ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ: «Αυτή τη φορά τα βρήκα σκούρα»

Posted: Ιανουαρίου 3, 2010 in Καραμπέτη Καρυοφυλλιά
  • Η γνωστή ηθοποιός συνεργάζεται με την ομάδα ΝΑΜΑ και το Θέατρο Επί Κολωνώ στο έργο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «La Chunga»

  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

«La Chunga»: ένα μεγάλο πουλί που ζει στα δάση, με ψηλά πόδια και μακρύ λαιμό, που περπατά παρά πετά. «La Chunga»: όρος που, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει μια γυναίκα δυναμική και ανεξάρτητη, όπως είναι η ηρωίδα-τίτλος του έργου του ΛατινοαμερικανούΜάριο Βάργκας Λιόσα.Αυτή η αινιγματική φιγούρα διευθύνει ένα εστιατόριο-μπαρ στα περίχωρα της Πιούρα, στο Βόρειο Περού, σε μια περιοχή που περιβάλλεται από αμμόλοφους. Κάπου μέσα στην έρημο. Την Τσούνγκα θα ερμηνεύσει ηΚαρυοφυλλιά Καραμπέτησε συνεργασία με την ομάδα ΝΑΜΑ της Ελένης Σκότη.

«Απροσδιόριστης ηλικίας,η Τσούνγκα έχει μάθει να επιβιώνει στον σκληρό κόσμο της πρωτόγονης και καθαρά ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Εχει όμως κερδίσει τον θαυμασμό αυτών των ανδρών.Στο μαγαζί της,που βρίσκεται στον δρόμο προς το στάδιο,συχνάζουν λούμπεν χαρακτήρες, εργάτες, ποδοσφαιρόφιλοι, φτωχοί, αμόρφωτοι. Ανδρες πάντα- σπάνια θα περάσει μια γυναίκα από εκεί»λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία επισημαίνει ότι το έργο«διαδραματίζεται το 1945, μέσα σε μια κοινωνία που προάγει τη βία, την εγκληματικότητα,την πορνεία»-γράφτηκε το 1985.

Με το παρόν και το παρελθόν να συνυπάρχουν, ως μνήμη και φλασμπάκ το δεύτερο, το έργο ξεκινά από μια βραδιά στο παρελθόν κατά την οποία στο μαγαζί της Τσούνγκα έχει ξεμείνει μια παρέα ανδρών, οιαυτοαποκαλούμενοι- ανίκητοι, που βωμολοχούν, πίνουν και παίζουν ζάρια. «Δεν θα μας πεις, Τσούνγκα, τι έγινε εκείνο το βράδυ με τη Μέτζε;». Αυτή η φράση που θα επαναληφθεί αρκετές φορές μέσα στο έργο δίνει ουσιαστικά το έναυσμα για να ξετυλίξει την ιστορία του ο Λιόσα.

«Εκείνο το βράδυ»διηγείται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη«κάποιος από την παρέα των ανδρών,ο Χοσεφίνο, έφερε μαζί του ένα πανέμορφο κορίτσι,τη Μέτζε.Η Τσούνγκα,αυτή η ανέραστη γυναίκα,έδειξε εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για τη Μέτζεπροκαλώντας και το ενδιαφέρον της ανδρικής παρέας.Και όταν ο Χοσεφίνο έχασε πολλά λεφτά στα ζάρια,έδωσε τη Μέτζε για ένα βράδυ στην Τσούνγκα.Εκείνη την πήρε από το χέρι,την ανέβασε στο δωμάτιό της και έκτοτε δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς…».

Επιστρέφοντας στο παρόν, καθένας από αυτούς τους άνδρες δίνει επί σκηνής τη δική του ερμηνεία, εκδοχή, φαντασίωση στο περιστατικό- άλλος μιλάει για ρομάντζο και άλλος για έγκλημα. «Ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα,στο παρόν,στη μνήμη και στη φαντασία,αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας τους»προσθέτει και στέκεται ιδιαίτερα στον τρόπο δουλειάς αυτής της ομάδας, έναν τρόπο δουλειάς τελείως διαφορετικό από τις δικές της- πάμπολλες- θεατρικές εμπειρίες.

– Κυρία Καραμπέτη, πώς δουλεύετε με την ομάδα της Ελένης Σκότη;

«Για εμένα ήταν μια αποκάλυψη. Δεν έχω ξαναδουλέψει με τέτοιον τρόπο. Η Ελένη Σκότη έχει τον αμερικανικό τρόπο προσέγγισης των κειμένων. Ξεκινά από τον χαρακτήρα και από αυτοσχεδιασμούς του ηθοποιού σε σχέση με το παρελθόν του ρόλου. Δεν ξεκινάμε από εμάς τους ίδιους. Κάναμε δουλειά πάνω στο βιογραφικό σημείωμα κάθε χαρακτήρα, με ό,τι στοιχεία φανταζόταν ο καθένας μας, στοιχεία από το έργο ή από άλλα κείμενα του Λιόσα, κυρίως από το μυθιστόρημά του “Το Πράσινο Σπίτι”, που γράφτηκε το 1966 και διαθέτει τους ίδιους χαρακτήρες».

– Και είναι δύσκολος αυτός ο τρόπος;

«Ναι, είναι δύσκολος. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ τα βρήκα σκούρα».

– Η δική σας παρουσία δεν επηρέασε τα πράγματα;

«Οχι, βέβαια, δεν υπάρχει καμία διάκριση. Ετσι δουλεύουν πάντα. Ξεκινούν από τον αυτοσχεδιασμό, επιζητούν την κρίση των άλλων για να οξύνουν την παρατηρητικότητα. Η Ελένη Σκότη δεν θέλει να παγιώνονται πράγματα, θέλει τον ηθοποιό σε εγρήγορση και επιζητεί την επικοινωνία με τον ηθοποιό».

– Επιστρέφετε εκεί από όπου ξεκινήσατε, από την ομάδα;

«Οι ομάδες είναι η καταγωγή μου. Αλλά ακόμη και όταν έπαιζα πρωταγωνιστικούς ρόλους, ένιωθα και νιώθω κομμάτι από το σύνολο. Το όνομά μου έμπαινε πάντα σε αλφαβητική σειρά».

– Είναι αυτός ο τρόπος που τελικά επιλέγετε;

«Ναι, απόλυτα. Το έργο είναι μια τέχνη συνολική. Ο καθένας μας διατηρεί την ιδιαιτερότητά του, τη μοναδικότητά του αλλά όχι τον ναρκισσισμό του. Είναι θέμα ομάδας και δημιουργικής συνεργασίας».

– Περάσατε περιόδους ναρκισσισμού;

«Είναι μια μεγάλη παγίδα για τον καλλιτέχνη ο ναρκισσισμός. Μπορεί να υπάρχει και να το ξέρεις αλλά να σε ενοχλεί και να προσπαθείς συνειδητά να το καταπολεμήσεις. Μ΄ αρέσει το ωραίο, μ΄ αρέσει η ομορφιά, να την έχω γύρω μου, να είμαι όμορφη, αλλά ποτέ δεν θέλησα αυτό να με παγιδεύσει- το πολέμησα πάρα πολύ. Στην τηλεοπτική σειρά “Η αγάπη άργησε μια μέρα” έπαιξα τη γεροντοκόρη, με τρεις τρίχες στα μαλλιά. Και εδώ είμαι εντελώς ατημέλητη και άβαφη».

– Είναι όμως μια πρόκληση για τη γυναικεία ματαιοδοξία να μπορείτε να εμφανίζεστε άβαφη επί σκηνής…

«Την καταπολεμώ… Μη νομίζετε ότι δεν με φοβίζει αλλά δεν με απασχολεί κιόλας. Σ΄ όποιον αρέσει τελικά. Εμένα με ενδιαφέρει να δουν την αλήθεια μου και τον τρόπο δουλειάς μου. Προσπάθησα να καταπολεμήσω τη ροπή προς τα εκεί. Ηταν μια ετικέτα που μου κόλλησαν τη δεκαετία του ΄90 κυρίως λόγω τηλεόρασης. Και δεν τις θέλω τις ετικέτες».

– Μήπως τελικά η εικόνα και η ετικέτα σάς έκαναν να δουλέψετε περισσότερο ώστε εκτός από ωραία και μοιραία να βελτιωθείτε και ως ηθοποιός;

«Από τα νεανικά μου χρόνια ήθελα να κάνω πάνω στη σκηνή ό,τι έπρεπε και όχι να υπηρετώ την όποια εικόνα μου. Κοροϊδεύαμε τότε τις σταρ που εμφανίζονταν στο σινεμά με ψεύτικη βλεφαρίδα στο κελί της φυλακής…».

– Ισως γιατί ανήκετε στη γενιά της αμφισβήτησης,του θεάτρου της περιφέρειας,της ομάδας,ενώ παράλληλα είστε και μια γενιά με πρωταγωνίστριες.

«Είμαστε η γενιά της Μεταπολίτευσης. Οι ομάδες είναι ο φυσικός μου χώρος, η καταγωγή μου, αλλά και το μέλλον του θεάτρου. Πιστεύω ότι οι σοβαρές προτάσεις, ακόμη και τα σημεία καμπής, που άλλαξαν τα πράγματα στον θεατρικό χώρο από πειραματικά θέατρα και από θέατρα με ομάδες προήλθαν: Ανοιχτό, Αμόρε, Διπλούς Ερως, Εμπρός».

– Τελικά όμως οι ομάδες διαλύονται…

«Οχι όμως λόγω εγωισμών ή ναρκισσισμών αλλά λόγω της ανάγκης του ανθρώπου να ανανεώνεται. Εμεινα οκτώ χρόνια στο Ανοιχτό Θέατρο, από τα ωραιότερα της ζωής μου και της πορείας μου. Ηθελα όμως να βγω έξω και να τροφοδοτήσω τον εαυτό μου με νέα ερεθίσματα για να αιφνιδιάσω τον εαυτό μου. Ηθελα νέες συνεργασίες. Η αλλαγή πηγάζει από την εσωτερική ανάγκη ανανέωσης».

– Πόσο οικείο σάς είναι το περιβάλλον του έργου;

«Είμαι κι εγώ ένα παιδί από ένα χωριό. Εκεί έζησα ως τα δώδεκά μου χρόνια. Γι΄ αυτό και αντλώ υλικό από τα παιδικά μου χρόνια για να βρω την ατμόσφαιρα του έργου. Η μητέρα μου, παντρεμένη με δύο παιδιά, ήταν αυτή που διήθυνε το καφενείο στην πλατεία του χωριού. Τη θυμάμαι να κινείται ανάμεσα στους άνδρες που σύχναζαν. Μεγάλωσα “μες σε καπνούς και σε βρισιές”, έκανα τα θελήματα αλλά και τα μαθήματά μου στο καφενείο. Δεν ανέβαινα απάνω που ήταν το σπίτι μας. Οπότε καταλαβαίνετε… Προφανώς στον Λιόσα όλα αυτά είναι πολύ πιο σκληρά, πιο άγρια».

* «La Chunga» του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη, διεύθυνση παραγωγής- σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου, μουσική: Ισίδωρος Πάτερος, βοηθός σκηνοθέτη: Δάφνη Λαρούνη. Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Δημήτρης Λάλος, Στάθης Σταμουλακάτος, Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Καπετανάκος, Ηλιάνα Μαυρομμάτη. Η πρεμιέρα θα δοθεί στο Θέατρο Επί Κολωνώ στο τέλος Ιανουαρίου 2010.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s