Ο ηθοποιός Γιώργος Ορφανός και ο ιμπεριαλιστικός του λόγος

Posted: Νοέμβριος 21, 2009 in Ορφανός Γιώργος
  • στον Χρήστο Παρίδη

Η Παξινού, η Αθήνα, το Παρίσι, ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο Μπέκετ, ο Τζεφιρέλι, ο Παζολίνι, η Λαμπέτη, τα ρεμπέτικα, ο Καβάφης, η καθαρεύουσα, η δημοτική, οι άνθρωποι, η ζωή, η επιτυχία, αλλά πάνω απ’ όλα, η, σχεδόν συνειδητή, επιλογή της αποτυχίας. Οι εμμονές και τα φαντάσματα με τα οποία είναι στοιχειωμένος ο κόσμος του ηθοποιού Γιώργου Ορφανού. Μια στάση ζωής μοναδική.

Ενας καλλιτέχνης που προτίμησε την απόλυτη παραίτηση από τη λάμψη και την αποδοχή. Και με έναν λόγο, προφορικό και γραπτό, υστερικής ακρίβειας. Η συνέντευξη που ακολουθεί ξεκίνησε πέρυσι τον χειμώνα αλλά, λόγω προβλημάτων στην υγεία του και ύστερα από ένα εξονυχιστικό σκανάρισμα από την πλευρά του, μας πήρε μήνες μέχρι να δώσει την τελική του έγκριση. Γιατί για τον Ορφανό είναι μια πνευματική κατάθεση ζωής.

  • Πριν από μερικά χρόνια, σε είχα δει να διαβάζεις αποσπάσματα από «Το τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή, ένα είδος αναλογίου σε λογοτεχνική βραδιά στο βιβλιοπωλείο της Οδού Πανός. Ηταν μια ερμηνεία συγκλονιστική, αντάξια μεγάλου ηθοποιού! Κι ενώ όλοι ξέρουμε ότι ξεκίνησες από το θέατρο και συναναστράφηκες καλλιτέχνες, όπως ο Βισκόντι, ο Ρίτσαρτσον, ο Σερό, η Ντε Νόμπιλι, ο Τσαρούχης, ο Τζεφιρέλι, ο Μενότι και συνεργάστηκες μαζί τους, κατά έναν παράξενο τρόπο βρέθηκες σαν εκτός νυμφώνος! Μπορεί λίγο να υπερβάλω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μην κάνεις ποτέ επαγγελματίστικη καριέρα. Πώς έγινε αυτό;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΟΡΦΑΝΟΣ: Από πολύ μικρός κατατρεχόμουν από έμμονες ιδέες μεγαλείου και δόξας. Σχεδόν από τότε που γνώρισα τον εαυτό μου. Κι ενώ ήμουν ένα συνεσταλμένο και σεμνό παιδί, κατόρθωσα να με μετατρέψω σε ένα είδος «τέρατος», να το πω «μπαρόκ», για να μην πω «ιερό». Το πιο συγκλονιστικό ήταν όταν έναν Αύγουστο -να καίγεται ο κόσμος, καμίνι σωστό, εγώ λουσμένος από ιδρώτα, με τα καλά μου ρούχα, λαϊκό παιδί από τη Β’ περιφέρεια Αθηνών- πήγα στο Ηρώδειο και είδα την τελευταία εναπομείνασα στον κόσμο μεγάλη τραγωδό, την Κατίνα Παξινού. Δεν κατάλαβα τίποτα!! Εκλαιγα ακατάσχετα, μόνος μου καθ’ όλη τη διάρκεια της παραστάσεως, όπως είπα ντάλα καλοκαίρι. Αυτό ήταν, πάει και τέρμα! Από ‘κεί και πέρα δημιούργησα σχολή Παξινού, κυριολεκτικά λανσάροντας στους συνομήλικους συμμαθητές μου στη Δραματική σχολή όλους μαζί τους μεγάλους ηθοποιούς και τραγωδούς. Οταν εκείνοι μάζευαν όλα τα σκουπιδάκια της Ευρώπης, σαν σταχομαζώχτρες, ένα θέατρο ξεφτιλισμένο, χωρίς κανένα χαρακτήρα, για να το εισάγουν στην, κατά τη γνώμη τους, επαρχιακή θεατρική Αθήνα.

  • Εσύ γιατί, ενώ συνειδητοποίησες τη σημασία του μεγάλου τραγωδού πρώτος, δεν διεκδίκησες αυτό που λέμε «μεγάλη καριέρα»;

Γ.Ο.: Γιατί εγώ διάλεξα τον δύσκολο δρόμο. Πριν φύγω για τη Γαλλία, είδα σε μια άθλια κόπια το «Σένσο» του Βισκόντι και με κατακεραύνωσε. Κατάλαβα ότι το πεπρωμένο μου ήταν ένας ρεαλιστικός τρόπος αναπαράστασης της ζωής. Συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να τα ‘χω όλα δικά μου, ότι έπρεπε να διαλέξω τον τρόπο που μου πάει. Του «ρεαλιστικού μυθιστορήματος», του «μεγάλου» ηθοποιού. Ο μεγάλος ηθοποιός πού υπάρχει; Οταν υπάρχει μεγάλο σενάριο που βγαίνει μέσα από την πραγματικότητα της ζωής και αναπαράγει ανθρώπους αληθινούς με σάρκα και οστά, κι εκεί είναι που χρειάζεται ο μεγάλος ηθοποιός. Δηλαδή, δεν ήμουν «χαμηλών τόνων», για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που χρησιμοποιεί όλη η Αθήνα, λες και είναι προσόν να είσαι χαμηλών τόνων!

  • Δεν είναι προσόν να είναι κανείς χαμηλών τόνων;

Γ.Ο.: Κατ’ αρχάς, όλοι πρέπει να μάθουμε ποιος τόνος μας ταιριάζει. Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα, είναι όχι τι τόνων είμαι, αλλά τον τόνο που παίρνω για να διεκπεραιώσω το άτομό μου ικανοποιητικά. Για φαντάσου μια Παξινού χαμηλών τόνων! Μια Κάλλας χαμηλών τόνων! Ε, δεν υπήρξα «χαμηλών τόνων». Εμένα με ενδιέφερε να διασώσω το στυλ Παξινού, δηλαδή το στυλ του παντοδύναμου ηθοποιού του 1900 συν της κλασιστικής τραγωδού, που μόνον η Κατίνα Παξινού επανέφερε μετά τον πόλεμο και μέχρι τις μέρες μας και που ο Τσαρούχης πάντα παρεξηγούσε. Που ούτε καν καταλάβαινε, πνιγμένος μέσα σ’ έναν ακατάσχετο νατουραλισμό, νομίζοντας ότι η φυσικοφάνεια μπορούσε να κάνει ερμηνεία. Και είδα στις «Τρωάδες» του αυτό το εξωφρενικό πλάσμα, τη Σμάρω Στεφανίδου, που έκανε την Εκάβη κατά κινηματογραφικό τρόπο σε παράσταση διάρκειας δύο ωρών, να σέρνεται σαν σκουπίδι συντετριμμένη. Ενα πράγμα που δεν ξανάγινε πουθενά στον κόσμο! Θυμάμαι στους Δελφούς, μόλις είχε τελειώσει η παράσταση εκεί, να καταφτάνει με ένα γκρουπ φίλων της και να κατευθύνεται προς τους ηθοποιούς, η τελευταία διωγμένη και ρημαγμένη βασίλισσα της Ιταλίας, η Μαρία Ζοζέ, και τον Τσαρούχη, αδράχνοντας την ευκαιρία, να φωνάζει προς αυτήν: «Πείτε στην πρωταγωνίστριά μου, σας παρακαλώ Μεγαλειοτάτη, κλαίνε οι αληθινές βασίλισσες;» κι εκείνη, κλαίγοντας και αναλυόμενη σε λυγμούς, ντρεπόμενη για την ερώτηση, με καυσίγελο, απάντησε «Αχ, κλαίνε»…

  • Στο Παρίσι, όπου έζησες πολλά χρόνια, δεν είχε τύχει να δεις ανάλογες ερμηνείες;

Γ.Ο.: Ποια μεγάλη τραγωδό είχε το Παρίσι; Μόνο τη Μαρί Μπελ, μεγάλη τραγωδό του Ρακίνα. Οι περισσότεροι ήταν της σχολής τής Βάιγκελ, της γυναίκας του Μπρεχτ. Μια υπο- Παξινού. Μια τρίτης κατηγορίας Παξινού!

  • Γι’ αυτό και δεν μπόρεσες ποτέ να αποδεχτείς την ευρωπαϊκή αβάν γκαρντ…

Γ.Ο.: Δεν υπήρχε περίπτωση να πλησιάσω καν! Η αδελφή του Μπομπ Ουίλσον μου έλεγε να πάω να συμμετάσχω στις πρόβες του «Βλέμματος του τυφλού», που προετοίμαζε για μήνες σε μια επαρχιακή πόλη στη Γαλλία. Είδα χρόνια αργότερα κομμάτια στους Δελφούς. Ενα αισχρό είδος θεάτρου! Ανάλογο με την περίπτωση Πίτερ Μπρουκ! Πώς ήταν δυνατόν εγώ, που μ’ άρεσε ο Βισκόντι του «Σένσο» και των άλλων αριστουργημάτων του, ο συνταρακτικός Ερρίκος φον Στροχάιμ, ο Ζαν Ρενουάρ τού «Κανόνα του παιχνιδιού» και της «Αμαξας της στέψεως» με τη Μανιάνι, ο Αϊζενσταϊν του «Οκτώβρη» και του «Ιβάν του τρομερού», που είναι, πώς να το πω, μια σούπερ όπερα της ζωής της ίδιας και μια παράξενη αναπαράσταση της πραγματικότητας, ή του Ορσον Ουέλς, όχι των πρώτων ταινιών, αλλά του «Αρχοντα του τρόμου», να μου άρεσε ποτέ το στυλ Πίτερ Μπρουκ;

  • Δεν συναντιέσαι πουθενά και κατά κανέναν τρόπο με αυτό το στυλ;

Γ.Ο.: Εγώ είμαι του μεγάλου ρεαλιστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, του Μπαλζάκ και του Ντοστογιέφσκι, και θα μ’ ενδιαφέρει ο Μπρουκ και ο Πίντερ; Να μ’ ενδιαφέρουν αυτοί οι αγράμματοι και χαμηλοί άνθρωποι, που θέλουν με το πρώτο τους έργο να πουν όλο το βάθος της ζωής μεμιάς, ίδιον του κάθε αγράμματου;

  • Συναναστράφηκες εντούτοις τον Μπέκετ την εποχή που συμμετείχες στις «Ευτυχισμένες μέρες», στην παράσταση της Χριστίνας Τσίγκου…

Γ.Ο.: Ο Μπέκετ ήταν ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά προτεστάντης, κι αυτό φαίνεται στα έργα του. Είναι κι αυτός με τις ιδέες τις βαθύτατες. Μια πραγματικότητα πήγε να αναπαραστήσει κι αυτός, αλλά πάρα πολύ του διαγράμματος. Δεν μου λέει τίποτε. Το υλικό του είναι όσο δύο σκηνές του Σαίξπηρ, κι αυτός το κάνει ολόκληρο έργο. Ηταν πολύ συμπαθής ως άνθρωπος. Ηταν ένα από τα τρία Νόμπελ που γνώρισα. Τα άλλα δύο ήταν ο Σεφέρης και ο Ελύτης.

  • Μίλησε μου γι’ αυτούς λοιπόν.

Γ.Ο.: Με τον Οδυσσέα Ελύτη έκανα πολλή παρέα, νυχθημερόν, στο Παρίσι. Πριν πάρει το Νόμπελ. Γλυκός άνθρωπος, καταπληκτική ψυχή και τέλεια ελληνικά! Αλλά τα γραπτά του δεν μ’ ενδιαφέρουν. Δεν μου έλυσε κανένα από τα προβλήματα που με βασάνιζαν στη ζωή. Ηταν του Μεσοπολέμου. Το όνειρο του να αποδείξει ότι θα ξαπλώσει τη γυναίκα στο χόρτο, «καθώς ετάχθη σε κάθε άνδρα». Ενώ το πρόβλημα της εποχής τού Ελύτη, κυρίως, ήταν η ομοφυλοφιλία. Το πώς μπορούσε να διευθετηθεί ο άντρας με τον ίδιο του τον εαυτό. Και δεν βγάζει κιχ, ούτε αυτός ούτε ο Εμπειρίκος. Ηταν καλός άνθρωπος, δεν θέλω να πω τίποτε περισσότερο. Μ’ αγάπησε και τον αγάπησα σαν άνθρωπο τον Οδυσσέα.

  • Ο Τσαρούχης, αντιθέτως, με τον οποίο συνδέθηκες με φιλία χρόνων, φαίνεται να είχε τη διάθεση να διευθετήσει το θέμα της ομοφυλοφιλίας θυσιάζοντας την αστική του καταγωγή…

Γ.Ο.: Ο Τσαρούχης φαίνεται υπέρμαχος να λύσει το πρόβλημα. Είναι σοβαρός και φιλόδοξος και πάει όπου υπάρχει ομάδα να καταγράψει. Απόδειξη ο ναύτης του, για τον οποίο είπε: «Οντως, το λευκό χρώμα είναι πάρα πολύ δύσκολο στη ζωγραφική. Για να το αναπαραστήσω, έπρεπε να διαλέξω μεταξύ νοσοκόμων και ναυτών. Διάλεξα τον ναύτη βέβαια». Αυτό το είπε όμως αργότερα. Τι εκπροσωπούσε ο ναύτης στον Μεσοπόλεμο και πριν; Σήμα κατατεθέν της παγκοσμίου ομοφυλοφιλίας ήταν ο ναύτης. Και η ομοφυλοφιλία είναι ένα αντρικό φαινόμενο που αφορά κάθε άντρα.

  • Κάθε άντρα;

Γ.Ο.: Φυσικά κάθε άντρα. Μόνον έτσι λύνεται. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, μόνον άντρας μπορεί να δώσει τη λύση.

  • Γνώρισες είπες και τον Γιώργο Σεφέρη;

Γ.Ο.: Τον συνάντησα μία φορά μόνο, στο τέλος μιας παραστάσεως του θιάσου Ρενώ – Μπαρώ, της «Μάνας» του Γκόμπροβιτς. Του είχε αρέσει το έργο και προσφέρθηκα να τον οδηγήσω στα καμαρίνια. Ηξερα τη Ρενώ και με συμπαθούσε, από τον καιρό που είχαμε παίξει τις «Ευτυχισμένες μέρες» στο θέατρό της. Τελικά, δεν πήγαμε να τους γνωρίσει. Ο Σεφέρης ανήκε κι αυτός σ’ αυτήν την τάξη του Μεσοπολέμου, που μπορούσαν ως αστοί να πληρώσουν το ταξίδι στην Ευρώπη για να επιστρέψουν και να αναπαράγουν το Παρίσι και το Λονδίνο, λες και ήταν πάρα πολύ σοβαρά και βαρύγδουπα πράγματα. Εγώ πήγα στο Παρίσι για να καταρρίψω τον μύθο τής «πόλης του φωτός». Σήμερα χαίρομαι ιδιαίτερα που έχει γίνει η πόλη τής Disneyland. Αυτό ήταν το Παρίσι, πάντα. Κι αυτό ήταν και το τέλος του!

  • Εχουν ανάγκη σκηνοθέτη οι μεγάλοι ηθοποιοί;

Γ.Ο.: Οι σκηνοθέτες είναι παράξενο είδος. Πρέπει κανείς να ανοίξει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για να τα πει. Πάντως ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να είναι μέτριος ηθοποιός, ο οποίος θα φροντίζει πάντα να είναι ο πρώτος ηθοποιός του θιάσου του. Και η μόνη αγωνία του να είναι μην εμφανιστεί κανένας που είναι ανώτερός του. Αρα, να γιατί πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλος ηθοποιός για να σκηνοθετήσει τους άλλους. Πρέπει να είσαι Νουρέγιεφ για να μη φοβάσαι τους χορευτές.

  • Συνδέθηκες φιλικά με τον Τζεφιρέλι, έπαιξες στο «Αδελφός Ηλιος, αδελφή Σελήνη», και είχες τη δύναμη να εγκαταλείψεις στα γυρίσματα τον «Ιησού» του και να μη σε νοιάζει που κλοτσούσες μια τέτοια ευκαιρία…

Γ.Ο.: Το έκανα για να φτύσω στο πρόσωπο όλων εκείνων που προσποιούνταν ότι ήταν μεγάλη Τέχνη και δεν άφηναν καμία μικρο-ευκαιρία να πάει χαμένη. Εγώ φανταζόμουν τον Χριστό σαν τον Χριστό του Δαφνίου. Και τον ενόχλησε πάρα πολύ τον Φράνκο που αποχώρησα και τα έχασε που δεν ενώθηκα, όταν επέστρεψα στο Παρίσι, σε κόμμα εναντίον του. Μου είχε δώσει δύο ρόλους, εκείνον του Ιωάννη του Βαπτιστή, τον οποίο τελικά έπαιξε ο Μάικλ Γιορκ, και ενός πρωθυπουργού του Ηρώδη. Περίμενα όσο για να γνωρίσω τον Ορσον Ουέλς που θα έπαιζε τον Ηρώδη τον Μέγα, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε, κι έτσι δεν με ενδιέφερε άλλο να μείνω. Ετσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να παίξω επαγγελματικά, εξ αντικειμένου, ήθελα να παίξω τον εαυτό μου υποφέροντα. Αν για κάτι λυπάμαι είναι γιατί κάθε χρόνο που παίζεται στην τηλεόραση διαφημίζει εκείνη την εποχή και στην οποία, δυστυχώς, δεν έλαβα μέρος.

  • Δεν εκτιμάς περισσότερο το «Κατά Ματθαίον» του Παζολίνι;

Γ.Ο.: Ο Παζολίνι σού αναπαράγει αισθήσεις πραγμάτων και καταστάσεων, οι οποίες σε πείθουν ότι είναι σπουδαίος. Οχι ιστορίες με λογική, που έχουν ανάγκη το μεγάλο ηθοποιό. Δεν είχε ανάγκη τη Μανιάνι, την Κάλλας ή τη Μάγκανο. Και αν σώθηκε μόνον η Μανιάνι στο «Μάμα Ρόμα», ήταν γιατί πήρε την κατάσταση η ίδια στα χέρια της. Αλλά και πάλι, όταν μαθαίνει τον θάνατο του γιου της, ο Παζολίνι κάνοντας μακρινό πλάνο στερεί από τον κινηματογράφο ένα ντοκουμέντο. Τον σπαραγμό της Μανιάνι όταν ακούει τον χαμό του παιδιού της! Ο Ιοζούκι, ο ανώνυμος φοιτητής Οικονομικών που έπαιξε τον Χριστό στο «Κατά Ματθαίον» και με τον οποίο κάναμε παρέα στο Παρίσι, καθώς ζούσε σε αντικριστό ξενοδοχείο από το δικό μου, τα κατάφερε καλύτερα από τον επαγγελματία που έπαιξε στην ταινία τού Φράνκο.

  • Οταν ανεβάσατε με τον Τσαρούχη τους «Επτά επί Θήβαις» δεχτήκατε πολλές επικρίσεις για την παράσταση, ενώ άλλοι εξέφρασαν επιφυλάξεις στον τρόπο με τον οποίο ερμήνευσες τον Ετεοκλή.

Γ.Ο.: Δεν αμφιβάλλω, παρ’ όλα αυτά ο ειδήμων του Αισχύλου Βιντάλ Νακέ είπε ότι ήμουν ο ιδανικός ερμηνευτής του Αισχύλου. Η Σαπφώ Νοταρά, όταν της είπα «Εγραψαν ότι δεν είμαι καλός», μου απάντησε κλαίγοντας «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγικός ηθοποιός της γενιάς σου!». Ηταν μπροστά δύο μαθητές του Νακέ, μια Γαλλίδα κι ένας Ελληνας, μόνον αυτοί θα μπορούσαν να το καταθέσουν. Μπορεί να ήταν μια αποτυχημένη παράσταση. Δεν μ’ ενδιαφέρει. Δεν υπερασπίζομαι μια καριέρα που δεν έκανα. Υπήρξα ίσως μεγάλος ηθοποιός, που έλεγαν πολλοί άνθρωποι, το είπε ο γλύπτης Τάκις, και μου είπε να πάω μαζί του στη Νέα Υόρκη και να απαγγείλω Καβάφη.

  • Εχεις σήμερα άποψη για το πώς πρέπει να ανεβαίνει η τραγωδία;

Γ.Ο.: Δεν ξέρω, αλλά δεν πρέπει να παρασύρομαι από αυτά τα σαχλά έργα, αυτά τα έργα που ανεβάζει όλη η Αθήνα. Ανεβάζουν αυτά τα άσχετα έργα, τα τιποτένια έργα, τα μεταφυσικά και δήθεν βαθιά, που δεν θέλουν μεγάλους ηθοποιούς για να ερμηνευτούν.

  • Γιατί μπερδεύεις την τραγωδία με αυτά τα σύγχρονα έργα;

Γ.Ο.: Μα, ανεβάζουν τραγωδία με τον ίδιο τρόπο που ανεβάζουν αυτά τα έργα, βάζοντας την ίδια ιδεολογία στις τραγωδίες. Ο Βογιατζής ανέβασε δύο φορές την Αντιγόνη για να βρει τη λύση της. Μα δεν μπορεί να κατανοήσει ότι η «Αντιγόνη» δεν είναι σπουδαίο έργο; Δεν το βλέπει; Δεν μπορεί να είσαι και με τον Ευριπίδη και με τον Σοφοκλή. Επιλέξτε με ποιους είστε! Δεν μπορεί να είστε με όλους! Θυμάμαι που αναγκάστηκε η Λαμπέτη να καταντήσει να παίξει τη «Σάρα», ένα τόσο σαχλό έργο, λόγω του ότι έχασε τη φωνή της. Μια τόσο μεγάλη ηθοποιός να χάσει ένα από τα κυριότερα όργανά της. Και είχε ένα ενδιαφέρον να δούμε τη Λαμπέτη να μας αποχαιρετά από τη σκηνή. Αλλά ήταν η μόνη που μπορούσε ένα πάρει ένα κωμικό πρόσωπο, γιατί ο κωφάλαλος δεν είναι δραματικό πρόσωπο, αλλά αστείο μέχρι γελοίο, λυπάμαι που το λέω αυτό, και να το αναγάγει σε τραγικό γιατί την αφορούσε. Και μόνον που έχεις τη Λαμπέτη άλαλη, εκεί είναι η τραγωδία. Και η Λαμπέτη έπαιξε τη ζωή της. Ο δε συμπρωταγωνιστής της και αρχαίος φίλος μου Λευτέρης Βογιατζής, με πρόσχημα ότι θα καλυτέρευε τάχα το φινάλε, πήγε να της το υποκλέψει, αλλά η Λαμπέτη, χρόνια στην πιάτσα ήδη, με μια ακαταμάχητη κίνηση τους έκανε πέρα. Εξού και η φράση του Βογιατζή προς εμένα «Τι τους μιλάς, βλάκες είναι, δεν καταλαβαίνουν τίποτα»…

  • Πάντως είναι γνωστό ότι η Λαμπέτη έπαιζε έργα της εμπορικής παραγωγής της εποχής της, επιτυγχάνοντας βέβαια σπουδαίες ερμηνείες…

Γ.Ο.: Αυτό είναι μια αλήθεια, κατάφερνε αυτά τα τιποτένια γραμμένα πρόσωπα να τα ανάγει σε τραγικά. Τόσο μεγάλη ηθοποιός ήταν! Και ο άλλος να παίζει μεγάλο έργο και να το καταρρακώνει κάτω από τη λάσπη.

  • Ξέρω ότι σε έχει απασχολήσει στη ζωή σου η μελέτη της ελληνικής γλώσσας…

Γ.Ο.: Το μόνο ελληνικό πράγμα που διαθέτω -και στο μόνο που εμμένω- είναι ότι τάχτηκα από τη μεγάλη δύναμη, τον Θεό, να ανήκω στην ομοσπονδία αυτή των ανθρώπων που μίλησαν και έγραψαν τη μεγαλύτερη γλώσσα που κατασκεύασε ο άνθρωπος, την ελληνική. Αυτή είναι η Χάρις που μου δόθηκε σ’ αυτή τη ζωή. Τι άλλο, δεν ξέρω αν είμαι. Εγώ υπήρξα οικουμενικός, δηλαδή Ρωμαίος. Και τι γίνεται σήμερα; Τι κάνει ο πάπας με το «Ρωμαϊκός»; Το χαρίζει στη Ρουμανία, τη λατινίζουσα χώρα της περιοχής, υποκλέπτοντας την αληθινή Ρώμη, που σημαίνει ζωντανή, οικουμενική. Κάνει ισοδύναμη τη λατινικότητα με το «ρωμαϊκός». Και τι άλλο κάνει για να το ξεφτιλίσει; Δίνει το «ρουμ», που λένε οι Τούρκοι τους Χριστιανούς, στους Τσιγγάνους.

  • Τι εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό από την οικουμενικότητα της ελληνικής γλώσσας;

Γ.Ο.: Ξέρεις τι είναι ζωντανό μέχρι σήμερα; Ο,τι έγινε στον ελληνικό κόσμο από την άποψη της γλώσσας, από τον Αλέξανδρο και μετά. Εμένα μόνον αυτό μ’ ενδιαφέρει ως ελληνισμός. Ποτέ το αρχαίο, το οποίο δεν μ’ ενδιαφέρει, το πριν, αλλά μόνον ό,τι επέζησε ως στοιχείο πολιτισμού και όχι ως στοιχείο ιστορικό. Ο Αλέξανδρος είναι που μας έβγαλε στην οικουμένη. Θα ‘μασταν χωριό και ήρθε ο Αλέξανδρος και διέδωσε την ελληνική γλώσσα στα πέρατα του κόσμου.

  • Συχνά σ’ ακούω να ξεχωρίζεις τις έννοιες ελληνικός και ελλαδικός…

Γ.Ο.: Δεν το παίρνω ως ράτσα, εκλεκτή ή κατώτερη. Το παίρνω από τη γλώσσα. Το ελληνικός, το είμαι Ελλην, παράγεται από την ελληνική γλώσσα. «Ελλαδικός» είναι ο κάτοικος της Ελλάδας, που έχει διαβατήριο και λέει ότι είναι Ελληνας. Δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο, το έχω κι εγώ αυτό το διαβατήριο.

  • Το οποίο είναι πια ευρωπαϊκό. Τι γνώμη έχεις για την Ευρώπη;

Γ.Ο.: Η Ευρώπη έχει πεθάνει και επιζεί πέραν του θανάτου της. Εχει κρατήσει το μαγαζί από κεκτημένη ταχύτητα και εξάγει πράγματα ανάξια λόγου. Γιατί οι Αραβες δεν αφέθηκαν να σηκωθούν επάνω, ώστε να φέρουν μια ισορροπία στην εποχή μας και στον κόσμο μας, που δεν θα είναι ποτέ ευρωπαϊκός. Θα ‘ναι τριπλά μεσογειακός: ασιατικός, ευρωπαϊκός και βορειο-αφρικανικός. Θα είναι το όλο που θα γίνει ένα. Φαίνεται καθαρά ότι έχουν σκοπό να βάλουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση την Τουρκία, το Ισραήλ και το Μαρόκο. Κι αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από τη Λιθουανία. Τι σχέση έχει η Λιθουανία με την Ευρώπη;

  • Εννοείς ότι κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η Μεσόγειος…

Γ.Ο.: Βέβαια! Κι αν γίνει αυτή η ένωση, η Ευρώπη εναντίον ποιου θα έχει να εναντιωθεί;

  • Εχεις πάντα μια δικιά σου θεώρηση των πραγμάτων, συχνά απροσδόκητη. Είναι η ζωή ή η μελέτη που σε οδήγησε σ’ αυτή την ερμηνεία της πραγματικότητας;

Γ.Ο.: Αυτό που διαθέτω, μοιάζει, αλλά δεν είναι, χυδαιότητα. Είναι η στάση μου να κάνω κάτι, να σπάσω κάτι. Δεν θέλω να φοβάμαι τους ανθρώπους, αλλά, από την άλλη, δεν θέλησα να περιμένω στη σειρά για να με διορίσει ο θίασος. Το απεχθανόμουν και το μετέφερα στη ζωή μου. Κάνοντας μια αποτυχία πλήρη! Αυτή η αποτυχία είναι που μ’ έκανε τον Γιώργο Ορφανό που είμαι σήμερα.

  • Γιατί αποκαλείς αποτυχία τη ζωή σου;

Γ.Ο.: Γιατί ήταν! Το μόνο που λυπάμαι είναι τον ηθοποιό που υπήρξα.

  • Ξέρουμε, όσοι έχουμε διαβάσει κείμενά σου, πόσο εξαιρετικό προσωπικό στυλ διαθέτεις και βέβαια πόσο πρωτοποριακή υπήρξε η μετάφραση σου του «Εδουάρδου» του Μάρλοου.

Γ.Ο.: Ηταν πρωτοποριακή γιατί έβαλα τα πρόσωπα να μιλάνε τη μεγαλύτερη γλώσσα που μιλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα, την απλή καθαρεύουσα, τη γλώσσα της Φρειδερίκης. Ενάλλασσα την παλατιανή γλώσσα της απλής καθαρεύουσας, μια ανατριχιαστικής ακρίβειας γλώσσα, με τα «πουστριλίκια» του δρόμου, αποφεύγοντας τη «νεκρή» δημοτική. Αυτή ήταν η μετάφραση.

  • Γιατί αυτή η μετάφραση δεν έγινε αφετηρία μιας ελληνικής καριέρας στο θέατρο;

Γ.Ο.: Γιατί με κατέστρεψε ο εγωισμός μου. Εκανα σχολή, από μικρό παιδί, τις ιδέες δόξας και μεγαλείου και ξαφνικά δέθηκα από τα ίδια τα λεγόμενά μου. Δεν μπορούσα να πάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Οδηγήθηκα στον δρόμο που πήρα άνευ συνείδησης. Θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί σωματικά ή να είχα χάσει τα μυαλά μου. Τελικά, μη χάνοντάς τα, έγινα ένα «επικίνδυνο» άτομο. Δεν μπορώ ένα θέατρο ερήμην της αλήθειας. Δεν θα ανέβαζα ποτέ τα έργα αυτά που ανεβάζουν τώρα. Κι έτσι προτίμησα να αφεθώ. Ηταν η μόνη διέξοδος. Εκεί βέβαια που οι άλλοι νομίζουν ότι απέτυχα, εκεί ακριβώς είναι που αποκτώ ενδιαφέρον. Μπορεί να είμαι και χρήσιμος σε κάποια νέα παιδιά, αλλά όχι σ’ αυτούς που ακολουθούν την πεπατημένη του αθηναϊκού θεάτρου. Εκεί που όλοι κάνουν το ίδιο, δήθεν βαθύ και μοντέρνο, άσχετο εντέλει έργο. Είδα φέτος την τόσο μεγάλη ηθοποιό της εποχής της, τη Μαρία Καβογιάννη, σ’ ένα κακό έργο, βλάσφημο και αντιχριστιανικό, ούτε καν εναντίον της Εκκλησίας δεν ήταν. Αυτήν τη μεγάλη ηθοποιό ας τη βοηθήσει ο Θεός να σωθεί η ίδια…

  • Ποιους άλλους ηθοποιούς βρίσκεις σημαντικούς στην εποχή μας;

Γ.Ο.: Η Ελλάδα πάντα είχε πολύ καλούς ηθοποιούς, γιατί είναι εκφραστικός ο λαός που ζει σ’ αυτή τη χώρα. Ισως να βοηθάει και η γλώσσα που μιλάμε. Φύγαμε από την αρχαϊκή, την καθαρεύουσα, που ήταν «παλαιονεκρή», και πήγαμε στη δημοτική «νεονεκρή». Δύο γλώσσες πτώματα. Η μόνη ζωντανή γλώσσα μέχρι σήμερα παραμένει η γλώσσα των Ευαγγελίων, η κοινή ομιλούμενη στην οικουμένη.

  • Την οποία ο μόνος που εξέφρασε στον 20ό αιώνα ήταν ο Καβάφης.

Γ.Ο.: Μοναδικός στην οικουμένη. Δεν μπορούσε κανείς να γίνει Καβάφης αν δεν μιλούσε ελληνικά. Και ο Παπαδιαμάντης. Δύο κολοσσοί. Οπως και η γλώσσα των ρεμπέτικων και η μουσική τους. Που δεν είναι λαϊκή μουσική, όπως κακώς λένε, αλλά ιμπεριαλιστική μουσική. Είναι η μουσική μιας οικουμένης, μιας ρωμαϊκότητας που ξέπεσε. Το αποτέλεσμα του ξεπεσμού έφτασε στις μέρες μας ως ρεμπέτικο. Γι’ αυτό σε ανατριχιάζει, γι’ αυτό είναι κάτι το μοναδικό. Γιατί είναι μεγαλεπήβολη μουσική, δεν είναι λαϊκιά. Τοποθετούν οτιδήποτε δεν προέρχεται από τον ακαδημαϊσμό στο λαϊκό. Δεν δέχομαι κατηγορίες. Ο καθένας μπορεί να ανήκει στη μεγάλη κατηγορία. Γιατί κάθε πρωί ο ήλιος φέγγει επί δικαίους και αδίκους, ωραίους και άσχημους, πλούσιους και φτωχούς. Ολοι θέλουν να αρέσουν σ’ αυτή τη ζωή. Οχι μόνον εμείς, ο καθένας, και όχι μόνον οι καπάτσοι. Αλλά και οι ταπεινωμένοι και οι παραπεταμένοι. Και τι ήθελα, σε τελευταία ανάλυση, να κάνω κι εγώ στη ζωή μου; Να αρέσω.

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s