Αρχείο για 14 Ιουνίου, 2009

ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟΣ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΟΣ ΩΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ, ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟΣ ΩΣ ΣΥΝ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΕΙΧΕ ΑΝΕΒΑΣΕΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΤΟΛΜΗΡΟ «SΗΟΡΡΙΝG ΑΝD FUCΚΙΝG» ΚΑΙ ΒΡΑΒΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΠΟΛΕΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ «ΜΑΚΒΕΘ» ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΙ. ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, ΜΕ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ, Ο ΘΩΜΑΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ ΣΠΟΥΔΑΣΕ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ, ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ, ΥΠΗΡΞΕ ΚΟΜΒΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΧΟΥΒΑΡΔΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΞΕΧΩΡΙΣΕ ΩΣ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΛΚΗΣΤΗ» ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
Φωτογραφία
Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Τα χαμογελαστά πρόσωπα των αγαπημένων μου προσώπων.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Το να πιω ένα πρωινό τσάι ή έναν καφέ με ωραία παρέα.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Χθες στη δουλειά μου.
Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σαςείναι;
Ότι σκέφτομαι πολύ, συχνά αμφιταλαντεύομαι και τελικά παίρνω αποφάσεις από ένστικτο.
Το βασικό ελάττωμά σας;
Ότι σκέφτομαι πολύ, συχνά αμφιταλαντεύομαι και όταν πάρω μια απόφαση, αναρωτιέμαι αν έπρεπε να ακούσω το ένστικτό μου.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα ανθρώπινα.
Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Σήμερα το μεσημέρι.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με ανωνύμους που δεν έμεινε τίποτε από αυτούς στην Ιστορία κι όμως όταν ζούσαν, πιθανότατα πίστευαν έστω και για μια στιγμή ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να άφησαν τεράστιας σημασίας έργο (π.χ. ο εφευρέτης του τροχού, οι αρχιτέκτονες γοτθικών ναών, οι ποιητές δημοτικών τραγουδιών) κάποιοι απολύτως τίποτε, κάποιοι έζησαν καλές ζωές, κάποιοι πολύ δύσκολες και είναι αρκετοί απ΄ αυτούς που τα γονίδιά τους με κάνουν αυτό που είμαι αυτήν τη στιγμή. μεγαλόψυχοι και οι διακριτικοί.
Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Η πρώτη φορά που αντίκρυσα την έρημο. Η τέλεια σιωπή.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Ο Φλομπέρ, ο Τσέχωφ ο Προυστ, η Βιρτζίνια Γούλφ.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Την ειλικρίνεια.
… Και σε μια γυναίκα;
Την καλοσύνη.
Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Ντεμπισί.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Έχω ανεξάντλητο ρεπερτόριο.
Το βιβλίο που σας σημάδεψε (στο γαλλικό ερωτηματολόγιο προσδιορίζεται ως βιβλίοκαλτ);
Ο Ροβινσώνας Κρούσος. Στα επτά μου (ή μήπως οι Τρεις Σωματοφύλακες; Αμφιταλαντεύομαι).
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ντα Βίντσι, Βερμέερ, Καντίνσκι, Πικάσο.
Το αγαπημένο σας χρώμα;
Ας πούμε… το κίτρινο του κρόκου (από σκούρο αυγό παρακαλώ).
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Ότι δεν με απασχολεί πλέον ποια είναι η μεγαλύτερη επιτυχία μου.
Το αγαπημένο σας ποτό;
Τo κρασί και ειδικά η σαμπάνια.

Φωτογραφία

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην εμβληματική ταινία του Φελίνι (1963)
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Για το ότι πέρασα πολλά χρόνια απαιτώντας πάρα πολλά από μένα και τους γύρω μου.
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Τη δολιότητα.
Όταν δεν σκηνοθετείτε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να ακούω και να παίζω μουσική.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Η παρεξήγηση και ο αποχωρισμός.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Όταν η αλήθεια δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτε, κανέναν.
Ποιο είναι το μότο σας;
Μπορώ να συζητήσω για τα Πάντα (και για τα Κοάλα).
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Χωρίς εκκρεμότητες, ήσυχα.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Εάν ο ίδιος αμφέβαλε ποτέ για το αν υπάρχει η όχι και πώς το ξεπέρασε αυτό- αν βέβαια το ξεπέρασε ποτέ.
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Αναζήτησης.
Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Οι τρυφεροί, οι
  • Δύσκολα βρίσκεις Ελληνα θεατράνθρωπο με τη ρητορική και διαλεκτική δεινότητα του Βασίλη Παπαβασιλείου. Ακόμη πιο δύσκολα μπορείς να βρεις συγκλονιστικότερο ερμηνευτή της «Ελένης» από την «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου.

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την πρώτη παράσταση, ο Βασίλης Παπαβασιλείου ξανασυναντάει το ποιητικό κείμενο επί σκηνής, με τη διπλή ιδιότητα ερμηνευτή-σκηνοθέτη. Η πανελλαδική περιοδεία του ξεκινάει αύριο στο Θέατρο Βράχων (Φεστιβάλ Υμηττού).

  • Η «Τέταρτη διάσταση» θεατρικά τείνει να γίνει της μόδας φέτος, που διανύουμε το έτος Ρίτσου.

«Φαίνεται ότι με αυτό το κομμάτι του έργου του έχουμε «ανοιχτούς» λογαριασμούς. Και θα συνεχίσουμε να έχουμε. Η «Τέταρτη διάσταση» έχει το ιδιάζον στοιχείο της παρουσίας του θεάτρου – μην ξεχνάμε ότι ο Ρίτσος ήξερε το σανίδι βιωματικά. Το είχε πατήσει ως ηθοποιός και ως χορευτής».

  • Γιατί επανέρχεστε στην «Ελένη»; Υπήρχε κάποια «εκκρεμότητα»;

«Πιστεύω ότι ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής, με την οποία δεν ξεμπερδεύεις εύκολα. Είναι μια ανάσα που αγκαλιάζει την ολότητα του κόσμου. Στην «Ελένη» βλέπεις στην ίδια αγκαλιά τα μεγάλα ονόματα και τα εφήμερα πράγματα. Και από τη σύγκριση αυτή, το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι αν υπάρχει νικητής αυτός είναι τα εφήμερα. Επειτα υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Στον κλειστό χώρο η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο πριμοδοτεί το πρόσωπο. Στον ανοικτό, όπου τώρα δοκιμάζεται η «Ελένη», καλείται το πρόσωπο να λειτουργήσει υπέρ της υπόθεσης που λέγεται γλώσσα, υπέρ της κίνησης και του κυματισμού της».

  • Το κείμενο σήμερα απευθύνεται εύκολα στον θεατή;

«Ναι. Γιατί υπάρχει η ομοιοπαθητική δύναμη της γλώσσας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος σώζεται από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το επιτελεί κατεξοχήν η μεγάλη ποίηση, σαν την «Ελένη». Μπορεί να απευθυνθεί λοιπόν ακόμη και σε εποχές που η γλώσσα χρησιμοποιείται ως εργαλείο επικοινωνίας, εξυπηρετώντας σκοπούς πρακτικής σκοπιμότητας -βλέπε debate πολιτικών αρχηγών. Το στοίχημα που σήμερα δίνουμε πάνω στη δυνατότητα της γλώσσας είναι να παραγάγει, πέρα από μηνύματα, ενεργήματα συγκίνησης».

  • Στο debate οι πολιτικοί αρχηγοί πώς χειρίστηκαν την ελληνική γλώσσα; Σας ικανοποποίησαν;

«Είναι πολύ καλύτεροι απ’ ό,τι φάνηκαν. Φρόντισαν οι ίδιοι να οργανώσουν ένα τεχνητό περιβάλλον, ένα απεχθές «θερμοκήπιο», μέσα στο οποίο αδίκησαν συλλήβδην τους εαυτούς τους. Ξέρετε ποιο είναι κατά τη γνώμη μου το κλειδί; Ο φόβος του λάθους. Ακούστηκε μετά ότι όλος αυτός ο περιορισμός έγινε εν ονόματι της αποφυγής των λαθών. Δεν δέχομαι ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι έτσι, νεκροί. Είναι τερατώδες!».

  • Δεν ήταν τερατώδες που είστε πολίτης μιας χώρας, η οποία τα τελευταία χρόνια κλυδωνιζόταν ασταμάτητα από σκάνδαλα;

«Το χειρότερο απ’ όλα στην υπόθεση των σκανδάλων, πέρα από το αντικειμενικό υλικό στοιχείο της κλοπής χρημάτων και της εθνικής «λεηλασίας», είναι η πτώχευση της ζωής των πολιτών. Οταν δημιουργείται μια ατμόσφαιρα, που θέλει τα σκάνδαλα να υπάρχουν και να μένουν εσαεί ατιμώρητα, τότε αφυπνίζεται στον καθένα μας ένας μικρός εισαγγελέας, που είναι έτοιμος να εκφέρει κρίση προτού κατανοήσει. Το πραγματικά εξωφρενικό, όμως, είναι το στοιχείο που κάνει τον πολιτικό να παραπέμπει σε ό,τι αφορά τη διάπραξη αδικημάτων στον υφιστάμενό του. Είναι σαν να λένε οι πολιτικοί μας: «Είμαστε βασιλιάδες χωρίς βασίλειο». Οτι το βασίλειο της Δανιμαρκίας είναι σάπιο, αλλά αυτό αφορά μόνο τα εκτελεστικά όργανα της διοίκησης».

  • Υπάρχει πολύ μεγάλη γκρίνια για το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού. Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, είστε ικανοποιημένος με το έργο του;

«Αν αυτά τα δύο χρόνια λάβω υπόψη μου την αντικειμενική ελληνική πραγματικότητα, όπου αλλάζει ένας υπουργός και έρχονται τα πάνω κάτω, ένας γενικός γραμματέας πέφτει απ’ το μπαλκόνι και παγώνει η ζωή ενός υπουργείου για πέντε μήνες, είμαι ικανοποιημένος. Αυτό με το οποίο επιφορτίζεται από τον νόμο είναι η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής για το θέατρο και τον χορό. Ελπίζω μέχρι το φθινόπωρο να έχει δώσει μια πλατφόρμα στη δημοσιότητα. Θα πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα πράγματα σαν φυσικά φαινόμενα. Δεν είναι δυνατό να αποδέχεται κανείς ότι ο Θεός «βρέχει» κάθε χρόνο 700 ηθοποιούς, 800 καθηγητές υποκριτικής και 450 θέατρα! Θα διατυπωθούν απόψεις πάνω σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή στο μέλλον του θεάτρου και του χορού. Είναι εξίσου σημαντικό με το αν κάποιος πήρε 45 ή 42 χιλιάδες ευρώ επιχορήγηση». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009
  • Πάνε οι ωραίες εποχές που ο διεθνής Ιάπωνας σκηνοθέτης Ταντάσι Σουζούκι έκανε θερινούς «περιπάτους» στους Δελφούς παρέα με τον φίλο και συνάδελφό του Θόδωρο Τερζόπουλο.

Σκηνή από την «Ηλέκτρα» του Σουζούκι. «Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άρρωστη» πιστεύει ο σκηνοθέτης. Γι' αυτό και τοποθετεί συχνά τις παραστάσεις του σε νοσοκομείο

Σκηνή από την «Ηλέκτρα» του Σουζούκι. «Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άρρωστη» πιστεύει ο σκηνοθέτης. Γι’ αυτό και τοποθετεί συχνά τις παραστάσεις του σε νοσοκομείο

Τότε που παρουσίαζε στον Ομφαλό της Γης τις πρωτόφαντες, τελετουργικές «Τρωάδες» του. Κι αργότερα την μπολιασμένη στη μακραίωνη παράδοση του γιαπωνέζικου Θεάτρου Νο και του Καμπούκι «Κλυταιμνήστρα» και τον απογειωτικά φορμαλιστικό «Διόνυσό» του.

Η δυνατή, όμως, σχέση των δύο ανδρών, που έριξαν το 1995 στη δελφική γη τον σπόρο της μακροημερεύουσας υπόθεσης που λέγεται «Θεατρική Ολυμπιάδα», φέρνει ξανά τον κορυφαίο Ιάπωνα δημιουργό στην Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά τον επιδαυρικό «Οιδίποδά» του. Στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας της, η ομάδα Suzuki Company of Toga κάνει μια αναπάντεχη στάση στην Αθήνα. Την Κυριακή θα παρουσιάσει στο θέατρο «Αττις» την παράδοξη εκδοχή της πάνω στην «Ηλέκτρα», μίξη του πρώτου μέρους της ευριπίδειας τραγωδίας με το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερα του Χόφμανσταλ. Παράδοξη, γιατί ο Σουζούκι την τοποθετεί σε φρενοκομείο. Ο θίασος των 12 Ιαπώνων και Κορεατών ηθοποιών (Ηλέκτρα η Κορεάτισσα Γιου Τζέονγκ Μπιούν) είναι μοιρασμένος μεταξύ τροφίμων και… νοσοκόμων.

  • Η αρχαία τραγωδία αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στη δουλειά σας. Γιατί; Τι ακριβώς ανακαλύπτετε στα κείμενα των Ελλήνων τραγικών;

«Οι αρχαίοι Ελληνες τραγικοί κατόρθωσαν, σε αντίθεση με την ψυχολογία και τους μεταμοντέρνους δραματουργούς, τη «βαθύτερη» θεώρηση της ανθρώπινης εμπειρίας, εστιάζοντας στη δράση και στη σκέψη ταυτόχρονα. Τα κείμενά τους είναι συγκλονιστικά στον τρόπο που διερευνούν τη συγκρούση μεταξύ των ατόμων και της ομάδας».

  • Από τους τραγικούς προτιμάτε τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή. Δεν έχετε ασχοληθεί με τον Αισχύλο. Γιατί;

«Από όλους προτιμώ τον Ευριπίδη, γιατί είναι ο πλέον πεσιμιστής».

  • Αυτό εξηγεί γιατί δεν αγαπάτε την αττική κωμωδία;

«Χρησιμοποίησα τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Οι τραγωδίες "δούλεψαν" ως ατζέντης μου», λέει ο Ταντάσι Σουζούκι

«Χρησιμοποίησα τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Οι τραγωδίες «δούλεψαν» ως ατζέντης μου», λέει ο Ταντάσι Σουζούκι

«Δεν είναι ότι δεν με ενδιαφέρει το συγκεκριμένο είδος. Αλλά ότι στις μέρες μας ο κόσμος διάγει μια εξαιρετικά τραγική φάση. Δεν του ταιριάζει η κωμωδία».

  • Η αρχαία τραγωδία έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπετε τη ζωή και την τέχνη του θεάτρου;

«Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. «Χρησιμοποίησα» τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Ως εκ τούτου οι τραγωδίες «δούλεψαν» ως ατζέντης ή εκπρόσωπός μου».

  • Τι σας εμπνέει πίσω από τη «προσωπική θεώρησή» σας;

«Η θαυμαστή φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε αυτή εμφανίζεται στη λογοτεχνία είτε στην αληθινή ζωή. Η έμπνευσή μου απορρέει από τον βαθύ σεβασμό για τον άνθρωπο».

  • Στη δουλειά σας συνδυάζετε την ελληνική με την ιαπωνική παράδοση. Ποια είναι τα σημεία συνάντησης των δύο πολιτισμών;

«Για να είσαι σε θέση να παρουσιάσεις την αρχαία ελληνική τραγωδία απαιτείται ένα «σούπερ καθημερινό» στιλ. Σε αντίθεση με πολλές εμπορικές παραγωγές του «σαλονιού», που οι ηθοποιοί κάθονται σε καναπέδες και κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, τόσο το αρχαίο ελληνικό θέατρο όσο και εγώ στις παραστάσεις μου «χρησιμοποιούμε» τους ηθοποιούς σωματικά, στο βαθμό που μετά βίας έχουν την ενέργεια να αντέξουν 80 με 90 λεπτά παράστασης. Η μέθοδός μου προϋποθέτει αυστηρότατη εκπαίδευση. Οι ηθοποιοί «συναντώνται» έτσι με τους επαγγελματίες αθλητές».

  • Στην αρχαιότητα υπήρχε τέτοια ενεργειακή «επιταγή»;

«Οι ηθοποιοί έπρεπε να «γεμίσουν» ένα αμφιθέατρο με χιλιάδες θεατές. Αυτό προϋπέθετε ασύλληπτο φωνητικό και σωματικό «όργανο», εκτός από ενέργεια. Το επιτύγχαναν μέσω του τριγώνου που δημιουργούνταν μεταξύ ηθοποιών, κοινού και θεού -στο κέντρο των κερκίδων σας υπήρχε η θέση του ιερέα του Διονύσου».

  • Η δική σας δουλειά σε ποιο σημείο συνδέεται με αυτό το «τρίγωνο»;

«Εκμεταλλεύτηκα τη σύμβαση του τριγώνου σε μεγάλο βαθμό. Απαντάται, άλλωστε, και στην παράδοση του θεάτρου Νο. Στο Νο οι ηθοποιοί καθοδηγούν την ενέργειά τους πέρα από τη θέση των θεών, δημιουργώντας ένα παρεμφερές με το αρχαιοελληνικό θεϊκό τρίγωνο ή κύκλο. Οι υπόλοιπες ομοιότητες αρχαίας τραγωδίας και ιαπωνικής θεατρικής παράδοσης αφορούν περισσότερο τη δομή ή τη σκηνοθεσία. Η δουλειά μου δομικά ακολουθεί την παράδοση του ιαπωνικού θεάτρου. Διακρίνω ως σκηνικά συστατικά τον μουσικό, τον κινούμενο ερμηνευτή και τον ομιλούντα ερμηνευτή. Υπάρχει ένας Χορός που εκφέρει το κείμενο του πρωταγωνιστή, ο οποίος κατά κύριο λόγο χορεύει την ώρα που οι μουσικοί τον συνοδεύουν».

  • Στην «Ηλέκτρα» ο Χορός ποια λειτουργία εκπληρώνει ;

«Εκφράζει τη βαθύτερη φωνή ή τη φωνή της κοινωνίας. Η φωνή του κοινωνικού Ολου μαζί με την έκκληση των νεκρών πνευμάτων είναι στοιχεία που ανακαλύπτεις στις ρίζες πολλών προφορικών παραδόσεων, μεταξύ των οποίων είναι η ελληνική και η ιαπωνική».

  • Γιατί συνδέσατε στην παράστασή της την ευριπίδεια Ηλέκτρα με την Ηλέκτρα του Χόφμανσταλ;

«Η «πηγή» της παράστασης είναι το λιμπρέτο της Ηλέκτρας του Αυστριακού δραματουργού. Με προσέλκυσε η… φαντασία που διακρίνει το κείμενο του Χόφμανσταλ. Στη διασκευή μου, όμως, χρησιμοποίησα το κείμενο του Ευριπίδη, ιδίως από το πρώτο μισό του έργου, επειδή απουσίαζαν από τον Χόφμανσταλ κάποια «κλειδιά» της αφήγησης».

  • Γιατί τοποθετείτε την ηρωίδα σε ένα νοσοκομείο; Από ποια ασθένεια πάσχει;

«Ολος ο κόσμος είναι ένα νοσοκομείο και όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι τρόφιμοί του -αυτή είναι μια βαθιά πίστη που ανέκαθεν υπήρξε κινητήριος δύναμη της δουλειάς μου. Με άλλα λόγια, εκλαμβάνω το αρχαίο δράμα ως τη φόρμα μέσω της οποίας ένας δραματουργός έχει αποκρυσταλλώσει την παρατήρηση και την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης ως… άρρωστης. Ολα τα σπουδαία έργα «δανείζουν» τον εαυτό τους για μια τέτοια ερμηνεία. Εξ ου και αρκετές απ’ τις παραστάσεις μου τοποθετούνται σε νοσοκομείο. Για την ακρίβεια, σε φρενοκομείο».

  • Πώς εμφανίζετε την τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής Ηλέκτρα σας;

«Απογυμνωμένη από όλα τα οικογενειακά δεσμά, εντελώς άλαλη».

Μήνυμα στους πολιτικούς: σταματήστε τους πολέμους

  • Επιθυμείτε να συνδεθεί η τραγωδία με τη σύγχρονη Ιστορία ή έχετε πιο μεταφυσικό στόχο;

«Πάντα συνδέω την αναφορά στη σύγχρονη ιστορική συγκυρία με τη μεταφυσικότητα».

  • Υπάρχει πολιτικό σχόλιο στην παράσταση;

«Ναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει ένα μήνυμα για τους πολιτικούς. Θεωρώ ότι έργο τους είναι η άμβλυνση των συγκρούσεων, ειδικά των αιματηρών. Αυτή είναι η δουλειά τους. Τελευταία έχουμε δει πολιτικούς που κλίνουν μονομερώς προς την αύξηση των συγκρούσεων. Σε αυτούς απευθύνω το μήνυμα της Ηλέκτρας μου».

  • Τα συναισθήματα που θέλετε να εγείρετε στους θεατές διαφέρουν από αυτά που θέλετε να προκαλέσετε στους πολιτικούς;

«Ενα πράγμα επιθυμώ: να εμπνεύσω στο κοινό ένα μεγάλο ξάφνιασμα και σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

  • Ο Σάντσο μοιάζει με το… αντίβαρο του Δον Κιχώτη. Είναι η γήινη, ρεαλιστική πλευρά του ανθρώπινου νομίσματος;

«Είναι το καθημερινό πρόσωπο του απλού, αλλά όχι απλοϊκού ανθρώπου. Οπως λέει κι ο ίδιος: «Εγώ βλέπω αυτό που βλέπω! Μην κατηγορείς τα μάτια μου για όσα βλέπουν. Δεν είναι τα μάτια μου που έφτιαξαν τον κόσμο. Αυτά απλά τον κοιτάζουν…». Κι αν η ελευθερία στον Δον Κιχώτη είναι συνυφασμένη με την τρέλα, στον υπηρέτη του συνδέεται με τον φόβο, την πείνα, τον πόνο, την ντροπή, τη δουλοπρέπεια, την απόρριψη και τον καταναγκασμό από τη γυναίκα του».

  • Τι κοινό, τι διαφορετικό έχει ο Πιατάς με τον Σάντσο; Τι σας συγκινεί σ’ αυτόν τον ρόλο;

«Το κοινό του Πιατά με τον Σάντσο είναι η ανθρωπιά του. Διαφέρουμε όμως στο πώς εννοούμε την ελευθερία: για τον Σάντσο η ελευθερία είναι στη σκλαβιά, ο ηρωισμός στον φόβο. Με συγκινεί η υπέρβαση του Σάντσο που ξεκινά από έναν χάρτινο ήρωα για να γίνει ένας αρχετυπικός χαρακτήρας. Τα δάκρυα που χύνει στο νεκροκρέβατο του Δον Κιχώτη είναι, ίσως, τα τρυφερότερα που έχουν χυθεί ποτέ στην παγκόσμια λογοτεχνία».

  • Στην εποχή μας υπάρχουν Δον Κιχώτες; Οι Σάντσο είναι κυρίαρχοι; Ή έχουμε κάποια πιο προχωρημένη και μεταλλαγμένη μορφή;

«Και βέβαια υπάρχουν Δον Κιχώτες, αλίμονο αν χαθεί το όνειρο. Οι Σάντσο, όμως, είναι κυρίαρχοι αλλά με διαφορετική μορφή και διαφορετικά επαγγέλματα. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι ζουν περισσότερο από τους Δον Κιχώτες, αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι πλεονέκτημα!».

  • Ολα επιτρέπονται στο θέατρο, όπως λένε. Θα μπορούσατε να ερμηνεύσετε τον Δον Κιχώτη σε μια μεταμοντέρνα σύγχρονη εκδοχή κόντρα στο φιζίκ σας;

«Και βέβαια θα μπορούσα και πιθανώς θα είχε και εμπορική επιτυχία. Ομως, δεν θα ήταν Θερβάντες».

  • Με τον Κιμούλη τι είδους «χημεία» σας δένει; Τα υπέρ και τα κατά του;

«Μας συνδέει μια χημεία ζωής. Γνωριστήκαμε και συνδεθήκαμε στο «Ελεύθερο Θέατρο» και συνεχίζουμε παράλληλα ως «ελεύθεροι» στο θέατρο. Τα υπέρ του Γιώργου είναι η τελειομανία του, η ενέργεια κι η απολυτότητά του. Συγχρόνως αυτά είναι και τα κατά του».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

  • Τι συμβολίζει για σας ο Δον Κιχώτης;

«Την απέχθεια για κάθε τι που προσπαθεί να αφομοιωθεί με αυτό που λέγεται πραγματικό. Είναι ο ήρωας της ανομοίωσης και του ονείρου. Είναι αυτός που απαιτεί να σεβαστούν τη διαφορετικότητά του. Να σεβαστούν τα μοναδικά ατομικά στοιχεία του ανθρώπου: το όνειρο και τη φαντασία».

  • Είναι κωμικός ή τραγικός ήρωας;

«Ούτε κωμικός ούτε τραγικός. Είναι ένας χαρούμενα μελαγχολικός ήρωας».

  • Η παράσταση πού εστιάζει περισσότερο;

«Στο συνεχές παιχνίδι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας».

  • Ο Ιππότης της Ελεεινής Μορφής κυνηγάει την περιπέτεια, τη χίμαιρα, την απονομή δικαιοσύνης, τη δόξα, ταγμένος στο πλευρό των αδυνάτων. Ο ηθοποιός και άνθρωπος Κιμούλης τι κυνηγάει σήμερα;

«Να μην αναγκαστεί, όσο μεγαλώνει, να γίνει αυτό που θέλουν οι άλλοι».

  • Εχει ειπωθεί ότι εκπροσωπεί την ηθική της αποτυχίας, την ιδεαλιστική αξιοπρέπεια της ήττας. Είναι αποτυχημένος και ηττημένος ο Δον Κιχώτης;

«Εκπροσωπεί την ήττα και την αποτυχία των άλλων, όχι τη δική του. Την αδυναμία αυτών που δεν μπορούν να εμπιστευτούν τα όνειρά τους και τα εγκαταλείπουν, θυσιάζοντάς τα στον βωμό μιας υποτιθέμενα ρεαλιστικής αναγκαιότητας».

  • Η αποτυχία και η ήττα τι ρόλο έχουν παίξει σ’ εσάς;

«Αυτό που οι άλλοι θεωρούν αποτυχία μπορεί να μην είναι και για μένα. Τις αληθινές αποτυχίες ή επιτυχίες μας δεν τις καθορίζουν οι άλλοι, αλλά οι προσωπικοί μας στόχοι. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να ανταγωνίζεται τους άλλους, τον εαυτό του οφείλει ν’ ανταγωνίζεται. Αλίμονό του αν προσπαθεί να υπερπηδήσει ένα ύψος που κάθε φορά του βάζουν οι άλλοι. Ποτέ δεν θα κατορθώσει να υπερβεί τον εαυτό του».

  • Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα Δον Κιχώτες; Στη ζωή; Στην τέχνη; Στην πολιτική;

«Θέλω να πιστεύω πως ναι!».

  • Ερωτας διά της φαντασίας -σχεδόν πλατωνικός- όπως είναι αυτός του Δον Κιχώτη για τη Δουλτσινέα υπάρχει σε μια εποχή άκρατης ελευθερίας και σεξουαλικότητας σαν τη σημερινή;

«Δεν είναι θέμα εποχής. Ο έρωτας, εκ φύσεως, είναι φαντασιακός. Το ερωτικό αντικείμενο του καθενός και της καθεμιάς είναι ένα και ποτέ δεν θα μπορέσει να το συναντήσει στην πραγματικότητα. Ομοιότητες θα βρει. Το ίδιο, ποτέ. Είναι άπρεπο».

  • Από την άγια τρέλα του ο Δον Κιχώτης φτάνει στα λογικά του όταν πια βρίσκεται κοντά στον θάνατο. Είναι ένα θαύμα; Είναι η στωική επίγνωση του τέλους αφού περιπλανήθηκε και πλανήθηκε πιστεύοντας στις αξίες του «ταξιδιού» της ζωής;

«Συμφωνώ με την αγιοσύνη του Δον Κιχώτη, αλλά δεν συμφωνώ πως στο τέλος φτάνει στα λογικά του. Ποτέ δεν ήταν τρελός. Η παιγνιώδης περιπλάνησή του είναι η περιπλάνηση κάθε ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Ο άνθρωπος νομίζει πως καθορίζει τον κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα καθορίζεται απ’ αυτόν. Δεν είναι ο κόσμος το παίγνιο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι το παίγνιο του κόσμου. Αρα στο τέλος, αυτό που συμβαίνει δεν είναι ένας λυπημένος θάνατος κάποιου γερασμένου μυαλού, που εκλογικεύθηκε, αλλά το μελαγχολικό χαμόγελο ενός παιδιού, που απλώς κουράστηκε από το παιχνίδι και αποχωρεί για να δώσει τη θέση του σε κάποιο άλλο παιδάκι, ώστε να συνεχιστεί η διαρκής επανάληψη του ανθρώπινου παιχνιδιού».

  • Μιας και στην τέχνη, λένε, όλα επιτρέπονται κι έχετε δείξει μια ρηξικέλευθη, εκσυγχρονιστική ματιά σε κάποια ανεβάσματα έργων, θα τολμούσατε να κάνετε ανατροπή παίζοντας τον ρόλο του Σάντσο;

«Οχι. Ευχαριστώ για το ρηξικέλευθο, μακριά όμως από μένα τέτοιου είδους ανατροπές. Και σας ζητώ συγγνώμη, αλλά στην Τέχνη δεν νομίζω πως επιτρέπονται… όλα».

  • Με τον Δημήτρη Πιατά τι είδους «χημεία» σας δένει; Τα υπέρ και τα κατά του;

«Μας δένει μια πολλών ετών φιλία. Κι όταν είσαι με κάποιον φίλος, είσαι μαζί του. Δεν είσαι ούτε υπέρ του ούτε κατά του». *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009
  • Η Αγγελική Παπούλια είναι μία από τις πρωταγωνίστριες στον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, την ταινία που μας έκανε φέτος περήφανους στο Φεστιβάλ των Κανών, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο σημαντικό τμήμα «Ενα κάποιο βλέμμα».

  • Μοιάζει τόσο γαλήνια απέναντί μου, που με παροτρύνει να ξεκινήσω την κουβέντα μας προβοκατόρικα. Αισθάνθηκε λίγο σαν χολιγουντιανή σταρ στο κόκκινο χαλί των Κανών;

«Επεσαν πάνω μας δεκάδες φωτογράφοι. Ενιωσα αμήχανα, αλλά δεν κατάφερα να αφομοιώσω τι συνέβη», μου λέει. Δεν ανήκει, άλλωστε, στις ηθοποιούς που εντυπωσιάζονται από τα φλας. Αρνείται πεισματικά να κάνει τηλεόραση. Δεν δίνει συνεντεύξεις. Την γνωρίσαμε από τις εκλεκτικές συνεργασίες της με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό («Εθνικός Υμνος», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα») και τον Λευτέρη Βογιατζή («Σχολείο Γυναικών»). Το 2004 ίδρυσε με τους Χρήστο Πασσαλή και Γιώργο Βαλάη την εναλλακτική θεατρική ομάδα «Blitz».

  • Χαρήκατε με την αποδοχή της ταινίας στις Κάνες;

«Χάρηκα τον τρόπο που την υποδέχτηκαν οι θεατές. Γελούσαν, ήταν αμήχανοι, κάποιες στιγμές έδειχναν ενοχλημένοι, ξαφνιασμένοι ή σοκαρισμένοι. Μπήκα με πάρα πολύ άγχος στην αίθουσα, φοβόμουν τις αρνητικές αντιδράσεις και δεν χαλάρωσα ακόμα κι όταν κατάλαβα ότι η ταινία τούς είχε συνεπάρει».

  • Χειροκρότησαν στο τέλος;

«Επικράτησαν κάποιες στιγμές αμηχανίας και μετά άρχισαν να χειροκροτάνε δυνατά».

  • Υποδύεστε το μεγαλύτερο κορίτσι μιας αλλόκοτης οικογένειας, που έχει εγκλωβίσει τα παιδιά της στο σπίτι. Πώς προετοιμαστήκατε για το ρόλο;

«Δεν δουλέψαμε με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν συζητήσαμε καθόλου πώς αισθάνονται τα παιδιά, τι έχει συμβεί στην παιδική και εφηβική τους ηλικία. Κάναμε αρκετούς αυτοσχεδιασμούς, κυρίως για το τι κάνουν μέσα στο σπίτι, τι παιχνίδια παίζουν, ποιο από τα αδέλφια παίρνει κάθε φορά την εξουσία. Κινηθήκαμε αυστηρά και αφαιρετικά μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη χωρίς να κάνουμε θεωρητικές συζητήσεις και ψυχολογικές αναλύσεις των χαρακτήρων».

  • Θα λέγατε ότι είναι μια ταινία για τις οικογενειακές σχέσεις;

«Αναφέρεται στις σχέσεις μιας οικογένειας όταν οι γονείς προσπαθούν να χειραγωγήσουν τα παιδιά και δημιουργούν ένα ψεύτικο περιβάλλον. Πέρα, όμως, από το πρώτο επίπεδο, μπορείς να την δεις και σαν πολιτική αλληγορία, αν και δεν νομίζω ότι αυτός ήταν ο στόχος του Λάνθιμου. Ισως να σκεφτείς και πώς ορισμένα καθεστώτα οδηγούν τους ανθρώπους εκεί που θέλουν, τους απαγορεύουν πράγματα ή τους ωθούν να σκέφτονται μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο».

  • Θεωρείτε τις οικογενειακές σχέσεις καταπιεστικές;

«Ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχει ένα τεράστιο θέμα. Αρκετοί γονείς δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στα παιδιά τους, τα υποστηρίζουν οικονομικά πάρα πολλά χρόνια αλλά όχι πάντοτε με τις πιο αθώες προθέσεις. Συχνά, πρόκειται, για σχέσεις συναλλαγής πολύ σκληρές, ψυχρές και βίαιες, με το επικάλυμμα της αγάπης. Εχουν όμως ευθύνη και τα παιδιά, επειδή βολεύονται σε τέτοιου είδους σχέσεις ή αδυνατούν να ξεφύγουν».

  • Εχει χιούμορ η ταινία;

«Είναι ξεχωριστή αισθητικά, έχει πολλά επίπεδα, χιούμορ, μια ψυχρότητα στην έκφραση των συναισθημάτων. Ισως να άρεσε στον κόσμο επειδή αποτυπώνει τον σύγχρονο τρόπο ζωής, μια αμήχανη κατάσταση στα όρια του γελοίου, του παράλογου και ταυτόχρονα του τραγικού».

  • Είναι η τρίτη σας ταινία;

«Ναι. Εχω παίξει στο «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη και στα «Καλά κρυμμένα μυστικά-Αθανασία» του Καρκανεβάτου. Δεν έχω μεγάλη σχέση με το σινεμά. Μου αρέσει, όμως, ο τρόπος που δουλέψαμε με τον Λάνθιμο, ήξερε τι ήθελε».

  • Η σχέση σας με το θέατρο είναι πιο ουσιαστική. Πότε ξεκίνησε;

«Τέλειωσα τη σχολή του «Εμπρός» το 2000. Οι πρώτες μου συνεργασίες ήταν με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στον «Εθνικό Υμνο» και στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Μετά συνεργάστηκα με τον Λευτέρη Βογιατζή στο «Σχολείο Γυναικών». Στη συνέχεια έφυγα απ’ όλα αυτά, αρνούμενη να συνεχίσω να δουλεύω με σκηνοθέτες. Το 2004 ιδρύσαμε την ομάδα «Blitz» και μέχρι τώρα δουλεύουμε μαζί, γράφουμε κείμενα, σκηνοθετούμε, παίζουμε, αναλαμβάνουμε την παραγωγή».

  • Γιατί δεν συνεχίσατε να δουλεύετε με σκηνοθέτες;

«Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να κάνω πράγματα που αφορούν εμένα, τη γενιά μου, τη ζωή έξω στο δρόμο, μ’ έναν τρόπο ταιριαστό στην εποχή, και όχι να υπηρετώ το όραμα κάποιου άλλου. Προσπαθούμε, όσο δύσκολο κι αν είναι, να δούμε ποια είναι η θέση του θεάτρου σήμερα. Δεν αναφέρομαι τόσο στους ρόλους ή στα κείμενα αλλά στο πώς εκφράζονται τα κείμενα και πώς συνδέονται με την πολιτική, την κοινωνία και τη ζωή. Συχνά έχω την αίσθηση ότι στην Ελλάδα κάνουμε θέατρο για να περάσει απλώς μια σεζόν με καλές παραστάσεις και καλές ερμηνείες. Για να θεωρηθείς, επίσης, νέος και ταλαντούχος σκηνοθέτης, πρέπει να φτάσεις τα 50. Είναι σαν να θέλει αυτό το «περιβάλλον» να ζήσεις στον κόσμο των προγόνων σου και όχι στο δικό σου».

  • Δεν φοβάστε μήπως με αυτή την επιλογή μείνετε κάποια στιγμή μετέωρη στο κενό;

«Προτιμώ το κενό παρά να νιώθω την ασφάλεια του μπαμπά, του σκηνοθέτη, του δασκάλου»…

  • Τι είναι πιο δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία;

«Να ανανεώνεις την πίστη σου για ό,τι κάνεις, να πιστεύεις ότι αξίζει τον κόπο και ότι δεν είσαι παράξενος ή τρελός».

  • Η σχέση σας με την υποκριτική μοιάζει αντισυμβατική. Η τηλεόραση δεν σας ενδιαφέρει;

«Καθόλου. Ελπίζω να μην έχω ποτέ στη ζωή μου ανάγκη τόσο πολύ τα χρήματα ώστε να αναγκαστώ να κάνω τηλεόραση. Ο μόνος λόγος που θα το έκανα θα ήταν αν δεν είχα χρήματα να ζήσω. Μάλλον, όμως, θα προτιμούσα να δουλέψω σε μπαρ».

  • Γιατί είστε τόσο αρνητική;

«Επειδή στην τηλεόραση δεν υπάρχει κανένα στοίχημα για τον ηθοποιό. Καταλαβαίνω όσους κάνουν τηλεόραση αλλά δεν θα ήθελα…» . *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

  • Ενας βούλγαρος σκηνοθέτης, που εδώ και χρόνια κάνει εκπληκτική καριέρα στο Βερολίνο, έρχεται στην Ελλάδα. Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ, καλεσμένος του Εθνικού Θεάτρου, σκηνοθετεί τους «Πέρσες» του Αισχύλου στην Επίδαυρο στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου.

«Η σοσιαλιστική ουτοπία δεν μ' έχει εγκαταλείψει», λέει ο Ντίμιτερ Γκότσεφ.

«Η σοσιαλιστική ουτοπία δεν μ’ έχει εγκαταλείψει», λέει ο Ντίμιτερ Γκότσεφ.

Την πολλά υποσχόμενη παράσταση στελεχώνει ένας θίασος ξεχωριστών ηθοποιών: Αμαλία Μουτούση (Ατοσσα), Μηνάς Χατζησάββας (Δαρείος), Νίκος Καραθάνος (Ξέρξης), Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Κουρής, Λένα Κιτσοπούλου, Δημήτρης Ημελλος, Εύη Σαουλίδου, Κόρα Καρβούνη, Γιώργος Γάλλος, Βασίλης Ανδρέου, Αλεξία Καλτσίκη, Ελενα Τοπαλίδου, Δημήτρης Παπανικολάου, Λαέρτης Βασιλείου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Ρηνιώ Κυριαζή, Σύρμω Κεκέ, Πρόδρομος Τσινικόρης.

  • Από το Βερολίνο

Για τον Ντίμιτερ Γκότσεφ όλα άρχισαν το 1983, όταν αποφάσισε ν’ ανεβάσει στη Σόφια τον «Φιλοκτήτη» του Χάινερ Μίλερ. Μετά την παράσταση, τού απαγορεύτηκε να εργάζεται στην πατρίδα του. Τότε ο Μίλερ έγραψε ένα πολύ επαινετικό κείμενο για την παράσταση και για τον τολμηρό σκηνοθέτη, εγκαινιάζοντας έτσι ανάμεσά τους μια θερμή φιλία. Αμέσως μετά τον «Φιλοκτήτη» οι διευθυντές θεάτρων της Δυτικής Γερμανίας προσέγγισαν τον Γκότσεφ με δελεαστικές προτάσεις.

Η εγκατάστασή του στο Βερολίνο ήταν θέμα χρόνου. Ολα αυτά τα χρόνια έχει ανεβάσει πολλά έργα του Μίλερ. Μια μεγάλη προσωπική του επιτυχία είναι και η «Μηχανή Αμλετ» που παρουσίασε προ ημερών στο Εθνικό Θέατρο. Τον συναντήσαμε στην Αθήνα:

«Επί χρόνια προσπαθούσα να ανεβάσω τον «Φιλοκτήτη» στη Βουλγαρία. Οταν μου απαγόρευσαν πιά να κάνω θέατρο, αντιμετώπισα την κατάσταση «θεατρικά»: έγινα «ο σκηνοθέτης που του απαγορεύουν να δουλεύει στη χώρα του», ερωτεύτηκα τον εαυτό μου στο ρόλο του μάρτυρα και ήλπιζα να ξεπέσω στα σοκάκια πίνοντας τσίπουρο… Οι ηθοποιοί, όμως, μ’ έπεισαν να φύγω, προς μεγάλη ευτυχία του καθεστώτος. Αρχισα να δουλεύω στη Γερμανία ξεκινώντας με το «Κουαρτέτο» του Μίλερ, έργο που στη Βουλγαρία είχε απαγορευτεί η παράστασή του για… εκατό χρόνια».

– Τι ρεπερτόριο επιτρεπόταν;

«Μπρεχτ, στρατευμένο θέατρο και σύγχρονα προπαγανδιστικά βουλγαρικά έργα, με ήρωα το νέο σοσιαλιστικό άνθρωπο»…

– Είχατε πολύ στενή σχέση με τον Χάινερ Μίλερ. Ησασταν και φίλοι. Εκείνος, πάλι, διατηρούσε μια αμφιλεγόμενη σχέση με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας.

«Μια δύσκολη σχέση θα έλεγα. Ο Μίλερ ως διανοούμενος τάχτηκε με την επανάσταση, πιστεύοντας στη σοσιαλιστική ουτοπία. Ηταν πολύ σημαντικό ζήτημα η δημιουργία μιας νέας Γερμανίας, ενός καινούριου κόσμου γενικότερα. Ομως, παρακολουθώντας πώς εξελίσσεται αυτό το μοντέλο, είδε τις μάσκες να πέφτουν και αποστασιοποιήθηκε. Δεν είχε προκαταλήψεις, ούτε προσδιορίζεται ως κομμουνιστής. Υπήρξε κάτι σημαντικότερο που κατοικεί πάντα εκτός κομμάτων: ποιητής. Το ίδιο θα έλεγα και για τον δικό σας ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Τα κείμενα του Μίλερ παραμένουν πολιτικά χωρίς να είναι κομμουνιστικά».

– Εσείς υπήρξατε κομμουνιστής στη χώρα σας;

«Φυσικά. Υπήρξα ένας νεαρός μαλάκας… Ηθελα, όπως πολλοί άλλοι της γενιάς μου, ν’ αλλάξω τον κόσμο. Το θέλω ακόμα, μόνο που τώρα μπορώ να γελώ ο ίδιος με το ανέφικτο των προσδοκιών. Το δυστύχημα δεν είναι ότι κατέρρευσε ο σοσιαλισμός, αλλά ότι νίκησε το παλιό, επίσης οδυνηρό σύστημα».

– Με βιωμένη αυτή την εμπειρία πώς σας φαίνονται τα ευρωπαϊκά κόμματα που επιμένουν ακόμα ως κομμουνιστικά;

«Δεν ξέρω πώς είναι τα αριστερά κόμματα στην Ελλάδα, αλλά στη Γερμανία συνιστούν, απλώς, φαρσοκωμωδία. Ετσι κι αλλιώς το μέλλον μας αποφασίζεται από τις εξελίξεις στην Κίνα ή στο Πακιστάν. Οσο για την ιδεολογία, θα μπορούσε, σε ό,τι με αφορά, να είναι μια καλή σκηνοθεσία».

– Η μετακομμουνιστική Βουλγαρία και μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης πια πώς είναι σήμερα;

«Ενας σωρός ερειπίων. Επιβιώνει το δίκαιο του ισχυροτέρου. Αυτό το νέο που διαμορφώθηκε είναι πιο παλιό και αλλοτριωμένο από ποτέ. Είναι το σύστημα που έχει βουλιάξει στη διαφθορά και στην παραλυσία κυβερνήσεις και κοινωνία».

– Ακούγεται συμψηφιστικό το ερώτημα: καλύτερα πριν ή μετά;

«Καθόλου συμψηφιστικό. Η σοσιαλιστική ουτοπία δεν μ’ έχει εγκαταλείψει. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει μέλλον χωρίς διάλογο με τους νεκρούς. Οποιοι κι αν είναι αυτοί: άνθρωποι, ιδέες, συστήματα. Πάνω σ’ αυτά πατάς για ν’ ανακαλύψεις το καινούριο».

– Πηγαίνετε στην πατρίδα σας;

«Σπάνια- λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Παραμένω ένα σκοτεινό βαλκάνιο υποκείμενο, ακόμα κι αν ταξιδεύω στη Μόσχα, στη Βραζιλία για όσο χρόνο. Τώρα πάντως είμαι ευτυχής που δουλεύω στην Ελλάδα και με τους συγκεκριμένους ηθοποιούς. Σας παρακαλώ να αναφέρετε τα ονόματα όλων. Εκείνοι είναι η παράσταση. Ο σκηνοθέτης δεν είναι παρά ζητιάνος που επαιτεί από τους ηθοποιούς. Φυσικά, πρέπει να είναι καλός ζητιάνος».

-Οι «Πέρσες» είναι έργο που διεγείρει την εθνικιστική συνείδηση μιας μερίδας Ελλήνων.

«Σέβομαι απόλυτα τον θρίαμβο της αρχαίας Ελλάδας όταν αμύνεται σε μια υπερδύναμη, αλλά εμείς θα εστιάσουμε στους ηττημένους. Στο θόρυβο που δημιουργεί μια αυτοκρατορία όταν διαλύεται. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ξέρξης, ενώ έστειλε χιλιάδες ανθρώπους στο θάνατο, επανακτά δύναμη και με την προστασία της μητέρας του αρπάζει ξανά την εξουσία. Στην Ιστορία είναι γνωστό το μοτίβο οι οικογένειες να παραδίδουν την εξουσία από γενιά σε γενιά».

– Στην Ελλάδα το φαινόμενο θάλλει…

«Το ίδιο συμβαίνει στη Βουλγαρία και όχι μόνον αν σκεφτούμε ότι στη Δ. Ευρώπη μερικές οικογένειες κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό του κεφαλαίου. Η κρίση που βιώνουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα της απληστίας και φυσικά του καπιταλιστικού συστήματος».

– Θα δούμε μια μοντέρνα παράσταση; Γυναίκες στο χορό των γερόντων, τέσσερις ηθοποιοί ερμηνεύουν τον αγγελιοφόρο. Αλήθεια η τόσο σημαντική στιγμή της επίκλησης πώς παρουσιάζεται;

«Α, αυτό δεν πρόκειται να το προδώσω. Πραγματικά δεν ξέρω τι σημαίνει μοντέρνο. Η δική μας παράσταση, χρησιμοποιώντας με μεγάλη προσοχή το λόγο, τη γλώσσα, είναι απλώς σύγχρονη. Ο χορός αποτελείται από γυναίκες, πλάσματα ευαίσθητα, ευάλωτα, ανοιχτά. Τρελοί κι ανόητοι, οι άντρες κυνηγούν τους πολέμους».

– Η παράσταση είναι διαφορετική από τη βερολινέζικη εκδοχή της;

«Εντελώς διαφορετική: άλλη αρχιτεκτονική, ένα διαφορετικό ύφος, πολύ μεγάλος θίασος. Ο Αισχύλος άνοιξε μια μεγάλη μαύρη τρύπα με τους «Πέρσες», όπου πέφτουμε μέσα αναζητώντας συνεχώς υλικό. Οι έλληνες ηθοποιοί έχουν μια τρομακτική ενέργεια που στη Δ. Ευρώπη ολοένα σπανίζει. Είναι ντροπή που πληρώνονται με τόσο χαμηλούς μισθούς. Οι καλλιτέχνες είναι πλούτος μιας χώρας και πρέπει να τυγχάνουν φροντίδας από την πολιτεία. Ο κ. Καραμανλής πρέπει να το κοιτάξει αυτό…».

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν Ακαδημία Θεάτρου…

«Δηλαδή οι αρχαίοι Ελληνες ήταν καλύτεροι από τους νεοέλληνες!»

– Καπνίζετε πολύ. Τι θα κάνετε από την 1η Ιουλίου που στην Ελλάδα το κάπνισμα απαγορεύεται;

«Δεν υπάρχει δέσμευση στο συμβόλαιό μου στη Γερμανία. Εδώ θα δούμε. Και ο Αισχύλος κάπνιζε»…

– Τι κάνετε στην Αθήνα όταν δεν δουλεύετε;

«Πολλά, γιατί εδώ μυρίζει Βαλκάνια».

– Σαν κακό ακούγεται…

«Κάτι βρομάει πράγματι… Είναι η συνενοχή των χωρών της βαλκανικής χερσονήσου. Υστερα από μια ωραία πρόβα μου αρέσει να πίνω καλό ουίσκι, συνήθεια που μου έμαθε ο Μίλερ. Το θέατρο είναι γιορτή. Γιατί, λοιπόν, να μη γιορτάσουμε όπως υπεδείκνυε στην αρχαιότητα ο Διόνυσος;»

– Εχετε υπόψη σας έναν υπερβάλλοντα ζήλο που επικρατεί σχετικά με τη χρήση του θεάτρου της Επιδαύρου και την αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος;

«Οι αρχαίες πέτρες της Επιδαύρου δεν έχουν ανάγκη καμιάς προστασίας. Θεωρώ ότι οι ίδιες οι πέτρες, επί τρεις χιλιάδες χρόνια, δουλεύουν καλύτερα από τους φύλακές τους. Αυτό το θέατρο, από τη φύση του, δεν προορίζεται για μουσείο. Ο χώρος εκλύει τεράστια ενέργεια, η οποία δεν πρέπει να καταπνίγεται, όπως και ο διάλογος με την αρχαιότητα. Κατανοώ την προτίμηση στο αρχαίο δράμα, αλλά επιμένω ότι θα ήταν πολύ ωραίο αν παρουσιάζονταν στην Επίδαυρο και έργα του σύγχρονου ρεπερτορίου».

– Θεωρείται επίσης ένα θέατρο που «εκδικείται»…

«Η ακουστική και η ιστορία του προκαλεί συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς. Η Επίδαυρος εκτός από χαρά είναι και δοκιμασία. Υποχρέωση του καλλιτέχνη είναι να ρισκάρει. Χωρίς ρίσκο είναι όλα βαρετά. Πριν από χρόνια, σ’ ένα από τα ταξίδια μου στην Ελλάδα, βρέθηκα πρώτη φορά στο αρχαίο θέατρο. Εντυπωσιάστηκα μ’ αυτό που είδα και στενοχωρημένος σκεφτόμουν αν θα μπορούσα να έρθω κάποτε ως σκηνοθέτης. Ξαφνικά ένιωσα κάτι υγρό στο πρόσωπό μου. Με είχε κουτσουλήσει ένα περιστέρι. Στράφηκα στη γυναίκα και στο γιο μου ευτυχισμένος και τους ανακοίνωσα: «θα ξανάρθω με παράσταση». Ο οιωνός επαληθεύτηκε»…*

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / Επτά, Κυριακή 14 Ιουνίου 2009