Αρχείο για Ιουλίου, 2009

Ο διακεκριμένος Βούλγαρος σκηνοθέτης ανακάλυψε ξανά την τραγωδία του Αισχύλου, δουλεύοντας με Ελληνες ηθοποιούς. «Ενας σκηνοθέτης πρέπει να ξέρει να ρουφιανεύει καλά», υποστηρίζει εξαίροντας τον θίασό του. Βέβαια, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που θα δούμε στην Επίδαυρο (31/7,1/8), δεν λείπουν τα «πειράγματα»: τον Χορό των Γερόντων θα αποτελούν νεαρά κορίτσια, ενώ προστίθενται εμβόλιμα και ο ρόλος-κλειδί του τρελού αλλά και απόσπασμα του Χάινερ Μίλερ

Η μαυροντυμένη γήινη Ατοσσα Αμαλία Μουτούση.

Η μαυροντυμένη γήινη Ατοσσα Αμαλία Μουτούση.

Ο Χορός των Περσών γερόντων μετατρέπεται σε νεαρών γυναικών. Ο Αγγελιαφόρος «σπάει» σε 7 πρόσωπα, ενώ προστίθενται εμβόλιμα ο ρόλος-κλειδί ενός τρελού, μαζί με ένα απόσπασμα από τον «Φιλοκτήτη» του Χάινερ Μίλερ. Τι «Πέρσες» τελικά θα δούμε από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο την Παρασκευή 31 του μήνα και το Σάββατο 1η του Αυγούστου, με τη σκηνοθετική υπογραφή του διεθνούς Βούλγαρου Ντίμιτερ Γκότσεφ; Σίγουρα τέτοιους που ποτέ στο παρελθόν δεν παραστάθηκαν στην αρχαία Ορχήστρα.

Πάντως, ο ευφυής Γκότσεφ, σκηνοθέτης υψηλών θεατρικών θερμοκρασιών, διαθέτει το ατράνταχτο «ατού» να έχει ανεβάσει ξανά την τραγωδία στο Deutsches Theater του Βερολίνου, σε μια ολιγοπρόσωπη εκδοχή, που ανακηρύχτηκε η καλύτερη του γερμανόφωνου θεάτρου το 2006. Συγχρόνως, πέρα από τις δικές του «περγαμηνές», διαθέτει το «δυνατό χαρτί» ενός πρότυπου ελληνικού θιάσου. Ατοσσα είναι η Αμαλία Μουτούση, Δαρείος ο Μηνάς Χατζησάββας, Ξέρξης ο Νίκος Καραθάνος, τρελός η Λένα Κιτσοπούλου. Μαζί τους, ως Αγγελιαφόροι, οι: Νίκος Κουρής, Δημήτρης Ημελλος, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Παπανικολάου, Λαέρτης Βασιλείου και Πρόδρομος Τσινικόρης. Χορός οι: Εύη Σαουλίδου, Κόρα Καρβούνη, Αλεξία Καλτσίκη, Ελενα Τοπαλίδου, Ρηνιώ Κυριαζή και Σύρμω Κεκέ.

Οι πάντες, ακόμη και η βασίλισσα Ατοσσα, στην παράσταση της πρώτης κρατικής σκηνής, θα είναι ντυμένοι με παντελόνια και t-shirt. Κοστουμαρισμένοι, με γραβάτα, εμφανίζονται μόνον ο Ξέρξης και ο Δαρείος. Μάλιστα, το φάντασμα του τελευταίου σπάζοντας όλα τα επιδαυρικά στερεότυπα είναι ένας όλο σάρκα και οστά ήρωας, που συνυπάρχει με τους υπόλοιπους… ζωντανούς στο επίπεδο της Ορχήστρας. Σ’ αυτή θα κυριαρχεί ένας περιστρεφόμενος μπλε τοίχος. Η κίνησή του συμβολίζει τον «πόλεμο που έρχεται και φεύγει».

Με δύο κασετίνες «Καρέλια» μπροστά του -το τσιγάρο είναι αναμμένο διαρκώς στο στόμα του-, ο μαυρισμένος Γκότσεφ μάς μίλησε, λίγο προτού ξεκινήσει η πρόβα των «Περσών» στο Αρσάκειο του Ψυχικού, για τον Αισχύλο, τον Χάινερ Μίλερ και τους Ελληνες. Μπροστά του, ένα καραφάκι με ούζο. «Χθες ήπια μόνο το μισό». Φαίνεται πως μέσα σε τρεις μήνες «εγκλιματίστηκε» ωραιότατα στην ελληνική καθημερινότητα.

– Εσείς, ένας… Βόρειος, μαθημένος στο βερολινέζικο ψύχος, μπορείτε να δουλεύετε στην Αθήνα με τον καύσωνα;

«Είναι δύσκολα. Αλλά, ειλικρινά, περισσότερο ιδρώνουμε για το κείμενο του Αισχύλου παρά από τη ζέστη».

– Κι ωστόσο οι «Πέρσες» είναι ένα έργο που γνωρίζετε πολύ καλά. Το έχετε ξαναδουλέψει στο Βερολίνο, στη μετάφραση του Χάινερ Μίλερ.

«Ο Αισχύλος είναι μια «μαύρη τρύπα», στην οποία μπορείς να ανακαλύπτεις αενάως νέα πράγματα. Και εμείς βρισκόμαστε διαρκώς μπροστά σε νέα ευρήματα».

– Δεν σας βοηθά το ότι έχετε σκηνοθετήσει την τραγωδία στο παρελθόν;

«Αναμφίβολα βοηθάει. Υπήρχε όμως ένα είδος «βιογραφίας» των ηθοποιών στη βερολινέζικη παράσταση. Τώρα ο συνδυασμός Αισχύλου – Ελλήνων ηθοποιών με κάνει να ανακαλύπτω έναν νέο κόσμο. Ανακαλύπτω μαζί τους τους «Πέρσες» ξανά».

– Ηρθατε με ήδη έτοιμες ιδέες για τον τρόπο που θα ανεβεί η παράσταση ή αφεθήκατε στη διαδικασία των προβών και ό,τι προέκυπτε από τη σύμπραξή σας με τους ηθοποιούς;

«Πάντα «κλέβεις» από τις δομές που έχεις ανακαλύψει. Αλλά η «συνάντηση» με τους ηθοποιούς εμπλουτίζει τα ήδη κεκτημένα. Η τραγωδία αποκτά μαζί τους νέα μορφή. Ο,τι συντελείται με τα σώματα ή τον λόγο των ηθοποιών το αντιμετωπίζω σαν μια μουσική, σαν ένα τραγούδι, μοιάζει με μία σύνθεση».

-Ησασταν ανοιχτός, δηλαδή, για διάλογο μαζί τους. Πώς δουλέψατε;

«Είμαι διάσημος για τον διάλογο. Οπως και για το ότι συμπεριφέρομαι δημοκρατικά στους ηθοποιούς μου. Αυτό έχει αιτία. Ο ηθοποιός κάποιες φορές είναι πιο έξυπνος από τον σκηνοθέτη. Δεν είμαι κάποιος που τα ξέρει όλα. Δουλεύουμε μαζί. Ενας σκηνοθέτης πρέπει να ξέρει να κλέβει και να ρουφιανεύει καλά. Ξαφνιάστηκα με την ταχύτητα. Τα «βρήκαμε» πάρα πολύ γρήγορα. Δεν έχουν εξαντληθεί φυσικά όλα τα περιθώρια. Στη Γερμανία χρειάζομαι πολύ χρόνο για να φτιάξω μια ομάδα που να μιλά την ίδια γλώσσα».

– Συνήθως οι ξένοι σκηνοθέτες τα βρίσκουν… σκούρα με τους Ελληνες ηθοποιούς, επειδή δεν έχουν κοινή υποκριτική γλώσσα και θεατρική παιδεία.

«Εγώ έρχομαι από τα Βαλκάνια. Ο Βασίλιεφ και ο Στάιν, που πιθανώς τα βρήκαν… σκούρα, προέρχονται από άλλες «αυτοκρατορίες»».

– Στην Ελλάδα όμως αισθανόμαστε ότι είμαστε οι κληρονόμοι του αρχαίου δράματος. Οτι το είδος μάς ανήκει… κληρονομικά.

O Χορός των γυναικών που αντικαθιστά εκείνον των γερόντων Περσών του αισχυλικού πρωτοτύπου...

O Χορός των γυναικών που αντικαθιστά εκείνον των γερόντων Περσών του αισχυλικού πρωτοτύπου…

«Δεν έχω κάτι εναντίον αυτής της άποψης».

– Εσείς, προφανώς απενοχοποιημένος απ’ τα εγχώρια κλισέ που συχνά εγκλωβίζουν τους Ελληνες σκηνοθέτες, τι παράσταση στήνετε;

«Η δουλειά μου είναι θέατρο του σώματος, θέατρο εντατικού μινιμαλισμού, θέατρο του χώρου. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι ο ηθοποιός. Ο ηθοποιός που παίζει με τις φτέρνες του και όχι το κεφάλι».

– Στις απόψεις αυτές έχετε επηρεαστεί από τον «δάσκαλό» σας Χάινερ Μίλερ, που επέμενε να βλέπει την τραγωδία σαν μια δραματουργία-μοντάζ;

«Δεν έχω απομακρυνθεί από τον Μίλερ. Είμαι υπό την επήρειά του. Αν και θα ήθελα να είμαι ακόμη περισσότερο επηρεασμένος».

– Γιατί;

«Η γλώσσα του Μίλερ είναι ένας βίαιος κόσμος. Ολη τη ζωή του ασχολήθηκε με το αρχαίο δράμα. Μέσα από τον Μίλερ ανακαλύπτω κι εγώ την αρχαιότητα».

– Ο εμβόλιμος χαρακτήρας του τρελού είναι μια απόπειρα να συνδεθεί η αισχύλεια τραγωδία με τον σύγχρονο κόσμο;

«Οχι, δεν είναι «γέφυρα». Είναι μια αυτόνομη φιγούρα που περιστρέφεται σαν δορυφόρος γύρω από το κείμενο του Αισχύλου και με τον τρόπο του συνιστά στοιχείο αντιπαράθεσης με το «σύστημα». Οι βασιλείς είναι τέρατα κι εδώ. Δεν παίζουν με τερατώδη τρόπο, αλλά είναι τερατώδεις. Ο τρελός δεν προέκυψε επειδή είμαστε πιο έξυπνοι από τον Αισχύλο. Αλλά είναι μια φιγούρα που με απασχολεί πολύ».

– Κάποιοι αντέδρασαν κιόλας μαθαίνοντας ότι μετατρέψατε τον Χορό γερόντων σε κοριτσιών.

«Τους λόγους τούς έχω εξηγήσει χίλιες φορές. Δεν έχω διάθεση να τους επαναλάβω. Αυτοί που είναι αντίθετοι με την πρότασή μας θα πρέπει να τη δουν προηγουμένως για να αποφανθούν τι είναι περιττό και αν «τραυματίζουμε» τον Αισχύλο. Εγώ επιμένω πάντως στη φιγούρα του τρελού και συναισθηματικά. Δεν συμμετέχει στη δράση με έναν άμεσο τρόπο. Είναι αυτόνομο πρόσωπο που προφέρει όσα και οι υπόλοιποι έχουν στον εγκέφαλό τους, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να τα πουν. Γι’ αυτό υπάρχει ο τρελός».

– Μήπως αυτή η εμμονή σας με τον τρελό προκύπτει από το ότι τον αισθάνεστε σαν ένα alter ego σας; Και μέσω αυτού «τρυπώνετε» τελικά κι εσείς στη σκηνή που αγαπάτε;

«Ο τρελός είναι το alter ego όλων μας, είναι το alter ego όλων των ηθοποιών. Κάθε ηθοποιός στην ουσία του ένας σαλτιμπάγκος είναι, ένας γελωτοποιός».

– Γιατί θελήσατε εξαρχής από το σύνολο των έργων του Αισχύλου να ανεβάσετε τους «Πέρσες» και σήμερα να τους επαναλάβετε; Τι είναι αυτό που θέλετε να πείτε με την παράστασή τους;

Μια «μαύρη τρύπα» είναι για τον Ντίμιτερ Γκότσεφ ο Αισχύλος

Μια «μαύρη τρύπα» είναι για τον Ντίμιτερ Γκότσεφ ο Αισχύλος «

Με τους «Πέρσες» θέλω να μιλήσω για τους όλους τους ηττημένους στον πόλεμο. Αυτό είναι κάτι που δίνεται εδώ πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ό,τι συνέβαινε στην παράσταση του Βερολίνου. Στους ηττημένους συμπεριλαμβάνω και όλα τα θύματα της οικονομικής κρίσης και των τραπεζών. Ηθελα να μιλήσω για τις δυναστείες που διοικούν τον κόσμο».

– Θα συνεχίσετε την έρευνά σας πάνω στο αρχαίο δράμα;

«Μετά τους «Πέρσες» θα συνεχίσω με τον «Οιδίποδα», είναι η παράσταση που θα ανεβάσω στη Γερμανία. Δουλεύω πολλά χρόνια το αρχαίο δράμα, δεν σταματώ να ψάχνω. Τα κείμενα αυτά, όπως ο Σέξπιρ και ο Τσέχοφ, είναι κυρίως λόγος. Πρέπει να ανακαλύψεις τη φόρμα που θα αναδειχθεί».

– Το θέατρο είναι για σας κυρίως λόγος;

«Είναι η σχέση ανάμεσα στο σώμα και στον λόγο».

– Σχέση ισότιμη;

«Απόλυτα. Αν και πάντα στο θέατρο ξεκινάς από την αρχή».

– Το θέατρο σας έκανε καλύτερο άνθρωπο;

«Εγώ καλύτερος άνθρωπος; (γέλια). Οχι. Καλύτερος άνθρωπος δεν γίνεσαι μέσα στο θέατρο».

– Θα αντέχατε έξω από αυτό;

«Αδύνατο. Κι εκτός θεάτρου… πρόβα θα έκανα».

– Ποιος ρόλος θα σας ξαναφέρει, μετά τη «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μίλερ, ξανά στη σκηνή;

«Θα ήθελα πολύ, και το έχουμε ήδη συζητήσει, να ξανακάνουμε με τον Μπιρμπίχλερ (σ.σ.: ήταν ο εξαιρετικός Big Daddy στη «Λυσσασμένη γάτα» του Οστερμάγερ) τον «Βασιλιά Λιρ». Η πρώτη παράστασή μας δεν ήταν καλή».

– Θέλετε να κάνετε τον Λιρ;

«Ούτε κατά διάνοια. Τον τρελό θα κάνω, φυσικά!»

– Ζείτε τρεις μήνες την καθημερινότητα της Αθήνας. Σας απασχολεί τι γίνεται σε αυτή την πόλη και τη χώρα;

«Φυσικά , αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει οπουδήποτε και αν βρίσκομαι. Τα «τέρατα», ξέρετε, όπως τα τέρατα της εξουσίας στους «Πέρσες», βρίσκονται παντού».

– Πώς βλέπετε τον ελληνικό τρόπο ζωής;

«Οι Ελληνες έχουν κάτι που μου αρέσει πολύ: μια πολύ καλή… εγκληματική ενέργεια». *

«Ο τρελός χτυπάει το κατεστημένο»

Η Λένα Κιτσοπούλου, ο τρελός των «Περσών», θα σηματοδοτεί την έναρξη της παράστασης των «Περσών» με σκόρπιες λέξεις, μια σιωπή κι έναν αυτοσχεδιασμό.

Η πρώτη λέξη που θα εκφέρει στην αρχαία αργολική Ορχήστρα θα είναι είτε «Πέρσες» είτε «Πόλεμος». «Ο χαρακτήρας είναι σαν ένας κλοσάρ κομπέρ που δίνει το σύνθημα «Αρχίζουμε»», λέει η ηθοποιός, της οποίας το σώμα θα καλύπτει ένα κίτρινο, φαρδύ, γυαλιστερό αδιάβροχο. «Ο Γκότσεφ φωτίζει πτυχές των προσώπων που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Κάποιες στιγμές δίνει στους χαρακτήρες διαστάσεις γκροτέσκου, κωμικού, ακόμη και καρτούν. Ο Χορός μπορεί να έχει πλάκα και να σας κάνει να γελάσετε. Στην παράσταση περιέχεται το κωμικό στο τραγικό και το αντίστροφο».

– Γιατί ο τρελός είναι γυναίκα;

«Ο Γκότσεφ με γνωρίζει χρόνια. Εχουμε συζητήσει πολύ και ξέρουμε ο ένας τις απόψεις του άλλου για το θέατρο και τη ζωή. Προφανώς έκανα γι’ αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο τρελός ερμηνεύει ένα κομμάτι από το τέλος του μονολόγου του Αγγελιαφόρου, που ολοκληρώνει την περιγραφή της καταστροφής των Περσών με ένα: «Αυτή είναι η αλήθεια». Ενα από τα κείμενά του είναι και το απόσπασμα από τα χορικά που λέει: «Ο Ξέρξης φταίει για όλα». Ο Γκότσεφ θέλει να είναι ένα αντιδραστικό στοιχείο στο κατεστημένο. Εξού ο τρελός εκφέρει κείμενα που λένε την αλήθεια».

– Ο τρόπος που ο τρελός εκφέρει αυτά τα κείμενα είναι… νηφάλιος;

«Ο τρόπος είναι εξοργισμένος, είναι και ήρεμος. Αναζητούμε έναν τρόπο διαφορετικό από των υπολοίπων. Είναι ένα πρόσωπο που μπαίνει στη σκηνική δράση για να πει «ξυπνήστε». Γι’ αυτό λέει και ένα απόσπασμα από τον «Φιλοκτήτη» του Μίλερ – κατά πάσα πιθανότητα θα είναι το φινάλε. Το «είναι ψεύτικα όλα. Είναι ψεύτικη η πόλη, δεν υπάρχει τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα. Ξεριζώστε τα μάτια σας, άδειες οι κόγχες…».Ολα τα κείμενα τα έχει επιλέξει ο Γκότσεφ για να έχουν ένα ενιαίο νήμα».

– Πώς δουλεύει με τον ηθοποιό;

«Κατ’ αρχάς, έχει μια τρομερή αγάπη για τον ηθοποιό, την οποία πάντα εκφράζει. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες έχουν εγωπάθεια. Ποτέ δεν λένε «ευχαριστώ». Ο Γκότσεφ μάς λέει κάθε μέρα «ευχαριστώ». Δεν επιβάλλει τίποτα, αλλά δέχεται την πρόταση του ηθοποιού με μεγάλη γενναιοδωρία. Σε αφήνει να κάνεις δοκιμές με χιούμορ, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει στην αρχαία τραγωδία, η οποία αντιμετωπίζεται με σοβαροφάνεια. Εγώ δοκίμασα πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν. Βρίζω, γελάω, λέω ανέκδοτα…».

– Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις για τις ανατροπές που φέρει η διδασκαλία του Γκότσεφ;

«Κάποιοι και με το τίποτα μπορεί να πάθουν τρέλα, όπως συνέβη πέρσι με τη «Μήδεια» του Βασίλιεφ. Δεν πιστεύω όμως ότι οι «Πέρσες» είναι μια προκλητική παράσταση. Είναι μια δουλειά, χωρίς εφέ, που βασίζεται απόλυτα στον λόγο και στον ηθοποιό».

* Οι «Πέρσες» ανεβαίνουν σε μετάφραση Ελένης Βαροπούλου. Σκηνικά – κοστούμια: Μαρκ Λάμερτ. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 25 Ιουλίου 2009
  • Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ σκηνοθετεί τους «Πέρσες» και σχολιάζει το θέατρο, την Επίδαυρο και τους σύγχρονους ηττημένους

Το γυμναστήριο του Τάε Κβον Ντο αντηχεί από τις φωνές επτά γυναικών που επαναλάμβαναν, ξανά και ξανά, μερικές φράσεις από την τραγωδία «Πέρσες» του Αισχύλου. Τις διορθώνει ο σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ. Κλείνει τα μάτια του, ακούει τον ρυθμό και μετά καθοδηγεί τον τόνο της φωνής των επτά νεαρών γυναικών ηθοποιών, την κίνησή τους, το παίξιμό τους. Είναι μία από τις καινοτομίες που εντάσσει ο Βουλγαρογερμανός σκηνοθέτης στην παράσταση «Πέρσες». Σ’ ένα διάλειμμα από εκείνες τις ολοήμερες διαρκείς πρόβες, ξεκλέψαμε λίγο από τον χρόνο του Ντίμιτερ Γκότσεφ και με τη βοήθεια της δραματολόγου Ελένας Καρακούλη συζητήσαμε για πολλά και διάφορα. Την ώρα της συνέντευξης φωνάζει κοντά του την Αμαλία Μουτούση, την Ατοσσα των «Περσών». Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ θέλει πάντα δίπλα του τους ηθοποιούς του, τροφοδοτείται από εκείνους. Αλλωστε θεωρεί το θέατρο απολύτως συλλογική δουλειά. Ετσι, σε κάποια σημεία της συζήτησης παίρνει μέρος και η Αμαλία Μουτούση. Μια συζήτηση που επεκτέθηκε σε πολλά: στο θέατρο, την Επίδαυρο, τους σύγχρονους ηττημένους και, φυσικά, στον Χάινερ Μύλλερ και το ρόλο της κριτικής.

  • Δεύτερη παρουσία

Η παράσταση που θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου θα είναι η δεύτερη παρουσία στην θεατρική Αθήνα φέτος. Τον πρωτοείδαμε αρχές Ιουνίου στη σκηνή του «Κοτοπούλη – ΡΕΞ», να παίζει ο ίδιος στη «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μύλλερ. Του λέμε ότι είδαμε έναν Γερμανό που έχει βαλκανικά στοιχεία και ένα Βαλκάνιο που έχει ενσωματώσει τη γερμανική νοοτροπία. Τελικά, αισθάνεται περισσότερο, Βαλκάνιος ή Γερμανός; «Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι Ελληνας, με όλα τα Βαλκάνια μαζί και μισός Γερμανός. Νομίζω ότι ενσωματώνω στοιχεία και από τις δύο “χώρες” μου. Το πιο σημαντικό για μένα, όμως, είναι το μέρος στο οποίο δουλεύω. Αυτό με καθορίζει».

Επιλέγει τον όρο «διασκευή» για την παράσταση της Επιδαύρου. Είναι ένας εύκολος τρόπος «προφύλαξης» και ποιες είναι οι αλλαγές που θα κάνει; «Δεν το ονομάζω διασκευή, επειδή εμείς είμαστε πιο έξυπνοι από τον Αισχύλο. Ο τρόπος μου βασίζεται στον τρόπο που ανακάλυψε ο Μύλλερ την αρχαιότητα. Ο Μύλλερ ήταν ένας ποιητής που σ’ όλη του τη ζωή δούλεψε πολύ εντατικά πάνω στην αρχαιότητα. Εκανε μεταφράσεις, αλλά και επεξεργασία. Η εκδοχή του πάνω στον “Φιλοκτήτη” του Σοφοκλή είναι μια πολύ μεγάλη ποιητική κατάθεση. Φυσικά, βασίζεται και προέρχεται από τον Σοφοκλή. Πιστεύω ότι ο Σοφοκλής θα ήταν ευτυχής στον τάφο του αν έβλεπε ότι ένας άλλος ποιητής προσέγγισε έτσι το δικό του κείμενο, και το ανέπτυξε περαιτέρω». Οσο για τους «Πέρσες», θα είναι, λέει, μια παράσταση, με περισσότερη εμβάθυνση στο υλικό απ’ ό,τι εκείνη του Βερολίνου.«Το θέατρο δεν είναι μουσείο, η διασκευή μας βασίζεται σε δομές που ανακαλύψαμε κατ’ αρχήν στο Βερολίνο. Εισάγουμε μια φιγούρα που δεν υπάρχει στο έργο του Αισχύλου (Λένα Κιτσοπούλου). Πρόκειται για ένα πρόσωπο που δημιουργεί μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο σήμερα. Ενα αυτόνομο πρόσωπο που δεν μπαίνει μέσα στη δράση, αλλά σχολιάζει τη δράση. Επομένως θα κρατηθούν όλα όσα υπάρχουν στον Αισχύλο. Εκεί ακολουθούμε τον Μύλλερ, που στη μετάφρασή του ακολούθησε κι εκείνος κατά γράμμα τον Αισχύλο».

  • Η σημερινή κρίση

– Η Επίδαυρος πρόσθεσε στην εμβάθυνση της ανάγνωσης των «Περσών»;

– Απόλυτα. Αυτός ο χώρος είναι ένας εμπλουτισμός όχι μόνο για μας, αλλά για όλη την ανθρωπότητα και σε σχέση με το θέατρο. Απαιτεί πάρα πολλά. Οι «Πέρσες» στο Βερολίνο ήταν σε κλειστό θέατρο κι εδώ η πρόκληση είναι πολύ μεγαλύτερη. Μένουμε πιστοί στην Επίδαυρο, αλλά και στον Αισχύλο.

– Οι «Πέρσες» μιλάνε για μια αυτοκρατορία που ηττήθηκε. Ποιοι είναι οι σημερινοί ηττημένοι;

– Μπορείτε να δείτε πριν από τριάντα χρόνια πώς τελείωσε ο πόλεμος του Βιετνάμ, μπορείτε να κοιτάξετε εμάς σε ποια κρίση οικονομική και ιδεολογική βρισκόμαστε. Στο έργο, η σχέση Δαρείου – Ξέρξη – Ατοσσας έστειλε πάρα πολλούς ανθρώπους στο θάνατο. Σήμερα δεν είναι διαφορετικά τα πράγματα. Μια συγκεκριμένη τάξη στέλνει όλη την ανθρωπότητα στον πόλεμο. Δεν καταλαβαίνω πολύ καλά από οικονομία, αλλά προσπάθησα να διαβάσω κάποια άρθρα που περιγράφουν την κρίση. Ενας μεγάλος διανοητής λέει πως όλα αυτά οφείλονται στη μεγάλη απληστία.

  • Οι μετανάστες

– Το θέμα των μεταναστών είναι το κυρίαρχο. Εσείς έχετε ζήσει ως μετανάστης στην Ευρώπη. Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ισχυροί τους ανίσχυρους;

– Κι εγώ είμαι ένας μετανάστης, αλλά στην… αυτοκρατορία της Κίνας. Ο τρίτος κόσμος θα μας καταπιεί. Ακόμα κι αν δεν χτίζουμε τείχη, στην Ιερουσαλήμ ή στο Μεξικό, η πείνα θα μας ξεπεράσει, θα μας εξοντώσει. Τα τείχη δεν μπορούν να το σταματήσουν αυτό.

Του λέμε ότι επιλέγει την απαισιόδοξη ματιά: «Συμφωνώ με τον Μύλλερ. Τον είχαν κατηγορήσει ότι είναι μεγάλος πεσιμιστής. “Εγώ πεσιμιστής; Εγώ πιστεύω ακράδαντα στον 4ο Παγκόσμιο Πόλεμο”, είχε απαντήσει ο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας. Οσο για τα δικά αισιόδοξα στηρίγματα λέει αυθόρμητα: «Η δουλειά με τους ηθοποιούς». Και όταν τον ρωτάμε τι άλλο κάνει όταν δεν κάνει θέατρο, απαντά εξίσου αφοπλιστικά: «Θέατρο».

  • «Οι αρνητικές κριτικές φέρνουν κι άλλους θεατές»

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ ήθελε πολύ να μιλήσει για την κριτική. Μας το είπε από την αρχή της συνάντησής μας. Είχε διαβάσει εκείνες τις μέρες την κριτική του Σπύρου Παγιατάκη στην «Κ» για τη «Μηχανή Αμλετ», και ήθελε να δώσει τη δική του εκδοχή.

«Το θέατρο που κάνω είναι ένα θέατρο με πολλές συγκρούσεις. Και στη Γερμανία κάποιοι είναι υπέρ της θεατρικής μου πρότασης και κάποιοι κατά. Είναι ένα δείγμα ότι οι παραστάσεις μας είναι ζωντανές. Σε αντίθεση με αυτή την κριτική για τη “Μηχανή Αμλετ”, ως ηθοποιός έζησα εγώ κι οι συνάδελφοί μου την ένταση του κοινού αυτής της παράστασης, φυσικά είναι θέμα γούστου. Τώρα, βρίσκομαι στο δίλημμα αν πρέπει να μπω σε μια σύγκρουση ή να σωπάσω και να φερθώ με διακριτικότητα. Παραμένω αυτό που είμαι, ένας άνθρωπος που ζει τις συγκρούσεις. Ηταν η 47η παράσταση της «Μηχανής Αμλετ». Στο Βερολίνο είναι πάντα sold out. Με την αρνητική κριτική δεν σταμάτησε το ρεύμα των θεατών, αντιθέτως ήρθε κι άλλος κόσμος στο θέατρο. Αισθάνομαι ότι δέχομαι μια επίθεση τόσο εγώ όσο και ο Γιάννης Χουβαρδάς, που κάλεσε ένα Βούλγαρο σκηνοθέτη στην Ελλάδα, έναν ξένο δηλαδή. Τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία εργάζονται πολλοί ξένοι σκηνοθέτες και είναι πολύ σημαντικές προσωπικότητες. Αισθάνομαι ευγνώμων προς τον Γιάννη Χουβαρδά που με κάλεσε, και δεν είναι σύμπτωση γιατί παρακολουθεί πάρα πολλά χρόνια τη δουλειά μου. Μ’ έχουν καλέσει σε πολλά μέρη του κόσμου και νομίζω ότι αυτές οι προσκλήσεις είναι εγκάρδιες. Η «Μηχανή Αμλετ» θα παιχτεί στη Λατινική Αμερική για πάνω από μήνα, σε μεγάλες πόλεις. Δεν θέλω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά δουλεύω σε διάφορες χώρες και… πληρώνομαι πολύ καλά», λέει με χιούμορ.

Αμαλία Μουτούση: «Με εξοργίζει αυτό που γράφτηκε ότι ο Μύλλερ δεν έχει τόση μεγάλη σημασία πια. Αυτό είναι τρελό, στείρο. Νομίζω ότι μετά την πτώση του Τείχους, ο Μύλλερ ανακαλύπτεται εκ νέου. Πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο γόνιμος και δημιουργικός διάλογος δεν έχει να κάνει τόσο με κάποιες ενδεχόμενες απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν άμεσα σε κάποιον που έχει αρνητική άποψη για τον Μύλλερ, αλλά μέσα από τη δουλειά μας. Αυτός είναι ένας πραγματικός διάλογος. Κι εμείς μέσα από τη δουλειά μας στον Αισχύλο συναντάμε τον Χάινερ Μύλλερ ή το σχόλιό του. Και τότε αυτό παύει να είναι θεωρητικό, γίνεται βιωματικό. Κι αυτό είναι το όπλο του καλλιτέχνη. Νομίζω, πάντως, ότι όσοι έχουν την εξουσία της δημόσιας έκφρασης πρέπει να είναι προσεκτικοί. Πρέπει να μπορεί ο καθένας μέσα του να καλλιεργήσει το κριτήριο για τον εαυτό του, και πέρα από το γούστο να μπορεί να αντιληφθεί τι είναι καλό στην τέχνη. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το προσωπικό γούστο, αλλά με τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε το αντικειμενικά καλό».

  • Η Επίδαυρος έχει φτιαχτεί για ηθοποιούς

– Εχετε θητεύσει δίπλα στον Χάινερ Μύλλερ, έναν άνθρωπο που έχει σφραγίσει την ιστορία του ευρωπαϊκού θεάτρου, αλλά που αμφισβητείται και αρκετά. Τι κρατάτε εσείς στη θεατρική σας ματιά από αυτή την συμπόρευση και με τι τα έχετε εμπλουτίσει;

– Δεν έχω σταματήσει να εμπλουτίζω τη δουλειά μου κι από τότε που τον γνώρισα ανεβάζω έργα. Είναι το ίδιο όπως με τον Αισχύλο ή τον Σαίξπηρ. Είναι ένας κόσμος στον οποίο μπαίνεις και διαρκώς ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα. Και δεν θα σταματήσω ακόμα κι αν οι κριτικοί με χτυπούν. Στους «Πέρσες» νομίζω ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Εχω επισκεφθεί την Επίδαυρο πολλές φορές και για το φετινό έργο. Είναι σημαντικό να μπούμε με σεβασμό σ’ αυτόν το χώρο, να είμαστε προσεκτικοί και προστατευτικοί απέναντί του. Εχει φτιαχτεί για σώματα, για ηθοποιούς και προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό το άλμα εκεί.

Αμαλία Μουτούση: «Οταν μιλούσαμε για τον χώρο της Επιδαύρου, ο Γκότσεφ είπε ότι θέλει να νιώσουμε πως ο χώρος αυτός “μας θέλει”. Αυτό ήταν κάτι που εμένα μου έδωσε πολλή ενέργεια, γιατί πάντα πας μ’ αυτόν το φόβο: ότι πρέπει να κάνεις κάτι που να είναι σωστό. Κι ίσως αυτό σου στερεί κάτι αληθινό δικό σου. Και πάνω σ’ αυτό είπε ότι πρέπει να είμαστε τόσο προσεκτικοί και ευαίσθητοι, σαν να είναι ένας πλακούντας κι εμείς είμαστε τα έμβρυα».

  • Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/07/2009

  • Ο Σάντσο Πάντσα είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, λέει ο Δημ. Πιατάς

Ο Δημήτρης Πιατάς δεν είναι η πρώτη φορά που παίζει τον Σάντσο. Χρόνια πριν, είχε κάνει την πρώτη γνωριμία με τον υπηρέτη τον Δον Κιχώτη για τη Λυρική Σκηνή. Eκείνη η παράσταση ήταν μπαλέτο με πολλά θεατρικά στοιχεία. Τώρα, ο Σάντσο, που έχει οργώσει μικρά και μεγάλα φεστιβάλ μαζί με το αφεντικό του, τον Γιώργο Κιμούλη, σε μια παράσταση που έστησε ο Γιάννης Καραχισαρίδης, είναι πέρα για πέρα θεατρικός.

Μπορεί να μιλάει ώρα γι’ αυτόν ο ηθοποιός, όπως για το θέμα της αυταπάτης. Τη διαμάχη ανάμεσα στο φανταστικό και το λογικό, την αρετή και τη γενναιότητα, την ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό. Είναι από τις ιστορίες που έλεγε στις κόρες του μικρές, γιατί πάντα του άρεσαν τα παραμύθια.

Τώρα καμαρώνει που η μεγάλη του, η Αννα, «το κεφάλι της οικογένειας» όπως λέει, συνεχίζει τις σπουδές γλωσσολογίας στο Μπέρκλεϊ και η μικρή, η Ιωάννα, ακολουθεί τα χνάρια του: «Τελειώνει σε ένα χρόνο, περίπου, τη σχολή του “Εμπρός”».

Στο μεταξύ, εκείνος έχει την ίδια φόρα στο θέατρο όπως παλιά. Είτε δουλεύει στο Εθνικό, τα ΔΗΠΕΘΕ, στο «Αμόρε» (πριν ακόμη διαλυθεί), το ελεύθερο θέατρο, είτε ετοιμάζει παραγωγές με τη δική του Commedia. Οπως το «Σεμινάριο βλακείας» του Σάκη Σερέφα πρόσφατα.

Τώρα με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης παίζει στο διάσημο έργο του Θερβάντες. Σε διασκευή, η οποία στηρίζεται σε ένα αληθινό βίωμα του συγγραφέα. Τη φυλάκισή του στο Αλγέρι.

Εκμεταλλευτήκαμε το περιστατικό. Ο Θερβάντες μαζί με τον Σάντσο και δέκα ακόμη συγκρατούμενους δραπετεύουν από τη φυλακή, όπου είχαν αιχμαλωτιστεί από Βερβερίνους πειρατές. Βρίσκονται σε ένα εγκαταλειμμένο παραλιακό χωριό, περιμένοντας κάποιο καράβι που θα τους επιστρέψει στην πατρίδα τους. Τις ώρες της αναμονής, αφηγούνται την ιστορία του Δον Κιχώτη, υπερασπιστή των καταφρονεμένων. Οι περιπλανήσεις του ξετυλίγονται στη διάρκεια μιας νύχτας και επηρεάζουν όλους όσοι άκουσαν και συμμετείχαν. Οταν ξημερώνει και το καράβι δεν εμφανίζεται, η συντροφιά πρέπει να πάρει αποφάσεις. Ο Θερβάντες, ακολουθώντας τα χνάρια του Δον Κιχώτη, θα πάει εκεί όπου δεν πάει ο νους του ανθρώπου. Κρατήσαμε το μύθο, αλλά ξεφύγαμε από την παιδικότητά του.

Ο Σάντσο είναι πιστός. Σωματοφύλακας και φίλος του Θερβάντες, αλλά στην πραγματικότητα και κακοποιός. Μου δίνει τη δυνατότητα να κάνω διπλή ερμηνεία. Εναν καλοκάγαθο υπηρέτη, που τρέχει μαζί με τους ανεμόμυλους για να μαζέψει τον αφέντη του, τον Δον Κιχώτη, και παράλληλα έναν επικίνδυνο κακοποιό, που μπορεί να σκοτώσει οποιονδήποτε ενοχλεί το αφεντικό του. Πιστός στο πνεύμα του έργου. Δεν το προδίδουμε, κάπου στο τέλος μάλιστα συναντάμε τον Μπέκετ. Είναι μια σύγχρονη ματιά χωρίς να κάνουμε τη μοντερνιά που συνηθίζεται στο θέατρο τελευταία. Ο Σάντσο είναι ο αντιήρωας. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ο πλέον αναγνωρίσιμος τύπος σήμερα, αλλά και στην εποχή που γράφτηκε. Ενας που δεν διεκδικεί τίποτα στη ζωή του παρά μόνο να περάσει καλά. Δεν έχει ενδιαφέροντα ούτε όνειρα. Εξελίσσεται όμως και γίνεται απαραίτητος. Σήμερα θα ήταν ψηφοφόρος, όχι όμως πολιτικός. Θα ήταν ίσως ο εργάτης που έβαλε το τελευταίο μάρμαρο στην Ακρόπολη. Δεν μου αρέσει να απορρίπτουμε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτούς που δεν γράφουν την ιστορία αλλά τη χτίζουν.

Το «Στραβόξυλο». Είναι η δουλειά που ετοιμάζω το χειμώνα. Πρόκειται για το πρώτο έργο του Δ. Ψαθά, που έγραψε το 1940 για τον Βασίλη Αργυρόπουλο, από τον οποίο ανέβηκε. Ηταν ο αντίποδας του Λογοθετίδη. Τη δεκαετία του ’70 έγινε πάλι επιτυχία από τον Γκιωνάκη. Τώρα το σκηνοθετεί ο Κ. Τσιάνος. Θα είμαι στο «Γκλόρια». Χώρο που είχα γνωρίσει όταν δοκίμασα την εμπορική μου καριέρα. Μου αρέσει που βγαίνω πάλι στην αγορά και δεν είμαι ασφαλής κρατικοδίαιτος πίσω από κάποια Εθνικά (θέατρα) και ομάδες, στις οποίες πέρασα υπέροχα αλλά δεν μπορώ να είμαι αιώνια. Φυσικός μου χώρος είναι η αγορά.

Είναι υποκριτικό. Συνάδελφοί μου να αποποιούνται διάφορα είδη θεάτρου. Είναι γιατί δεν μπορούν να τα υπηρετήσουν. Η προσωπική τους ανικανότητα ονομάζεται αποστροφή. Με πολλή νοσταλγία θυμάμαι την παρουσία μου στην επιθεώρηση. Είδος δύσκολο, που υπηρέτησα με επιτυχία. Αυτή μου έδωσε χρήματα και προβολή και θα ήμουν αχάριστος αν δεν το παραδεχόμουν. Αν δεν την είχα υπηρετήσει πιθανόν να μη μπορούσα να παίζω τον Εστραγκόν στον «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ, τη «Νόνα» του Ρομπέρτο Κόσα ή τώρα τον Σάντσο. Η επιθεώρηση μου έδωσε εφόδια υποκριτικά, για να κάνω πράγματα που δεν έχουν σχέση μαζί της.

Τα δοκίμασα όλα. Κρατικές σκηνές, ΔΗΠΕΘΕ, ελεύθερο θέατρο, δικές μου παραγωγές. Πρόσφατα έκανα με την Κομέντια και το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας το «Σεμινάριο βλακείας» του Σ. Σερέφα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ημουν, αν θέλεις, κι εγώ sold out στο «Σχολείον». Σε ένα θέατρο 400 θέσεων και όχι 35. Με ενοχλεί που δεν γράφτηκε. Ενοχλούμαι γενικότερα ότι στη δημόσια ζωή πια καταγράφονται μόνον όσα θέλουν κάποιοι. Δηλαδή, μπορεί να περάσεις απ’ αυτόν τον πλανήτη και να μην υπάρξεις. Φασιστικό και επικίνδυνο. Εχουμε επικεντρώσει τη ζωή μας στο αν πάνε καλά οι τράπεζες ή όχι, αν πουλάει η Τζένεραλ Μότορς λιγότερα αυτοκίνητα, αν το βαμβάκι έχει καλύτερη τιμή, και υποτιμάμε έννοιες σημαντικότερες που έχουν σχέση με τα προσωπικά μας δεδομένα.

Καλλιτέχνης της αγοράς. Δεν έχω τίποτα με αυτόν τον όρο. Εχει σχέση με το αγοραίο και την αγορά. Η αγορά της Αθήνας είχε από την αρχαιότητα ενδιαφέρον. Σε αυτή ήταν όλοι. Από τον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα μέχρι τον λαό. Ο καλλιτέχνης, για να είναι ζωντανός, πρέπει να φθείρεται και να εξελίσσεται. Να δοκιμάζει και να απορρίπτει. Τη μικρή αγορά της Ελλάδας, δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι δεν θέλουν να τη γνωρίσουν. Εγώ, στα 35 χρόνια μου στο χώρο, ταξίδεψα πολλές φορές στα σοκάκια της. Γνώρισα τους ανθρώπους της, σημαντικούς και ασήμαντους, και δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Πέρασα την αγωνία της μαρκίζας και του κασέ. Ευτυχώς νωρίς. Και κατάλαβα πια, πως όλα αυτά είναι ένα εφεύρημα για να ρίχνουμε τις τιμές, να ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας, να μισούμε οι καλλιτέχνες, ο ένας τον άλλον. Απαραίτητη προϋπόθεση για να χάνεσαι σε όλα αυτά, είναι να έχεις ρεύμα και να έχεις πληρώσει το λογαριασμό. Με τα χρόνια έμαθα να ξεχωρίζω τέτοιες καταστάσεις. Τώρα τις βιώνουν οι καινούργιοι συνάδελφοί μου που βγήκαν στην αγορά.

Το θέατρο χρειάζεται κοινό. Για να μπορεί να υπάρξει. Εφόσον υπάρχουν σχήματα που μπορούν να παράγουν και έχουν πάνω από τρεις θεατές, όλα είναι σεβαστά. Γίναμε πράγματι πολλοί. Ομως, οι άνθρωποι είναι καλό να εκφράζονται και να δημιουργούν. Αρκεί να υπάρχει ένα κοινό. Τελικά, πάνω από τρεις, όλοι χωράμε σε αυτόν το χώρο.

Η καθημερινή πόζα. Η ταχύτητα όλα τα αγγίζει· και την τέχνη. Την πόζα πάντως μη την ψάχνεις μόνο σε μας. Είναι παντού και γρήγορη. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, αυτοί που κάνουν τους δικαστές. Η πόζα του αδέκαστου που κρύβεται πίσω από τη σοβαροφάνεια, είναι η πιο επικίνδυνη. Απλώνεται με τηλεοπτική ευκολία, είναι ύπουλη και επηρεάζει.

Ο «Δον Κιχώτης» παρουσιάζεται σήμερα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ολυμπίας, αύριο στο προαύλιο του λυκείου Ραφήνας, την Τετάρτη 29/7 στο Αμφιθέατρο Σίβηρης στην Κασσάνδρα, την Πέμπτη 30/7 στο κηποθέατρο Εγνατία της Αλεξανδρούπολης, και την Παρασκευή 31/7 στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων.

Στα 58 μου δουλεύω σαν 20άρης

Ετσι νιώθω. Συχνά θυμάμαι την τρέλα των παραστάσεων που έκανα στο ξεκίνημά μου. Ακούγεται παράλογο, ωστόσο εργάζομαι τις ίδιες ώρες όπως τότε. Το θέμα βέβαια δεν είναι η ποσότητα, αλλά ο ενθουσιασμός. Αν μπορεί να υπάρχει ακόμη μετά τόσα χρόνια. Ευτυχώς συμβαίνει. Θέλω να πιστεύω ότι κρύβω μέσα μου έναν έφηβο που ακόμη παθιάζεται με τη δουλειά του. Είμαι το ίδιο βιαστικός όπως ήμουν τότε, αλλά τώρα η βιασύνη έχει άλλη αφετηρία. Δεν έχει να κάνει με τη νιότη όσο με την ανυπομονησία του χρόνου που τελειώνει. Μήπως δεν προλάβω. Οι κύκλοι σωστά κλείνουν και εγώ βιάζομαι επειδή πια δεν είμαι νέος. Δεν το κρύβω, θέλω κι άλλες εμπειρίες και συναντήσεις. Δεν τελείωσα.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 26 Iουλίου 2009
  • Ο διακεκριμένος Βούλγαρος σκηνοθέτης ανακάλυψε ξανά την τραγωδία του Αισχύλου, δουλεύοντας με Ελληνες ηθοποιούς. «Ενας σκηνοθέτης πρέπει να ξέρει να ρουφιανεύει καλά», υποστηρίζει εξαίροντας τον θίασό του. Βέβαια, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που θα δούμε στην Επίδαυρο (31/7,1/8), δεν λείπουν τα «πειράγματα»: τον Χορό των Γερόντων θα αποτελούν νεαρά κορίτσια, ενώ προστίθενται εμβόλιμα και ο ρόλος-κλειδί του τρελού αλλά και απόσπασμα του Χάινερ Μίλερ

Η μαυροντυμένη γήινη Ατοσσα Αμαλία Μουτούση.

Η μαυροντυμένη γήινη Ατοσσα Αμαλία Μουτούση.

Ο Χορός των Περσών γερόντων μετατρέπεται σε νεαρών γυναικών. Ο Αγγελιαφόρος «σπάει» σε 7 πρόσωπα, ενώ προστίθενται εμβόλιμα ο ρόλος-κλειδί ενός τρελού, μαζί με ένα απόσπασμα από τον «Φιλοκτήτη» του Χάινερ Μίλερ. Τι «Πέρσες» τελικά θα δούμε από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο την Παρασκευή 31 του μήνα και το Σάββατο 1η του Αυγούστου, με τη σκηνοθετική υπογραφή του διεθνούς Βούλγαρου Ντίμιτερ Γκότσεφ; Σίγουρα τέτοιους που ποτέ στο παρελθόν δεν παραστάθηκαν στην αρχαία Ορχήστρα.

Πάντως, ο ευφυής Γκότσεφ, σκηνοθέτης υψηλών θεατρικών θερμοκρασιών, διαθέτει το ατράνταχτο «ατού» να έχει ανεβάσει ξανά την τραγωδία στο Deutsches Theater του Βερολίνου, σε μια ολιγοπρόσωπη εκδοχή, που ανακηρύχτηκε η καλύτερη του γερμανόφωνου θεάτρου το 2006. Συγχρόνως, πέρα από τις δικές του «περγαμηνές», διαθέτει το «δυνατό χαρτί» ενός πρότυπου ελληνικού θιάσου. Ατοσσα είναι η Αμαλία Μουτούση, Δαρείος ο Μηνάς Χατζησάββας, Ξέρξης ο Νίκος Καραθάνος, τρελός η Λένα Κιτσοπούλου. Μαζί τους, ως Αγγελιαφόροι, οι: Νίκος Κουρής, Δημήτρης Ημελλος, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Παπανικολάου, Λαέρτης Βασιλείου και Πρόδρομος Τσινικόρης. Χορός οι: Εύη Σαουλίδου, Κόρα Καρβούνη, Αλεξία Καλτσίκη, Ελενα Τοπαλίδου, Ρηνιώ Κυριαζή και Σύρμω Κεκέ.

Οι πάντες, ακόμη και η βασίλισσα Ατοσσα, στην παράσταση της πρώτης κρατικής σκηνής, θα είναι ντυμένοι με παντελόνια και t-shirt. Κοστουμαρισμένοι, με γραβάτα, εμφανίζονται μόνον ο Ξέρξης και ο Δαρείος. Μάλιστα, το φάντασμα του τελευταίου σπάζοντας όλα τα επιδαυρικά στερεότυπα είναι ένας όλο σάρκα και οστά ήρωας, που συνυπάρχει με τους υπόλοιπους… ζωντανούς στο επίπεδο της Ορχήστρας. Σ’ αυτή θα κυριαρχεί ένας περιστρεφόμενος μπλε τοίχος. Η κίνησή του συμβολίζει τον «πόλεμο που έρχεται και φεύγει».

Με δύο κασετίνες «Καρέλια» μπροστά του -το τσιγάρο είναι αναμμένο διαρκώς στο στόμα του-, ο μαυρισμένος Γκότσεφ μάς μίλησε, λίγο προτού ξεκινήσει η πρόβα των «Περσών» στο Αρσάκειο του Ψυχικού, για τον Αισχύλο, τον Χάινερ Μίλερ και τους Ελληνες. Μπροστά του, ένα καραφάκι με ούζο. «Χθες ήπια μόνο το μισό». Φαίνεται πως μέσα σε τρεις μήνες «εγκλιματίστηκε» ωραιότατα στην ελληνική καθημερινότητα.

– Εσείς, ένας… Βόρειος, μαθημένος στο βερολινέζικο ψύχος, μπορείτε να δουλεύετε στην Αθήνα με τον καύσωνα;

«Είναι δύσκολα. Αλλά, ειλικρινά, περισσότερο ιδρώνουμε για το κείμενο του Αισχύλου παρά από τη ζέστη».

– Κι ωστόσο οι «Πέρσες» είναι ένα έργο που γνωρίζετε πολύ καλά. Το έχετε ξαναδουλέψει στο Βερολίνο, στη μετάφραση του Χάινερ Μίλερ.

«Ο Αισχύλος είναι μια «μαύρη τρύπα», στην οποία μπορείς να ανακαλύπτεις αενάως νέα πράγματα. Και εμείς βρισκόμαστε διαρκώς μπροστά σε νέα ευρήματα».

– Δεν σας βοηθά το ότι έχετε σκηνοθετήσει την τραγωδία στο παρελθόν;

«Αναμφίβολα βοηθάει. Υπήρχε όμως ένα είδος «βιογραφίας» των ηθοποιών στη βερολινέζικη παράσταση. Τώρα ο συνδυασμός Αισχύλου – Ελλήνων ηθοποιών με κάνει να ανακαλύπτω έναν νέο κόσμο. Ανακαλύπτω μαζί τους τους «Πέρσες» ξανά».

– Ηρθατε με ήδη έτοιμες ιδέες για τον τρόπο που θα ανεβεί η παράσταση ή αφεθήκατε στη διαδικασία των προβών και ό,τι προέκυπτε από τη σύμπραξή σας με τους ηθοποιούς;

«Πάντα «κλέβεις» από τις δομές που έχεις ανακαλύψει. Αλλά η «συνάντηση» με τους ηθοποιούς εμπλουτίζει τα ήδη κεκτημένα. Η τραγωδία αποκτά μαζί τους νέα μορφή. Ο,τι συντελείται με τα σώματα ή τον λόγο των ηθοποιών το αντιμετωπίζω σαν μια μουσική, σαν ένα τραγούδι, μοιάζει με μία σύνθεση».

-Ησασταν ανοιχτός, δηλαδή, για διάλογο μαζί τους. Πώς δουλέψατε;

«Είμαι διάσημος για τον διάλογο. Οπως και για το ότι συμπεριφέρομαι δημοκρατικά στους ηθοποιούς μου. Αυτό έχει αιτία. Ο ηθοποιός κάποιες φορές είναι πιο έξυπνος από τον σκηνοθέτη. Δεν είμαι κάποιος που τα ξέρει όλα. Δουλεύουμε μαζί. Ενας σκηνοθέτης πρέπει να ξέρει να κλέβει και να ρουφιανεύει καλά. Ξαφνιάστηκα με την ταχύτητα. Τα «βρήκαμε» πάρα πολύ γρήγορα. Δεν έχουν εξαντληθεί φυσικά όλα τα περιθώρια. Στη Γερμανία χρειάζομαι πολύ χρόνο για να φτιάξω μια ομάδα που να μιλά την ίδια γλώσσα».

– Συνήθως οι ξένοι σκηνοθέτες τα βρίσκουν… σκούρα με τους Ελληνες ηθοποιούς, επειδή δεν έχουν κοινή υποκριτική γλώσσα και θεατρική παιδεία.

«Εγώ έρχομαι από τα Βαλκάνια. Ο Βασίλιεφ και ο Στάιν, που πιθανώς τα βρήκαν… σκούρα, προέρχονται από άλλες «αυτοκρατορίες»».

– Στην Ελλάδα όμως αισθανόμαστε ότι είμαστε οι κληρονόμοι του αρχαίου δράματος. Οτι το είδος μάς ανήκει… κληρονομικά.

O Χορός των γυναικών που αντικαθιστά εκείνον των γερόντων Περσών του αισχυλικού πρωτοτύπου...

O Χορός των γυναικών που αντικαθιστά εκείνον των γερόντων Περσών του αισχυλικού πρωτοτύπου…

«Δεν έχω κάτι εναντίον αυτής της άποψης».

– Εσείς, προφανώς απενοχοποιημένος απ’ τα εγχώρια κλισέ που συχνά εγκλωβίζουν τους Ελληνες σκηνοθέτες, τι παράσταση στήνετε;

«Η δουλειά μου είναι θέατρο του σώματος, θέατρο εντατικού μινιμαλισμού, θέατρο του χώρου. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι ο ηθοποιός. Ο ηθοποιός που παίζει με τις φτέρνες του και όχι το κεφάλι».

– Στις απόψεις αυτές έχετε επηρεαστεί από τον «δάσκαλό» σας Χάινερ Μίλερ, που επέμενε να βλέπει την τραγωδία σαν μια δραματουργία-μοντάζ;

«Δεν έχω απομακρυνθεί από τον Μίλερ. Είμαι υπό την επήρειά του. Αν και θα ήθελα να είμαι ακόμη περισσότερο επηρεασμένος».

– Γιατί;

«Η γλώσσα του Μίλερ είναι ένας βίαιος κόσμος. Ολη τη ζωή του ασχολήθηκε με το αρχαίο δράμα. Μέσα από τον Μίλερ ανακαλύπτω κι εγώ την αρχαιότητα».

– Ο εμβόλιμος χαρακτήρας του τρελού είναι μια απόπειρα να συνδεθεί η αισχύλεια τραγωδία με τον σύγχρονο κόσμο;

«Οχι, δεν είναι «γέφυρα». Είναι μια αυτόνομη φιγούρα που περιστρέφεται σαν δορυφόρος γύρω από το κείμενο του Αισχύλου και με τον τρόπο του συνιστά στοιχείο αντιπαράθεσης με το «σύστημα». Οι βασιλείς είναι τέρατα κι εδώ. Δεν παίζουν με τερατώδη τρόπο, αλλά είναι τερατώδεις. Ο τρελός δεν προέκυψε επειδή είμαστε πιο έξυπνοι από τον Αισχύλο. Αλλά είναι μια φιγούρα που με απασχολεί πολύ».

– Κάποιοι αντέδρασαν κιόλας μαθαίνοντας ότι μετατρέψατε τον Χορό γερόντων σε κοριτσιών.

«Τους λόγους τούς έχω εξηγήσει χίλιες φορές. Δεν έχω διάθεση να τους επαναλάβω. Αυτοί που είναι αντίθετοι με την πρότασή μας θα πρέπει να τη δουν προηγουμένως για να αποφανθούν τι είναι περιττό και αν «τραυματίζουμε» τον Αισχύλο. Εγώ επιμένω πάντως στη φιγούρα του τρελού και συναισθηματικά. Δεν συμμετέχει στη δράση με έναν άμεσο τρόπο. Είναι αυτόνομο πρόσωπο που προφέρει όσα και οι υπόλοιποι έχουν στον εγκέφαλό τους, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να τα πουν. Γι’ αυτό υπάρχει ο τρελός».

– Μήπως αυτή η εμμονή σας με τον τρελό προκύπτει από το ότι τον αισθάνεστε σαν ένα alter ego σας; Και μέσω αυτού «τρυπώνετε» τελικά κι εσείς στη σκηνή που αγαπάτε;

«Ο τρελός είναι το alter ego όλων μας, είναι το alter ego όλων των ηθοποιών. Κάθε ηθοποιός στην ουσία του ένας σαλτιμπάγκος είναι, ένας γελωτοποιός».

– Γιατί θελήσατε εξαρχής από το σύνολο των έργων του Αισχύλου να ανεβάσετε τους «Πέρσες» και σήμερα να τους επαναλάβετε; Τι είναι αυτό που θέλετε να πείτε με την παράστασή τους;

Μια «μαύρη τρύπα» είναι για τον Ντίμιτερ Γκότσεφ ο Αισχύλος

Μια «μαύρη τρύπα» είναι για τον Ντίμιτερ Γκότσεφ ο Αισχύλος

«Με τους «Πέρσες» θέλω να μιλήσω για τους όλους τους ηττημένους στον πόλεμο. Αυτό είναι κάτι που δίνεται εδώ πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ό,τι συνέβαινε στην παράσταση του Βερολίνου. Στους ηττημένους συμπεριλαμβάνω και όλα τα θύματα της οικονομικής κρίσης και των τραπεζών. Ηθελα να μιλήσω για τις δυναστείες που διοικούν τον κόσμο».

– Θα συνεχίσετε την έρευνά σας πάνω στο αρχαίο δράμα;

«Μετά τους «Πέρσες» θα συνεχίσω με τον «Οιδίποδα», είναι η παράσταση που θα ανεβάσω στη Γερμανία. Δουλεύω πολλά χρόνια το αρχαίο δράμα, δεν σταματώ να ψάχνω. Τα κείμενα αυτά, όπως ο Σέξπιρ και ο Τσέχοφ, είναι κυρίως λόγος. Πρέπει να ανακαλύψεις τη φόρμα που θα αναδειχθεί».

– Το θέατρο είναι για σας κυρίως λόγος;

«Είναι η σχέση ανάμεσα στο σώμα και στον λόγο».

– Σχέση ισότιμη;

«Απόλυτα. Αν και πάντα στο θέατρο ξεκινάς από την αρχή».

– Το θέατρο σας έκανε καλύτερο άνθρωπο;

«Εγώ καλύτερος άνθρωπος; (γέλια). Οχι. Καλύτερος άνθρωπος δεν γίνεσαι μέσα στο θέατρο».

– Θα αντέχατε έξω από αυτό;

«Αδύνατο. Κι εκτός θεάτρου… πρόβα θα έκανα».

– Ποιος ρόλος θα σας ξαναφέρει, μετά τη «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μίλερ, ξανά στη σκηνή;

«Θα ήθελα πολύ, και το έχουμε ήδη συζητήσει, να ξανακάνουμε με τον Μπιρμπίχλερ (σ.σ.: ήταν ο εξαιρετικός Big Daddy στη «Λυσσασμένη γάτα» του Οστερμάγερ) τον «Βασιλιά Λιρ». Η πρώτη παράστασή μας δεν ήταν καλή».

– Θέλετε να κάνετε τον Λιρ;

«Ούτε κατά διάνοια. Τον τρελό θα κάνω, φυσικά!»

– Ζείτε τρεις μήνες την καθημερινότητα της Αθήνας. Σας απασχολεί τι γίνεται σε αυτή την πόλη και τη χώρα;

«Φυσικά , αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει οπουδήποτε και αν βρίσκομαι. Τα «τέρατα», ξέρετε, όπως τα τέρατα της εξουσίας στους «Πέρσες», βρίσκονται παντού».

– Πώς βλέπετε τον ελληνικό τρόπο ζωής;

«Οι Ελληνες έχουν κάτι που μου αρέσει πολύ: μια πολύ καλή… εγκληματική ενέργεια». *

«Ο τρελός χτυπάει το κατεστημένο»

Η Λένα Κιτσοπούλου, ο τρελός των «Περσών», θα σηματοδοτεί την έναρξη της παράστασης των «Περσών» με σκόρπιες λέξεις, μια σιωπή κι έναν αυτοσχεδιασμό.

Η πρώτη λέξη που θα εκφέρει στην αρχαία αργολική Ορχήστρα θα είναι είτε «Πέρσες» είτε «Πόλεμος». «Ο χαρακτήρας είναι σαν ένας κλοσάρ κομπέρ που δίνει το σύνθημα «Αρχίζουμε»», λέει η ηθοποιός, της οποίας το σώμα θα καλύπτει ένα κίτρινο, φαρδύ, γυαλιστερό αδιάβροχο. «Ο Γκότσεφ φωτίζει πτυχές των προσώπων που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Κάποιες στιγμές δίνει στους χαρακτήρες διαστάσεις γκροτέσκου, κωμικού, ακόμη και καρτούν. Ο Χορός μπορεί να έχει πλάκα και να σας κάνει να γελάσετε. Στην παράσταση περιέχεται το κωμικό στο τραγικό και το αντίστροφο».

– Γιατί ο τρελός είναι γυναίκα;

«Ο Γκότσεφ με γνωρίζει χρόνια. Εχουμε συζητήσει πολύ και ξέρουμε ο ένας τις απόψεις του άλλου για το θέατρο και τη ζωή. Προφανώς έκανα γι’ αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο τρελός ερμηνεύει ένα κομμάτι από το τέλος του μονολόγου του Αγγελιαφόρου, που ολοκληρώνει την περιγραφή της καταστροφής των Περσών με ένα: «Αυτή είναι η αλήθεια». Ενα από τα κείμενά του είναι και το απόσπασμα από τα χορικά που λέει: «Ο Ξέρξης φταίει για όλα». Ο Γκότσεφ θέλει να είναι ένα αντιδραστικό στοιχείο στο κατεστημένο. Εξού ο τρελός εκφέρει κείμενα που λένε την αλήθεια».

– Ο τρόπος που ο τρελός εκφέρει αυτά τα κείμενα είναι… νηφάλιος;

«Ο τρόπος είναι εξοργισμένος, είναι και ήρεμος. Αναζητούμε έναν τρόπο διαφορετικό από των υπολοίπων. Είναι ένα πρόσωπο που μπαίνει στη σκηνική δράση για να πει «ξυπνήστε». Γι’ αυτό λέει και ένα απόσπασμα από τον «Φιλοκτήτη» του Μίλερ – κατά πάσα πιθανότητα θα είναι το φινάλε. Το «είναι ψεύτικα όλα. Είναι ψεύτικη η πόλη, δεν υπάρχει τίποτα, δεν πιστεύω τίποτα. Ξεριζώστε τα μάτια σας, άδειες οι κόγχες…».Ολα τα κείμενα τα έχει επιλέξει ο Γκότσεφ για να έχουν ένα ενιαίο νήμα».

– Πώς δουλεύει με τον ηθοποιό;

«Κατ’ αρχάς, έχει μια τρομερή αγάπη για τον ηθοποιό, την οποία πάντα εκφράζει. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες έχουν εγωπάθεια. Ποτέ δεν λένε «ευχαριστώ». Ο Γκότσεφ μάς λέει κάθε μέρα «ευχαριστώ». Δεν επιβάλλει τίποτα, αλλά δέχεται την πρόταση του ηθοποιού με μεγάλη γενναιοδωρία. Σε αφήνει να κάνεις δοκιμές με χιούμορ, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει στην αρχαία τραγωδία, η οποία αντιμετωπίζεται με σοβαροφάνεια. Εγώ δοκίμασα πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν. Βρίζω, γελάω, λέω ανέκδοτα…».

– Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις για τις ανατροπές που φέρει η διδασκαλία του Γκότσεφ;

«Κάποιοι και με το τίποτα μπορεί να πάθουν τρέλα, όπως συνέβη πέρσι με τη «Μήδεια» του Βασίλιεφ. Δεν πιστεύω όμως ότι οι «Πέρσες» είναι μια προκλητική παράσταση. Είναι μια δουλειά, χωρίς εφέ, που βασίζεται απόλυτα στον λόγο και στον ηθοποιό».

* Οι «Πέρσες» ανεβαίνουν σε μετάφραση Ελένης Βαροπούλου. Σκηνικά – κοστούμια: Μαρκ Λάμερτ. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

  • Ο Μιχάλης Μητρούσης επιστρέφει ύστερα από 20 χρόνια στο «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου και ενσαρκώνει τον κεντρικό ρόλο του ματαιόδοξου Αγροικογιάννη στην κωμωδία του Ραγκαβή «Γάμος άνευ νύμφης». Πρεμιέρα αύριο, στο θέατρο «Δόρα Στράτου»

«Ο Ραγκαβής στηλιτεύει τον στείρο μιμητισμό και την ξενομανία, φαινόμενα που δυστυχώς διατρέχουν τη νεοελληνική κουλτούρα μέχρι σήμερα», υποστηρίζει ο Μιχάλης Μητρούσης

«Ο Ραγκαβής στηλιτεύει τον στείρο μιμητισμό και την ξενομανία, φαινόμενα που δυστυχώς διατρέχουν τη νεοελληνική κουλτούρα μέχρι σήμερα», υποστηρίζει ο Μιχάλης Μητρούσης

Οι τραγελαφικές περιπέτειες ενός μεσόκοπου νεόπλουτου επαρχιώτη στην Αθήνα, η προσπάθειά του να εισέλθει στα υψηλά σαλόνια αναζητώντας νύφη με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, θα τον κάνουν εκμεταλλεύσιμο προϊόν ενός ραδιούργου ανθρώπου.

Πρόκειται για την κωμωδία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή «Γάμος άνευ νύμφης» (1843) που θα παρουσιάσει σε καλοκαιρινή περιοδεία το «Αμφιθέατρο» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, με τον Μιχάλη Μητρούση ως ματαιόδοξο Αγροικογιάννη. Η πρεμιέρα θα δοθεί αύριο στο θέατρο «Δόρας Στράτου». Με τον Μιχάλη Μητρούση λοιπόν, που επανέρχεται ύστερα από είκοσι χρόνια στα γνώριμα ύδατα του «Αμφιθεάτρου», η κουβέντα που ακολουθεί.

  • Πώς θα σκιαγραφούσες τον ήρωα που ερμηνεύεις;

«Πλησιάζει πολύ στον Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου. Προσπαθεί κι αυτός να κατακτήσει τη γυναίκα των ονείρων του, μια πρωτευουσιάνα. Εξαιτίας αυτής του της επιθυμίας, πέφτει θύμα απάτης του Υπουλίδη. Δεν είναι τυχαίο το όνομα του ύπουλου Υπουλίδη. Ο Υπουλίδης, από την άλλη, διεκδικεί την ανιψιά του ήρωα που εγώ ενσαρκώνω. Δηλαδή, του Αγροικογιάννη. Ο Αγροικογιάννης είναι άνθρωπος αγροίκος, αμόρφωτος. Το ιδανικό του θα ήταν να γίνει υπάλληλος, πιστεύοντας έτσι ότι θα επιτύχει την κοινωνική καταξίωση. Λέει λοιπόν στον Υπουλίδη: «Ειπέ με, τι να πω; Πώς να κάμω; Πώς θα παρουσιαστώ μπροστά της; Πώς θα την χαιρετήσω; Και πώς θα βγω ασπροπρόσωπος; Δίδαξέ με και σου χαρίζω τη ζωή μου». Αυτά τα ερωτήματα βασανίζουν τον ήρωα σε όλη τη διάρκεια του έργου».

  • Ο συγγραφέας τι σατιρίζει;

«Το έργο πρωτοπαίχτηκε το 1843 μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, που υποχρέωσε τον Οθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα. Ο συγγραφέας εδώ σατιρίζει τις προσπάθειες εξευρωπαϊσμού των λαϊκότερων τάξεων της Αθήνας. Κι αυτό το κάνει με έντονα χιουμοριστική διάθεση και κάνοντας ταυτόχρονα χρήση του γλωσικού ιδιώματος της εποχής».

  • Η ξενομανία, ο μιμητισμός και ό,τι προέρχεται εξ Εσπερίας είναι στοιχεία εμφανή σήμερα στη ζωή και στην τέχνη;

«Δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Είναι πολύ καλό οι άνθρωποι να αντιγράφουμε αλλήλους αλλά πάντα πρέπει να προσθέτουμε την προσωπική μας ματιά. Είναι γνωστό ότι ο νεότερος ελληνικός πολιτισμός έχει συχνά αντλήσει στοιχεία από τη Δύση και τα έχει χρησιμοποιήσει όχι πάντα με δημιουργικό και πρωτότυπο τρόπο. Ο Ραγκαβής στηλιτεύει ουσιαστικά τον στείρο μιμητισμό και την ξενομανία -φαινόμενα που δυστυχώς φαίνεται να διατρέχουν τον ελληνικό τρόπο ζωής και τη νεοελληνική κουλτούρα μέχρι σήμερα».

  • Η καθαρευουσιάνικη γλώσσα ενός λόγιου συγγραφέα δυσκολεύει την παρακολούθηση από τους σημερινούς θεατές; Το ότι δεν παίζεται συχνά είναι κι αυτό ένας λόγος;

«Η εμπειρία μου από το ανέβασμα του έργου του Ροΐδη «Ψυχολογία Συριανού συζύγου», που έπαιξα πριν από λίγα χρόνια στο θέατρο «Χυτήριο», σε ακραιφνή καθαρεύουσα γλώσσα, μου δίνει τη βεβαιότητα ότι η γλώσσα δεν αποτελεί εμπόδιο για την κατανόηση αλλά και την απόλαυση του κειμένου από τους θεατές. Αλλωστε, ο Σπύρος Ευαγγελάτος έχοντας τεράστια εμπειρία στο σκηνικό ζωντάνεμα παλαιότερων και συχνά ξεχασμένων κειμένων με ιδιαιτερότητες στη γλώσσα, γνωρίζει να καθοδηγεί τους ηθοποιούς κατά τέτοιον τρόπο ώστε το κείμενο να φτάνει και στον πιο απλό θεατή με τον πλέον εύληπτο και πειστικό τρόπο. Τώρα, όσο για το γεγονός ότι το έργο αυτό δεν παίζεται συχνά, νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει περισσότερο με κριτήρια και επιλογές μιας εμπορικότητας και όχι μόνο».

  • Ο Ραγκαβής ήταν συγγραφέας λογοτεχνικών, θεατρικών, επιστημονικών έργων, υπουργός Εξωτερικών, πανεπιστημιακός καθηγητής, πρεσβευτής, κ.ά. Πόσο ανάγκη έχουμε τέτοιους ανθρώπους;

«Πιστεύω ότι στη ζωή μας και στην τέχνη δεν μπορούμε να κάνουμε ταυτόχρονα πολλά πράγματα μαζί, γιατί μερικά αναγκαστικά θα είναι μέτρια. Ή παπάς – παπάς ή ζευγάς -ζευγάς. Αλλωστε, σε μια μασχάλη δύο καρπούζια δεν χωρούν».

  • Υστερα από είκοσι χρόνια («Νεφέλες») επιστρέφεις στο «Αμφιθέατρο». Τι μνήμες έχεις απ’ αυτό; Τι το ιδιαίτερο έχει στη σκηνοθετική του τέχνη ο Σπύρος Ευαγγελάτος;

«Ευτύχησα στη θεατρική μου πορεία να ξεκινήσω ουσιαστικά από το «Αμφιθέατρο», το 1976. Επαιξα σε 18 θεατρικά έργα από το παγκόσμιο δραματολόγιο, άγνωστα κείμενα, κλασικά έργα, αρχαία τραγωδία και κωμωδία, Σαίξπηρ κ.ά. Ταξίδεψα με το «Αμφιθέατρο» και πήρα μέρος σε δώδεκα διεθνή φεστιβάλ. Οι μνήμες είναι ανεξάντλητες όπως και οι εμπειρίες. Επιστρέφω με χαρά ύστερα από 20 χρόνια και πιστεύω ότι συνάντησα τον Ευαγγελάτο που γνώριζα και τότε. Εναν σκηνοθέτη που εμπνέει, καθοδηγεί, υποστηρίζει τον ηθοποιό και ταυτόχρονα γνωρίζει να εμβαθύνει στα κείμενα. Γεμάτος φαντασία, οίστρο, χιούμορ και πάθος για το θέατρο, η κάθε πρόβα μαζί του είναι μάθημα, παιχνίδι και απόλαυση».

  • Τι σε χαλάει στους καιρούς μας στα κοινωνικά και καλλιτεχνικά δρώμενα;

«Με χαλάει το δήθεν και το περίπου. Οπως και η ανάγκη κάποιων να προβληθούν χωρίς να διαθέτουν ουσιαστικό έργο και γνήσια αγάπη για την τέχνη τους. Από μερικούς νεότερους -όχι όλους βέβαια- λείπει η υπομονή και η θεατρική αγωγή».

* Ο «Γάμος άνευ νύμφης» θα παρουσιαστεί στη συνέχεια : Στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς (19/8), στο Αττικό Αλσος (26/8), στο Κατράκειο της Νίκαιας (16/9). Τα σκηνικά-κοστούμια είναι του Γιώργου Πάτσα, η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου. Συμπρωταγωνιστούν οι Νικόλας Παπαγιάννης, Σωτήρης Τσακομίδης, Λευτέρης Πολυχρόνης, Μαριάνθη Κυρίου. Συμμετέχει ζωντανά τριμελής ορχήστρα.*

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Τι γίνεται όταν ένας Ανατολίτης, ένας Μωραΐτης, ένας Χιώτης, ένας Κρητικός, ένας Αρβανίτης, ένας Κύπριος κι ένας λογιότατος από την Κω αποφασίζουν να γλεντήσουν για την καταστροφή της αρμάδας του Ιμπραήμ (1827) στη λοκάντα του Χιώτη μισέ Μπαστιά; Της «Βαβυλωνίας»!

«Η "Βαβυλωνία" είναι μια καθαρά πολιτική πράξη», υποστηρίζει ο πρωταγωνιστής Ταξιάρχης Χάνος, στη φωτογραφία με τον Παντελή Δεντάκη (στο ρόλο του επτανήσιου αστυνομικού)

«Η «Βαβυλωνία» είναι μια καθαρά πολιτική πράξη», υποστηρίζει ο πρωταγωνιστής Ταξιάρχης Χάνος, στη φωτογραφία με τον Παντελή Δεντάκη (στο ρόλο του επτανήσιου αστυνομικού)

Αν στους χαρακτήρες βάλουμε τα ονόματα των οικείων μας μαζί με τα δικά μας ή ακόμη τα ονόματα γνωστών πολιτικών, αν τον Ανατολίτη τον κάνουμε Ρωσοπόντιο και τον Αρβανίτη Αλβανό, ε, τότε το αγέραστο θεατρικό έργο του Βυζάντιου, μια ανατομία της εκ φύσεως ανθρώπινης ασυνεννοησίας, μας αφορά όπως στην εποχή που γράφτηκε (1835).

Εξ ου και «συστρατεύτηκαν» για τη θερινή αναβίωσή του το Εθνικό Θέατρο, το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών και το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής, με ένα δυνατό θίασο (από τον Ταξιάρχο Χάνο ώς τον Παντελή Δεντάκη και τον Κώστα Βασαρδάνη), σε συν-σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη και Τάσου Ράτζου. Μετά από μια περιοδεία «ενθουσιώδους αποδοχής» στη Βόρειο Ελλάδα, απόψε η «Βαβυλωνία» κατηφορίζει στο Θέατρο Ρεματιάς κι αύριο στο Αττικό Αλσος. Επονται το Θέατρο Πέτρας στην Πετρούπολη (22/7) και το Κηποθέατρο Παπάγου (23/7) κ.ο.κ.

«Μαζί μιλούμε και… χώρια καταλαβαίνουμε». Η σύγχυση και το κομφούζιο που κυριαρχεί στον νεοελληνικό βίο, το σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος, υπήρξαν τα συστατικά «εκκίνησης» των δύο σκηνοθετών. Τα ενστερνίζεται απόλυτα ένας εκ των πρωταγωνιστών, ο Ταξιάρχης Χάνος (Ανατολίτης).

«Το έργο του Βυζάντιου, λαϊκό και καθαρό, ενώ γράφτηκε γύρω στο 1835, ζει απόλυτα και σήμερα», υποστηρίζει ο καλός ηθοποιός. «Η ασυνεννοησία, η… Βαβυλωνία, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει μέσα μας».

Και όχι και στον πολιτικό μας βίο; «Και η πολιτική μας κακό θέατρο είναι. Μια Βαβυλωνία είναι», πρεσβεύει ο Χάνος. «Δείτε τι γίνεται στον Συνασπισμό. Δεν έχει καταλάβει ο κόσμος τον λόγο αυτής της ασυνεννοησίας τους! Τα ίδια δεν συμβαίνουν, όμως, και στη Ν.Δ. και στο ΠΑΣΟΚ;».

Η παράσταση των Γκόνη-Ράτζου ξεκινά και τελειώνει με το «Babylon» του Μανού Τσάο. Διάλεξε τη σύγχρονη αισθητική («τα κοστούμια είναι λίγο άχρονα και δεν είναι φουστανέλλες»), γιατί δεν θέλει τους χαρακτήρες να είναι γραφικοί αλλά… τωρινοί. «Δεν λέω σύγχρονοι ή μοντέρνοι», προσθέτει ο ηθοποιός, «αλλά όλοι μας είμαστε… εμείς. Κι εγώ δεν προσποιούμαι κανέναν Ανατολίτη. Ούτε αναπαράγουμε μια εποχή. Αλλωστε το μεταναστευτικό ζήτημα κάνει πολύ σύγχρονο το κείμενο του 1830. Είμαστε κι εμείς μετανάστες στην ίδια μας τη χώρα. Ο Ρωσοπόντιος στη Ρωσία είναι Ελληνας, εδώ είναι Ρώσος. Παντού ξένος. Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τα πράγματα στην παράσταση, χωρίς να ηθικολογεί».

  • Αισθάνεστε ότι είμαστε ως λαός ρατσιστές;

«Από την εποχή που έπαιζα στον «Εβρο απέναντι» των Ρέππα – Παπαθανασίου τον Κούρδο και με είχαν ξαναρωτήσει το ίδιο πράγμα ακριβώς, πιστεύω ότι είμαστε ρατσιστές όλοι οι άνθρωποι. Η φύση του ανθρώπου είναι ρατσιστική. Κατά καιρούς, σύμφωνα με τα συμφέροντά μας, φερόμαστε αναλόγως. Οσο μας δουλεύει ο Αλβανός, είναι καλά. Μόλις τελειώσει, φωνάζουμε την Αστυνομία να τον μαζέψει! Ρατσιστές, όμως, είναι μεταξύ τους και οι διαφορετικές γενιές μεταναστών. Η πρώτη γενιά με τη δεύτερη. Από εκεί και πέρα, είναι φυσικό μια ομάδα που την έχεις στο περιθώριο να εξωθείται στην παραβατικότητα και να δημιουργούνται «τρίγωνα της αμαρτίας», όπως αυτό στο κέντρο της Αθήνας. Σημασία έχει τι κάνουμε εμείς οι βολεμένοι».

  • Που όμως, λόγω της κρίσης, πρέπει να ξεβολευτούμε.

«Οταν πριν από κάποιο καιρό ο δείκτης του Χρηματιστηρίου ανέβαινε, ο ελληνικός λαός ζούσε σε μια πρωτοφανή ευεξία ευμάρειας και πλούτου. Τώρα ζούμε τη μόδα της κρίσης».

  • Είναι «φούσκα» η κρίση που ζούμε;

«Οπως ήταν και τότε που όλοι με τα κινητά πουλάγαν και αγόραζαν μετοχές από τις παραλίες. Βολεύουν το σύστημα τα πάνω και τα κάτω. Αλλά αντικειμενικά είμαστε όλοι νεόπτωχοι».

  • Ενας ηθοποιός είναι κάπως ανένταχτος ωστόσο;

«Και οι ηθοποιοί στην ίδια κοινωνία ζούμε. Το θέατρο το έχει αγγίξει η κρίση πάρα πολύ. Αλλά δεν μπορούν και να βγαίνουν κάθε χρόνο 800 νέοι ηθοποιοί. Υπάρχει μια «υπερπαραγωγή». Εχουμε αρχίσει να κάνουμε θέατρο για ψυχαναλυτικούς και θεραπευτικούς λόγους. Το μόνο που μας απομένει είναι να θέτουμε μέσα από αυτό ερωτήματα. Αυτό κάνει και η «Βαβυλωνία». Και είναι μια καθαρά πολιτική πράξη». *

info:

**Πρόλογος-επεξεργασία κειμένου: Θόδωρος Γρηγοριάδης. Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Στρούλια. Σύνθεση τραγουδιών: Γιώργος Ανδρέου. Μουσική παράστασης: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης. Παίζουν: Ταξ. Χάνος, Παντελής Δεντάκης, Κώστας Βασαρδάνης, Θάνος Δόβρης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Νίκος Τουρνάκης, Αρης Τσαμαπαλίκας, Στράτος Παυλίδης, Θύμιος Κούκιος κ.ά.

Οι τελευταίες παραστάσεις θα δοθούν τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα, σε σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009
  • Η Λυδία Κονιόρδου συνεργάζεται ακόμη μια φορά με τον Κώστα Τσιάνο. Κρατώντας, μάλιστα, στις «Χοηφόρες» του Αισχύλου διπλό ρόλο. Και πιστεύει πως αυτή η παράστασή τους είναι η πιο περιεκτική, τολμηρή και ολοκληρωμένη

«Δεν με αφορούν οι τίτλοι ούτε τα συγκριτικά επίθετα», λέει η αντιπροσω-πευτικότερη τραγωδός των τελευταίων χρόνων. «Ολοι μας κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε»

«Δεν με αφορούν οι τίτλοι ούτε τα συγκριτικά επίθετα», λέει η αντιπροσω-πευτικότερη τραγωδός των τελευταίων χρόνων. «Ολοι μας κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε»

Δεινή κολυμβήτρια στα σκοτεινά ύδατα της αρχαίας τραγωδίας, η Λυδία Κονιόρδου δίνει… διπλό «παρών» στις «Χοηφόρες» του Αισχύλου, που παρουσιάζει σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας. Ερμηνεύει την Ηλέκτρα και την Κλυταιμνήστρα σ’ ένα έργο που γνωρίζει καλά (πριν από δεκαεπτά χρόνια είχε ξαναπαίξει σ’ αυτό πάλι με το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, πάλι σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου).

Με αφορμή τις δύο πρώτες εμφανίσεις του Θεσσαλικού Θεάτρου στην Αθήνα (την Πέμπτη στο θέατρο «Ρεματιά» στο Χαλάνδρι, και στις 2 Αυγούστου στο Αττικό Αλσος) έγινε η συζήτηση μαζί της. Σ’ αυτήν, η Κονιόρδου ξεκάθαρα λέει πως το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο οποίο ήταν καλλιτεχνική διευθύντρια αποτελεί πλέον παρελθόν.

  • Στις «Χοηφόρες» ερμηνεύετε και την Ηλέκτρα και την Κλυταιμνήστρα; Γιατί αυτή η «διπροσωπία»;

«Το πέρασμα από τον ένα ρόλο στον άλλο μού το ζήτησε ο σκηνοθέτης σαν στοιχείο μη ταύτισης του ηθοποιού με τον ρόλο, όπως γίνεται στο ψυχολογικό θέατρο, αλλά συμμετοχής σε ένα υπερβατικό θεατρικό δρώμενο που συνδυάζει τον λόγο, το μέλος και την όρχηση. Είναι η άποψή του για το αρχαίο δράμα, με την οποία συμφωνώ απολύτως. Αλλωστε στην παράσταση και άλλοι ηθοποιοί συμμετέχουν με διπλούς ρόλους, είτε σαν μουσικοί είτε σαν ηθοποιοί είτε σαν μέλη του χορού και πρόσωπα του έργου. Ας θυμηθούμε ότι και στην αρχαιότητα οι ίδιοι τρεις ηθοποιοί έπαιζαν όλους τους ρόλους».

  • Τι χαρακτηρίζει την καθεμία ηρωίδα;

«Το κάθε πρόσωπο είναι ταυτόχρονα και ίδιο και αντίθετο, όπως άλλωστε οι περισσότεροι ρόλοι που συγκρούονται στο αρχαίο δράμα. Στο δίπτυχο αυτό αναπτύσσονται σκηνικά δύο αντίθετες δυναμικές που θα μπορούσαν να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο και να κινητοποιούν εσωτερικές αντιθέσεις. Το κλειδί της αντιθετικότητας χαρακτηρίζει το αρχαίο δράμα. Χωρίς αυτό εγκλωβίζεται κανείς σε αδιέξοδες αντιφάσεις ή σε υπεραπλουστεύσεις μονοδιάστατες».

  • Η εκδίκηση για την πατροκτονία είναι το κυρίαρχο μοτίβο στο έργο, και μάλιστα με την επίκληση-αρωγή των θεών. Ποια έννοια δικαίου εξωραΐζει αυτή την πράξη;

«Το έργο ανήκει στην τριλογία της «Ορέστειας», όπου εκτός των άλλων θεμάτων αναπτύσσεται το πέρασμα του πολιτισμού από τον νόμο του αίματος και της εκδίκησης, τη βεντέτα, στο νόμο του δικαίου που απονέμεται θεσμικά από το σώμα της ίδιας της κοινωνίας και όχι ατομικά, με την ίδρυση του Αρείου Πάγου. Η τραγωδία δεν ασχολείται με την ηθική των πράξεων, αλλά με τις πράξεις αυτές καθαυτές, αποκαλύπτοντας τα αίτια που τις γεννούν και το τίμημά τους».

  • Οι «Χοηφόρες» είναι η τρίτη συνεργασία σας με τον Κώστα Τσιάνο στο αρχαίο δράμα (προηγήθηκαν «Ηλέκτρα» και «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη, πάλι με το Θεσσαλικό Θέατρο-ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας). Εχει κάτι το διαφορετικό το τωρινό ανέβασμα; Τι εκτιμάτε στη συνεργασία μαζί του;

«Πάντα πίστευα ότι αυτή η τρίτη σκηνοθετική προσέγγισή του στο αρχαίο δράμα ήταν η πιο περιεκτική, τολμηρή και ολοκληρωμένη. Ηταν κοινή μας επιθυμία εδώ και χρόνια να την ξαναϋπηρετήσουμε και με περισσότερο χρόνο να ξαναδουλευτούν, πλέον πιο συνειδητά κάποια στοιχεία που ενδεχομένως τότε να μην πρόλαβαν να γίνουν. Νομίζω ότι είναι μια σημαντική κατάθεση στην έρευνα για τη σκηνική προσέγγιση του ποιητικού μη ψυχολογικού θεάτρου, που είναι το αρχαίο δράμα. Αναμετριέται με όλα τα συστατικά του στοιχεία με τρόπο ρωμαλέο και εντελώς σύγχρονα αφαιρετικό, ενώ ταυτόχρονα συντηρεί τη σύνδεση με τον παραδοσιακό μας πλούτο, που έχει διατηρήσει τις αρχαίες μνήμες μέσα στους αιώνες. Αυτό το στοιχείο το κατέχει πολύ καλά ο Τσιάνος, το φέρει ο ίδιος σαν ήθος και τρόπο σκηνικό και το μεταδίδει με απλό και θεατρικό τρόπο στους ηθοποιούς και θεατές. Εχει αναπτύξει εμπειρικά και συνειδητά μια σκηνική μέθοδο που υπηρετεί το μη ψυχολογικό θέατρο, πράγμα πολύτιμο για τους ανθρώπους του θεάτρου. Ακόμα δημιουργεί γύρω απλές και ανθρώπινες συνθήκες συνεργασίας με αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμό, χωρίς υπεροψία».

  • Τι διαφορά έχει η Ηλέκτρα του Αισχύλου μ’ αυτή του Ευριπίδη, μιας και έχετε υποδυθεί και τις δύο;

«Η Ηλέκτρα του Αισχύλου είναι πιο κοντά στο αρχέτυπο, ενώ του Ευριπίδη έχει απομακρυνθεί από αυτό το εκτυφλωτικό φως, που σβήνει τις λεπτομέρειες κι έτσι μπορεί και αναπτύσσει τις πτυχώσεις του ρόλου, το φως και τη σκιά του με μεγαλύτερη ακρίβεια, γεγονός που δεν ενδιαφέρει καθόλου τον Αισχύλο. Τα πρόσωπα του Αισχύλου υπάρχουν μόνο για να υπηρετούν τον μύθο του έργου, ενώ στον Ευριπίδη αρχίζουν και αναπτύσσουν και τη δική τους διαδρομή».

  • Εχετε καταγραφεί ως η αντιπροσωπευτικότερη ηθοποιός αρχαίου δράματος εδώ κι αρκετά χρόνια. Είναι βαρύς ο τίτλος; Τι αποθέματα και τι κουράγια χρειάζονται για ν’ αντεπεξέλθετε σ’ αυτή τη διαδρομή;

«Δεν με αφορούν οι τίτλοι ούτε τα συγκριτικά επίθετα. Ολοι μας κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε, με ό,τι μας δόθηκε και σε ό,τι ταχθήκαμε. Τα υπόλοιπα έχουν τον κίνδυνο να μετατρέψουν την προσφορά του καθενός πολύτιμη, ακόμα και αν είναι σεμνή και μικρή, σε ένα ριάλιτι για το ποιος είναι ο καλύτερος ή αντιπροσωπευτικότερος. Κανένα βάρος λοιπόν. Θα ήθελα μόνο να παραμείνω στην ελαφράδα που δίνει η ελευθερία του πνεύματος και να μπορώ να διακρίνω τη μικρή ζωντανή φλόγα του φωτός που μου δείχνει τον δρόμο.

Εχω μόνο ένα μεράκι: να μεταδώσω στα πιο νέα παιδιά ό,τι έχω μάθει και ό,τι αξίζει να διασωθεί από τους παλιούς δασκάλους, έτσι ώστε να προχωρήσουν το θέατρο και να μη χάνουν ενέργεια και χρόνο ανακαλύπτοντας διαρκώς την πυρίτιδα και νομίζοντας ότι πρωτοτυπούν. Από την άλλη όμως ξέρω καλά ότι η εποχή από μόνη της θα επιλέξει τι θα διασώσει και τι όχι».

**Μετάφραση και χορογραφία Κώστα Τσιάνου, κοστούμια Ιωάννας Παπαντωνίου, μουσική Διονύση Τσακνή. Παίζουν οι Νίκος Ψαρράς (Ορέστης), Ελένη Ουζουνίδου (Τροφός), Θανάσης Χαλκιάς (Οικέτης), Γιώργος Στάμος (Αίγισθος). Συμμετέχει 15μελής Χορός.

Γιατί έφυγα από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

  • Το μέλλον σας στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας;

«Η μετά πολλών εμποδίων θητεία μου στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας έχει ήδη λήξει από την Κυριακή των Βαΐων. Θα είχε λήξει νωρίτερα αν δεν είχα δεσμευτεί προς τους καλλιτέχνες συνεργάτες του θεάτρου. Ενδεικτικά να πω ότι λόγω της μεταβατικής περιόδου των ΔΗΠΕΘΕ, όσον αφορά τον σχεδιασμό του υπουργείου Πολιτισμού, η θητεία μου μέσα στον ενάμιση χρόνο έληξε τρεις φορές. Γεγονός που είναι ανέκδοτο, αν σκεφτεί κανείς τον χρόνο που χρειάζεται για έναν έγκαιρο προγραμματισμό. Ωστόσο, επειδή δεν μου αρέσει να καταθέτω εύκολα τα όπλα μπροστά στις δυσκολίες, σαν ύστατη προσπάθεια να βοηθήσω το Θέατρο της Πάτρας και το θεσμό των ΔΗΠΕΘΕ, κατέθεσα στη δημοτική αρχή μια σειρά προτάσεων για την εξυγίανση του θεάτρου, ανεξάρτητα από το ποιος θα συνέχιζε στη διεύθυνση. Αλλωστε, η αντιμετώπιση από την τοπική αρχή των βασικών προβλημάτων του θεάτρου που αφορούν την έλλειψη κτιριακής υποδομής, το χρονίζον παλαιό χρέος και την ορθολογική απασχόληση των μόνιμα εργαζομένων, ήταν για μένα όρος για να συνεχίσω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Δεν υπήρξε ποτέ καμιά απάντηση ούτε σε μένα ούτε στους πολίτες της Πάτρας».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009