Κατερίνα Μαραγκού: Μ’ αρέσουν οι ρυτίδες μου, έχουν όλες όνομα

Posted: Νοέμβριος 29, 2009 in Μαραγκού Κατερίνα

 

Ενας άντρας και μια γυναίκα στο φθινόπωρο της ζωής τους θα γνωριστούν σ’ ένα παραθαλάσσιο θεραπευτήριο. Δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες (εκείνη αυθόρμητη κι ονειροπόλα με καλλιτεχνικό παρελθόν, εκείνος γιατρός, εσωστρεφής, τυπικός κι αυστηρός), που, παρά τις διαφορές τους, τα ανεπούλωτα τραύματά τους, θα γευθούν μια στάλα φθινοπωρινής ευτυχίας.

«Με τον Γιώργο μάς συνδέει κοινή ματιά και αισθητική για τα θεατρικά πράγματα» λέει για τον παρτενέρ της η Κατερίνα Μαραγκού

«Με τον Γιώργο μάς συνδέει κοινή ματιά και αισθητική για τα θεατρικά πράγματα» λέει για τον παρτενέρ της η Κατερίνα Μαραγκού Εργο που συνδυάζει τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, η «Φθινοπωρινή ιστορία» του Ρώσου Αλεξέι Αρμπούζοφ (1975), που είχε παιχτεί παλιότερα με τον Μάνο Κατράκη και την Ελλη Λαμπέτη, ευτυχεί στο τωρινό του ανέβασμα στο θέατρο «Αλμα» σε απόδοση Ερρίκου Μπελιέ. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος και η Κατερίνα Μαραγκού πλάθουν στην εντέλεια τούς δύο ρόλους, σε μια τσεχοφικών ημιτονίων παράσταση, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου.

  • Δυο λόγια για την ηρωίδα που ερμηνεύετε.

«Η Λίντια είναι μια ανήσυχη ψυχή, που παραμένει νέα παρ’ ότι βρίσκεται στα «ήσυχα» χρόνια της ζωής της. Παρά τις ρωγμές της, φέρει ένα άρωμα ζωής έντονο, πολύ ιδιαίτερο, θα έλεγα και ανατρεπτικό. Χαίρεται με τα απλά πράγματα γύρω της και η αύρα της αφήνει την αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει όρια -μόνο ο θάνατος. Η έκσταση της παιδικότητας, που τη χαρακτηρίζει, της ευγένειας, της τρυφερότητας και της ψυχικής ομορφιάς συνθέτουν την εικόνα αυτής της γοητευτικής προσωπικότητας. Σε αντίθεση με τον Ροντιόν, που υποδύεται ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, που είναι αυστηρός, απρόσιτος, αφοσιωμένος στη δουλειά του γιατρού και που καλύπτει καλά τις δικές του ρωγμές και τα συναισθήματά του κάτω από το υπηρεσιακό του ύφος».

  • Εχουν κάτι κοινό πέρα από τη μοναξιά τους;

«Εχουν βιώσει και οι δύο τον μεγάλο πόνο της απώλειας αγαπημένων προσώπων. Και η ομορφιά αυτής της γυναίκας, της μάνας, είναι ότι αυτή τη βαθιά πληγή την έκανε ποίηση, λαχτάρα για ζωή, αγάπη. Οταν προσπαθούσα να την καταλάβω δουλεύοντας τον ρόλο, γέμιζα από συγκίνηση και αισιοδοξία. Πραγματικά το λέω, με ταξίδεψε σε άλλες θάλασσες».

  • Δύο άνθρωποι τραυματισμένοι από το παρελθόν στο λυκόφως της ζωής τους. Είναι το βάρος του χρόνου που μετατρέπει το σκίρτημα του έρωτα σε κάτι άλλο;

«Σίγουρα είναι δύο άνθρωποι που έχουν μεγάλη όρεξη για ζωή. Το βάρος του χρόνου δεν υπάρχει γιατί η ψυχή τους έχει αποθέματα νιότης και αυτό νομίζω δίνει τον φευγάτο τόνο στο έργο. Στη Λίντια αυτό είναι εμφανές από την αρχή, στον Ροντιόν αναδύεται δειλά δειλά όταν παρασύρεται από τον αυθορμητισμό και τη ζωντάνια της και ξαναθυμάται τις ομορφιές της ζωής. Η μοναξιά είναι αφορμή, η λαχτάρα για ζωή τούς ενώνει μ’ ένα αίσθημα βαθύτερο από τον έρωτα. Η συγκίνηση αντικαθιστά τον πόθο και η συντροφικότητα το πάθος».

  • Σας έχει απασχολήσει αυτό που λέμε φθορά, γηρατειά, θάνατος; Πώς το αντιμετωπίζετε; Ποια είναι τα αποκούμπια σας;

«Θα σας απαντήσω για τον θάνατο με μια φράση που λέει ο Ροντιόν: «Εχω εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου, με τρομάζει μόνο ο θάνατος των νέων». Εχω κατανοήσει λογικά τον κύκλο της ζωής. Ανοίγει, κλείνει. Ομως επειδή δυστυχώς έχω ζήσει θανάτους στην οικογένειά μου, του πατέρα μου και πρόσφατα της αδελφής μου, όσο λογικά και αν το ερμηνεύεις, η απώλεια δεν κατανοείται. Σε κόβει στα δύο. Την παρηγοριά μού την έδωσε μια μέρα ο γιος μου. Με ρωτούσε συνέχεια γιατί δεν βλέπει πια την αδελφή μου και κάποια στιγμή του έδειξα ένα αστεράκι στον ουρανό και του είπα «είναι εκεί, αυτό το αστεράκι». Και μου απαντάει «εγώ θα πάω να κλέψω από εκεί την καρδιά της κι έτσι θα την έχουμε πάντα μαζί μας». Αυτό είναι. Ν’ αγαπάς τη θύμησή σου και να μάθεις να ζεις με την απώλεια. Η φθορά του χρόνου με μελαγχολεί λίγο, όχι σε σημείο που να θέλω να αλλάξω την εμφάνισή μου. Μ’ αρέσουν οι ρυτίδες μου, έχουν όλες ονόματα, τα πρόσωπα χωρίς έκφραση με αγριεύουν. Το αποκούμπι μου; Το βλέμμα ενός παιδιού σού δίνει κουράγιο να συνεχίζεις να ονειρεύεσαι».

  • Πώς θα περιγράφατε αυτή τη «χημεία» επί σκηνής που έχετε με τον Μιχαλακόπουλο τα τρία τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα εδώ;

«Ο Γιώργος έχει ένα μοναδικό χάρισμα. Μεγαλώνοντας αναβαθμίζει συνεχώς το επίπεδο της δουλειάς του και μετατρέπει τα φορτία του σε μοναδικό πολύτιμο υλικό δουλειάς. Ανθρωπος και ηθοποιός γενναιόδωρος, σου δίνει τόσα πράγματα πάνω στη σκηνή που είναι δύσκολο να μην τα εισπράξεις και να μην του τα επιστρέψεις. Το πλησίασμά μας ξεκίνησε στον Μπόργκμαντ αλλά εκεί θα ομολογήσω ότι ζήλευα και χάζευα τη χημεία που είχαν με τον Γ. Μοσχίδη. Οι σταθερές μας, όπως η αγάπη, η κοινή ματιά και αισθητική για τα θεατρικά πράγματα ήταν η αρχή. Θέλω όμως να τονίσω ότι η σκηνοθετική ματιά της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου -δική μου πρόταση στον Γιώργο-, το ιδιαίτερο χάρισμά της να ανοίγει παράθυρα επικοινωνίας των ηθοποιών μεταξύ τους, η επιμονή της στην ουσία της επαφής και της αλήθειας ζύμωσαν αυτή τη χημεία και έφεραν αυτό το αποτέλεσμα».

  • Αν και γραμμένο στη σοβιετική εποχή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το καθεστώς μοιάζει να απουσιάζει σ’ αυτό το τσεχοφικών αποχρώσεων έργο. Ή όχι; Υπάρχει κάποια νύξη επιρροής στους ήρωες;

«Πιστεύω ότι όλα τα έργα φέρουν το κοινωνικοπολιτικό στίγμα της εποχής τους. Σ’ αυτό εδώ, όμως, θα έλεγα ότι οι όποιες αναφορές είναι σε δεύτερο πλάνο. Ο Αρμπούζοφ εστιάζει κυρίως στην ψυχογραφική τοιχογραφία των ηρώων. Αλλωστε εμφανίστηκε ως φορέας μιας νέας διαλεκτικής και ουμανιστικής δραματουργίας με επίκεντρο τον άνθρωπο, τα συναισθήματά του, τη μοναξιά του, με μια διερευνητική ματιά όμως πολύ λυρική». *

Ο γιος μου με κάνει καλύτερη ηθοποιό

  • Πέντε χρόνια στο «Αλμα» και μ’ ένα δεκάχρονο παρελθόν στο θέατρο «Αθηνών», η Σύγχρονη Θεατρική Σκηνή σας σε ποια κατάσταση βρίσκεται καλλιτεχνικά, οικονομικά;

«Καλλιτεχνικά θα έλεγα ότι πάντα προσπαθούμε για το καλύτερο και θα συνεχίσουμε έτσι! Ονειρα πολλά, αλλά ας μην τα σκαλίζουμε, γιατί πολλές φορές δύσκολα πραγματοποιούνται και αυτό πονάει. Ας έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευόμαστε. Αυτό στηρίζει εμάς τους καλλιτέχνες. Οικονομικά δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να πει στο θέατρο ότι είναι καλά. Προσπαθούμε. Το θέατρο είναι το σχολείο της ψυχής, γι’ αυτό νιώθω πολλές φορές οργή και θυμό που η πολιτεία φέρεται απαξιωτικά στον πολιτισμό. Ρητορείες! Και ουσία μηδέν. Αυτό όμως που μου αρέσει είναι ότι οι καλλιτέχνες δεν το βάζουμε κάτω. Ναι, είναι προσωπική μας υπόθεση λοιπόν το θέατρο και θα το παλέψουμε όπως μπορούμε. Μάθαμε να μην περιμένουμε τίποτα από κανέναν και πορευόμαστε».

  • Το θέατρο προηγείται της ζωής; Ο πεντάχρονος γιος σας είναι η άλλη πλευρά της ζυγαριάς;

«Οχι βέβαια. Η ζωή μου και η οικογένειά μου, πάνω απ’ όλα. Αλλά το θέατρο το λατρεύω. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου έξω απ’ αυτό. Ο γιος μου είναι δώρο θεού, δώρο ζωής για μένα. Ο Μάριος είναι και η δύναμή μου για να κάνω καλύτερα τη δουλειά μου. Θέλω να μπορώ να τον κοιτάξω στα μάτια όταν μεγαλώσει και να του πω «Εκανα και εγώ κάτι… ό,τι μπορούσα για να κάνω τον κόσμο αυτό λίγο καλύτερο για σένα»».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s