Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η τέχνη είναι μια καινούρια φύση»

Posted: Ιανουαρίου 3, 2010 in Μοσχόπουλος Θωμάς

  • Τον γνωρίσαμε ως συνεργάτη του Γιάννη Χουβαρδά στο θέατρο «Αμόρε», σκηνοθέτη πολλών και καλών παραστάσεων εκεί, αλλά και στο θέατρο «Πόρτα» να καταπιάνεται επιτυχώς με το παιδικό θέατρο.

Το καλοκαίρι υπέγραψε μια απ’ τις καλύτερες παραστάσεις των Επιδαυρίων, την «Αλκηστι». Αλλά ο Θωμάς Μοσχόπουλος «ανήκει» πλέον σε μιαν άλλη, διαφορετική οικογένεια: την Ελληνική Θεαμάτων. Εχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ανακοινώθηκε, ξαφνιάζοντάς μας, η προσχώρησή του στην ισχυρή εταιρεία που ελέγχει το εμπορικό θέαμα στην Αθήνα.

Και τώρα, ενώ το θέατρο στο οποίο θα δουλεύει βρίσκεται ακόμα υπό κατασκευήν, παρουσιάζει την πρώτη του δουλειά στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας. Σκηνοθετεί στο θέατρο «Αλίκη» τα έργα «Δωδεκάτη Νύχτα» του Σέξπιρ και «Τι είδε ο Μπάτλερ» του Τζο Ορτον με ηθοποιούς που προέρχονται από το Αμόρε και όχι μόνον. Τα δύο έργα συνδέει ο κατακερματισμός της ταυτότητας, η τρέλα, η κατάργηση των ορίων, η μεταμφίεση, η εξαπάτηση και η παρενδυσία.

«Δεν κυνηγάω επιχορηγήσεις»

Ο 17μελής θίασος της μιας παράστασης θα συνδιαλέγεται με την άλλη λειτουργώντας συμπληρωματικά. Το ίδιο συμβαίνει και στη σκηνογραφία: αφαιρετικό σκηνικό με πολλά επίπεδα-κουτιά που παίζουν το ρόλο θυρών, των «ανοιγμάτων» προς τη ζωή που δεν τελειώνουν ποτέ. Μία φορά την εβδομάδα η παράσταση θα είναι διπλή, δύο έργα -ένα εισιτήριο.

Συναντήσαμε τον Θωμά Μοσχόπουλο και μιλήσαμε μαζί του για την επαγγελματική του επιλογή, τη σχέση του με τον Γιάννη Χουβαρδά και το Εθνικό Θέατρο, την επιτυχία και τους νέους ηθοποιούς.

– Πώς εσείς, προερχόμενος απ’ το εναλλακτικό «Αμόρε», αποφασίσατε να συμπράξετε με μια μεγάλη εμπορική εταιρεία; Λένε μάλιστα ότι γίνατε το ποιοτικό της άλλοθι.

«Το πλαίσιο συνεργασίας είναι συγκεκριμένο, ορθολογικό, ξεκάθαρο. Κι όσο οι όροι τηρούνται με σαφήνεια εκατέρωθεν, η επικοινωνία λειτουργεί. Αλλά ας το θέσω αλλιώς: ανάμεσα στο εξαφανίζομαι και στο γίνομαι το ντελικατέσεν τμήμα μιας εταιρείας, διάλεξα το δεύτερο. Ναι, με τον τρόπο που θέλω να υπάρχω στο θέατρο, συντηρώντας δηλαδή μια ομάδα δεκαπέντε-είκοσι ηθοποιών, υπήρχε κίνδυνος εξαφάνισης. Εχω μάθει να λειτουργώ μέσα σε οικογένεια, να δουλεύω με κάποιους ανθρώπους όπου θα μπορώ να τους προσφέρω συνθήκες μιας σχετικής ασφάλειας. Δεν ήθελα να είμαι σκηνοθέτης-παραγωγός. Ούτε να κυνηγάω επιχορηγήσεις. Ούτε θα με κάλυπταν μια-δυο παραστάσεις κάθε δύο χρόνια στο Εθνικό Θέατρο.

»Δεν λέω ότι ήταν εύκολη η απόφαση. Κι έπειτα όλα είναι υπό δοκιμή. Μπορεί σε βάθος χρόνου να αποδειχτώ ζημία για την εταιρεία ή το αντίστροφο. Ομως εκτιμώ ότι η κριτική προς την ΕΛΘΕΑ συχνά είναι άδικη, κάποτε μάλιστα εμπεριέχει φθόνο. Πιστέψτε με, οι συμβιβασμοί που γίνονται αλλού είναι πολύ χειρότεροι. Μου δόθηκαν απόλυτη ελευθερία στη δουλειά μου και ξεκάθαρο όριο. Εγώ μπερδεύομαι στα συγκεχυμένα, στα περίπου, στα ίσως».

– Στο «Αμόρε» το τοπίο ήταν ξεκάθαρο;

«Η μεγάλη αρετή του Γιάννη Χουβαρδά ήταν ότι καθόριζε ευκρινώς το χώρο που μέσα εκεί μπορούσες να δουλέψεις. Επίσης τοποθετούσε σωστά την κλίμακα, ώστε να υπάρχει μείγμα ελευθερίας και ελέγχου. Τίποτα δεν ήταν απρόσωπο, άγνωστο».

– Δεν σας ξενίζει που παίζετε στο «Αλίκη», θέατρο που, κατ’ εξοχήν, φέρει την εμπορική σφραγίδα;

«Μια σειρά συγκυριών μας οδήγησε εκεί. Το θέατρο της Πειραιώς δεν είναι έτοιμο και η συμφωνία με το Φεστιβάλ ναυάγησε. Οι παραστάσεις κινδύνευαν να ματαιωθούν, ενώ είχα κλείσει είκοσι ανθρώπους. Το «Αλίκη», που βρέθηκε ξαφνικά διαθέσιμο, έδωσε λύση. Σίγουρα, ο χώρος σφραγίζει. Ομως αν η παράσταση είναι καλή, εκτιμώ ότι το περιεχόμενο νικά τη φόρμα… Με ενδιέφερε να διερευνήσω την κωμωδία ως απόληξη μιας επώδυνης διαδικασίας. Και στα δύο έργα τονίζεται το στοιχείο: «»μπροστά σου είναι το χειρότερο μέχρι ν’ αρχίσεις να γελάς». Δηλαδή, όταν τελειώνει το λογικό, καταρρέεις ή βάζεις τα γέλια».

  • «Καφκικοί οι δημόσιοι οργανισμοί»

– Πώς βλέπετε τον Γιάννη Χουβαρδά στη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου;

«Ο Γιάννης προσπάθησε να κάνει πιο άμεσες τις διαδικασίες, αλλά το τεράστιο γρανιτένιο βουνό της γραφειοκρατίας δεν σκάβεται τόσο εύκολα. Χρειάζεται υποστήριξη σε πολλά επίπεδα. Στην Ελλάδα περιμένουμε να γίνουν τα πάντα απ’ την μια στιγμή στην άλλη. Επίσης, όσο γρήγορα εξιδανικεύουμε κάποιον ή κάτι τόσο γρήγορα σπεύδουμε στην καθαίρεσή του».

– Η σχέση σας παραμένει καλή;

«Υποστηρίζω τις προσπάθειές του. Ομως κρατώ αποστάσεις απ’ το σχήμα του Εθνικού, που σε πελαγώνει. Οι διαστάσεις που παίρνουν όλα στους δημόσιους οργανισμούς είναι καφκικού τύπου. Δεν ξέρεις ποιος είναι ο άρχοντας του «πύργου», για ποιον λόγο «κατηγορείσαι». Πέρσι στο Εθνικό Θέατρο ζήτησα να μου διευκρινίσουν κάτι σε ζήτημα παραγωγής. Αυτός που ρώτησα, ρώτησε κάποιον άλλον κι αυτός κάποιον άλλον και ο μακρύς κύκλος, πιστέψτε με, έκλεισε ξανά σε μένα. Δηλαδή, ο ερωτών εκλήθην και ν’ απαντήσει! Δεν θέλω να περάσω ξανά ούτε από το πεζοδρόμιο της Λυρικής. Πώς να δουλέψεις σ’ έναν οργανισμό όπου τα μέλη της χορωδίας παίρνουν τη θέση τους αφού έχει ξεκινήσει η παράσταση και κανείς δεν τους επιπλήττει καν. Ε, λοιπόν αυτή την παράσταση θα προτιμούσα να μην την υπέγραφα».

– Αισθάνεστε πετυχημένος;

«Απλώς μπορώ να επιλέγω ευκολότερα. Ομως το στομάχι μου ξέρει πόσο έτοιμος είμαι κάθε πρωί να τα παρατήσω… Θέλω να είμαι γειωμένος ώστε να μπορώ να απογειώνομαι τη στιγμή που μου αναλογεί, στην τέχνη μου. Μ’ ενοχλεί η έλλειψη συντονισμού και μακροπρόθεσμης οπτικής στα καλλιτεχνικά πράγματα. Στο θέατρο είναι αναγκαία η ονειρική, έστω, ψευδαίσθηση του απόλυτου. Ξέροντας δηλαδή ότι όλα είναι σχετικά, τη δεδομένη στιγμή, να παριστάνεις ότι είναι απόλυτα, να επινοείς μια φανταστική λύση αποσκοπώντας στη μαγεία. Αλλιώς, τι χρειαζόμαστε την τέχνη παρά για να μας συνδέει με το όνειρο;».

– Δεν είναι επικίνδυνο να βρεθείτε «ξεχασμένος στο όνειρο» αφού τελειώσει η παράσταση;

«Τόσο επικίνδυνο που μπορεί να γίνεις απόλυτα δυστυχισμένος. Το ωραίο «κομμάτι» που ακούς όσο βρίσκεσαι στη σκηνή, θα τελειώσει κάποτε. Δεν θα συνοδεύει την υπόλοιπη ζωή σου. Γι’ αυτό πρέπει να έχεις επίγνωση των ορίων».

– Τα δικά σας όρια;

«Η επικοινωνία είναι για μένα δεύτερη φύση. Σέβομαι τον άλλον, τον ακούω προσεκτικά. Σε δύσκολες συναντήσεις, που αφορούν όχι αμιγώς καλλιτεχνικά ζητήματα αλλά παραγωγής, ενώ θα μπορούσα να ξεκινήσω με καβγάδες επιλέγω αυτοσυγκράτηση και πιστέψτε με έχω κέρδος. Δεν πρόκειται για διπλωματικό κόλπο, το ίδιο κάνω στις πρόβες. Το ν’ ακούω είναι ανάγκη μου. Αυτό με βοήθησε πολύ στο παιδικό θέατρο. Θέλω να ξέρω ποιος είναι ο θεατής μου για να φερθώ ανάλογα».

– Θέμα αυτογνωσίας;

«Οταν ανακαλύπτεις ότι πράγματα που σε απασχολούν αφορούν κι άλλους μαλακώνεις, αλλά συνειδητοποιείς επίσης ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Κι εκεί πρέπει να ισορροπήσεις σωστά».

– Κάνετε ψυχανάλυση;

«Εκανα επί χρόνια ψυχοθεραπεία και τώρα ψυχανάλυση. Με βοήθησε να ξεκαθαρίσω ποια είναι δικά μου προβλήματα και ποια των άλλων. Η τέχνη είναι μια διαστροφή, μια καινούρια φύση. Παίρνεις κομμάτια της και αναπλάθοντάς τα ως Φράνκενσταϊν δημιουργείς κάτι καινούριο. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φύση έχει ισχυρούς νόμους. Πάντα θα συγκρούεται ο Πενθέας με τον Διόνυσο. Ο άλλος, ό,τι κι αν λέμε, δεν θα γίνει ποτέ προέκταση του εαυτού μας. Θα είναι πάντα μια αντίπαλη φυσική οντότητα. Ο πιο τρελός διάλογος είναι η ίδια η ζωή».

  • Επιτυχία χωρίς ρίσκο

– Με την πολιτική ασχολείστε;

«Δεν είμαι κλεισμένος στο μικρόκοσμό μου. Θυμώνω όταν ακούω τους πάντες να έχουν άποψη επί παντός του επιστητού. Ενα κομμάτι μου είναι ιδεαλιστικό κι ένα άλλο πρακτικό, σχεδόν κυνικό, προκειμένου να διατηρήσω αυτό τον ιδεαλισμό. Γνωρίζω την έννοια της σχετικότητας στα πράγματα αφού φέρω δύο εθνικές καταγωγές. Η μητέρα μου είναι Γιουγκοσλάβα κι εγώ γεννήθηκα σε μια χώρα που δεν υπάρχει σήμερα. Ομως εγώ γεννήθηκα σ’ αυτή τη χώρα που δεν υπάρχει!..».

– Πώς βλέπετε τους σημερινούς νέους;

«Με στενοχωρεί πόσο εύκολα, χωρίς να ρισκάρουν, αναζητούν ασφαλές πλαίσιο. Θέλουν κατευθείαν να γίνουν πετυχημένοι, καλοπληρωμένοι και σταρ. Τόσες πολλές ομάδες, τόση πολυδιάσπαση. Τρόμαξα όταν άκουσα κάποιον να λέει ότι η νεολαία ζητάει … εξασφάλιση. Δηλαδή, γέροι από τα είκοσι. Πώς φτάσαμε εδώ; Το λάιφ στάιλ, η τηλεόραση; Εγώ θυμάμαι ανθρώπους της τηλεόρασης του ’70 που σήμερα δεν τους ξέρει κανένας. Οι σημερινοί νέοι δεν σκέφτονται ότι το ίδιο θα συμβεί και με τους σημερινούς διάττοντες σε μερικά χρόνια;» *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s