Αρχείο για 13 Ιουνίου, 2009

«Εχουμε ανάγκη  τη σημαία μιας ιδέας»
  • Η συνάντηση με τον Δημήτρη Πιατά έχει οριστεί στο γραφείο του, ένα μικρό χώρο πίσω από τον Πύργο Αθηνών, στο οποίο βρίσκεται συμπυκνωμένη σε αφίσες, βιβλία και οπτικοακουστικό υλικό όλη η πολύχρονη πορεία του στο ελληνικό θέατρο. Σε ένα χώρο όπου «παρά τη φαινομενική του αταξία, επικρατεί απόλυτη τάξη», όπως λέει χαμογελώντας ο ίδιος. Ο Δ. Πιατάς έχει ξαναπαίξει το ρόλο του Σάντσο Πάντσα το 1996 με την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο ομώνυμο μπαλέτο σε χορογραφία Λεωνίδα ντε Πιάν και Δον Κιχώτη τον Γιώργο Κοτανίδη.

Στη φετινή διασκευή του Γιάννη Καραχισαρίδη, η παράσταση ξεκινά από ένα αληθινό βίωμα του συγγραφέα: τη φυλάκισή του στο Αλγέρι. Ο Θερβάντες μαζί με τον Σάντσο και δέκα ακόμη συγκρατουμένους δραπετεύουν από τη φυλακή όπου είχαν αιχμαλωτιστεί από Βερβερίνους πειρατές. Βρίσκονται σε ένα εγκαταλειμμένο παραλιακό χωριό περιμένοντας κάποιο καράβι να τους πάει πίσω στην πατρίδα τους την Ισπανία. Τις ώρες της αναμονής, ο Θερβάντες και ο φίλος του Σάντσο, με τη βοήθεια των συγκρατουμένων τους, αφηγούνται την ιστορία του Δον Κιχώτη. Οι περιπλανήσεις του ιππότη και υπερασπιστή των καταφρονεμένων ξετυλίγονται στη διάρκεια μιας νύχτας και επηρεάζουν βαθιά όλους όσοι άκουσαν και συμμετείχαν. Οταν ξημερώνει και το καράβι δεν εμφανίζεται, η συντροφιά πρέπει να πάρει αποφάσεις. Ο Θερβάντες, ακολουθώντας τα χνάρια του Δον Κιχώτη, θα πάει εκεί όπου δεν πάει ο νους του ανθρώπου.

  • Ποιος είναι λοιπόν ο Σάντσο Πάντσα;

Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Είναι το αντίθετο του ήρωα. Δεν ονειρεύεται μεγαλεπήβολα πράγματα, δεν έχει καμία προσδοκία πέρα από την καθημερινότητά του, η οποία δεν είναι και η καλύτερη. Δηλαδή, παλεύει για την επιβίωση κι όχι και με πολύ μεγάλη διάθεση γιατί είναι και τεμπέλης, ταλαιπωρείται από τη σύζυγό του, όπως ταλαιπωρούνταν από τον πατέρα του όταν ήταν μικρός. Ο Σάντσο Πάντσα δεν είναι από τους ανθρώπους που θα έγραφαν ποτέ Ιστορία. Θα την παρακολουθήσει, θα πάει παράλληλα με τον ιστορικό ρου, αλλά δεν θα είναι ποτέ ο ήρωας που θα γράψει Ιστορία. Ομως η Ιστορία ναι μεν γράφεται πάντα από τους ήρωες και τους νικητές της ζωής, αλλά δεν θα μπορούσε καν να γραφεί αν δεν υπήρχε η μάζα των πολλών, ασήμαντων ανθρώπων. Ενας πόλεμος ή μια επανάσταση δεν γίνεται από έναν ηγέτη αλλά από πολλούς πολίτες.

  • Οπως κι ένας λογοτεχνικός ήρωας δεν θα είχε αυτή την ιδιότητα αν δεν υπήρχαν μέσα στην πλοκή της ιστορίας οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι οποίοι δημιουργούν τον καμβά που αναδεικνύει τη μοναδικότητα του ήρωα.

Ακριβώς. Ο Δον Κιχώτης δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον Σάντσο και ο Σάντσο το δηλώνει ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον Δον Κιχώτη Μέσα από τη συναναστροφή του με τον ονειροπόλο, τον τρελό κατά τους άλλους Δον Κιχώτη, ο Σάντσο κάνει την υπέρβασή του. Ερωτεύεται, αγαπάει και περνάει όμορφα μέσα σε αυτή την περιπέτεια του ονείρου. Κι είναι εξαιρετικά σημαντικό αυτό που  μας δείχνει εδώ ο Θερβάντες, ειδικά  σε αυτή την τεχνοκρατική κοινωνία που ζούμε, που μας θέλει να κινούμαστε και να δρούμε μέσα σε ένα προκαθορισμένο, στείρο περιβάλλον. Το δικαίωμα στο όνειρο είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου και όχι μόνο των πρωταγωνιστών στα lifestyle εξώφυλλα και στις διαφημίσεις.

  • Τι μας κάνει να ακολουθούμε έναν άνθρωπο είτε σε επίπεδο συναισθηματικό είτε ιδεολογικό;

Η ανάγκη συντροφικότητας. Υπάρχει αρκετή μοναξιά στην πορεία του ανθρώπου. Οπως έχει πει και ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του, ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος. Κι αν είναι τυχερός, θα βρει συνοδοιπόρους στο ενδιάμεσο διάστημα.

  • Είναι εύκολο να βρούμε ιδεολογικούς συνοδοιπόρους σε μια εποχή στην οποία πολλοί υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες ιδέες έχουν πεθάνει;

Οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Οι άνθρωποι που γεννούν τις παλιές ιδέες πεθαίνουν. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει κάπου, έχει ανάγκη τη φανέλα της ομάδας, τη σημαία μιας ιδέας. Για να συνδιαλαγεί όχι μόνο με τον άλλον αλλά και με τον εαυτό του. Γιατί για να κοιτάξουμε μέσα μας, χρειαζόμαστε το διπλανό μας.

  • Και τι βλέπετε κοιτάζοντας το διπλανό σας; Ποια είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής μας;

Το χρήμα. Που έχει ξεπεράσει σε δύναμη ακόμα και την όποια πολιτική ή κοινωνική ιδεολογία. Ξαφνικά χτύπησαν καμπανάκια σε όλο τον κόσμο γιατί η οικονομία μας αντιμετώπισε πρόβλημα. Γιατί η Κράισλερ και η Τζένεραλ Μότορς δεν πουλάνε πια τόσα αυτοκίνητα όσα πριν από λίγους μήνες. Και με αυτό το θέμα ασχολούμαστε όλοι σε όλο τον κόσμο. Ε, δεν μπορώ να το δεχθώ αυτό ως καλλιτέχνης και συνειδητοποιημένος πολίτης. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι το μείζον θέμα της εποχής μας είναι η όποια οικονομική κρίση όταν υπάρχει ο έρωτας, η ποίηση ή ο θάνατος, η πείνα, η δυστυχία. Οι πραγματικές αξίες της ζωής δεν πιστώνονται σε ένα τραπεζικό λογαριασμό. Σε κανένα μουσείο ως τώρα δεν έχω δει ως έκθεμα ένα golden boy. Τα κόκαλά του ή η σκόνη του μπορεί να υπάρχουν με την έννοια της χορηγίας ή δωρεάς μιας έκθεσης. Αλλά το χρήμα αυτό καθαυτό είναι ασήμαντο στην ιστορία του πολιτισμού μας.

  • Στην εποχή της ανάλωσης και της κατανάλωσης, το χρήμα είναι αλληλένδετο με την επιτυχία. Στον «Δον Κιχώτη» ο Θερβάντες πραγματεύεται την αποτυχία.

Ο Σάντσο από μόνος του είναι μια αποτυχία. Και ταυτόχρονα είναι ένας ήρωας. Καμία επιτυχία δεν υφίσταται χωρίς αποτυχία και το αντίθετο. Κάθε επιτυχία εμπεριέχει σπέρματα αποτυχίας και κάθε αποτυχία σπέρματα επιτυχίας. Η σημερινή μου αποτυχία είναι η χθεσινή ή αυριανή μου επιτυχία.

Εσάς τι σας έχουν διδάξει οι αποτυχίες σας;
Να κάνω επιτυχίες. (γελάει)

Info

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ  28/6, Ηρώδειο.  Πληροφορίες & κρατήσεις εισιτηρίων: Πανεπιστημίου 39, τηλ. 210 3272000 ή στο site http://www.greekfestival.gr. Περιοδεία: 20-21/6 Κοζάνη, 22/6 Καστοριά, 23/6 Δρυμός, 24/6 Τρίκαλα, 25/6 Βόλος, 30/6 Θεσσαλονίκη. Tηλ. 24610-24062 & 24610-24592.
Συντελεστές: Διασκευή – σκηνοθεσία: Γιάννης Καραχισαρίδης. Σκηνικά: Πάβελ Ντομπρίσκι. Κοστούμια: Γιάννης ΜετζικΣύνθεση τραγουδιών:
Θάνος Μικρούτσικος.
Στίχοι: Αγαθή Δημητρούκα.
Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης (Δον Κιχώτης), Δημήτρης Πιατάς (Σάντσο), Κλειώ-Δανάη Οθωναίου (Δουλτσινέα), Γιώργος Ζιόβας κ.ά.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 13.06.09

Η ομάδα blitz και η «κεραυνοβόλος» διαδρομή της στην ελληνική σκηνή

Ως ομάδα blitz βρίσκονται στο προσκήνιο από το 2006, όταν παρουσίασαν το Motherland, την εναρκτήρια παράσταση με την οποία κατέθεσαν τα διαπιστευτήριά τους και «ανήγγειλαν» τις προθέσεις τους. Ο Γιώργος Βαλαής, η Αγγελική Παπούλια και ο Χρήστος Πασσαλής (η τριάδα των blitz) πήραν την απόφαση να συμπορευτούν καλλιτεχνικά, μοιραζόμενοι κοινές ανησυχίες, και προβληματισμούς, ενώ είχαν, ήδη, στο ενεργητικό τους μια σημαντική θεατρική διαδρομή, ως μονάδες.

Με αντισυμβατικές απόψεις για τον ρόλο της δραματουργίας και της σκηνοθεσίας και έμφαση στην αναζήτηση της θεατρικότητας, δεν δίστασαν να πειραματιστούν με τα όριά της, διαμορφώνοντας μια δική τους γλώσσα, που με τον καιρό (Joy Division, New Order, μέρος του Φάουστ) καθίσταται όλο και πιο αναγνωρίσιμη.

Ωστόσο αυτό δεν είναι το ζητούμενο για τους blitz. Η ταύτιση της ομάδας με ένα συγκεκριμένο ύφος ισοδυναμεί με την τυποποίηση που τόσο αποστρέφονται. Έχοντας ως μοναδική ασφαλιστική δικλίδα την τάση για αυτοαναίρεση, εξορμούν εκ νέου: ρισκάρουν, δοκιμάζουν, παθιάζονται και απογοητεύονται, παραμένοντας σταθεροί στην επιθυμία να εκφράσουν όσα τους κινητοποιούν κάθε φορά με τους δικούς τους όρους, όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Συναντηθήκαμε στο Bios και τους πέτυχα σε φάση κυριολεκτικού «οργασμού»: πρόβες για την Κατερίνη, τη νέα τους δουλειά, που παρουσιάζεται από τις 19 έως τις 28 Ιουνίου στο Bios, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά και συζητήσεις για την παράσταση που ετοιμάζουν για τον χειμώνα στο Εθνικό Θέατρο. Καφέδες, τσιγάρα και μια ατμόσφαιρα θερμή, όχι μόνο λόγω της ζέστης που σε τύλιγε από παντού.

* Εδώ και λίγες μέρες ολοκληρώσατε έναν κύκλο «συναντήσεων» με το κοινό στην περφόρμανς «Το σπίτι«. Ειδικά για τον σκοπό αυτό, νοικιάσατε ένα πολύ όμορφο νεοκλασικό στο κέντρο της πόλης, συγκατοικήσατε συνολικά έξι άτομα (μαζί με τους Ελένη Καραγιώργη, Μαρία Φιλίνη και Βασίλη Χαραλαμπίδη) και δυο φορές την εβδομάδα ανοίγατε τις πόρτες του «Σπιτιού» προσφέροντας στους «επισκέπτες-θεατές» μια δυνατότητα για επικοινωνία έξω από τη συνηθισμένη σύμβαση του θεάτρου. Θέλετε να μας μιλήσετε αρχικά για την ιδέα αυτή;

Γιώργος Βαλαής: Η βασική ιδέα πίσω από Το σπίτι είναι το κατά πόσον μπορούμε να επικοινωνήσουμε, χωρίς να έχουμε το πρόσχημα μιας ιστορίας γραμμένης. Το πώς μπορούμε να κινηθούμε στο τώρα δίνοντάς του μια άλλη δυνατότητα επικοινωνίας.

Χρήστος Πασσαλής: Το Σπίτι εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της «ανοιχτοσύνης» του βλέμματος και της διάθεσης που θέλουμε να έχουμε απέναντι στο θέατρο. Προσπαθούμε να δούμε το θέατρο από την αρχή, γιατί εδώ που έχει φτάσει η κατάσταση δεν μας αφορά πολύ. Με τον Φάουστ κινηθήκαμε σε ένα πιο «συμβατικό» πλαίσιο, αλλά δεν θέλουμε να ταυτιστούμε με κανένα ύφος.

* Ποιες είναι οι εμπειρίες σας από την επαφή σας με τον κόσμο στο «Σπίτι»;

Γ.Β: Υπάρχουν άνθρωποι που αποσύρονται, δεν θέλουν να συμμετέχουν σε αυτό που γίνεται. Τους φαίνεται λίγο το concept.

Α.Π.: Αυτοί που «χάνονται» είναι γιατί τους φαίνεται βαρετό αυτό που συμβαίνει, περίμεναν κάτι που να έχει εκπλήξεις και κείμενα και σίγουρα κάτι παραπάνω.

Χ.Π.: Η βασική ερώτηση που τίθεται είναι αν αυτό που κάνουμε είναι θέατρο, είναι τέχνη ή απλώς μια εξυπνάδα. Και εμείς αναρωτιόμαστε. Υποστηρίζουμε τις προτάσεις μας και την ίδια στιγμή τις αμφισβητούμε, γιατί δεν γίνεται αλλιώς, μόνο έτσι μπορείς να βοηθηθείς.

Γ.Β: Ένας θεατής αμφισβητούσε πολύ αυτό που γινόταν και μας έλεγε ότι τα ίδια έκανε και το Living Theatre τη δεκαετία του 1970. Στο τέλος μας είπε ότι του άρεσε πολύ, γιατί πηγαίνει πέρα από το devised theatre, επειδή δεν έχει κανένα πρόσχημα. Όταν ένας θεατής αισθανθεί ευχάριστα, τότε το συναίσθημα μοιράζεται και κατακτάς μια χαρά σε σχέση με την πραγματικότητα, που για μένα είναι σημαντική.

Χ.Π.: Επειδή η επίσκεψη στο Σπίτι είναι μεν ένα καθημερινό γεγονός, το οποίο όμως εντάσσεται στο πλαίσιο μιας περφόρμανς, οι επισκέπτες αναγνωρίζουν τυπικές συμπεριφορές, που οι ίδιοι έχουν υιοθετήσει κατά καιρούς. Συνειδητοποιούν ότι ως επισκέπτες έχουν καταφύγει σε συγκεκριμένες τακτικές και οδηγούνται σε ένα είδος πρόχειρης αυτογνωσίας.

* Και η «Κατερίνη» πού βρίσκεται σε σχέση με το «Σπίτι»;

Γ.Β.: Στην Κατερίνη η δραματουργία είναι δομημένη. Υπάρχουν συναντήσεις σε έξι διαφορετικά δωμάτια και έξι διαφορετικά σενάρια σε κάθε δωμάτιο.

Α.Π.: Στα περισσότερα δωμάτια υπάρχει ένας περφόμερ με έναν θεατή, εκτός από δύο δωμάτια. Στο ένα βρίσκεται ένας περφόρμερ με οχτώ θεατές και στο άλλο ένας περφόμερ με δύο θεατές.

* Ο θεατής καλείται να περάσει από όλα τα δωμάτια;

Α.Π.: Όχι, αυτό δεν μπορεί να γίνει, δεν φτάνει ο χρόνος. Επισκέπτεται δύο από τα έξι δωμάτια. Ο θεατής συμπληρώνει ένα ερωτηματολόγιο στην υποδοχή και με βάση αυτό καθορίζεται από εμάς σε ποια δωμάτια θα μπει.

Χ.Π: Παράλληλα με τη δράση στα δωμάτια, υπάρχει ένας «δημόσιος χώρος» στην ταράτσα του Bios, που έχει τη δική του λειτουργία και ζωή, εκεί γίνονται διάφορα πράγματα, όχι με όρους θεατρικούς. Και οι δυο δραματουργίες (δωμάτια-δημόσιος χώρος) υπάγονται στον άξονα Κατερίνη.

* Ο οποίος τι σηματοδοτεί;

Γ.Β.: Έχουμε εστιάσει στο τι θα μπορούσε να σημαίνει η έννοια Κατερίνη στις ψυχές μας, σε σχέση με τη ζωή που έχουμε ζήσει και που ζούμε σε αυτή τη χώρα.

Χ.Π: Αφορά τον τρόπο ζωής που έχουμε επιλέξει ή μας έχουν επιβάλει, δεν ξέρω τι από τα δυο ισχύει, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που θα μπορούσε να έχει η ζωή μας και δεν έχει. Μιλάει για τα όνειρα που πήγαν στράφι, για τις ελπίδες που διαψεύστηκαν. Τα πρόσωπα του Κατερίνη, χωρίς να είναι ρόλοι, εκφράζουν την αποτυχημένη πλευρά του εαυτού μας, αυτή που θεωρεί τα πάντα μάταια, που έχει πάψει να διεκδικεί.

Γ.Β.: Είναι η νοοτροπία του να ζεις στην επαρχία, η οποία δεν νοείται με όρους χωροταξικούς. Για παράδειγμα, το Κολωνάκι είναι ένα εξίσου επαρχιώτικο μέρος με οποιαδήποτε επαρχιακή πόλη της Ελλάδας.

Α.Π.: Έχει να κάνει με τα όρια που σου θέτει η επαρχία, το πώς συνηθίζεις να ζεις μέσα σε αυτά, με αποτέλεσμα να επαναπαύεσαι και να μη διεκδικείς.

Γ.Β.: Επαρχιωτισμός είναι η μιζέρια, η χαζο-εσωστρέφεια της ελληνικής κοινωνίας, ο τρόπος που σκεφτόμαστε.

Χ.Π: Σε σχέση με τον κοσμοπολιτισμό που χαρακτήριζε το Motherland ή το New Order, η Κατερίνη είναι ένα βήμα προς τα πίσω, προς στον μικροαστισμό από τον οποίο προερχόμαστε. Αναφέρεται στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα με άμεσο τρόπο.

* Πόσο διαρκεί η «Κατερίνη»;

Χ.Π: Συνολικά πεντέμισι ώρες. Οι θεατές θα έρχονται κατά ομάδες περίπου ανά μια ώρα. Το έχουμε σχεδιάσει έτσι ώστε όποιος τελειώνει από τη διαδικασία των δωματίων να μπορεί, αν θέλει, να περάσει κάποια ώρα στο «δημόσιο χώρο», που «λειτουργεί» σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Η παραμονή του θεατή εκεί δεν είναι αναγκαστική, αλλά είναι επιθυμητή από εμάς. Ο «δημόσιος χώρος» διαθέτει μια δική του ποίηση και το ιδανικό θα ήταν όλοι οι θεατές να μείνουν μέχρι το τέλος.

Α.Π.: Οι θεατές δεν πρόκειται να παρακολουθήσουν μια παράσταση που διαρκεί πεντέμισι ώρες, η «αναγκαστική» παραμονή είναι μιάμιση ώρα. Αν θελήσουν να παραμείνουν και τις πεντέμισι ώρες, είναι δικό τους θέμα.

Χ.Π: Το έργο είναι σχεδιασμένο δραματουργικά έτσι ώστε ο κάθε θεατής να ζει τη δική του Κατερίνη, δεν υπάρχει ένα στάνταρ περιεχόμενο για όλους. Όπως και στη ζωή, το τι θα προσλάβει καθένας εξαρτάται από παράγοντες όπως η τύχη, π.χ. σε ποιο δωμάτιο θα βρεθεί και με ποια διαδοχή, τι θα συμβεί στον δημόσιο χώρο, όταν εκείνος είναι παρών. Ο καθένας ζει κάτι διαφορετικό, θέλουμε η Κατερίνη να καθρεφτίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τη ζωή μας, την οποία ο καθένας τη βιώνει διαφορετικά.

Στο «νεανικό πανδοχείο» του Εθνικού…

* Για τη συνεργασία σας με το Εθνικό Θέατρο και σε σχέση με τη μετάβαση που πραγματοποιήσατε από το Bios στο Εθνικό;

Γ.Β.: Μας χαροποίησε το γεγονός ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ο κ. Χουβαρδάς, μας εμπιστεύτηκε με τον Φαόυστ και για τον χειμώνα μάς δίνει μια παραγωγή, την οποία θα αναλάβουμε εξ ολοκλήρου. Κατά τα άλλα, το ίδιο άγχος για τη δουλειά έχουμε είτε δουλεύουμε στο Bios, είτε στο Εθνικό. Από την άλλη, το ίδιο το Εθνικό καλεί στις τάξεις του νέους δημιουργούς που έχουν μια πιο λοξή ματιά στα πράγματα και έχει διαμορφώσει ένα διαφορετικό ύφος παραστάσεων.

Χ.Π: Αναρωτιόμουν πώς θα σκεφτόταν για την τροπή που έχει πάρει η ομάδα ένας θεατής που μας γνώρισε στο Bios, είδε το Motherland και του άρεσε. Από την άλλη, η πρόταση του Εθνικού ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, ομαδική σκηνοθεσία ενός κλασικού κειμένου, συνύπαρξη με καταξιωμένους καλλιτέχνες. Παράλληλα, η συνεργασία με το Εθνικό διασφαλίζει τις προϋποθέσεις της απόλυτης καλλιτεχνικής ελευθερίας, καθώς και τη δυνατότητα να δουλέψουμε σκηνοθετικά και πάλι ως ομάδα.

* Τι ακριβώς είναι το «Guns» που θα παρουσιάσετε τον χειμώνα στην Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου;

Χ.Π: Δεν έχουμε ακόμη μια διαμορφωμένη εικόνα. Όταν ασχολούμαστε για πρώτη φορά με ένα θέμα κινούμαστε αρκετά διαισθητικά και στη συνέχεια προσπαθούμε να το συστηματοποιήσουμε. Ο Μπέργκμαν λέει κάτι πολύ ωραίο πάνω σε αυτό: «Η διαίσθηση είναι σαν ένα ακόντιο που πηγαίνει πολύ μακριά, αλλά μετά πρέπει τον δρόμο μέχρι εκεί που έπεσε να τον διανύσεις με τη λογική».

Γ.Β.: Σκεφτήκαμε να αναφερθούμε στις ζωές των ανθρώπων που οπλοφορούν στην Ελλάδα. Τελευταία κυκλοφορούν πολύ περισσότερα όπλα απ’ ό,τι δέκα χρόνια πριν.

Χ.Π: Για πρώτη φορά σημειώθηκε και αυτό το επεισόδιο στη σχολή του ΟΑΕΔ. Φυσικά δεν πάμε να ασκήσουμε κριτική γενικά, προσπαθούμε να δούμε πώς ένα θέμα όπως αυτό εφάπτεται με τις ζωές μας.

info

ΚΑΤΕΡΙΝΗ Σκηνοθεσία – δραματουργία: Oμάδα blitz (Γ. Βαλαής, Α. Παπούλια, Χρ. Πασσαλής), Νίκος Φλέσσας, Μαριαλένα Μαμαρέλη. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Ερμηνεύουν: Γ. Βαλαής, Βαγγέλης Ζλατίντσης, Ελένη Καραγεώργη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Α. Παπούλια, Χρ. Πασσαλής, Μαρία Φιλίνη, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Νίκος Φλέσσας. Bios (Πειραιώς 84), 19-28 Ιουνίου, ώρες εισόδου: 20.45, 21.45, 23.00, 00.00.

[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΝΤΑΒΑΡΙΝΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 12/06/2009]