Μίνα Αδαμάκη: «Ωραία η κωμωδία, αλλά θέλω πια έργα με βάθος»

Posted: Σεπτεμβρίου 5, 2009 in Αδαμάκη Μίνα

  • Την αγαπήσαμε μέσα από την κωμωδία. Εκείνη, βέβαια, το δράμα τη γοήτευε. Και απορούσε όταν της έδιναν συνεχώς, από τα χρόνια της σχολής κιόλας, κωμικούς ρόλους. Οταν πρόκειται, όμως, για τη Μίνα Αδαμάκη, καταλαβαίνεις πόσο δίκιο είχαν οι καθηγητές του Θεάτρου Τέχνης.

Ανήσυχος άνθρωπος, δεν επαναπαύτηκε ποτέ στην ευκολία της μανιέρας. Η σαραντάχρονη πορεία της το αποδεικνύει. Εγκαταλείπει το Θέατρο Τέχνης. Φεύγει για σπουδές στην Αγγλία. Επιστρέφει και ιδρύει μαζί με τον Νίκο Αρμάο και τον Γιάννη Χουβαρδά τη «Θεατρική Συντεχνία», περνά στο «Ελεύθερο Θέατρο/Ελεύθερη Σκηνή», καθιερώνεται ως σπουδαία κωμική πρωταγωνίστρια μέσα από τους ρόλους της στο θέατρο, στην τηλεόραση («Τρεις χάριτες») και στο σινεμά («Safe Sex», «Το κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο»).

Μέσα σε όλα αυτά δεν ξεχνά τα έργα ρεπερτορίου (Αλμπι, Μαριβό, Τενεσί Ουίλιαμς). Ενώ πρόσφατα δοκιμάστηκε και στη σκηνοθεσία και, μάλιστα, με Πίντερ («Προδοσία»).

Η περιέργεια και ο ενθουσιασμός την οδηγούν συνεχώς σε νέες προκλήσεις. Η φετινή είναι ο ρόλος της Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες ενός νέου σκηνοθέτη, του Εκτορα Λυγίζου. (Από 1η Οκτωβρίου στο θέατρο Χώρα)

  • Αυτός ο εμβληματικός ρόλος ήταν ένας από τους στόχους που είχατε βάλει στην καριέρα σας;

«Ναι. Μόνο που η λέξη στόχος δεν μου πάει. Ποτέ δεν είχα τόσο συγκεκριμένους στόχους. Αλλά ήταν μέσα στο μυαλό μου πάντα. Με γυρόφερνε και με στοίχειωνε. Αλλά δεν τον πλησίαζα γιατί ταυτόχρονα με φόβιζε».

  • Τώρα πια δεν σας φοβίζει;

«Δεν έχω τέτοιο περιθώριο. Από τη στιγμή που άρχισα να καταπιάνομαι με τη Γουίνι προσπαθούσα να είμαι όσο πιο ελεύθερη και ανοιχτή γίνεται. Παιδευτήκαμε πολύ καιρό με το έργο, τόσο διαβάζοντας ερμηνευτικά κείμενα όσο και μέσα στην πρόβα, όπου και άρχισε να ξεκαθαρίζει. Αισθάνομαι πως πατάω σε πιο στέρεο έδαφος πια. Στην αρχή ήταν πολύ ολισθηρό».

  • Εχετε κάποια ερμηνεία της στο μυαλό σας που σας άρεσε;

«Παρ’ όλο που το έργο αυτό έχει ανέβει πολλές φορές στην Ελλάδα, δεν έτυχε να το παρακολουθήσω. Το είδα όμως με τη Φιόνα Σο στην Επίδαυρο. Είχα αμφιβολία για το πώς θα είναι σε ανοιχτό χώρο. Τελικά λειτούργησε πολύ ωραία. Σε καθήλωνε».

  • Η δική σας παράσταση, πάντως, είναι εντελώς κλειστοφοβική. Σε ένα δωμάτιο που παρακολουθείται από κάμερες, κάτι σαν ριάλιτι σόου. Εχετε επιχειρήσει κάποιου είδους εκσυγχρονισμό;

«Η αναφορά στα ριάλιτι είναι πολύ έμμεση και βγαίνει από τα συμφραζόμενα. Δεν είναι αυτός ο στόχος. Το κείμενο πραμένει το ίδιο. Η συνθήκη που δίνει ο συγγραφέας «παγιδευμένη σε έναν λόφο μέχρι τη μέση» είναι κάπως αυθαίρετη. Οποιαδήποτε εξωτερική συνθήκη παγίδευσης μπορεί να λειτουργήσει. Το θέμα είναι πώς αισθάνεται η Γουίνι. Η παγίδευση είναι εσωτερική, από δικές της αδυναμίες, αστοχίες, ενοχές, από την έλλειψη επικοινωνίας. Δεν μπορεί να χειριστεί τον εαυτό της, τις επιθυμίες της και έχει αυτό τον μεγάλο φόβο του κενού, του προσωπικού, του υπαρξιακού που την οδηγεί σε «ακατάσχετη δραστηριότητα», προσπαθώντας να τον καλύψει».

  • Η ηρωίδα παρ’ όλο που ζει σε μια κόλαση επιμένει να την ονομάζει παράδεισο και τις μέρες της ευτυχισμένες. Αυτή η επίφαση ευδαιμονίας είναι τόσο διαδεδομένη στις μέρες μας;

«Ναι. Αποφεύγουμε το πένθος. Συμβαίνουν πολλά και σοβαρά και τα ξεχνάμε αμέσως. Ισως φταίει ότι παρουσιάζονται τόσο διογκωμένα και θεατροποιημένα που μας κάνουν αναίσθητους. Ή ίσως είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα που βοηθά στην επιβίωση. Διαβάζοντας για την Κατοχή, όλη μου η απορία ήταν πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι, πώς ερωτεύονταν, πώς έκαναν παιδιά; Κι όμως τότε ήταν όλα πιο έντονα. Ζούσαν για τη στιγμή που ήταν εξαίσια και δυνατή. Η Γουίνι, λοιπόν, δεν επιτρέπει στον εαυτό της να κάνει μαύρες σκέψεις. Πιάνεται από το οτιδήποτε για να αισθανθεί πως υπάρχει λόγος να ζει».

  • Βρίσκετε κοινά στοιχεία με την ηρωίδα σας; Είναι δύσκολο για έναν ηθοποιό να ταυτιστεί με έναν μπεκετικό ήρωα;

«Δεν είναι δύσκολο. Γιατί ο Μπέκετ, όπως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, μιλά για τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης. Δεν γίνεται να μην ταυτιστείς ώς έναν βαθμό. Οσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, η ουσία της ανθρώπινης φύσης παραμένει ίδια».

  • Και η κωμωδία; Θα σας ξαναδούμε σε κωμικούς ρόλους;

«Είναι πολύ δύσκολο είδος. Πρέπει να εφεύρεις πράγματα, να βάλεις την προσωπικότητά σου μέσα. Αλλά το αποτέλεσμα το εισπράττεις άμεσα. Εκείνη την ώρα σε αποδέχονται ή όχι και το ακούς. Μπορεί να είναι γοητευτικό αλλά και σκληρό. Η κωμωδία μού αρέσει. Με αυτή με γνώρισε ο κό-σμος και δεν την απορρίπτω. Νιώθω, όμως, πως τα μέσα που χρησιμοποιεί κανείς σε αυτήν είναι πεπερασμένα, και γι’ αυτό εξαντλείται γρήγορα. Θέλω να κάνω πράγματα με περισσότερο βάθος. Αυτά με αφορούν και με γοητεύουν».

  • Τελικά γιατί εγκαταλείψατε τόσο γρήγορα -5 χρόνια μετά την αποφοίτησή σας- το Θέατρο Τέχνης;

«Εγκατέλειψα τότε γενικώς το θέατρο. Επειτα από πέντε χρόνια στο Τέχνης πέρασα μια πολύ έντονη περίοδο επαναπροσδιορισμού. Ενιωθα πως φορούσα κάτι που είχε στενέψει πολύ. Ηθελα να απλωθώ. Εψαξα κάποια πειραματικά πράγματα, που και πάλι δεν μου ταίριαζαν. Ηταν η εποχή με όλα αυτά τα κοινωνικά και αισθητικά κινήματα. Ηθελα να έχω κι εγώ μια συμμετοχή και έτσι μπήκα σε ένα ανοιχτό Πανεπιστήμιο στην Αγγλία. Αυτό που ανακάλυψα εκεί ήταν ο χώρος μου. Οτι δεν μπορώ να ζήσω έξω από την Ελλάδα. Με ανακούφισε αυτό και απέκτησα μια νοσταλγία, που διατηρώ ακόμα. Ζω σε έναν τόπο που τον νοσταλγώ».

  • Υπάρχει νοσταλγία και για τα πρώτα χρόνια σας στο θέατρο;

«Αυτού του τύπου η νοσταλγία φοβάμαι πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μνήμη και ο χρόνος παίζουν περίεργα παιχνίδια. Θυμόμαστε επιλεκτικά κάποια και ξεχνάμε άλλα. Σίγουρα όλα είχαν μια ενέργεια και μια άλλη αθωότητα τότε. Και σήμερα γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά είναι πάρα πολλά και δεν ξέρω τελικά τι μένει. Ακόμα και το σημαντικό -αν συμβαίνει- χάνεται. Δεν υπάρχουν πια γεγονότα σαν αυτά που τότε συζητούσαμε για χρόνια».

  • Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην πολιτική; Πώς βλέπετε την πορεία του κόμματός σας, του Συνασπισμού;

«Πολύ απογοητευτική, κυρίως για εμάς που έχουμε παρακολουθήσει τη γέννηση αυτής της Αριστεράς και είχαμε κάτι ονειρευτεί. Φοβάμαι πως ποτέ δεν εδραιώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων μια δημοκρατική Αριστερά, όπως την πιστεύαμε. Και ότι οι εκπρόσωποί της δεν έχουν πια επιχειρήματα». *

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s