, τολμούν μια εκ βαθέων εξομολόγηση της προσωπικής τους πορείας και εντέλει καταλήγουν σε μια κατάφαση της ίδιας της ζωής. Δύο πρόσωπα εντελώς διαφορετικά, με τα οποία όμως ο θεατής ταυτίζεται. Πρόσωπα της δικής μας ζωής, του δικού μας περιβάλλοντος. Μιλάνε μια γλώσσα άμεση, χυμώδη, με αρώματα και γεύσεις, που μας τυλίγει, μας αγκαλιάζει ζεστά όπως η γιαγιά μας. Βάλσαμο ψυχής, η γλώσσα του Καμπανέλλη και του Μανιώτη. Τους συνδέει επίσης η έλλειψη σοβαροφάνειας και το χιούμορ. Βιτριολικό και ανατρεπτικό στον Μανιώτη, συγκινητικό και αθώο στον Καμπανέλλη. Η σκληρότητα του Μανιώτη και η γλυκύτατη αφήγηση του Καμπανέλλη είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας και ανακούφισης για τον θεατή».

– Το ελληνικό έργο σφράγισε τη διαδρομή του Θεάτρου του Πειραιά. Τι κρατάτε περισσότερο από κείνη την περίοδο; Γιατί ο Πειραιάς δεν φτούρησε σαν θεατρική πιάτσα;

«Από το 1981 έως το 1989, που ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με το νεοελληνικό έργο στον Πειραιά, ήταν για όλους εμάς που ζήσαμε αυτή την περιπέτεια μια από τις πιο δημιουργικές μας περιόδους. Ηταν η νεότητά μας που μας χάριζε αισιοδοξία για το μέλλον του θεάτρου και της χώρας μας. Είχαμε ένα αίσθημα ότι επιτελούσαμε ένα έργο σημαντικό και για το θέατρο και για την πατρίδα μας. Πιστεύω ακόμη και τώρα ότι δεν είχαμε άδικο. Ο Πειραιάς βέβαια αδιαφορούσε, όπως έκανε πάντα, είτε με τον Ροντήρη είτε με τον Κατράκη είτε με τον Χορν… Οι θεατές μας ήταν κυρίως Αθηναίοι. Οσο όμως δυσκόλευε η μετακίνηση από Αθήνα, λόγω της κίνησης που χρόνο με τον χρόνο χειροτέρευε, άρχισαν να μειώνονται. Αυτός ήταν κι ο λόγος που μετακομίσαμε στην Αθήνα, χωρίς όμως να εγκαταλείψουμε το νεοελληνικό έργο».

– Στη μόνιμη πλέον στέγη σας (καλλιτεχνικά και οικογενειακά) στα Εξάρχεια δίνετε έμφαση στο σύγχρονο ξένο ρεπερτόριο.

«Πάντα μας ενδιέφερε το παγκόσμιο θέατρο. Στον Πειραιά, άλλωστε, κάναμε την αρχή με Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Κυρίως μας κεντρίζει ό,τι καινούργιο και ουσιαστικό γίνεται στο σύγχρονο θέατρο. Μας πλουτίζουν οι ξένες φωνές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σημαντικούς συγγραφείς, που η θεματολογία τους έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον κι αφορούν άμεσα και τους Ελληνες. Οπως είναι όχι μόνον ο Αρθουρ Μίλερ, αλλά κι ο Ουόλας Σον, ο Φρέιν, ο Σέπαρντ. Σ’ αυτούς βρίσκουμε κοινό βηματισμό, κοινή ανάσα. Κι είναι μεγάλο σχολείο για μας. Βεβαίως μας ενδιαφέρουν πάντα έργα που δεν έχουν ξανανεβεί στην Ελλάδα είτε Ελλήνων είτε ξένων συγγραφέων. Και το κοινό του Θεάτρου Εξαρχείων το περιμένει, κι έρχεται με τη σιγουριά ότι θα δει πολύ καλά έργα».

– Η… ανήσυχη αυτή γειτονιά πόσο επηρεάζει τη δουλειά και τη ζωή σας ; Ερχονται Εξαρχειώτες στο θέατρο ;

«Ερχονται πολλοί κάτοικοι των Εξαρχείων στο θέατρό μας. Αλλωστε τα Εξάρχεια είναι γνωστά από παλιά ως γειτονιά ανθρώπων με πνευματικά ενδιαφέροντα. Είναι επίσης γνωστά ως γειτονιά ανθρώπων της τέχνης και της διανόησης. Τα Εξάρχεια είναι περιοχή της Αθήνας ζωντανή, με πνευματικότητα, πολιτική συνείδηση. Καμιά σχέση με την εικόνα που δίνουν τα ΜΜΕ και ιδίως η τηλεόραση. Οταν, όμως, αναστατώνεται η Αθήνα ολόκληρη από ακραίες καταστάσεις, φυσικό είναι να επηρεάζονται και τα Εξάρχεια. Ποτέ όμως τίποτα δεν έχει ξεκινήσει από εδώ, κι αν γίνεται κάτι, είναι «εισαγόμενο»!

Είμαστε ευτυχείς που ζούμε και εργαζόμαστε σε μια γειτονιά με ανθρώπινο πρόσωπο, με 7 θέατρα, κινηματογράφους, γκαλερί, εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, εναλλακτικούς πολυχώρους, όπου κάθε μέρα γίνονται εκδηλώσεις λογοτεχνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές. Μια γειτονιά, που οι άνθρωποι γνωριζόμαστε μεταξύ μας και όχι μόνο λέμε 20 καλημέρες όταν βγούμε από την πόρτα μας, αλλά κάνουμε πράγματα από κοινού, όπως το πάρκο της Ναυαρίνου, που το φτιάξαμε μόνοι μας οι κάτοικοι στο πρώην πάρκινγκ».

– Με την Αννίτα Δεκαβάλλα είστε σύντροφοι στη σκηνή και στη ζωή από το ’81. Ποια τα «μυστικά» του δεσίματος σας;

«Η Αννίτα Δεκαβάλλα μπόλιασε τη ζωή μου και τη δουλειά μου στο θέατρο με νέο πνεύμα, με νεανικό ενθουσιασμό. Επίσης έρχεται σε επαφή με το ξένο θέατρο και μεταφράζει με τη γνωστή επίδοση στη μετάφραση. Από την άλλη, κουβαλάμε όπως όλοι οι άνθρωποι και τις όχι καλές στιγμές, φυσικό δεν είναι; Αλλά για να κρατάμε τόσα χρόνια, κάτι φαίνεται θα μας δένει. Ποιος να ξέρει!».

– Κάνοντας έναν μίνι απολογισμό, ποια τα υπέρ και τα κατά;

«Θυμάμαι μόνο ό,τι καλό μού συνέβη αυτά τα χρόνια, τίποτα αρνητικό. Αλλωστε είμαι άνθρωπος με μεγάλη δόση αισιοδοξίας. Ετσι, γνώρισα και ζήσαμε μαζί με σημαντικούς ανθρώπους. Αγαπημένους ανθρώπους. Εμαθα πολλά από αυτούς. Πορευτήκαμε μαζί. Μόνον οι απώλειες με θλίβουν. Και είναι πολλές. Η μνήμη τους, όμως, με δυναμώνει. Ολα αυτά τα χρόνια αισθάνομαι ότι πέρασα μια ζωή όμορφη. Δημιουργική. Ερωτική».

– Το βάρος του χρόνου σάς τρομάζει;

«Ολον τον κόσμο νομίζω. Αλλά νιώθω ακόμα δυνάμεις να με κρατούν γερά στα χέρια τους. Κυρίως δυνάμεις συναισθηματικές. Ισως κάποιες στιγμές να έχω ανάγκη της ησυχίας. Αλλά για πολύ λίγο. Είναι πολλά που μου εμποδίζουν οποιαδήποτε επιθυμία για αυτήν την ησυχία. Είναι η Αίγινα, είναι η Αννίτα, είναι τα παιδιά μας. Αλλωστε, βλέπουμε!». *

Info: Σκηνικά Μαγιώ Τρικεριώτη, μουσική Πλάτων Ανδριτσάκης, φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου.

Λέγεται Τιμ Ματιάκης. Εμείς όμως ίσως να μην είχαμε ανακαλύψει τον, κατά το ήμισυ, συμπατριώτη μας, σολίστ του Βασιλικού Μπαλέτου της Δανίας, αν το Μέγαρο Μουσικής, συνδιοργανώνοντας με τη Λυρική Σκηνή το Γκαλά Χορού (ξεκίνησε χθες και επαναλαμβάνεται 12-15/1), δεν τον καλούσε να χορέψει για πρώτη φορά σε ελληνική σκηνή.

«Φυσικά ένας χορευτής και κλάμπινγκ θα κάνει και θα ξενυχτήσει. Κι εγώ έχει συμβεί να γυρίσω σπίτι μου στις 5 το πρωί και στις 7 να ξαναφύγω για μάθημα. Νέοι άνθρωποι είμαστε κι εμείς. Η μόνη διαφορά είναι ότι επειδή εργαζόμαστε με το σώμα μας, ξέρουμε ότι μεγαλύτερη κούραση σημαίνει και μεγαλύτερο ρίσκο να πάθουμε κάτι», εξηγεί ο 31χρονος χορευτής Τιμ Ματιάκης

«Φυσικά ένας χορευτής και κλάμπινγκ θα κάνει και θα ξενυχτήσει. Κι εγώ έχει συμβεί να γυρίσω σπίτι μου στις 5 το πρωί και στις 7 να ξαναφύγω για μάθημα. Νέοι άνθρωποι είμαστε κι εμείς. Η μόνη διαφορά είναι ότι επειδή εργαζόμαστε με το σώμα μας, ξέρουμε ότι μεγαλύτερη κούραση σημαίνει και μεγαλύτερο ρίσκο να πάθουμε κάτι», εξηγεί ο 31χρονος χορευτής Τιμ Ματιάκης

Γεννημένος το 1979 στη Στοκχόλμη από Σουηδέζα μητέρα και Ελληνα πατέρα, έζησε από τα 6 μέχρι και τα 14 του χρόνια στη Λάρισα. Εκεί, αντιγράφοντας τις αδελφές του, άρχισε να κάνει μαθήματα μπαλέτου στη Δημοτική Σχολή της πόλης, ως χόμπι. Στη Σουηδία συνέχισε συνειδητά στη Σχολή του Βασιλικού Μπαλέτου. Σχεδόν αμέσως κορυφαίος στη Βασιλική Οπερα της Στοκχόλμης, έμεινε εκεί μια 5ετία, άλλη μια 2ετία θήτευσε στο Royal Ballet του Λονδίνου και τελικά προτίμησε το Βασιλικό Μπαλέτο της Δανίας.

Με αρκετά βραβεία στο ενεργητικό του κι ένα ρεπερτόριο κυρίως κλασικό, ο Ματιάκης παραμένει μάλλον άγνωστος για τον κόσμο του ελληνικού χορού. «Θα ευχόμουν όμως να συνεργαστώ με Ελληνες χορογράφους», εξομολογείται.

  • Εχετε χορέψει, κυρίως, κλασικούς ρόλους. Με τον σύγχρονο χορό τι σχέση έχετε;

«Εψαχνα πάντα μια ισορροπία μεταξύ κλασικού και σύγχρονου χορού. Με επηρέασαν πολύ όσα είδα από την αρχή της καριέρας μου, όπως, π.χ., οι παραστάσεις του σουηδικού Cullberg Ballet. Και στο Λονδίνο πήγα κυρίως επειδή διευθυντής του Royal Ballet ήταν ακόμα ο Ρος Στρέτον, που ήθελε να εντάξει στο ρεπερτόριο της ομάδας τα καλύτερα κλασικά και σύγχρονα κομμάτια. Τον έδιωξαν, δυστυχώς, σχεδόν αμέσως».

  • Εχοντας κλασική τεχνική πώς συμπεριφέρεστε σε μια σύγχρονη χορογραφία;

«Η τεχνική δεν είναι εμπόδιο. Εμπόδιο είναι το κεφάλι σου. Ως κλασικός χορευτής, είσαι μάλιστα μερικές φορές ένα εργαλείο ακόμα πιο ευέλικτο για έναν σύγχρονο χορογράφο. Κι όμως, οι περισσότεροι κλασικοί χορευτές φοβούνται ό,τι δεν ξέρουν. Εγώ, αντίθετα, τώρα πια νιώθω ότι, αν δεν έχω επικοινωνία με τον σύγχρονο χορό, θα ρθει η στιγμή που δεν θα μπορώ να κάνω τίποτε ούτε στον κλασικό».

Ο Τιμ Ματιάκης σε στιγμιότυπο από παράσταση του Βασιλικού Μπαλέτου της Δανίας

Ο Τιμ Ματιάκης σε στιγμιότυπο από παράσταση του Βασιλικού Μπαλέτου της Δανίας

  • Θα επιζήσει ο κλασικός χορός;

«Κι εγώ αναρωτιέμαι συχνά. Αν οι διευθυντές των κλασικών φορέων δεν είναι ανοιχτοί σ’ όσα συμβαίνουν στον χορό, νομίζω ότι θα υπάρξει μεγάλο πρόβλημα σε μερικά χρόνια. Πιστεύω ότι ο κλασικός χορός πρέπει να ανοίξει λίγο τα μάτια του για ό,τι συμβαίνει έξω απ’ αυτόν, να χρησιμοποιήσει τα μίντια περισσότερο και να ανανεωθεί, χωρίς να εξαφανιστούν τα παλιά του κομμάτια. Κι εγώ το κατάλαβα όταν άρχισα να ασχολούμαι λίγο με τη χορογραφία. Στην αρχή σκεφτόμουν πως πρέπει να βλέπουμε μόνο μπροστά. Μετά διάβασα τον Καρλ Γιουνγκ, που έλεγε ότι αν δεν ξαναπούμε τις παλιές ιστορίες, θα χάσουμε τον ανθρωπισμό μας».

  • Ενας νέος κλασικός χορευτής αισθάνεται σαν έναν νέο μαέστρο, που ξέρει ότι διευθύνει ένα έργο που είχε διευθύνει κι ο Κάραγιαν;

«Σίγουρα! Οταν λίγα χρόνια πριν έκανα τον «Δον Κιχώτη», σκεφτόμουν ότι, αν έχεις δει τον Μπαρίσνικοφ, τότε ίσως δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις καν, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσεις να τον φτάσεις. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι αυτή είναι η δικιά μου παράσταση. Αρα πρέπει να δώσω ό,τι καλύτερο μπορώ. Φυσικά Μπαρίσνικοφ δεν είμαι. Αλλά προσπαθώ να επιζήσω και να κάνω την παράστασή μου ζωντανή. Θεωρώ σημαντικότατη την «παρουσία»: αν είσαι παρών, τότε, ακόμα και χάλια να πάει η παράσταση, κάτι θα ‘χεις δώσει».

  • Υπάρχουν χορευτές που «περνούν κάτω» στο κοινό πριν καν κάνουν οτιδήποτε;

«Σίγουρα υπάρχουν. Κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα όταν είσαι κλασικός χορευτής. Ασχολείσαι πάρα πολύ με την τεχνική, ξεχνώντας συχνά ότι υπάρχει και κάτι άλλο, ότι ο χορός είναι κίνηση, συνεπώς αν δεν έρθει από μέσα σου η επιθυμία να κινηθείς, κι όχι μόνο να εξασκείς ό,τι έχεις μάθει, τότε έχεις πρόβλημα. Υπάρχει και το αντίθετο. Χορευτές που έχουν μόνον αυτό το «κάτι άλλο». Και υπάρχουν και λίγοι που συνδυάζουν και τα δύο. Αυτοί είναι οι άπιαστοι. Από τη γενιά μας τέτοια περίπτωση θεωρώ τη Σιλβί Γκιγέμ. Ο,τι και να κάνει, λέω «μπράβο στο κορίτσι»».

  • Εσείς;

«Δεν προσπαθώ να πω ότι είμαι σπουδαίος χορευτής. Αντίθετα, σκέφτομαι ότι είμαι αρκετά μέτριος. Και ξέρω καλά ότι δεν είμαι από τους «άπιαστους». Αλλά πριν από μερικά χρόνια, αυτό ακριβώς κυνηγούσα. Κι όμως, όταν ξεφεύγεις από το κυνήγι της φήμης, βλέπεις λίγο πιο καθαρά και τότε προσπαθείς ακόμα περισσότερο να συγκεντρώσεις όλα τα «επίπεδα» που έχει ο χορός».

  • Στην Ελλάδα δεν έχουμε ιδιαίτερη παιδεία κλασικού μπαλέτου ή κλασικής μουσικής.

«Αν υπήρχε στον κόσμο ένα κράτος προορισμένο να βοηθήσει τις τέχνες, αυτό θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα. Αλλά μου φαίνεται σαν να έχει ξεφύγει λίγο, σαν το μόνο σημαντικό να είναι πια τα λεφτά και να υπάρχει αδιαφορία για τις τέχνες – στις οποίες λεφτά δεν υπάρχουν… Υστερα ο κλασικός χορός είναι μεγάλη υπόθεση. Δεν είναι για όλους, αντίθετα με τα μπουζούκια, που εδώ αρέσουν στους περισσότερους».

  • Εσάς σας αρέσουν;

«Μ’ αρέσουν και πηγαίνω. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορεί κάποιος να τα συνδυάζει όλα. Ισως γιατί όλη η ανθρωπότητα ψάχνει πια μόνο εύκολες λύσεις και προσπαθεί να μη σκέφτεται – ενώ οι τέχνες προσπαθούν ακριβώς το αντίθετο».

  • Παρ’ όλα αυτά επιστρέφετε στην Ελλάδα;

«Φυσικά. Εχω συγγενείς εδώ. Ερχομαι όσο συχνότερα γίνεται για να τους δω και να πάω στα νησιά, που για μένα είναι σαν θρησκεία. Δεν είμαι θρησκόληπτος, αλλά όταν βλέπω τη θάλασσα να χάνεται στα πόδια του βουνού, τότε σκέφτομαι: «Σίγουρα υπάρχει Θεός»». *

Στη Λάρισα με κορόιδευαν για τις πουέντ μου

  • Αντιμετωπίσατε καχυποψία όταν πρωτοασχοληθήκατε με το μπαλέτο;

«Εδώ, ναι. Πήγαινα σχολείο κι επειδή είχα τις πουέντ στην τσάντα, οι συμμαθητές μου με κορόιδευαν. Δεν πολυέσκαγα όμως».

  • Τι θυσίες απαιτεί μια τέτοια επιλογή;

«Μερικές δύσκολες αποφάσεις. «Θα μείνω. Θα φύγω;» αναρωτιόμουν όσο ζούσα στο Λονδίνο, διατηρώντας τη σχέση με την κοπελιά μου (με την οποία παντρευτήκαμε πέρυσι), που είναι μέλος του μπαλέτου της Δανίας. Αλλά, επειδή στο Λονδίνο δεν υπήρχε τίποτα που να βεβαιώνει ότι θα κάνω τεράστια καριέρα, τελικά σκέφτηκα: «Για το όνειρο της καριέρας, θα χάσω την προσωπική αγάπη;». Και πήγα στη Δανία».

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010