Νίκος Πετρόπουλος. Σκηνική παρουσία

Posted: 7 Ιουλίου, 2009 in Πετρόπουλος Νίκος
  • Σκηνογράφος, σκηνοθέτης και ενδυματολόγος σε μερικές μεγάλες παραγωγές όπερας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ο Νίκος Πετρόπουλος είναι ο άνθρωπος που δουλεύει για το θεαθήναι – με την καλή έννοια. Εχοντας ασχοληθεί και με τον επανασχεδιασμό του Εθνικού Θεάτρου, του ζητήσαμε να μας ξεναγήσει στον κόσμο των σχεδίων του, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Οι οικογενειακές ιστορίες του παρελθόντος έχουν ένα πολυσήμαντο φορτίο για τους απογόνους τους. Κάποιες όμως κρύβουν και ένα γενικότερο ενδιαφέρον, επειδή δείχνουν τη δίψα του Ελληνα για περιπέτεια, γνώση, εξέλιξη, εξουσία, χωρίς να φοβάται ούτε τον ξεριζωμό. Ετσι, έναν μύθο θα σας πω ή μάλλον μια ιστορία.

Το 1620 η οικογένεια του άξιου και διάσημου σκηνοθέτη, σκηνογράφου και ενδυματολόγου Νίκου Πετρόπουλου ξεσηκώθηκε από την Πελοπόννησο και ο ένας κλάδος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ο άλλος τράβηξε για τη Μόσχα. Από αυτόν τον δεύτερο κατάγεται ο Νίκος Πετρόπουλος με τον χειμαρρώδη λόγο, που μου τα εξιστορεί. Ακούσατε, ακούσατε λοιπόν! Από τη Μόσχα στη Ρουμανία βρέθηκε η προπρογιαγιά του, γιατί ένας από όλους του σογιού είχε παντρευτεί την πριγκίπισσα Ρωξάνη Σαμουρκάσι, κόρη του ανθηγεμόνα της Βλαχίας, που έσφαξε τον Υψηλάντη. Και ηγεμών μεν ο Σαμουρκάσι, αλλά όλοι αυτοί οι Μολδοβλάχοι τίποτε δεν είχαν να κάνουν με τη noblesse της Ρουμανίας. Μόνοι τους έπαιρναν τους τίτλους και τους διαλαλούσαν, αλλά έμπορος σαμουριών ήταν ο άνθρωπος, εξ ου και το όνομά του. Τέλος πάντων, και για οικονομία του λόγου, ο παππούς του Νίκου Πετρόπουλου ήταν ο τελευταίος πρόξενος της τσαρικής Ρωσίας στη Θεσσαλονίκη και ο πρώτος της οικογένειας που πάτησε ξανά τα πάτρια εδάφη, έπειτα από τρεις αιώνες. Τον βρήκε όμως η πρώτη ρωσική επανάσταση επί Κερένσκι και ξέμεινε. Τα τρία παιδιά του ήταν εδώ κι εκεί διασκορπισμένα και ένα από όλα, ο πατέρας του Νίκου, ήταν στην αυτοκρατορική σχολή ναυτικών δοκίμων στη Σεβαστούπολη, από τους ελάχιστους που γλίτωσε από τους μπολσεβίκους. Εφτασε πεζή στην Κωνσταντινούπολη, πολεμώντας με τις λευκές στρατιές του βαρόνου Βράνγκελ και από εκεί πήγε στη Θεσσαλονίκη να βρει τον πατέρα πρόξενο, ο οποίος είχε χάσει πλέον τη θέση του αφού είχε πέσει ο τσάρος και είχε ορισθεί εκπρόσωπος των εμιγκρέδων Ρώσων «παρά τη ελληνική κυβερνήσει». Και έστειλε ο παππούς του τον πατέρα του να σπουδάσει στην Ελβετία πολιτικές επιστήμες, ο οποίος μπήκε ως ουδέτερος παρατηρητής στην Κοινωνία των Εθνών και ανεβαίνοντας την ιεραρχία ορίστηκε εκπρόσωπος των Εθνών στην Ελλάδα, στις δύο μεικτές επιτροπές ανταλλάξιμων πληθυσμών.

-Και έτσι, γεννηθήκατε εσείς εδώ…

«Οπως διαπιστώνετε, κατά λάθος! Διότι ουδείς ως τότε είχε δημιουργήσει οικογένεια στην Ελλάδα και φαντάζομαι ότι οι προπάτορες δεν γνώριζαν ελληνικά και δεν ξέρω αν είχαν και ελληνική συνείδηση».

-Και φύγατε για να σπουδάσετε στη Ρώμη.

«Ναι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου παρακολούθησα και αρχιτεκτονική και έκανα διατριβή στο ρωσικό μπαρόκ».

-Το παρελθόν της οικογένειας σας επηρέασε;

«Πολύ. Σπουδαίος ο ρόλος του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Μεγάλωσα σε ένα –σπίτι όπου δεν ακούγονταν παρά μόνον όπερες. Και ιδιαιτέρως Βάγκνερ, που αρέσει και σε μένα πάρα πολύ. Ο πατέρας ευελπιστούσε να ακολουθήσω τη σειρά της οικογένειας στο διπλωματικό σώμα, αλλά εγώ έγινα σκηνογράφος».

-Πώς το σκεφτήκατε;

«Πάντα με έθελγε αυτή η μαύρη τρύπα όταν ανοίγουν οι κουρτίνες – είναι ένα μαγικό κουτί. Με έθελγε επίσης το εφήμερο του πράγματος. Να σκεφτείτε ότι στη γενική δοκιμή για μένα το έργο έχει πεθάνει – πάω στο επόμενο. Γι’ αυτό και δεν με ενδιαφέρει η δημοσιότητα, να βάλω, λόγου χάρη, τη δουλειά μου στο Internet ή να δίνω συνεντεύξεις. Δεν μπορώ και τα βιογραφικά. Ενα μικρό σημείωμα αρκεί. Εμείς είμαστε σαν τα χαρτονομίσματα? πληρωτέοι άμα τη εμφανίσει. Να βράσω όλα τα βιογραφικά όταν σχεδιάζεις κακά κοστούμια ή δεν μπορείς να τραγουδήσεις. Δεν μετράνε. Και ό,τι κάνω το κάνω για να είμαι ήρεμος, ωραίος και ευχαριστημένος – από εκεί και πέρα δεν έχει αξία».

-Δεν είχατε, δηλαδή, ποτέ το άγχος της προβολής;

«Οχι. Είμαι λίγο sui generis και έχω άλλη φιλοσοφία. Πιστεύω ότι όποιος θέλει να με βρει με βρίσκει. Οπως εσείς. Και με έχουν βρει πάρα πολλοί και έξω από την Ελλάδα. Εχω ανεβάσει μεγάλο αριθμό έργων στο εξωτερικό. Στη Βαρσοβία, στο Σεν Γκάλεν, στο Μόντε Κάρλο, στη Βέρνη, στο Φεστιβάλ Πουτσινιάνο στο Τόρε ντι Λάγκο, στο Γέζι και αλλού. Και ποτέ δεν είχα ατζέντη. Η μη δημοσιότητα όμως δεν σημαίνει ότι έχω χτίσει γύρω μου ένα ντουβάρι. Είμαι κοινωνικότατο ον».

-Κάποια στιγμή από τη σκηνογραφία περάσατε στη σκηνοθεσία. Με ποιο έργο;

«Το πρώτο έργο ήταν το “Ορφέας και Ευριδίκη” του Γκλουκ».

-Και πώς αναμειχθήκατε στον σχεδιασμό του Εθνικού Θεάτρου;

«Η ιστορία έχει ενδιαφέρον διότι σε ανύποπτο χρόνο, το 1989, σκεφτόμουν ότι θα ήταν ωραίο να γίνει μια προέκταση του θεάτρου στο παρακείμενο οικόπεδο και άρχισα να σκιτσάρω πώς θα μπορούσε να είναι. Το 2002 έγινε ο ανοιχτός διαγωνισμός για την προμελέτη της προέκτασης του Εθνικού. Την πήρε η εταιρεία Δέκαθλον, στην οποία ήμουν ειδικός τεχνικός σύμβουλος για αυτά τα θέματα. Το σκεπτικό μου ήταν ότι για να μπορεί να φιλοξενεί ένα θέατρο αντίστοιχα σχήματα του εξωτερικού θα έπρεπε να μεγαλώσει η σκηνή του, να έχει ειδικούς μηχανισμούς αναρίθμητων αλλαγών και καμαρίνια, που είναι άλλο να τα σχεδιάζει ένας άσχετος με το θέατρο και άλλο ένας που το έχει ζήσει. Στο τέλος έπρεπε αυτό το κουτί να πάρει και μια όψη – την πλαισίωσα με γραμματοσειρές. Η επιτροπή το έκρινε ως ιδανικό κτίριο που ακουμπά σε ένα ιστορικό, χωρίς να το θίγει. Και τους έχω κάνει και μια πρόταση για την ολοκλήρωση του οικοδομικού τετραγώνου. Χωράει ακόμη ένα θέατρο 320 ατόμων!».

-Δοθήκατε και σε αυτό το έργο σας.

«Α, ναι! Είμαι ανήσυχο πνεύμα, δεν μπορώ να κάνω μόνο ένα πράγμα. Δεν κάθομαι στ’ αβγά μου. Εχω σχεδιάσει, ως ειδικός τεχνικός σύμβουλος της Δέκαθλον, και το τεράστιο Ανοιχτό Θέατρο της Πάτρας, που τελικώς δεν κατασκευάστηκε αλλά ελπίζω κάποτε να γίνει. Και πρέπει, διότι η Πάτρα είναι η πρώτη πύλη εισόδου από την Ιταλία που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ως και ολόκληρη τη Σκάλα του Μιλάνου και να πραγματοποιείται εκεί ένα πολύ σοβαρό φεστιβάλ. Τώρα για ποιους λόγους δεν έγινε, πολιτικούς ή μη, δεν με ενδιαφέρει. Η μελέτη είναι έτοιμη. Το σχεδίασα όλο στο χέρι? δεν δουλεύω στον υπολογιστή».

-Με την ίδια διάθεση δίνεστε και στην όπερα.

«Η όπερα είναι το alter ego μου. Οχι, βέβαια, όλες».

-Ποια αγαπάτε περισσότερο;

«Ποιους συνθέτες μπορούμε να πούμε. Τον Βάγκνερ, τον Ρίχαρντ Στράους, τον Πουτσίνι, τον Βέρντι. Δεν έχω πολύ καλές σχέσεις με την ατονική μουσική, θεωρώ ότι μετά τον θάνατο του Στράους έκλεισαν τα παντζούρια της όπερας και από εκεί και πέρα γράφουμε ό,τι θέλουμε».

-Επομένως, η σύγχρονη σύνθεση δεν σας κινητοποιεί.

«Ο Αλαν Μπεργκ και ορισμένοι άλλοι ατονικοί είναι καταπληκτικοί, αλλά γενικά δεν έχω καλές σχέσεις με αυτά τα ακούσματα. Οπως ο Σοστακόβιτς δεν μου πάει. Αλλά και αυτόν τον ακούω».

-Με ποιον τρόπο εργάζεστε πάνω σε μια όπερα;

«Κατ’ αρχάς, για να κάνεις σοβαρή δουλειά σε σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, πέραν της μίας όπερας τον χρόνο δεν προλαβαίνεις. Πρέπει να μελετήσεις, να το σχεδιάσεις εντός σου και μετά να προχωρήσεις. Ξέρετε πόσο καιρό δουλεύω πριν και πόσο διαβάζω – κυρίως Ιστορία; Και το καλοκαίρι, έναν μήνα που πηγαίνω στη Σίφνο, ετοιμάζω το στόριμπορντ του έργου. Ενα βιβλίο περίπου 70 σελίδων με σχεδιασμούς και κείμενα. Εχω κάνει πολλά τέτοια βιβλία. Επειτα, συζητούμε με τους βοηθούς μου τις λεπτομέρειες. Και η παραμικρή κίνηση είναι εκεί μέσα καταγεγραμμένη».

-Εχοντας συνηθίσει να συνδέετε τον λόγο με τη μουσική και το μεγάλο θέαμα, νιώθετε ότι κάνετε έκπτωση βλέποντας μια απλή παράσταση ή ακούγοντας άλλη μουσική;

«Ουαί και αλίμονο αν δεν ακούς άλλη μουσική. Εγώ λατρεύω τον Τσιτσάνη. Πηγαίναμε με τη γυναίκα μου νιόπαντροι στο “Χάραμα” στην Καισαριανή, όταν τραγουδούσε με την Μπέλλου. Ούτε μικρόφωνο και μπαλέτα ούτε σκηνικά και φανφάρες. Ο Τσιτσάνης μαζί με τον Βαμβακάρη ήταν οι καλύτεροι συνθέτες που είχαμε στην πραγματική λαϊκή μουσική. Μου αρέσουν πολύ τα ρεμπέτικα. Είναι πολύ μεγάλη μουσική».

-Φαντάζομαι ωστόσο ότι θα κάνετε κάποιον διαχωρισμό μεταξύ σοβαρού και ελαφρού θεάματος.

«Ολα είναι σοβαρά θεάματα και όποια δουλειά κάνεις έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζεις. Με σοβαρότητα. Εγώ έχω δουλέψει πολύ και την επιθεώρηση. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι που είχα πρεμιέρα στο παλιό Δελφινάριο και σε μία εβδομάδα ανέβασα “Οθέλλο” στην Οπερα του Μόντε Κάρλο. Με την ίδια σοβαρότητα, το επαναλαμβάνω. Εχω ασχοληθεί άλλωστε σε μεγάλο βαθμό και με την τηλεόραση. Με τον “Γιούγκερμαν” τον παλιό, τους “Πανθέους”, τη “Λωξάντρα”, τον “Λιάπκιν”, τα “Λαυρεωτικά”, τα οποία ήταν η πρώτη έγχρωμη παραγωγή που έγινε στην Ελλάδα? αλλά στη ζωή μου, κλείνω κεφάλαια».

-Τι διαφορά βλέπετε ανάμεσα στον επαγγελματισμό έξω και εδώ;

«Οι Ελληνες τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει λίαν επαγγελματίες, γι’ αυτό και πολλοί τεχνικοί έχουν προτάσεις από το εξωτερικό, αλλά δεν φεύγουν. Αφήστε που πληρώνονται καλύτερα εδώ από ό,τι στη Γερμανία. Τα σκηνικά της όπερας “Θαΐς”, που εφέτος τον χειμώνα ανέβασε το Μέγαρο, βάσει των μακετών μου κατασκευάστηκαν σε εργαστήριο στο Περιστέρι. Εχουμε πολύ προχωρήσει και πολλοί μας ζηλεύουν».

-Τόσα σκηνικά και κοστούμια πώς γίνονται και πού καταλήγουν έπειτα από μια παράσταση;

«Η Λυρική τα περισσότερα τα στοκάρει, διότι οι επιτυχίες της επαναλαμβάνονται. Εχει κολοσσιαίο βεστιάριο πολύ υψηλού επιπέδου. Εχει και 25 μοδίστρες και εξωτερικούς συνεργάτες. Το Μέγαρο δουλεύει αλλιώτικα. Ζητεί προσφορές από ειδικούς μεγάλους οίκους στην Ιταλία, καταλήγει στην πλέον καλή και συμφέρουσα, ο οίκος ράβει τα κοστούμια βάσει των επιλογών σε σχέδια και υφάσματα του ενδυματολόγου και, κατόπιν, τα ενοικιάζει σε πολύ χαμηλή τιμή στο Μέγαρο. Στη συνέχεια, μπορεί να τα ενοικιάσει ξανά ως έχουν αλλού – οπότε δίνει δικαιώματα στον ενδυματολόγο – ή να τα μεταποιήσει. Το Μέγαρο, για τα σκηνικά του, έχει αποθήκες στον Ασπρόπυργο».

-Καλύπτεται από τα εισιτήρια μια τόσο δαπανηρή και απαιτητική παράσταση;

«Κανένα λυρικό θέατρο στον κόσμο δεν βγαίνει από τα χρήματα των εισιτηρίων. Η “Τουραντότ” στο Μέγαρο έκανε 10.500 εισιτήρια σε έξι παραστάσεις. Τεράστιο νούμερο. Παρ’ όλα αυτά οι εισπράξεις από τα εισιτήρια κάλυψαν μέρος του κόστους. Και οι σπόνσορες μόνο ποσοστιαία συμμετέχουν».

-Και τα 112 έργα που ανεβάσατε ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος αλλά και όσα σκηνοθετήσατε ήταν όλα επιτυχημένα;

«Για να είμαι ειλικρινής, υπήρξαν παραστάσεις για τις οποίες ντρεπόμουν που τις έκανα. Απέτυχα στην άποψη. Και αυτό συμβαίνει. Στην Ελλάδα, βέβαια, όλα τα βρίσκουμε καταπληκτικά. Δεν είναι όμως έτσι. Υπάρχουν και άσχημα πράγματα και οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε και να το πούμε εμείς πρώτοι».

-Νομίζετε ότι τα τελευταία χρόνια το ελληνικό κοινό ενδιαφέρεται περισσότερο για την όπερα από ό,τι στο παρελθόν;

«Υπήρχε πάντα ένα κοινό που την παρακολουθούσε στη Λυρική, τη μεγαλύτερη όμως ώθηση στην όπερα αλλά και στην κλασική μουσική την έδωσε το Μέγαρο. Εχει γαλουχήσει κόσμο. Πρόσφερε τη δυνατότητα να δούμε πράγματα που δεν βλέπαμε ποτέ, να έχουμε άμεση επαφή με τη μουσική. Το Μέγαρο έβαλε την Ελλάδα στο διεθνές μουσικό γίγνεσθαι».

-Εχει δημιουργήσει και το ερέθισμα για μουσικές σπουδές;

«Βέβαια. Και με υποτροφίες που δίνει σε πτυχιούχους για μετεκπαιδεύσεις σε όλους τους τομείς που άπτονται της μουσικής και της θεατρικής πράξης. Προσπαθεί να δημιουργήσει το υπόβαθρο ενός σοβαρού θεάτρου και να εφοδιάσει με προσόντα τα παιδιά. Δημιουργεί μια καλώς εννοούμενη “κάστα ανθρώπων του θεάτρου”».

-Εφέτος τον χειμώνα, για πρώτη φορά στα χρονικά, καταγράφηκε αντίδραση ορχήστρας για τη σκηνοθεσία μιας όπερας – της «Ρούσαλκα» – που ανέβηκε στη Λυρική. Εχει η ορχήστρα τέτοιο δικαίωμα;

«Εχει το δικαίωμα να αρνηθεί να συνεργαστεί με κάποιον μαέστρο, για σοβαρούς λόγους, όπως η ανεπάρκειά του ή η απαράδεκτη συμπεριφορά ως προς τη θεατρική τάξη. Ουαί και αλίμονο αν η ορχήστρα μπορεί να καθορίζει το ήθος των παραστάσεων. Ο,τι έγινε το θεωρώ απαράδεκτο».

-Δείχνει αυταρχισμό; Και είναι στοιχείο του χαρακτήρα μας;

«Βεβαίως. Αυταρχισμός υπήρχε πάντα, έτσι είμαστε οι Ελληνες, αλλά επίσης είναι και σημείο των καιρών. Υπάρχει πλήρης χαλάρωση, κατάπτωση των ηθών, των αξιών, των πάντων. Με ενοχλεί πάρα πολύ αυτό. Είμαστε μια χώρα που δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Στην κυριολεξία».

-Τι φταίει;

«Για μένα, φταίνε όλοι οι πολιτικοί, για να ξέρουμε και τι λέμε. Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει. Εχει καταντήσει η πολιτική ζωή ένας χυλός».

-Γιατί;

«Μα, μεταξύ Κωστάκη και Γιωργάκη υπάρχει διαφορά; Κωστάκης Παπανδρέου και Γιωργάκης Καραμανλής. Κωστάκης και Γιωργάκης, αχθοφόροι ονομάτων. Αφήστε που δεν υπάρχει λαός τόσο σχιζοφρενικός που να θέλει τον αρχηγό τής εκάστοτε αντιπολίτευσης ως Πρωθυπουργό αλλά να μη θέλει το κόμμα του. Και παλιά είχε συμβεί, που ήθελαν τη Νέα Δημοκρατία μεν για κυβέρνηση, αλλά για Πρωθυπουργό τον Σημίτη. Που, εδώ που τα λέμε, ήταν και ένας από τους δύο σοβαρότερους Πρωθυπουργούς. Δύο άνθρωποι έσωσαν την Ελλάδα. Ο Καραμανλής, που μας έβαλε στην τότε ΕΟΚ, και ο Σημίτης, που μας έβαλε στην ΟΝΕ».

-Βρίσκουμε και χυδαιότητα σήμερα;

«Δεν την έχετε δει; Και μάλιστα επαυξάνεται συνεχώς. Και στα δικά σας τα λημέρια, στον Τύπο. Θα μου πείτε ότι και παλιά γίνονταν πολιτικές λεκτικές επιθέσεις – ωστόσο, δεν ήταν χυδαίες – αλλά και οι απαντήσεις, όπως του Γεωργίου Παπανδρέου, είχαν ένα ιδιαίτερο χιούμορ, έδειχναν μια ευφυΐα, μια καλλιέργεια. Να σας πω κάτι χαρακτηριστικό: Κάποια στιγμή που η εφημερίδα “Καθημερινή” τού επετίθετο ο Παπανδρέου είχε πει το αμίμητο: “Τι περιμένετε από μια κυρία η οποία εκδίδεται καθημερινώς πλην Δευτέρας;”».

-Μας καταδιώκει και μια παλιά πληγή, μια τάση αδελφοκτόνος. Τι γονίδιο είναι αυτό;

«Τρελό γονίδιο. Οι Ελληνες είμαστε περίεργος λαός».

-Οπως είναι τα πράγματα σήμερα, τι φοβάστε περισσότερο στον κοινωνικοπολιτικό χώρο;

«Να μην έχουμε συρρίκνωση της χώρας. Στο Αιγαίο, στα βόρεια σύνορα… Οσο αστείο και αν σας φαίνεται αυτό. Και δεν ξέρω αν έρθει μια τέτοια ώρα καταστροφής, αν θα έχουμε σύμπνοια».

  • Συνέντευξη στη Σόνια Ζαχαράτου | Τρίτη 7 Ιουλίου 2009  [ 09:12 ]
  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 454, σελ. 62-66, 28/06/2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s