Νίκος Χατζόπουλος: «Ζούμε μια νεοκρατία, ίσως και νεολαγνεία»

Posted: Δεκέμβριος 20, 2009 in Χατζόπουλος Νίκος
  • Ο Νίκος Χατζόπουλος μιλάει για τον «Θείο Βάνια» και την παράσταση του Εθνικού

Πενήντα έξι χρόνια είχε να ανέβει ο «Θείος Βάνιας» του Τσέχοφ στο Εθνικό Θέατρο μετά την ιστορική, όπως λένε, παράσταση του Καρόλου Κουν το 1953. Τώρα, το δεύτερο ανέβασμα συμπίπτει με την ανακαίνιση της πρώτης κρατικής σκηνής σε μια σκηνοθεσία κάθε άλλο παρά συμβατική από τον Γιάννη Χουβαρδά, που επίσης καταπιάνεται με τον Τσέχοφ για δεύτερη φορά. Φέτος, άλλωστε, το έχει η χρονιά, γίνεται «επιδρομή» με έργα Τσέχοφ. Εχουμε και λέμε: «Βυσσινόκηπος» από τον Στάθη Λιβαθινό με την Μπέτυ Αρβανίτη, «Γλάρος» από τους «Ρequod» – «Πίκουοντ», όπως βάφτισαν τη νεοσύστατη θεατρική ομάδα τους ο Δημήτρης Ξανθόπουλος και η Αγγελική Παπαθεμελή, μια συρραφή των μονόπρακτων «Εργο τέχνης», «Πρόταση γάμου» και «Αρκούδα» με τίτλο «Κι εσείς…Μολότωφ κύριε Τσέχοφ» στο θέατρο «Κάτω από τη Γέφυρα» του Νίκου Δαφνή, «Ιβάνοφ» από το πειραματικό σχήμα Grasshopper στο θέατρο «Αρτι». Μέχρι και στο Bar theatre έχει κοινό ο Τσέχοφ. Στο Glam Bar συγκεκριμένα, όπου παίζεται κάθε Τρίτη η «Αρκούδα». Και η λίστα δεν τελειώνει εδώ…

  • Η διανομή

Στον «Θείο Βάνια» του Εθνικού έχουμε ξεχωριστή διανομή: Μάνος Βακούσης, Μαρία Σκουλά, Αλκηστις Πουλοπούλου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Ακύλας Καραζήσης, Μάνος Σταλάκης, Γιάννης Βογιατζής, Γιάννης Τσεμπερλίδης. Βάνιας ο Νίκος Χατζόπουλος, ο οποίος από τον Φεβρουάριο θα τον δούμε και στην «Κυρία από τη θάλασσα» και πάλι στο Εθνικό.

Αν και κρυωμένος και με 38,5 πυρετό, ο Νίκος Χατζόπουλος δεν χάνει πρόβα. «Στους ηθοποιούς αρέσει να παίζουν Τσέχοφ. Είναι αυτά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που γοητεύουν. Η αντιφατικότητα και η πολυμορφία», εξηγεί. Ο Βάνιας είναι όλες οι χαμένες ζωές, οι χαμένες ευκαιρίες, οι ματαιωμένες ελπίδες. Στον Νίκο Χατζόπουλο αρέσει ο χαρακτήρας που παίζει: «Στην ουσία είναι ένας αντιήρωας. Ενας άνθρωπος που η δυναμικότητά του έχει ευνουχιστεί. Εχει αφιερωθεί χρόνια ολόκληρα στο να εξυπηρετεί άλλους και κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι όλη η ζωή του πήγε χαμένη. Τότε έχει μια κακεντρέχεια, μια έντονη γκρίνια, γίνεται ένα πρόσωπο γραφικό. Θυματοποιείται. Ολα αυτά συγκινούν έναν ηθοποιό. Το κοινό, βέβαια, συχνά αμφιταλαντεύεται. Καμιά φορά βλέπετε οι σκηνοθέτες, προκειμένου να τονίσουν την πλήξη της ρωσικής επαρχίας, το παρακάνουν. Ετσι πλήττουν και οι θεατές». Στην παράσταση του Χουβαρδά, βέβαια, δεν υπάρχει η ρωσική ατμόσφαιρα που έχουμε συνηθίσει στα θεατρικά ανεβάσματα.

– Οι ήρωες του «Θείου Βάνια» τοποθετούνται στο σήμερα. Εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο κι όχι στη ρωσική επαρχία, ακούνε τραγούδια της Δαλιδά, του Ζορζ Μπρασένς, της Πιαφ, μελωδίες του Σοπέν.

– Εγινε προσπάθεια να αφαιρεθούν τα πολύ τοπικά και εποχικά στοιχεία της παράστασης. Ο χώρος του εγκλεισμού είναι και μεταφορικός. Η αδυναμία τους να ξεφύγουν και από κάποια όρια. Δεν τους αναγκάζει κανείς να μείνουν εκεί μέσα, αλλά δεν κάνουν και κάποια προσπάθεια να βγουν. Η έγνοια κάθε σκηνοθέτη όταν ανεβάζει παλιότερα κείμενα είναι να δείξει τι λένε αυτά τα έργα σήμερα.

– Υπάρχουν άλλες αντιστοιχίες; Η απογοήτευση, το αδιέξοδο, η μαυρίλα που βιώνουμε αυτή την περίοδο;

– Υπάρχει το αδιέξοδο της ανθρώπινης δικαίωσης. Επίσης το συναισθηματικό αδιέξοδο. Γίνεται αναφορά στον μαρασμό της επαρχίας, των δασών και της φύσης. Ο στόχος στο κείμενο βέβαια δεν είναι οικολογικός. Ολα αυτά περνάνε μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων.

– Ποιο είναι το βασικό μας πρόβλημα σήμερα;

– Το τεράστιο έλλειμμα πολιτισμού. Σύμπτωμα που έχει τις εκφάνσεις του σε όλους τους χώρους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το οικονομικό αδιέξοδο.

– Από το 1984 που αρχίσατε να δουλεύετε στο θέατρο, ποιες αλλαγές βιώσατε;

– Βίωσα την εποχή μετά το αίτημα του συλλογικού. Αίτημα βέβαια, το οποίο στη βάση του ήταν πολιτικό και όχι τόσο καλλιτεχνικό. Υστερα ο καθένας ήθελε το δικό του μαγαζάκι, νοοτροπία που χαρακτήρισε δύο δεκαετίες. Εξ ου και η πληθώρα των θιάσων. Αυτή η νοοτροπία να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου, δηλώνει αδυναμία ένταξης και συνεργασίας σε ένα σύνολο, εγωπάθεια. Ετσι φτάσαμε στον πληθωρισμό της προσφοράς. Μπορεί να είναι λύση ανάγκης για την πληθώρα των ηθοποιών που βγαίνουν από τις σχολές. Ανοιξαν δεκάδες, με αποτέλεσμα να βγάζουν εκατοντάδες ηθοποιούς, οι οποίοι δεν έχουν κανένα χώρο δουλειάς. Ετσι φτάσαμε σε αυτό το πλήθος των ομάδων. Αναγκαστικά τα παιδιά κάτι πρέπει να κάνουν.

– Πού θα οδηγήσει αυτός ο πληθωρισμός;

– Το 2010 θα είναι μια κρίσιμη και αποκαλυπτική χρονιά. Ενα μέτρο να δούμε τι θα πάει και τι δεν θα πάει καλά. Ηδη υπάρχει πρόβλημα στα θέατρα, τόσο εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης όσο και της γρίπης. Περικόπτοντας το κοινό τα έξοδα της διασκέδασης, έχει σημασία να δούμε για ποιο θέαμα θα κάνει τη θυσία. Μια άλλη αλλαγή που βλέπω σήμερα σχετίζεται με την ηλικία. Στο ξεκίνημά μου, για να παίξεις νεανικούς ρόλους έπρεπε να περάσεις τα 40. Υστερα βίωσα την εποχή, όπου στα 40 μου έπαιζα τους παππούδες. Ζούμε μια νεοκρατία, ίσως είναι και νεολαγνεία. Μεσαίες ηλικίες στο θέατρο δεν υπάρχουν. Σπάνια βρίσκεις ανθρώπους να επανδρώσουν έργα που χρειάζονται ηλικίες. Αυτό το τάργκετ γκρουπ υπάρχει και στην κατανάλωση. Διαβάζοντας, για παράδειγμα, τα free press που κυκλοφορούν, νομίζεις ότι όλα στην Αθήνα είναι φτιαγμένα για 25άρηδες. Ισως είναι θέμα αγοράς. Να κολακεύσουμε τη μεγάλη καταναλωτική δύναμη.

– Ηθοποιός, σκηνοθέτης, μεταφραστής. Σε τι δίνετε προτεραιότητα;

– Η σκηνοθεσία ήρθε στο Αμόρε και ο Χουβαρδάς μού έδωσε την ευκαιρία στο έργο «Η γυναίκα διάβολος», ενώ ο Θωμάς Μοσχόπουλος, διαβάζοντας κάτι ποιηματάκια που έγραψα για πλάκα, μου πρότεινε να μεταφράσω Καλντερόν. Το θέμα της υποκριτικής του ηθοποιού είναι αυτό που καθορίζει τις άλλες ιδιότητες, γιατί και σαν σκηνοθέτης και σαν μεταφραστής λειτουργώ μέσα από τη ματιά του ηθοποιού. Πιστεύω αυτό που λένε ότι η μετάφραση είναι μισή σκηνοθεσία.

– Τι καλύπτει το καθένα απ’ αυτά;

– Η μετάφραση και η σκηνοθεσία καλύπτουν κάποιες εμμονές ως προς την επεξεργασία της γλώσσας αφενός και της σκηνικής γλώσσας αφετέρου. Αλλά η πλευρά του ηθοποιού καλύπτει ένα μεγάλο εύρος. Σε όλα πάντως με ενδιαφέρει η συνεργασία. Δεν είμαι άνθρωπος των προγραμματισμών και των επιδιώξεων.

– Και να σκεφτεί κανείς ότι εγκαταλείψατε την αρχιτεκτονική για όλα αυτά. Μετανιώσατε;

– Καθόλου. Παρόλο που η αρχιτεκτονική ήταν χώρος γοητευτικός και ενδιαφέρον.

– Εξασκήσατε το επάγγελμα;

– Ναι, για τέσσερα χρόνια. Εχτισα και σπίτι. Το θέατρο προέκυψε μετά. Ημουν θεατρόφιλος από τα μαθητικά μου χρόνια και όσο ήμουν φοιτητής στο Πολυτεχνείο ασχολιόμουν με θεατρικές ομάδες. Με ενδιέφερε πολύ. Κάποια στιγμή πήγα και στη δραματική σχολή μην έχοντας σκοπό όμως να γίνω ηθοποιός. Αλλωστε εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας. Ομως, ο μόνος χώρος που με έκανε να νιώθω πάθος ήταν το θέατρο. Ετσι άλλαξα επάγγελμα.

Η πρώτη φορά

– Θυμάστε την πρώτη φορά που βγήκατε στη σκηνή;

– Ημουν βοηθός σκηνοθέτη του Νίκου Χαραλάμπους στην Καλαμάτα. Ομως δεν μπορούσε να δικαιολογήσει μόνο μισθό βοηθού· έπρεπε να παίξω. Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν «Η μαύρη κωμωδία» του Σάφερ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Εξαρχου. Η τύχη έπαιξε σε πολλά ρόλο στη ζωή μου. Γι’ αυτό ασχολήθηκα με το θέατρο, για να μπορέσω να βασιστώ στο ένστικτό μου. Γιατί στη δουλειά του αρχιτέκτονα περισσότερο στηριζόμουν στο ορθολογικό μέρος του εαυτού μου.

– Συνεχίζει το θέατρο να σας προκαλεί την ίδια συγκίνηση;

– Το να αντέξεις σ’ αυτόν το χώρο είναι θέμα χαρακτήρα. Είναι τρομερά ανταγωνιστικός. Ανάλογα με τον χαρακτήρα σου μπορείς να θεωρήσεις τις σχέσεις προσβλητικές, ως αναγκαίο κακό ή αναγκαία λειτουργία. Οι σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα σε έναν ηθοποιό και έναν σκηνοθέτη σε μια πρόβα περνάνε μια μεγάλη γκάμα, μεταξύ αγάπης, συνεργασίας, αυταρχικότητας, προσβολής. Κι όλα αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Κανείς δεν ζητάει σεβασμό των συμβατικών κανόνων συμπεριφοράς. Ο χώρος έχει δικούς του κανόνες. Κακά τα ψέματα, σε μια αγορά κινούμαστε. Ή θα πρέπει από μόνος σου να έχεις έναν μαγνήτη και να είσαι πάντα σε ζήτηση ή θα πρέπει να επιδιώκεις πράγματα.

Η τηλεόραση καταναλώνει φατσούλες

– Τι θα συμβουλεύατε τα νέα παιδιά που ονειρεύονται να γίνουν ηθοποιοί;

– Εχουμε φτιάξει μαθητές που έχουν τόσα εφόδια σαν να πρόκειται να δουλέψουν στην αγορά του Βερολίνου με τα τρία μεγάλα κρατικά θέατρα, τις σταθερές ομάδες, με τα τριετή συμβόλαια και τις καλές αμοιβές. Στην πραγματικότητα, έχουμε μια αγορά η οποία συρρικνώνεται συνεχώς ως προς τις οικονομικές δυνατότητες. Οι επιχορηγήσεις πετσοκόβονται, το μέλλον τους ίσως είναι αβέβαιο, ενώ από την άλλη, υπάρχει η καθαρά επιχειρησιακή πλευρά του θεάτρου. Η αγορά της τηλεόρασης είναι παροδική. Θα καταναλωθεί η φατσούλα τους γρήγορα και θα αναζητηθεί το επόμενο μοντέλο. Επειδή βλέπω τα παιδιά αυτά και στη Δραματική του Εθνικού που διδάσκω, θα τα συμβούλευα να έχουν στο μυαλό τους την καλλιέργεια των δυνατοτήτων τους και όχι της χαριτωμενιάς. Να σκέφτονται το μετά. Πώς θα είναι στα 50 στη δουλειά αυτή; Με τσιτωμένο πρόσωπο να υποδύονται τον 20άρη ή θα αφήνουν τα σημάδια του χρόνου πάνω τους παίζοντας κανονικά.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/12/2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s