O Tαχτσής είναι η Eκάβη

Posted: Οκτώβριος 13, 2009 in Φασουλής Σταμάτης, Uncategorized

Από τη μια η νέα του θεατρική αποκοτιά, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που ανεβαίνει σε λίγες μέρες στο Εθνικό, από την άλλη «Το κλουβί με τις τρελές» και το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», που τρέχουν με χίλια από πέρυσι. Φέτος η χρονιά φαίνεται πως θα είναι (πάλι) δικιά του. Μα τι έχει ο Σταμάτης Φασουλής και δεν εννοεί να ησυχάσει; «Είμαι καλλιτεχνικά αχόρταγος», μας ομολογεί.

  • Η Ρούλα Γεωργακοπούλου συναντά τον Σταμάτη Φασουλή λίγο πριν από τις εκλογές και λίγο πριν να εμφανιστούν επί σκηνής η Νίνα, η Εκάβη και όλος ο εξαίσιος θίασος της νέας ελληνικής τραγωδίας.

Εγκαταλείποντας το μάταιο τούτο κόσμο, ο Κώστας Ταχτσής τουλάχιστον έφευγε με τη σιγουριά ότι για πολλά χρόνια θα τρέχαμε πίσω από την Εκάβη και τη Νίνα του, αλλά αυτές όλο και θα μας ξέφευγαν. Με τις δύο πιο ακατάτακτες περσόνες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και το αλλόκοτο σύμπαν τους θέλησε να αναμετρηθεί φέτος ο Σταμάτης Φασουλής. Η Νίνα, μαστόρισσα της επιβίωσης, επέπρωτο να ζήσει και έζησε κάνοντας σλάλομ στα ιστορικά συναπαντήματα, που αρχίζουν από τον απόηχο των Βαλκανικών και φτάνουν ίσαμε τη δεκαετία του 1950. Η Εκάβη, πεθερά υπ’ αριθμόν 3 της Νίνας και «μητέρα όλων των μαχών», στροβιλίστηκε κι αυτή στην ίδια ιστορική δίνη, αλλά με διαφορετικά πατήματα. Αυθαιρέτησε, αδίκησε, έσφαλε και αγάπησε, έχοντας ακλόνητο άλλοθι τη διαστροφική αθωότητά της.

  • Μοιάζει σαν τάμα, σαν συλλογική εμμονή η μεταφορά του βιβλίου στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο θέατρο. Δεν ξέρω αν έχει περάσει και από τη ζωγραφική, αλλά γιατί είναι «θέατρο» το «Τρίτο στεφάνι», κύριε Φασουλή;

Το πρώτο που κατάλαβα, όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο, είναι ότι η γλώσσα που έχει αποτυπωθεί εκεί είναι η γλώσσα που θέλω να μιλάει ένας θεατρικός ήρωας. Αμέσως λοιπόν πήγα και έγραψα ένα νούμερο, ίσως το μόνο νούμερο που έγραψα ποτέ μόνος μου,«Η ζωή μου στην Αθήνα», όπου η Νένα Μεντή έβγαινε στο τέλος με ένα χρυσοποίκιλτο μαγιό. Φαινόταν η επιρροή από χίλια μέτρα μακριά. Δεν ήταν νούμερο αυτό το πράγμα. Ήταν, όπως μου είπε ο Ταχτσής, «πολύ ταχτσικό και ταξικό». Τότε όλοι ήθελαν κάτι να κάνουν με το «Τρίτο στεφάνι». O Κακογιάννης, ο Αγγελόπουλος, ο Δαλιανίδης. Ε, εγώ ήθελα πάρα πολύ αυτός ο κόσμος να γίνει και σκηνικός.

  • Θα το κάνατε ζώντος του Κώστα Ταχτσή;

Όχι… Ίσως όχι.

  • Γιατί; Επειδή ήταν δύσκολος άνθρωπος;

Γιατί, αν ζούσε ο Ταχτσής, θα έκανε ο ίδιος τη διασκευή και θα ζήλευα πάρα πολύ.

  • Αυτό το διάστημα υπήρξαν στιγμές που έγινε «συνομιλητής» σας;

Πολλές φορές.

  • Λογοδοτούσατε;

Όχι. Mάλλον το αντίθετο. Μάλλον του έκανα δώρα: «Να, είδες; Αυτό που νόμιζες ότι δεν μπορεί να γίνει στο θέατρο να που γίνεται». Ή μπορεί να τα ’κανα αυτά και για να τον εξευμενίσω. Ποιος ξέρει; Δεν ήταν κι από τους εύκολους ανθρώπους ο Ταχτσής.

  • Σφραγίσατε τη θητεία Κούρκουλου στο Εθνικό με την επιτυχία που είχε στο μεγάλο κοινό το «Βίρα τις άγκυρες». Λέτε το «Τρίτο στεφάνι» να φέρει την ίδια τύχη στον Γιάννη Χουβαρδά;

Θα με καταπίεζε πάρα πολύ αν το σκεφτόμουνα. Δεν το σκέφτομαι γιατί με πανικοβάλλει. Αυτό που με απασχολεί τώρα είναι αν μπορώ να κάνω θέατρο αυτό το πράγμα. Από εκεί και πέρα, αν έχει και μια τέτοια τύχη, ακόμη καλύτερα.

  • Πώς δουλέψατε για τη θεατρική απόδοση με τον Θανάση Νιάρχο; Μοιάζει σαν άθλος αυτή η υπόθεση.

Και μένα έτσι μου φαίνεται. Κάναμε κάποια άλματα. Δεν ξέρω αν το πετύχαμε, γιατί το βαρόμετρο είναι το κοινό. Η μεγάλη δυσκολία είναι πώς μπορεί να δημιουργηθεί θεατρικός σπινθήρας και δράση από τις αφηγήσεις, της Νίνας και της Εκάβης. Πρέπει να ανακαλύψεις τι ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μέσα από τα λεγόμενα των δυο γυναικών. Το θέμα είναι πώς θα ζωντανέψουν οι χαρακτήρες. Αυτό που έλεγε ο Μινωτής: «Πώς η σελίδα θα σηκωθεί όρθια».

  • Το «Μακεδονικό», η δεκαετία του 1930, η δικτατορία Μεταξά, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και τα μεθεόρτια δεν ανακαλούνται εύκολα στο μυαλό των σύγχρονων θεατών. Κάπου ο Ταχτσής αναφέρεται σε έναν ήρωά του, που είναι κομουνιστής και ομοφυλόφιλος, σαν να πρόκειται για την απόλυτη γκαντεμιά. Πώς θα το ακούσει αυτό ένας θεατής σήμερα;

Θα εισπραχθεί αλλιώς, σαν ίδιον της τότε εποχής. Στο «Φιντανάκι», για παράδειγμα, όλος ο αγώνας γίνεται γιατί δεν βρίσκει η ηρωίδα 20 δραχμές να κάνει έκτρωση και όμως το σύγχρονο κοινό συγκινείται και συμπάσχει. Πάρτε τους «Βρικόλακες» του Ίψεν και το πρόβλημα της ηρωίδας με τη σύφιλη. Όταν γράφτηκε, δεν είχε βρεθεί η πενικιλίνη. Δηλαδή τώρα που έχει εφευρεθεί, λέμε, δεν υπάρχει δράμα στους «Βρικόλακες»;

  • Στο ρόλο μιας λαϊκής λέαινας, όπως η Εκάβη, έχουν δοκιμαστεί ηθοποιοί με αδρούς εκφραστικούς κώδικες, όπως η Σμάρω Στεφανίδου στο ραδιόφωνο και η Λήδα Πρωτοψάλτη στην τηλεόραση. Κάποτε είχε παίξει και το όνομα της Γεωργίας Βασιλειάδου. Τι να περιμένουμε από τη Νένα Μεντή;

Ήταν παλιά μου επιθυμία να κάνω το έργο, αλλά δεν το έκανα γιατί δεν έβρισκα την Εκάβη. Βλέποντας τη Μεντή να παίζει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στο θέατρο, είπα μέσα μου «α, αυτός είναι ο τρόπος που θέλω εγώ να παιχτεί η Εκάβη». Η Εκάβη δεν είναι ένα, είναι πολλά πράγματα. Άλλοτε κάνει την κυρία, άλλοτε την πολύ λαϊκιά, άλλες φορές μιλάει καθαρεύουσα, άλλες δεν ξέρει να διαβάσει. Είναι πρωτεϊκή μορφή με χιλιάδες εκφάνσεις, πολλά ψέματα και πάρα πολλά ψεύτικα αισθήματα. Ενώ η Νίνα κουλαντρίζει όλες τις καταστάσεις για να επιπλεύσει, η Εκάβη έρχονται στιγμές που απορεί και η ίδια με τον εαυτό της. Μένει έκθαμβη με το παράλογο των αντιδράσεών της: «Γιατί το ’κανα εγώ αυτό, Νίνα μου; Πες μου εσύ γιατί το ’κανα. Πού μου ’ρθε και φέρθηκα έτσι;»

  • Έχετε μεγάλη προϊστορία με τη Νένα Μεντή. Από την εποχή του Ελεύθερου Θεάτρου.

Με τη Νένα η σχέση μου είναι πολύ περίεργη. Αρχίζει με τα σχολικά βιβλία και ελπίζω να μην τελειώσει. Περάσαμε από σαράντα κύματα. Υπήρχαν εποχές που δεν μιλάγαμε. Δεν έχουμε μια σχέση εύκολη, αλλά τη λατρεύω. Εγώ ό,τι λατρεύω το έχω πληρώσει πολύ άσχημα.

  • Στην τέχνη δεν νομίζω.

Δεν ξέρετε τι λατρεύω στην τέχνη. Σχεδόν δεν ξέρω κι εγώ. Μεγαλώνοντας, καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις κάνει τα πράγματα που βαθύτερα ήθελες, αλλά συγχρόνως ανακαλύπτεις με φρίκη ότι είσαι αυτά που έκανες γιατί βαθύτερα αυτά ήταν που ήθελες.

  • Η Πέγκυ Σταθακοπούλου ως Νίνα έχει δημιουργήσει μεγάλες αναμονές. Μια παλιά ενζενί εκεί που διέπρεψε η Μεντή και η Ρένα Βλαχοπούλου.

Δεν ήταν πολύ καλή η Ρένα εκεί. Απλώς διάβαζε το ρόλο.

  • Είχε πάντως μια λαϊκότητα.

Η Νίνα δεν είναι ένα λαϊκό κορίτσι. Είναι μεγαλωμένη στην οδό Σίνα. Είναι αυτό που επαναλαμβάνει συνέχεια: «Όταν πουλήσαμε τη Σίνα». Η «Σίνα» για τη Νίνα δεν είναι μόνο σπίτι, είναι ορόσημο. Είναι το όριο του Κολωνακίου με τα Εξάρχεια. Από αυτό το σημείο της πόλης στον Εμφύλιο η Νίνα πρέπει να περάσει από τα μπλόκα των Αριστερών προς τους Δεξιούς και τούμπαλιν. Αυτό είναι το «εν μέρει εθνικιά και εν μέρει χριστιανίζουσα». Oύτε Κολωνάκι ούτε Εξάρχεια. Την Πέγκυ, που την ξέρω από μικρό κορίτσι, δεν θα τη σκεφτόμουνα για Νίνα, αν δεν την έβλεπα στο «Μπέλα Βενέτσια», όπου έπαιζε την κυρία και την καθωσπρέπει μητέρα. Αν δεν την είχα δει εκεί, κι εγώ έτσι θα την αντιμετώπιζα, σαν ενζενί.

  • O Δημήτρης του βιβλίου πλήρωσε ακριβά την Εκάβη, αυτή την τόσο διεισδυτική μητέρα. Παρόλο που τον λάτρευε, του έκανε τη ζωή μαντάρα.

Ξέρουμε πάρα πολλές μητέρες που λατρεύουν τα παιδιά τους και τους έχουν κάνει τη ζωή μαντάρα. Δεν αλλάζει αυτό στην Ελλάδα. Είναι ελληνικό φαινόμενο. Αλλά κι ο Δημήτρης είναι κι ελόγου του ένα φιντανάκι… Από μικρό παιδί δεν άφησε ευκαιρία να πάει χαμένη και μάλιστα χωρίς τη συνδρομή της μάνας του.

  • Όταν όμως βρίσκει μια γυναίκα να αγαπήσει και να ησυχάσει, η Εκάβη πάει και του πριονίζει το τελευταίο του αποκούμπι.

Βέβαια. Μα αυτή δεν τη νοιάζει ο γιος της να πηδάει όλο τον κόσμο, αρκεί να μην αγαπάει. Μέσα σ’ όλα, η Εκάβη απαιτεί από τα παιδιά της να της μιλάνε στον πληθυντικό. Στη σκηνή του καβγά, ο Δημήτρης της λέει «κουφάλα, τι θέλεις, μωρή; Δεν σε γαμώ» και αμέσως μετά «τι κάνετε, μαμάκα;»…

  • Ίσως ήταν η μόδα της εποχής να μιλάς στον πληθυντικό στους γονείς.

Εγώ έκοψα τον πληθυντικό στη μάνα μου όταν έγινα δέκα χρόνων, αλλά νομίζω ότι δεν μίλησα ποτέ στον ενικό στον πατέρα μου. Τότε όλη η Ελλάδα μίλαγε μεταφρασμένα γαλλικά.

  • Τώρα που είπατε «γαλλικά», ξαναδιάβασα πρόσφατα το «Τρίτο στεφάνι» και μου φάνηκε ότι ο λογοτεχνικός γρίφος της Εκάβης είναι εξίσου προκλητικός μ’ αυτόν της Μαντάμ Μποβαρί. Μήπως δεν πιέσαμε αρκετά τον Ταχτσή για να αποκαλύψει ποιος τελικά είναι η Εκάβη;

Η Μαντάμ Μποβαρί έχει πιο πολλά «πατήματα». Θέλει ν’ ανεβεί κοινωνικά. Όσο για την Εκάβη, νομίζω ότι και ο ίδιος ο Ταχτσής έχει πει: «Η Εκάβη είμαι εγώ». Στην παράστασή μας πάντως σχεδόν το ομολογεί.

  • Παρατηρώ ότι στις τελευταίες δουλειές σας δεν αποφεύγετε τους «τηλεοπτικούς» ηθοποιούς. Κάθε άλλο, μάλιστα.

Μ’ αρέσει πάρα πολύ. Θέλω στους θιάσους που σκηνοθετώ να υπάρχουν όλα τα είδη των ηθοποιών. Ερασιτέχνες, επαγγελματίες, παιδιά από ομάδες, από την τηλεόραση, συνταξιούχοι, νέοι, γέροι, μεσόκοποι. Αυτό το ανακάτεμα δίνει ζωή. Το μπαστάρδεμα είναι προχώρημα, αλλιώς θα γίνουμε σκυλιά ράτσας θνησιγενή. Δεν μπορώ να κάνω παρέα μόνο με ανθρώπους της ηλικίας μου, γιατί αισθάνομαι γέρος, ούτε μόνο με νέους, γιατί με εξορίζουν. Δεν μπορώ να κάνω θέατρο μόνο με τηλεοπτικούς, γιατί πλήττω, αλλά ούτε μόνο με θεατρικούς, γιατί και τότε πλήττω. Θέλω να δουλεύω με όλους και με όλα. Είμαι αχόρταγος. Θέλω να κολυμπάω παντού. Όχι, δεν έχω δυσκολίες με τους ηθοποιούς. Με τα κείμενα έχω δυσκολίες. Δεν μου παραδίδονται.

  • Η αναγνωρισιμότητα πάντως βοηθάει.

Α, όχι. Έχω κάνει παραστάσεις με αναγνωρίσιμους που δεν πήγαν με τίποτε. Άλλωστε, σήμερα δεν υπάρχουν σταρ. Το σταριλίκι δεν μετράει όπως παλιά. Oι άνθρωποι έρχονται στο θέατρο για να περάσουν καλά, το οποίο σαν αίτημα δεν είναι κακό. Το κοινό είναι καλοπροαίρετο και ταυτόχρονα αμείλικτο. Σε διαγράφει αμέσως αν δεν του δώσεις τα τέσσερα-πέντε δευτερόλεπτα που θα ξεχάσει τον εαυτό του και θα γίνει κάποιος «άλλος», καλύτερος.

Δεν είναι εύκολα τα πράγματα και δεν είναι δεδομένα. Κρίνεσαι ανά δευτερόλεπτο και ποτέ δεν μπορείς να προεξοφλήσεις αν οι θεατές θα φύγουν ευχαριστημένοι ή θα σου γυρίσουν την πλάτη.

  • Μετά το ρίσκο που πήραν οι πιτσιρικάδες του Ελεύθερου Θεάτρου, η επιθεώρηση γύρισε στους «νόμιμους» κατόχους της, συγγραφείς δηλαδή και ηθοποιούς μιας συγκεκριμένης πιάτσας που κάνουν παιχνίδι με το κοινό γούστο και το μπανάλ. Το αισθάνεστε ως αποτυχία αυτό;

Όχι, αλλά ούτε και σαν επιτυχία. Αυτό το είδος κάθε τόσο πεθαίνει και ανανεώνεται. Από το 1893, που πρωτοεμφανίστηκε η επιθεώρηση, μέχρι το 1919-1920 έζησε μεγάλες δόξες. Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, εξαφανίστηκε και ξαναεμφανίστηκε το 1928. Το 1940 έγινε το μεγάλο «μπαμ» και με τον Εμφύλιο σιώπησε. Το 1949 -1950, με το τέλος του Εμφυλίου, την ξαναφέρνει η Βέμπο και γίνεται χαμός. Για πρώτη φορά βάζει κοστούμια, βάζει σκηνικά, βάζει μπαλέτα, φώτα. Από το 1962 αρχίζει και ξαναμαραζώνει. Βγαίνουμε εμείς το 1973 και γίνεται μια έκρηξη που διαρκεί μέχρι το 1980 και μετά ξανά ύφεση. Θα ξανάρθει. Η επιθεώρηση έχει επιζήσει πολλών πολέμων. Φέτος πάντως γίνονται δυο-τρεις επιθεωρήσεις έξω από τους όρους της πιάτσας. Εγώ έκανα πρόσφατα το «Τρέντι», αλλά τώρα πια δεν με παίρνει άλλο η ηλικία. Πάει, τελείωσε. Αυτό το είδος θέλει και μια νεανικότητα.

  • Μέσα σ’ όλα βρήκατε καθόλου χρόνο να ασχοληθείτε με τις εκλογές;

Ναι, βέβαια. Τις θεωρώ μάλιστα πολύ κρίσιμες. Θα ’θελα να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Oυσιαστικά μιλάμε για ακυβερνησία γεμάτη σκάνδαλα που, από την ώρα που έφυγε ο Ρουσόπουλος, δεν υπάρχει κανείς να τα καλύψει ευθαρσώς. Oι άλλοι δεν είχαν αυτή τη βιρτουοζιτέ. Αυτός ήταν ο διάολος μεταμορφωμένος. Μπορούσε να σου παρουσιάσει το τίποτα σαν διαμάντι. Μεγάλη ικανότης. Βέβαια, ήταν και αρκετά έξυπνος ώστε να την πατήσει. Αυτή η κυβέρνηση ήταν το μεγαλύτερο χαστούκι από τη μεταπολίτευση και μετά. Πού έχει ξανακουστεί να πας την ίδια σου τη χώρα «υπό επιτήρηση»; Θέλω να βγει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση να τελειώνουμε. Να τελειώνουμε και με τη γλώσσα του σώματος του Καραμανλή. Δεν μπορώ να το βλέπω άλλο αυτό το πράγμα.

  • Δεν σας ρωτάω αν θα μπαίνατε στην πολιτική, γιατί μας το έχετε ξεκόψει. Την καλλιτεχνική διεύθυνση, όμως, ενός κρατικού θεάτρου θα την αναλαμβάνατε;

Δύσκολο, δύσκολο πολύ. Πρώτα απ’ όλα καλλιτεχνική διεύθυνση από μόνη της δεν υπάρχει. Πρέπει να κάνεις και την οικονομική. Δηλαδή να πάω εγώ να μιλάω και να υπογράφω για οικονομικά; Αυτά που κοροϊδεύω; Δεν είμαστε καλά. Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Τους θαυμάζω αυτούς που το κάνουν, εγώ όμως δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω. Αν μου πρότειναν μια θέση καλλιτεχνικού συμβούλου, μπορεί και να το σκεφτόμουν. Εγώ είμαι αχόρταγος καλλιτεχνικά. Θέλω και να παίζω, και να σκηνοθετώ, και να οργανώνω. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, θέλω και να επηρεάζω. Αδύνατον. Θα αποτύχω. Γιατί να αποτύχω; Είναι ώρα;

  • Από τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, Φωτογραφίες: Σπύρος Στάβερης

  • Ταχυδρόμος: Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s