Αρχείο για Ιουνίου, 2009

  • Στα 33 του, είναι ακόμη πολύ νέος αλλά και πολύ «παλιός» για να θεωρείται πια ζεν πρεμιέ. Ανέβηκε κατευθείαν στην κορυφή και παραμένει εκεί, δέκα ολόκληρα χρόνια. Το πιο αξιοσημείωτο είναι πως τα κατάφερε μέσα από το θέατρο, κυρίως


Από τη Μυρόεσσα Μεταξά, Φωτογραφίες: Γιάννης Βαρουχάκης, ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Tο ντροπαλό αγόρι που ξεπήδησε ως φέρελπις νέος από την παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή «Καθαροί, πια», άλλαξε πολλά πρόσωπα μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν. Εγινε το αγαπημένο παιδί των μίντια και γεύτηκε λαίμαργα τη δόξα, τη φήμη και την προβολή, χάνοντας καμιά φορά το μέτρο. Πρωταγωνίστησε σε εξαιρετικές παραστάσεις, ανταμείφθηκε με πολύ καλές κριτικές, ένα θεατρικό βραβείο Χορν και ένα κινηματογραφικό στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Εφέτος το καλοκαίρι επιστρέφει στην Επίδαυρο για να αποδείξει του λόγου το αληθές.

Αυτό που έχει αλλάξει από τότε που ξεκίνησα μέχρι σήμερα είμαι εγώ. Παλιά πίστευα πως το σημαντικότερο πράγμα στη δουλειά είναι ο εαυτός μου. Τώρα ξέρω ότι το σημαντικότερο είναι η ίδια η δουλειά.

Οταν σου πρωτοσυμβαίνουν όλα όσα είχες ονειρευτεί -ακούς καλά λόγια, ασχολούνται μαζί σου σημαντικοί άνθρωποι, είσαι πρωταγωνιστής εντός και εκτός σκηνής-, παθαίνεις σοκ. Τότε δεν αντιλαμβανόμουν πως την «ψώνιζα». Αν με ρωτούσες, βέβαια, «ναι» θα σου έλεγα. Αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν της μόδας να το παραδέχεσαι.

Καμιά φορά σκέφτομαι «πάλι καλά που μου συνέβη νωρίς». Και ευτυχώς που είχα τη φιλοδοξία και το ένστικτο να επιλέγω δουλειές απαιτητικές, και την τύχη να βρίσκομαι με ανθρώπους που ζητούσαν κάτι παραπάνω από μένα, και δεν τρελάθηκα. Μ’ αρέσει που μεγαλώνω και καταλαβαίνω καλύτερα τον εαυτό μου.

Δεν είμαι και πάρα πολύ αντισυμβατικός τύπος. Θεωρώ απαραίτητες τις συνεντεύξεις και την προβολή. Υπάρχουν άνθρωποι που εισβάλλουν σαν παγοθραυστικό και τα ανατρέπουν όλα, μόνο με τη δουλειά τους. Αυτοί είναι ιδιοφυείς.

Εξακολουθώ να υπερηφανεύομαι για όσα έχω καταφέρει. Είναι ανόητο να ισοπεδώνει κανείς τα πάντα.

Ο υπέρτατος ναρκισσισμός: θα τα λέω όπως μου αρέσει, δεν θα μαζεύω τα λόγια μου αλλά και πάλι θέλω να είμαι αρεστός. Ναι, με ενδιαφέρει πολύ η γνώμη των άλλων. Δεν ζω μόνος μου.

Τα «όχι» που είπα μετά τον «Ιωνα» (σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου) στην Επίδαυρο έγιναν ανάρπαστα στα μίντια -αν και είχαν ειπωθεί ιδιωτικά. Εκλήφθηκαν ως απόρριψη και αντιμετώπισα φοβερή άρνηση. Δεν ήταν στρατηγική κίνηση, ούτε ψώνιο. Ο καθένας μας μετράει τις δυνάμεις του και τα κότσια του. Μόλις είχα φέρει εξάρες. Πόσο πιθανόν ήταν να τα καταφέρω και στη δεύτερη ζαριά;

Μέχρι τώρα έχω βρεθεί σε σταυροδρόμια και όχι σε αδιέξοδα. Και κάνω τον σταυρό μου. Πιστεύω στις θρησκείες ως φιλοσοφικές θεωρίες, ντυμένες με φολκλόρ στοιχεία και σημαντικά διδάγματα. Ναι, πρέπει να προσβλέπουμε στην Ανάστασή μας, να παλεύουμε τον καθημερινό θάνατο, να αγαπάμε αλλήλους, να μην είμαστε άπληστοι.

Υπήρξα, όμως, πολύ άπληστος. Ηθελα τα πάντα και κάτι παραπάνω: λεφτά, δημοσιότητα, ρόλους, γυναίκες… Και τα διεκδικούσα όλα. Κυνηγώντας όλα αυτά, ξεχνάς να αναρωτηθείς τι πραγματικά έχεις ανάγκη. Μπορεί να θέλεις να πιεις ένα μόνον καφέ και όχι ένα βαρέλι. Να θέλεις να πεις μια ουσιαστική καλημέρα σε έναν άνθρωπο και όχι να κάνεις σεξ με 30 γυναίκες σε ένα μήνα.

Καταβάλλουμε ελάχιστη προσπάθεια για να καταλάβουμε και, τελικά, ξέρουμε πολύ λίγα ο ένας για τον άλλον. Πολλοί άνθρωποι μου έχουν πει πως με αντιπάθησαν όταν με γνώρισαν γιατί τους φαινόμουν σνομπ. Η αλήθεια είναι πως ύψωνα έναν τοίχο από φόβο και ανασφάλεια.

Δεν νιώθω ποτέ αυτάρκης και δεν διστάζω να δηλώσω την αδυναμία μου στους ανθρώπους που είναι κοντά μου.

Το θέατρο δεν ξεκινάει με το κουδούνι ούτε τελειώνει με την αυλαία -είναι ένα σύνολο, το πριν και το μετά. Η προβολή από τα μίντια, η αναμονή, η παράσταση, τα σχόλια. Μια παράσταση συνιστά ένα ζωντανό γεγονός.

Οσο παλεύει ο ηθοποιός άλλο τόσο πρέπει να παλέψει και ο θεατής. Πρέπει να υπάρχει συνενοχή. Την ώρα που κάνεις έρωτα, το ωραίο είναι να χαθείς μέσα στη στιγμή και όχι, ας πούμε, να διακόψεις την πράξη για να απαντήσεις στο τηλέφωνο. Γιατί να στερήσεις από τη στιγμή την ευκαιρία να σε απογειώσει; Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο.

Διάλεξα να κάνω θρησκευτικό γάμο γιατί μου αρέσει αυτό το μυστήριο, έχει μια ομορφιά. Δεν είμαι θρήσκος αλλά δεν είμαι και άθρησκος. Κάπου πρέπει να χωρέσω σε αυτήν την κοινωνία των άκρων. Ο έρωτας τελειώνει γρήγορα και μένει η αγάπη και η συντροφικότητα. Είναι ένα πολύ ωραίο συναίσθημα, τρυφερό, γλυκό και παρήγορο. Το «για πάντα», τη στιγμή που το λες, το εννοείς ειλικρινά, αλλά δεν ξέρεις τι θα συμβεί αύριο. Η ζωή σε ξεπερνάει.

Παλιά, οι γονείς ήθελαν τα παιδιά τους να γίνουν γιατροί και δικηγόροι. Σήμερα, θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Μοιάζει εύκολο και πολύ προσοδοφόρο επάγγελμα. Στο «Αμόρε» έπαιζα χρόνια με τον βασικό μισθό. Ποτέ δεν έβγαλα πολλά χρήματα από τη δουλειά μου. Πολλά περισσότερα θα κέρδιζα ως golden boy, αν είχα ακολουθήσει τις σπουδές μου στα Οικονομικά.

Τηλεόραση δεν κάνω γιατί πάντοτε παίζω στο θέατρο και είναι πολύ κουραστικό να τα κάνεις και τα δύο μαζί. Φτάνεις σε ένα σημείο που δεν έχεις ζωή, δεν ξέρεις πού στέκεται το σώμα σου. Βγάζεις πολλά παραπάνω χρήματα αλλά πληρώνεις το τίμημα.

Η φιλοδοξία μου είναι να κάνω δουλειές όπως μου αρέσουν, με ανθρώπους που εκτιμώ, και να έχουν αντίκτυπο στον κόσμο. Οπως τότε που έπαιζαν ο Μινωτής και η Παξινού και σειόταν η Επίδαυρος. Θα ήθελα το θέατρο να είναι σαν τα ποδοσφαιρικά ματς, όπως λέει η Σάρα Κέιν, που κάνει κάποιος μια ντρίπλα και ακούς τις φωνές από τις κερκίδες.

Ο Χρήστος Λούλης πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Αλκηστις» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στις 17 και 18 Ιουλίου στην Επίδαυρο.

  • Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΝΟΣ ΕΠΑΝΗΛΘΕ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΔΗΠΕΘΕ ΛΑΡΙΣΑΣ

Ο Κώστας Τσιάνος επιστρέφει εις… διπλούν στα πάτρια θεσσαλικά εδάφη. Από τη μια για να σκηνοθετήσει ξανά, ύστερα από δεκαεπτά χρόνια, τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου πάλι με το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας.

Η αγαπημένη του ηθοποιός Λυδία Κονιόρδου κρατά στην παράσταση τους ρόλους τόσο της Ηλέκτρας όσο και της Κλυταιμνήστρας. Ο Νίκος Ψαρράς ερμηνεύει τον Ορέστη

Η αγαπημένη του ηθοποιός Λυδία Κονιόρδου κρατά στην παράσταση τους ρόλους τόσο της Ηλέκτρας όσο και της Κλυταιμνήστρας. Ο Νίκος Ψαρράς ερμηνεύει τον Ορέστη

Με τη Λυδία Κονιόρδου στον διπλό ρόλο Ηλέκτρας και Κλυταιμνήστρας και τον Νίκο Ψαρρά ως Ορέστη (Τσιάνος – Κονιόρδου έχουν ξανασυνεργαστεί επιτυχώς στο αρχαίο δράμα άλλες δύο φορές με το ίδιο θέατρο, ήτοι στην «Ηλέκτρα» και στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη). Οι «Χοηφόρες» έχουν πρεμιέρα την Πέμπτη 2 Ιουλίου στο κηποθέατρο «Αλκαζάρ» της Λάρισας για να περιοδεύσουν στη συνέχεια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Από την άλλη ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας ύστερα από έντεκα χρόνια (από τους ιδρυτές του Θεσσαλικού Θεάτρου, το οποίο μετεξελίχθηκε σε ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, ο Τσιάνος το υπηρέτησε επί είκοσι δύο χρόνια, από τα οποία τα δεκαπέντε ως καλλιτεχνικός διευθυντής).

«Επιστρέφω στο «σπίτι μου» προβληματισμένος και με αρκετό αίσθημα ευθύνης. Τα τελευταία χρόνια ο δήμαρχος της Λάρισας Κώστας Τζανακούλης, εργαζόμενοι στο ΔΗΠΕΘΕ και άλλοι συμπατριώτες μου Λαρισαίοι σχεδόν απαιτούσαν την επιστροφή μου. Αισθάνθηκα πως πρέπει να προσφέρω και πάλι την εμπειρία μου και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο που περνάνε τα ΔΗΠΕΘΕ. Πρώτο μου μέλημα να επαναπροσδιοριστεί η φυσιογνωμία του «Θεσσαλικού», που στόχος του ήταν να συνδεθεί με τον κοινωνικό ιστό της περιοχής του. Να απευθυνθεί στον απλό θεατή με σημαντικά έργα και παραστάσεις. Να υποστηρίξει την ελληνική δραματουργία, να ξαναρχίσει τις χειμωνιάτικες περιοδείες στη Θεσσαλία. Να οργανώσει παράλληλες εκδηλώσεις με τη συνεργασία όλων των πολιτισμικών φορέων της περιοχής δίνοντας την ευχέρεια σε νέους καλλιτέχνες να πειραματιστούν με σύγχρονες ιδέες και εναλλακτικούς τρόπους έκφρασης. Εύχομαι να τα καταφέρω. Γιατί στο μεταξύ πολλά έχουν αλλάξει».

  • Τι αίσθηση σας άφησε το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας αυτά τα τελευταία έντεκα χρόνια;

«Στα χρόνια της απουσίας μου έχασε την κεντρική του σκηνή («Γαλαξίας» με 500 θέσεις) περιοριζόμενο στο μικρό «Θέατρο του Μύλου» (160 θέσεις) με αποτέλεσμα να μειωθεί η δραστηριότητά του. Σταμάτησαν οι χειμωνιάτικες περιοδείες του, λιγόστεψαν οι παράλληλες εκδηλώσεις και το ανέβασμα ελληνικών έργων. Εγιναν όμως σημαντικές παραστάσεις, ιδιαίτερα στη θητεία του Γιώργου Ζιάκα, που πρόσφερε πολλά στο θέατρό μας από την ίδρυσή του».

«Η προσπάθειά μου να βρω λύσεις στα παραστασιακά προβλήματα του αρχαίου δράματος μέσα από τα λαϊκά μας δρώμενα βρήκε στις "Χοηφόρες" την ολοκλήρωσή της», λέει ο Κώστας Τσιάνος

«Η προσπάθειά μου να βρω λύσεις στα παραστασιακά προβλήματα του αρχαίου δράματος μέσα από τα λαϊκά μας δρώμενα βρήκε στις «Χοηφόρες» την ολοκλήρωσή της», λέει ο Κώστας Τσιάνος

  • Τι σας έκανε να επανέλθετε στις «Χοηφόρες», το δεύτερο μέρος της αισχυλικής «Ορέστειας»;

«Θεωρώ πως είναι η καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη παράστασή μου στην πολύχρονη θητεία μου στο θέατρο. Είναι φυσικό να επιθυμώ να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι θεατές. Τώρα είχα την ευκαιρία να επεξεργαστώ καλύτερα κάποια σημεία της, να διορθώσω κάποιες αδυναμίες, να απαλείψω μερικές σκηνοθετικές φλυαρίες, για να φτάσει η παράσταση στον θεατή, λιτή και πεντακάθαρη. Η προσπάθειά μου να αντλήσω ιδέες και να βρω λύσεις στα παραστασιακά προβλήματα του αρχαίου δράματος μέσα από τις λαϊκές μας τελετουργίες, τα δρώμενα, τα ήθη, τις μουσικές, τα μοιρολόγια, τα λαϊκά παραμύθια και τους χορούς, βρήκε στις «Χοηφόρες» την ολοκλήρωσή της. Ο Αισχύλος εδώ είναι ολοφάνερο πως κατέφυγε σε παραδόσεις και θρύλους που αναφέρονταν στη λατρεία των νεκρών, στο ανακάλεσμα των ψυχών, στους επιτάφιους θρήνους και στους νεκρολατρικούς χορούς, στοιχεία που τα συναντούμε μέχρι σήμερα και μας συνταράζουν».

  • Η εκδίκηση που πρωταγωνιστεί στις «Χοηφόρες» παραμένει επίκαιρη και στις μέρες μας;

«Η εκδίκηση είναι από τα πιο σκοτεινά ορμέμφυτα στον άνθρωπο. Μαυρίζει τις ψυχές, δηλητηριάζει τις σχέσεις και είναι σχεδόν αδύνατο να λυτρωθεί ο άνθρωπος και οι κοινωνίες από το αίσθημα της ανταπόδοσης του κακού. Στην «πολιτισμένη» εποχή μας η εκδικητικότητα και τα παράγωγά της έχουν πάρει τέτοιες διαστάσεις που οι κίνδυνοι δεν θ’ αργήσουν να χτυπήσουν την πόρτα μας».

  • Γιατί επιλέξατε να κάνετε ο ίδιος τη μετάφραση;

«Η άποψή μας στις «Χοηφόρες» είναι καθοριστική. Η παράσταση έχει τη μορφή τελετουργικού δρώμενου, με λόγο, μέλος και όρχηση να συνυπάρχουν ισοδύναμα. Οι θρηνητικοί παιάνες και τα μοιρολόγια κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της τραγωδίας και απαιτούν έναν ρυθμικό λόγο, που δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον «εθνικό μας» δεκαπεντασύλλαβο, που συμβαίνει να ξέρω πολύ καλά τα μυστικά του».

  • Στην αρχαία τραγωδία ένας σκηνοθέτης έχει να διαλέξει ανάμεσα σ’ ένα κλασικό ανέβασμα και σ’ ένα μοντέρνο-μεταμοντέρνο; Τι χρειάζεται στο ανέβασμά της ώστε να αγγίξει τους σημερινούς θεατές;

«Μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας θα πρέπει να κάνει πραγματικότητα το «ιερό όργιο». Να φθάσει τον θεατή στην έξαρση και την κάθαρση, υπηρετώντας με απόλυτο σεβασμό την καταγωγή και το πνεύμα του έργου. Ο λόγος, το μέλος και η όρχηση θα πρέπει να υπάρχουν ισοδύναμα. Αν λείπει ένα από τα τρία συστατικά, η τραγωδία μοιάζει ακρωτηριασμένη και είναι άλλο έργο. Οι ήρωες των τραγωδιών δεν είναι κάποιοι ιδιώτες, όπως συχνά τους καταντούν σήμερα αρκετές παραστάσεις, αλλά συμπαντικές ποιητικές μορφές που εκφράζουν συμπαντικές ποιητικές ιδέες, καταστάσεις και συναισθήματα. Κανείς τραγικός ποιητής δεν διανοήθηκε κάποιος από τους ήρωές του να έχει σινάχι, να θέλει να πάει προς νερού του, να σκουπίζει επίμονα την αυλή του, να κόβει με το μαχαιράκι και να βράζει χόρτα στην κατσαρόλα, ούτε να μασουλάει κουλούρια με σουσάμι σε κορυφαίες στιγμές του έργου. Ο νατουραλισμός είναι μεγάλος εχθρός της τραγωδίας. Ο τρόπος που κάθε σκηνοθέτης θα πλησιάσει την τραγωδία μπορεί να είναι όποιος θέλει. Ας την ντύσει με χιτώνες, με φράκο, τουαλέτες, φουστανέλες και ας την τοποθετήσει σε όποια εποχή θέλει. Δεν έχει σημασία. Ολοι οι τρόποι είναι θεμιτοί αρκεί η παράσταση να αγγίξει την ουσία και το πνεύμα της τραγωδίας».

* Τα κοστούμια είναι της Ιωάννας Παπαντωνίου, η μουσική του Διονύση Τσακνή, η χορογραφία του Κώστα Τσιάνου. Συμμετέχουν τριμελής ορχήστρα και 14μελής Χορός.

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009
  • Ο «ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΗΣ» ΤΟΥ ΜΠΟΜΑΡΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΠΕΘΕ ΚΡΗΤΗΣ

Ο Γιώργος Παρτσαλάκης εξορμά αυτό το καλοκαίρι ως Φίγκαρο, ως ευφυής και πολυμήχανος υπηρέτης που αποκαθιστά την ισορροπία, την τάξη των πραγμάτων. Βοηθάει με διάφορους τρόπους να πραγματοποιηθεί ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους αχρηστεύοντας τις προσπάθειες του ηλικιωμένου γιατρού Μπάρτολο να παντρευτεί την όμορφη Ροζίνα, που έχει υπό την κηδεμονία του.

«Ο Φίγκαρο πιστεύει ότι αντιπροσωπεύει τον λαό», λέει ο Γιώργος Παρτσαλάκης

«Ο Φίγκαρο πιστεύει ότι αντιπροσωπεύει τον λαό», λέει ο Γιώργος Παρτσαλάκης

Πρόκειται για την κλασική κωμωδία του Μπομαρσέ «Ο κουρέας της Σεβίλλης» (1775) που παρουσιάζει σε περιοδεία το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, ξεκινώντας τη Δευτέρα από τα Χανιά. Η σκηνοθεσία είναι του Θανάση Θεολόγη, που σημειώνει ότι ο Φίγκαρο είναι ένας φιλοσοφημένος ήρωας με άποψη και λύση, αποδεικνύοντας ότι το ξυράφι του μυαλού του είναι πιο δυνατό από το ξυράφι του κουρέα. Στους βασικούς ρόλους μαζί με τον Παρτσαλάκη-κουρέα είναι οι Τάσος Παλαντζίδης (Μπάρτολο), Θάλεια Προκοπίου (Ροζίνα), Νίκος Δαδινόπουλος (Δον Μπαζίλιο), Γιάννης Αϊβάζης (κόμης Αλμαβίβα).

  • Δυο λόγια για τον κουρέα που ερμηνεύεις.

«Ο Φίγκαρο μπορεί να είναι υπηρέτης, όμως δεν είναι υπηρέτης με την έννοια του υπηρετώ, αλλά του εξυπηρετώ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Φίγκαρο πιστεύω ότι αντιπροσωπεύει το λαό. Είναι ο ίδιος ο Μπομαρσέ, ο οποίος ήθελε να πει πολλά εκείνη την εποχή, 14 χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, γι’ αυτό χρησιμοποιεί τον Φίγκαρο, τον οποίον εξελίσσει στα δύο επόμενα έργα του».

  • Πόσο κοντά ή μακριά είναι στο δικό σου χαρακτήρα;

«Είναι ακριβώς ο χαρακτήρας που θα ήθελα να είμαι, αλλά που ο χρόνος, η εποχή, τα γεγονότα και οι καταστάσεις με οδήγησαν σ’ αυτό που νομίζω ότι είμαι».

  • «Τα νιάτα θέλουν έρωτα, οι γέροι χαμομήλι» λέει το λαϊκό άσμα του Ζαμπέτα. Είναι και το μήνυμα κατά κάποιον τρόπο της κωμωδίας του Μπομαρσέ;

«Δεν νομίζω ότι το μήνυμα είναι αυτό. Αυτό είναι η αφορμή. Τα αίτια είναι βαθύτερα. Ο Μπάρτολο, ο ηλικιωμένος γιατρός, αντιπροσωπεύει την αστική τάξη και τους ευγενείς, η οποία εγκλωβίζει, φυλακίζει το νέο για να μην ανατραπεί το κατεστημένο στο οποίο και ανήκει. Αλλωστε το χαμομήλι των ηλικιωμένων σήμερα είναι διαφορετικό από την εποχή του Μπομαρσέ».

  • Στην εποχή μας βλέπουμε συχνά σχέσεις ζευγαριών με αρκετή διαφορά ηλικίας. Πιστεύεις ότι μπορεί να είναι έρωτας ή κάτι άλλο;

«Είναι έρωτας, τουλάχιστον από τη μια πλευρά. Οταν συνυπάρχει και το κάτι άλλο, τότε έχουμε αμοιβαίο έρωτα. Μην ξεχνάμε ότι ο μεγάλος σε ηλικία καταθέτει εμπειρία και σοφία, ενώ η μικρά τον αποζημιώνει με ενθουσιασμό και νιάτο. Παίρνεις – δίνεις».

  • Υπάρχουν άνθρωποι μ’ αυτή τη λαϊκή σοφία και καπατσοσύνη του Φίγκαρο στα σημερινά ελληνικά δεδομένα ή έχουμε έλλειψη; Από Μπάρτολο έχουμε μάλλον επάρκεια;

«Σίγουρα υπάρχουν, αλλά δυστυχώς είναι λίγοι έτσι ώστε να δημιουργήσουν το διαφορετικό. Αντιθέτως, Μπάρτολο περισσεύουν, όπως περίσσευαν σε όλες τις εποχές».

  • Τι σε χαλάει περισσότερο στις μέρες μας; Ποιους θα περιποιόσουν με… κούρεμα γουλί ή κόντρα ξύρισμα;

«Η ισοπέδωση των πάντων. Το ότι φτιάχνουμε το νέο, το μοντέρνο, χωρίς να σεβόμαστε το παλιό. Θα περιποιόμουν τους ξερόλες, τους εξυπνάκηδες και τα λαμόγια».

  • Η κωμωδία ταιριάζει περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία σου;

«Νομίζω ότι περισσότερο, αν μπορεί να υπάρχει περισσότερο, μου ταιριάζει η κωμωδία που μπερδεύεται με το δράμα και ξεφεύγει στο τραγικό. Γέννηση = κωμωδία, ζωή = δράμα, θάνατος = τραγωδία».

  • Συνεργάζεσαι τακτικά με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Λόγω ριζών; Λόγω καλών συνθηκών;

«Πιστεύω και τα δύο. Με την εξής σειρά: Πρώτον, λόγω συνθηκών (ο Μιχάλης Αεράκης -καλλιτεχνικός διευθυντής- έχει φτιάξει ένα υγιέστατο ΔΗΠΕΘΕ) και δεύτερον λόγω ριζών, όπου με κάνει να αισθάνομαι υπερήφανος για τον τόπο μου».

  • Στο Εθνικό Θέατρο είχες παλιότερα μια γόνιμη διαδρομή. Θα ήθελες να επανέλθεις πραγματοποιώντας κάποιο καλλιτεχνικό όνειρό σου;

«Ευτυχώς που οι γόνιμες διαδρομές κάποτε σταματούν για να μπορούμε πάλι να χαράξουμε καινούργιες. Οι χώροι δεν με καθορίζουν σαν καλλιτέχνη. Βέβαια η Επίδαυρος για μένα, παρ’ ότι έχω παίξει πολλές φορές, δεν παύει να παραμένει ένας στόχος».

*Ο «Κουρέας» παρουσιάζεται σε μετάφραση Ζάννας Αρμάου, σκηνικά-κοστούμια Αντώνη Χαλκιά, μουσική Γιούρι Στούπελ, χορογραφίες Πέτρου Γάλλια, στίχους Γιάννη Καλατζόπουλου. Παίζουν επίσης οι Ιωάννα Δελάκου, Αντώνης Καλογήρου. Πρώτες παραστάσεις στην Αθήνα στο Θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι (13 Ιουλίου) και στο Δημοτικό Θέατρο Παπάγου (14 Ιουλίου). *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Η Ειρήνη Μπαλτά, η τηλεοπτική Χαρά, απόλαυσε ιδιαίτερα τη φετινή της συμμετοχή στη σειρά «Λόλα» του ΑΝΤ1 – παρόλο που οι ρυθμοί ενός καθημερινού σίριαλ είναι, όπως η ίδια λέει, στην κυριολεξία εξαντλητικοί. Τουλάχιστον, δεν είχε παράλληλα θέατρο. «Για μένα είναι σκότωμα να κάνω θέατρο και τηλεόραση μαζί, γιατί δεν θέλω να δουλεύω πολύ. Εχω, βλέπεις, και μια αδυναμία στον προσωπικό χρόνο. Θέλω να διασκεδάζω και να έχω άλλες δραστηριότητες εκτός δουλειάς». Μέσα στις αγαπημένες της ασχολίες είναι και το διάβασμα, ενώ με μητέρα ψυχολόγο δεν μας κάνει εντύπωση το «κόλλημά» της για τα βιβλία που έχουν ως θέμα την ψυχανάλυση.

  • Αν δεν είχες την πολυτέλεια να συζητάς με τη μαμά σου, θα έκανες ψυχανάλυση σε περίπτωση που ένιωθες ότι το χρειάζεσαι;

«Δεν ξέρω γιατί η κοινωνία είναι ακόμη πολύ συντηρητική απέναντι σ’ αυτό. Το να ζητήσει κάποιος ψυχολογική υποστήριξη είναι ακόμη ταμπού, ο κόσμος το βλέπει σαν τρέλα. Ομως, είναι αναμενόμενο στις μέρες μας οι άνθρωποι να έχουν προβλήματα που αφορούν το μέσα τους, την ψυχή τους. Οταν υπάρχουν τόσες απαιτήσεις από τους γύρω σου και όταν βομβαρδίζεσαι από εικόνες, ταράζεται ο ψυχικός σου κόσμος».

  • Αρκετοί συνάδελφοί σου συμμετέχουν εθελοντικά σε καμπάνιες κοινωνικού περιεχομένου. Εσύ;

«Το έχω σκεφτεί, αλλά θεωρώ ότι ο εθελοντισμός είναι μια πολύ σοβαρή ιστορία. Δεν μπορεί να το κάνεις ούτε για να φανείς ούτε περιστασιακά, όταν έχεις χρόνο. Ο εθελοντισμός προϋποθέτει ψυχικό σθένος και δέσμευση. Εγώ δεν έχω τώρα το χρόνο, αλλά αν μου πρότειναν να κάνω κάτι αφιλοκερδώς, θα δεχόμουν».

  • Σε ποια θέματα έχεις μεγαλύτερη ευαισθησία;

«Είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητη ως προς τα παιδιά και τα ζώα. Δεν υπάρχει περίπτωση να δω αδέσποτο και να μην το μαζέψω, να δω τι έχει και να του κάνω στείρωση. Και αυτό δεν χρειάζεται να το κάνω μέσα από φιλοζωική οργάνωση· παίρνω μόνη μου την πρωτοβουλία».

  • Οι καθηγητές σου στη δραματική σχολή σε τι σε θεωρούσαν καλύτερη; Στην κωμωδία ή στο δράμα;

«Δεν σου λένε ποτέ, αλλά σύμφωνα με τους ρόλους που σου δίνουν καταλαβαίνεις μόνος σου. Εμένα, κατά κύριο λόγο, μου έδιναν ρόλους δραματικούς. Δεν έκανα ποτέ την ντάμα. Πάντα ρόλους ενζενί, και μάλιστα της εύθραυστης γυναικείας φιγούρας».

  • Στα επαγγελματικά σου έχεις πει πολλά «όχι»;

«Εχω πει τόσα «όχι», που τώρα μετανιώνω».

  • Γιατί; Με ποιο τρόπο στάθμιζες τα πράγματα τότε;

«Είχα άγνοια κινδύνου και, επίσης, δεν δεχόμουν να παίξω ρόλους που -ενώ ήταν βασικοί- εγώ ένιωθα ότι τους είχα ξανακάνει».

  • Για ποιο «όχι» έχεις μετανιώσει περισσότερο;

«Στον Γιάννη τον Βασιλειάδη, όταν έκανε μια σειρά της Ακρίτα και του Κυρίτση. Με ήθελε πολύ για έναν ρόλο και δεν το ζύγισα σωστά. Δεν είχα φανταστεί τον τρόπο που θα «έδινε» το ρόλο – και δεν ήταν τελικά όπως πίστευα. Βέβαια, πάντα από κάπου χάνεις, από κάπου κερδίζεις. Αν είχα κάνει εκείνο, δεν θα είχα τόσες συμμετοχές στον «Κόκκινο κύκλο» του Πάνου Κοκκινόπουλου, που ήταν σχολείο».

  • Γυμνές σκηνές θα ξαναγύριζες αν ο ρόλος το δικαιολογούσε;

«Τώρα πια όχι. Στο παρελθόν, πράγματι, είχε τύχει· αλλά πια το γυμνό είναι ξεπερασμένο».

  • Η «Λόλα», αν και άρχισε με καλά νούμερα, γύρω στο 24%, εδώ και πολύν καιρό έχει προσγειωθεί στο 14%, με την απέναντι καθημερινή σειρά να φτάνει το 45%. Τι έφταιξε;

«Αν και δεν ασχολούμαι πολύ με την τηλεθέαση, απ’ όσο γνωρίζω η απέναντι σειρά είναι μπροστά στα συνολικά νούμερα – ενώ στο δυναμικό κοινό, το 15-44, είμαστε πολύ ψηλά, ίσως και πρώτοι κάποιες στιγμές. Απλώς, δηλαδή, εμείς απευθυνόμαστε σε πιο νεανικό κοινό απ’ αυτό που βλέπει εκείνη την ώρα τηλεόραση».

  • Αρα δεν δημιούργησε η πορεία του σίριαλ κάποια γκρίνια μεταξύ των συντελεστών.

«Το κανάλι δεν μας πέρασε κανένα άγχος. Δεν αισθανθήκαμε πίεση, ώστε ν’ αναγκαστούμε να αλλάξουμε κάτι».

  • Την επόμενη σεζόν τα σίριαλ θα είναι ελάχιστα, από περίπου 40 που είχαμε άλλες χρονιές, μετά βίας θα φτάσουν τα 15. Ανησυχείς μήπως αναγκαστείς να κάνεις συμβιβασμούς ή εκπτώσεις;

«Φυσικά. Ο πρώτος συμβιβασμός, μάλιστα, θα γίνει στον οικονομικό τομέα. Το μπάτζετ μειώνεται για όσες παραγωγές απομείνουν, επομένως μειώνεται και το κασέ μας».

  • Θα κάνεις εκπτώσεις και ως προς τους ρόλους ή την ποιότητα;

«Αν κάτι δεν με εκφράζει καθόλου, δεν θα το δεχτώ. Από την άλλη, αν υπάρξει μια πρόταση που μπορεί να μη με εκφράζει απόλυτα αλλά ο σκηνοθέτης μού εμπνέει εμπιστοσύνη, θα τη δεχτώ. Να κάνω μια έκπτωση στη δουλειά, ναι, μπορώ».

  • Τελευταία παρατηρούμε την τάση αρκετοί ηθοποιοί να γίνονται τηλεπαρουσιαστές. Πώς το σχολιάζεις;

«Θα με ενοχλούσε μόνο αν έβλεπα κάποιον που δεν «το έχει» και τον κρατάνε για λόγους που δεν μπορώ να φανταστώ. Κατά τα άλλα, αλλάζουν τα πράγματα, τα όρια γίνονται ελαστικά και δεν μπορούμε να κρατάμε τους ανθρώπους με χαλινάρια».

  • Εσύ θα δοκίμαζες;

«Μου αρέσει αυτό το παιχνίδι και πολύ θα ήθελα να το δοκιμάσω, αλλά τρομάζω. Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα ποτέ να βγω και να είμαι τόσο φυσική, και να μη σκέφτομαι «Ωχ, τι είπα» και «Ωχ, τι έκανα». Θέλει φοβερή ασφάλεια για να εκτεθείς έτσι. Εγώ, στην ουσία, δεν εκτίθεμαι. Δεν βλέπεις εμένα, βλέπεις το ρόλο».

  • Ο ΑΝΤ1 κάνει ακόμη δοκιμαστικά, ψάχνοντας και ηθοποιούς να πλαισιώσουν τη Βίκυ Καγιά στον «Πρωινό καφέ». Δεν θέλεις να πας;

«Θα πήγαινα στον «Πρωινό καφέ» αν μου έκαναν πρόταση. «Μωρέ», θα έλεγα, «μήπως βλέπουν κάτι σ’ εμένα που δεν το βλέπω εγώ; Κάτσε να το δοκιμάσω». Μόνη μου, όμως, δεν τολμάω».

  • Τι βλέπεις στην τηλεόραση όταν έχεις ελεύθερο χρόνο;

«Παρακολουθώ από ένα επεισόδιο κάθε σειράς, ενώ συστηματικά θα δω κάποια σίριαλ που μου αρέσουν».

  • Την αντίπαλη σειρά, «Τα μυστικά της Εδέμ», τη βλέπεις;

«Δεν έχω δει όλα τα επεισόδια, αλλά σίγουρα αρκετά».

  • Από επαγγελματικό ενδιαφέρον ή σε προκαλεί και το στόρι;

«Και τα δύο. Θέλω να δω τους συναδέλφους και τις λεπτομέρειες της παραγωγής γενικά, αλλά θέλω να μάθω και τι θα γίνει ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι».

  • Τι σε απωθεί στην τηλεόραση;

«Καμιά φορά με ενοχλούν κάποιες συνεντεύξεις, στις οποίες οι δημοσιογράφοι κάνουν αφελείς ερωτήσεις και δεν βοηθάνε τον συνεντευξιαζόμενο να προχωρήσει λίγο παραπέρα. Δεν μ’ ενδιαφέρει να μάθω ροζ λεπτομέρειες για ένα πρόσωπο. Θέλω να ακούσω άλλα πράγματα, ώστε να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα για την προσωπικότητά του».

  • Αυτές οι «αφελείς» ερωτήσεις, όμως, μήπως είναι κατόπιν συμφωνίας;

«Σίγουρα υπάρχουν ερωτήσεις στημένες στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις· γίνονται απ’ όλους και είναι μέρος του κατεστημένου. Δεν με ενοχλεί αυτό, αλλά το ότι δεν δίνεται η δυνατότητα να ξεδιπλώσεις το πώς βλέπεις τη ζωή ή το θάνατο – όπως γίνεται στις συνεντεύξεις της Εύης Κυ- ριακοπούλου».

  • Γιατί δεν σε καλούν σε τέτοιες συνεντεύξεις;

«Γιατί καλούν φτασμένους».

  • who is who

* Μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη.

* Τελείωσε τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

* Ονειρεύεται μακρινά ταξίδια και δουλεύει για να τα πραγματοποιεί.

* Της αρέσει το σκι στο βουνό και στη θάλασσα.

* Εχει ένα «δύσκολο και αντικοινωνικό» γατάκι που μάζεψε από το δρόμο.

  • Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΑΓΔΗΣ. ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΘΗΝΑ ΓΚΟΡΟΥ | ΦΩΤ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΟΜΕΝΙΚΟΣ, On Off, Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

  • Θεωρεί τον εαυτό του λαϊκό ηθοποιό. Εχοντας, πάντως, στο ενεργητικό του, εκτός από θεατρικές επιτυχίες, αρκετούς τηλεοπτικούς θριάμβους, ο Γιάννης Μπέζος εξαρχής απέφυγε εντελώς και τους λαϊκισμούς και το lifestyle. Προέρχεται άλλωστε από το θέατρο.

Γιάννης Μπέζος και Ναταλία Τσαλίκη αναμετρώνται με δύο από τους σπουδαιότερους ρόλους της εργογραφίας του Μολιέρου, τον «Αργκάν» και την «Τουανέτ»

Γιάννης Μπέζος και Ναταλία Τσαλίκη αναμετρώνται με δύο από τους σπουδαιότερους ρόλους της εργογραφίας του Μολιέρου, τον «Αργκάν» και την «Τουανέτ» Ο ίδιος βέβαια ούτε βαυκαλίζεται ούτε ακκίζεται. Πάντα σοβαρός και μετρημένος συνομιλητής παραδέχεται ότι πολλοί από όσους θα είναι στο Ηρώδειο στις 2 Ιουλίου για τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, σε δική του σκηνοθεσία, με τον ίδιο Αργκάν και Τουανέτ τη Ναταλία Τσαλίκη, «θα ‘ρθουν για τον Μπέζο». Απομένει να τους πείσει ότι είδαν τον Αργκάν.

Το ταλέντο το ‘χει. Και τον ρόλο τον ξέρει καλά. Τον έχει άλλωστε ξαναπαίξει πριν από χρόνια με σκηνοθέτη τον Θέμη Μουμουλίδη. «Τώρα κάνουμε μια τελείως άλλη παράσταση», προειδοποιεί…

  • Μεταξύ του κλασικού «μολιερέσκ» και της αποδόμησης κάθε κλασικίζοντος στοιχείου πού κινείστε;

«Σε μια τελείως σύγχρονη ματιά ως προς το εικαστικό μέρος και την αντιμετώπιση του λόγου, χωρίς να χάνεται καθόλου το έργο. Ο πυρήνας του παραμένει ίδιος. Αλλά, π.χ., τι σημαίνουν για ένα σύγχρονο θεατή οι «κυκλοφορικοί», οι τότε «αιρετικοί» δηλαδή, που υποστήριζαν ότι το αίμα κυκλοφορεί; Αναζητήσαμε σύγχρονες αντιστοιχίες».

  • Εχει νόημα να παρουσιάσεις κλασικά ένα κλασικό έργο;

«Εχει, αν το παρουσιάσεις καλά. Ο Στάιν, π.χ., ανέβασε τις «Τρεις Αδελφές» σε μια πολύ σπουδαία παράσταση. Την ίδια εποχή εξίσου καλή παράσταση ήταν αυτή του Λιουμπίμοφ. Ολα είναι θέμα ταλέντου και καλής πρόθεσης. Εμείς εδώ μπλεκόμαστε με την αγωνία να διαφέρουμε από τους άλλους».

  • Εχει αλλάξει η οπτική σας απέναντι στον Αργκάν με τα χρόνια;

«Ασφαλώς. Ενδεχομένως, μάλιστα, το τέλος να μην είναι τόσο αστείο όσο συνηθίζεται. Στη μέση του έργου λέει ο Αργκάν: «Δεν με αφήνουν να ευχαριστηθώ ούτε τις αρρώστιες μου». Αυτός είναι ο ρόλος. Η κατά φαντασίαν αρρώστια είναι ανάγκη».

  • Και η Τουανέτ; Πώς αντιμετωπίζετε τη σπουδαιότερη γυναίκα στην εργογραφία του Μολιέρου;

«Ως εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε. Είναι ο άνθρωπός μας, που τον έχουμε ανάγκη και τον αγαπούμε τόσο ώστε να μπορούμε να τον βρίζουμε. Εκπροσωπεί τη λαϊκότερη ματιά, τον Χορό, τη φωνή της λογικής».

  • Η παράστασή σας χρησιμοποιήθηκε ήδη για την άσκηση αρνητικής κριτικής στον Γιώργο Λούκο. Τι απαντάτε;

«Τίποτα. Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Ολα κρίνονται στον χρόνο».

  • Πάντως «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» είναι και επίκαιρος…

«Στα χρόνια μας όλοι εξαρτώνται από έναν ψυχαναλυτή κι έναν ψυχίατρο – λες και πριν δεν μπορούσαμε να ζήσουμε. Ισως αυτό το ‘χουν λίγο παραπάνω οι γυναίκες μάλλον γιατί παλαιότερα δεν είχαν να αποδείξουν τίποτα, ενώ τώρα θέλουν να αποδείξουν κάτι. Κι αυτό είναι μεγάλο βάρος. Θυμάμαι τη μακαρίτισσα τη μάνα μου, μια γυναίκα που ασχολιόταν με το σπίτι κι ήταν πανευτυχής. Ποτέ δεν έδωσε λογαριασμό σε κανέναν αν είναι ή δεν είναι μέσα στην παραγωγή, αν έχει ή δεν έχει πνευματικότητα».

  • Υπάρχουν και πολλοί υποχόνδριοι. Η σύγχρονη εποχή καλλιεργεί το άγχος τού να είσαι καλά…

«Αυτά τα κάνει ο «νέος στρατός κατοχής»: το lifestyle που το σιχαίνομαι φρικτά. Επιβάλλει έναν τρόπο να ζεις, να ντύνεσαι, να κάνεις πιλάτες, να παρακολουθείς το Διαδίκτυο. Υποδεικνύει και πνευματικές ανησυχίες: κυρίως το καλοκαίρι με τα φεστιβάλ, επιβάλλεται μια αναγκαστική πνευματικότητα. Εννοώ την γενική τάση που μας θέλει όλους να εμβαπτιζόμαστε στη διανόηση. Τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό. Κι οτιδήποτε κι αν επιβάλλεις σε κάποιον που δεν το θέλει, δεν θα το κάνει».

  • Εσείς κατορθώσατε να παραμείνετε εκτός lifestyle, παρά τις μεγάλες τηλεοπτικές επιτυχίες…

«Βγήκα στην τηλεόραση μεγάλος, όταν ήμουν ήδη πρωταγωνιστής στο θέατρο. Ευάλωτα είναι τα νέα παιδιά. Είναι δύσκολο να παίξεις σ’ αυτό το γήπεδο χωρίς να έχεις προϋπηρεσία στο θέατρο και να έχεις γίνει αποδεκτός από το σινάφι. Σ’ αυτή την περίπτωση γίνεσαι γιαλαντζί πρωταγωνιστής, οι άλλοι δεν σε αποδέχονται, εσύ το καταλαβαίνεις, κι η αγωνία σε σπρώχνει να λες αρλούμπες στα εξώφυλλα».

  • Τι άλλο παρατηρείτε στους νέους ηθοποιούς;

«Οτι ενώ είναι πολύ καλύτεροι από εμάς, πολύ πιο προετοιμασμένοι, πολλοί παίζουν φοβισμένα. Ο ηθοποιός, ακόμα κι αν λέει τρία λόγια, κάνει μια πολιτική πράξη. Εάν δεν είναι σίγουρος για τον εαυτό του, δεν έχει νόημα. Εγώ είμαι της παλαιάς θεατρικής κοπής. Μου αρέσουν οι ηθοποιοί που γίνονται στη σκηνή πρωτογενείς δημιουργοί και δεν περιμένουν να είναι γκουρού ο σκηνοθέτης».

  • Γιατί είναι φοβισμένοι;

«Ετσι μαθαίνουν. Υπάρχει ένας φοβερός κοινωνικός περίγυρος, που απειλεί εξαρχής όλους τους νέους ανθρώπους ότι θα μείνουν άνεργοι και πένητες. Επίσης υπάρχει ένας χείμαρρος συμβουλών τον οποίο οι νέοι βαριούνται φρικτά».

  • Εσείς ήσασταν τολμηρός;

«Ημουν και δεν έχασα. Αλλά ήμουν και πολύ συνεπής στη δουλειά μου. Αυτό προϋποθέτει βέβαια να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου και να μην είσαι σαν κι αυτούς που σπάνε βιτρίνες, περιμένοντας μετά τον Συνασπισμό να τους σώσει και τον μπαμπά τους να πληρώσει για να τους βγάλει. Ο Λέον Τολστόι έλεγε ότι όλοι οι νέοι άνθρωποι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά ελάχιστοι θέλουν να αλλάξουν τον εαυτό τους».

Τι χαίρεστε στη νέα γενιά;

«Οτι δεν παγιδεύεται εύκολα από τα κόμματα. Καλά κάνουν και δεν ασχολούνται με τα «κοινά»: αυτή δεν είναι πολιτική, είναι κομμωτήριο. Οι μεγαλύτεροι έχουμε τη μανία να έχουμε απαντήσεις για όλα. Για μένα μεγαλύτερο ερέθισμα είναι να έχω αμηχανίες για όλα. Γι’ αυτό κάνω παρέα με τους νέους. Για να παραμένω αμήχανος».

**Μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου, μουσική Γιώργου Ανδρέου, σκηνικά Μαργαρίτας Χατζηιωάννου, κοστούμια Κατερίνας Παπανικολάου και χορογραφίες Χάρη Μανταφούνη. Ερμηνεύουν οι Τάσος Γιαννόπουλος, Θανάσης Δήμου, Γιάννης Μπέζος, Αγγελος Μπούρας, Γιάννα Παπαγεωργίου, Ναταλία Τσαλίκη, Αλμπέρτο Φάις κ.ά. *

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

  • Η Μάγια Λυμπεροπούλου, που «μάχεται κατά της βασιλείας της εικόνας», πρωταγωνιστεί στο «Κοκτέιλ Πάρτι» του Τ.Σ. Ελιοτ. Η Μάγια Λυμπεροπούλου από μικρή υπήρξε ερωτευμένη με την ποίηση του Τ.Σ. Ελιοτ. Παιδάκι ακόμα είχε διαβάσει το θεατρικό έργο του «Κοκτέιλ Πάρτι».

«Αποσύρομαι από το θέατρο, δεν μπορώ πλέον να παίζω όλη τη σεζόν. Και δεν νομίζω ότι θα μου λείψει, περισσότερο μου λείπουν τα καλοκαίρια στην εξοχή», λέει η Μάγια Λυμπεροπούλου

«Αποσύρομαι από το θέατρο, δεν μπορώ πλέον να παίζω όλη τη σεζόν. Και δεν νομίζω ότι θα μου λείψει, περισσότερο μου λείπουν τα καλοκαίρια στην εξοχή», λέει η Μάγια Λυμπεροπούλου

Δεκαετίες μετά το ξανασυναντά στην παράσταση της Βαρβάρας Μαυρομάτη, που κάνει σήμερα πρεμιέρα στην «Πειραιώς 260». Ερμηνεύει τον ρόλο «μιας αειθαλούς τρελής γριάς», που μαζί με τους χαρακτήρες του Αρη Λεμπεσόπουλου και του Χρήστου Στέργιογλου «είναι οι θεματοφύλακες της συντήρησης». «Ενα μέρος του κοινού, που γνωρίζει τον νομπελίστα δημιουργό της «Ερημης Χώρας», ίσως έρθει να δει κάτι σοβαροφανές. Αν ξέρει τον Ελιοτ ως ποιητή, θα αιφνιδιαστεί με το «Κοκτέιλ Πάρτι». Γιατί έχει ένα βουλεβαρδιέρικο προσωπείο. Εχει πολύ χιούμορ και σαρκασμό κι αυτό τονίζεται απ’ την παράσταση. Η πρόκληση του «αλλιώτικου» με τράβηξε σ’ αυτό».

  • Είναι ένα κείμενο του 1949. «Μιλάει» ακόμα;

«Η θεματική του είναι εντυπωσιακά σημερινή καθώς επικεντρώνεται στο εγώ, στα προσωπεία, το λάιφ στάιλ και τους καλούς τρόπους. Το προσωπείο εμπεριέχει όλα τα πρόσωπα εκτός από ένα, το οποίο την τελευταία στιγμή έχει μια αναλαμπή. Στην παράσταση οι θεατές θα δουν, με άλλα λόγια, τον καθρέφτη του εαυτού τους».

  • Ο Ελιοτ εστιάζει στα προβλήματα του έγγαμου βίου και της ανικανότητάς μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, που παραδόξως παραμένουν πάντοτε τα ίδια.

«Ναι. Γιατί πάντα θέλει το ένα εγώ να επιβληθεί στο άλλο».

  • Δεν σας απασχόλησε πώς θα στηθεί η παράσταση; Μπορείτε να περιοριστείτε στην ιδιότητα της ηθοποιού και να απαλλαχτείτε απ’ τη σκηνοθετική ματιά που έχετε στα πράγματα;

«Οταν αποφασίζω ότι είμαι ηθοποιός, δεν «περνάει» τίποτα από τη σκηνοθετική μου άποψη. Και, σας διαβεβαιώ, δεν το κάνω με κόπο».

  • Τα τελευταία χρόνια σε ποια ιδιότητα αισθάνεστε «βολικότερα»;

«Σε καμία προς το παρόν. Αλλωστε, το θέατρο σήμερα έχει αλλάξει πάρα πολύ και στη συνείδηση του κόσμου και σε μερίδα εκείνων που το πράττουν. Εχει αρχίσει να συγχέεται αυτό που λέμε μόδα με την τέχνη. Επιπλέον έχει, με έναν τρόπο, απο-επαγγελματοποιηθεί. Υπάρχουν ομάδες που έχουν αναγκαστεί απ’ τις συνθήκες να εκφράζονται στα όρια του χόμπι. Μπορεί να είναι συγκινητικό έως και σπαρακτικό αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να προωθήσει το ελληνικό θέατρο. Ενδεχομένως να μπορεί να «θεραπεύσει» αυτούς που το κάνουν, αλλά δεν «δημιουργεί» ελληνικό θέατρο. Συγχρόνως έχει εξαφανιστεί το θέατρο ρεπερτορίου, όπως ήταν το «Αμόρε» και το «Θέατρο Τέχνης» – σήμερα πάντως την επωνυμία «Θέατρο Τέχνης» τη θεωρώ παραχάραξη και σφετερισμό».

  • Βλέπετε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών;

«Είμαι φανατικός οπαδός του. Πιστεύω ότι λειτουργεί γόνιμα και πως θα επηρεάσει και τη χειμερινή σεζόν. Προ ημερών με συγκλόνισε το «Καθαρτήριο» του Καστελούτσι. Δεν θα το έλεγα θέατρο-θεατρένιο. Γιατί για μένα θέατρο είναι αυτό που εμπεριέχει λόγο. Το θέατρο ψάχνεται. Πέρασε η εποχή που λέγαμε «ζήτω η τεχνολογία». Πιστεύω ότι θα επιστρέψουμε στον λόγο, έχοντας εμπλουτιστεί από όλο το ταξίδι μας δεξιά κι αριστερά. Προσωπικά, μάχομαι κατά της βασιλείας της εικόνας».

  • Από εδώ και πέρα τι να περιμένουμε από τη σχέση σας με τη σκηνή;

«Αποσύρομαι. Δεν θέλω να φτάσω να σέρνομαι και να βαρυγκομώ στη δουλειά που αγάπησα».

  • Θα συνεργαστείτε, όμως, με το Εθνικό τον χειμώνα στον «Θείο Βάνια».

«Θα ξανασυνεργαστώ με τον Γιάννη Χουβαρδά γιατί θα είναι εναλλασσόμενο το ρεπερτόριο και οι παραστάσεις λίγες. Δεν μπορώ πλέον να παίζω όλη τη σεζόν. Γι’ αυτό τόσες προτάσεις τις αρνούμαι. Και δεν νομίζω να μου λείψει το θέατρο. Αλλα πράγματα μου λείπουν, όπως τα καλοκαίρια στην εξοχή. Δεν νομίζω ότι υπερτερεί μέσα μου η πάση θυσία συνέχιση -έως πότε;- μιας σταδιοδρομίας».

  • Πώς θα περιγράφατε την πολύχρονη σχέση σας με το θέατρο;

«Για εμένα η ζωή ήταν αλληλένδετη με τη σκηνή. Δεν τις ξεχώρισα ποτέ. Απορώ πώς το κάνουν κάποιοι. Αλλωστε, ποτέ δεν θα έλεγα το θέατρο σκέτα επάγγελμα».

* Η παράσταση επαναλαμβάνεται αύριο και την Πέμπτη. Μετάφραση Γ. Δεπάστα, σκηνικά- κοστούμια Μανώλη Παντελιδάκη, μουσική Κ. Βήτα. Παίζουν: Μάγια Λυμπεροπούλου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Αρης Λεμπεσόπουλος, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και Ομηρος Πουλάκης.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 16 Ιουνίου 2009
ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟΣ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΟΣ ΩΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ, ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟΣ ΩΣ ΣΥΝ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΕΙΧΕ ΑΝΕΒΑΣΕΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΤΟΛΜΗΡΟ «SΗΟΡΡΙΝG ΑΝD FUCΚΙΝG» ΚΑΙ ΒΡΑΒΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΠΟΛΕΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ «ΜΑΚΒΕΘ» ΤΟΥ ΒΕΡΝΤΙ. ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, ΜΕ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ, Ο ΘΩΜΑΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ ΣΠΟΥΔΑΣΕ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ, ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ, ΥΠΗΡΞΕ ΚΟΜΒΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΧΟΥΒΑΡΔΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΞΕΧΩΡΙΣΕ ΩΣ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΛΚΗΣΤΗ» ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
Φωτογραφία
Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Τα χαμογελαστά πρόσωπα των αγαπημένων μου προσώπων.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Το να πιω ένα πρωινό τσάι ή έναν καφέ με ωραία παρέα.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Χθες στη δουλειά μου.
Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σαςείναι;
Ότι σκέφτομαι πολύ, συχνά αμφιταλαντεύομαι και τελικά παίρνω αποφάσεις από ένστικτο.
Το βασικό ελάττωμά σας;
Ότι σκέφτομαι πολύ, συχνά αμφιταλαντεύομαι και όταν πάρω μια απόφαση, αναρωτιέμαι αν έπρεπε να ακούσω το ένστικτό μου.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα ανθρώπινα.
Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Σήμερα το μεσημέρι.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με ανωνύμους που δεν έμεινε τίποτε από αυτούς στην Ιστορία κι όμως όταν ζούσαν, πιθανότατα πίστευαν έστω και για μια στιγμή ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να άφησαν τεράστιας σημασίας έργο (π.χ. ο εφευρέτης του τροχού, οι αρχιτέκτονες γοτθικών ναών, οι ποιητές δημοτικών τραγουδιών) κάποιοι απολύτως τίποτε, κάποιοι έζησαν καλές ζωές, κάποιοι πολύ δύσκολες και είναι αρκετοί απ΄ αυτούς που τα γονίδιά τους με κάνουν αυτό που είμαι αυτήν τη στιγμή. μεγαλόψυχοι και οι διακριτικοί.
Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Η πρώτη φορά που αντίκρυσα την έρημο. Η τέλεια σιωπή.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Ο Φλομπέρ, ο Τσέχωφ ο Προυστ, η Βιρτζίνια Γούλφ.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Την ειλικρίνεια.
… Και σε μια γυναίκα;
Την καλοσύνη.
Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Ντεμπισί.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Έχω ανεξάντλητο ρεπερτόριο.
Το βιβλίο που σας σημάδεψε (στο γαλλικό ερωτηματολόγιο προσδιορίζεται ως βιβλίοκαλτ);
Ο Ροβινσώνας Κρούσος. Στα επτά μου (ή μήπως οι Τρεις Σωματοφύλακες; Αμφιταλαντεύομαι).
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ντα Βίντσι, Βερμέερ, Καντίνσκι, Πικάσο.
Το αγαπημένο σας χρώμα;
Ας πούμε… το κίτρινο του κρόκου (από σκούρο αυγό παρακαλώ).
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Ότι δεν με απασχολεί πλέον ποια είναι η μεγαλύτερη επιτυχία μου.
Το αγαπημένο σας ποτό;
Τo κρασί και ειδικά η σαμπάνια.

Φωτογραφία

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην εμβληματική ταινία του Φελίνι (1963)
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Για το ότι πέρασα πολλά χρόνια απαιτώντας πάρα πολλά από μένα και τους γύρω μου.
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Τη δολιότητα.
Όταν δεν σκηνοθετείτε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να ακούω και να παίζω μουσική.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Η παρεξήγηση και ο αποχωρισμός.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Όταν η αλήθεια δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτε, κανέναν.
Ποιο είναι το μότο σας;
Μπορώ να συζητήσω για τα Πάντα (και για τα Κοάλα).
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Χωρίς εκκρεμότητες, ήσυχα.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Εάν ο ίδιος αμφέβαλε ποτέ για το αν υπάρχει η όχι και πώς το ξεπέρασε αυτό- αν βέβαια το ξεπέρασε ποτέ.
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Αναζήτησης.
Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Οι τρυφεροί, οι
  • Δύσκολα βρίσκεις Ελληνα θεατράνθρωπο με τη ρητορική και διαλεκτική δεινότητα του Βασίλη Παπαβασιλείου. Ακόμη πιο δύσκολα μπορείς να βρεις συγκλονιστικότερο ερμηνευτή της «Ελένης» από την «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου.

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την πρώτη παράσταση, ο Βασίλης Παπαβασιλείου ξανασυναντάει το ποιητικό κείμενο επί σκηνής, με τη διπλή ιδιότητα ερμηνευτή-σκηνοθέτη. Η πανελλαδική περιοδεία του ξεκινάει αύριο στο Θέατρο Βράχων (Φεστιβάλ Υμηττού).

  • Η «Τέταρτη διάσταση» θεατρικά τείνει να γίνει της μόδας φέτος, που διανύουμε το έτος Ρίτσου.

«Φαίνεται ότι με αυτό το κομμάτι του έργου του έχουμε «ανοιχτούς» λογαριασμούς. Και θα συνεχίσουμε να έχουμε. Η «Τέταρτη διάσταση» έχει το ιδιάζον στοιχείο της παρουσίας του θεάτρου – μην ξεχνάμε ότι ο Ρίτσος ήξερε το σανίδι βιωματικά. Το είχε πατήσει ως ηθοποιός και ως χορευτής».

  • Γιατί επανέρχεστε στην «Ελένη»; Υπήρχε κάποια «εκκρεμότητα»;

«Πιστεύω ότι ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής, με την οποία δεν ξεμπερδεύεις εύκολα. Είναι μια ανάσα που αγκαλιάζει την ολότητα του κόσμου. Στην «Ελένη» βλέπεις στην ίδια αγκαλιά τα μεγάλα ονόματα και τα εφήμερα πράγματα. Και από τη σύγκριση αυτή, το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι αν υπάρχει νικητής αυτός είναι τα εφήμερα. Επειτα υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Στον κλειστό χώρο η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο πριμοδοτεί το πρόσωπο. Στον ανοικτό, όπου τώρα δοκιμάζεται η «Ελένη», καλείται το πρόσωπο να λειτουργήσει υπέρ της υπόθεσης που λέγεται γλώσσα, υπέρ της κίνησης και του κυματισμού της».

  • Το κείμενο σήμερα απευθύνεται εύκολα στον θεατή;

«Ναι. Γιατί υπάρχει η ομοιοπαθητική δύναμη της γλώσσας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος σώζεται από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το επιτελεί κατεξοχήν η μεγάλη ποίηση, σαν την «Ελένη». Μπορεί να απευθυνθεί λοιπόν ακόμη και σε εποχές που η γλώσσα χρησιμοποιείται ως εργαλείο επικοινωνίας, εξυπηρετώντας σκοπούς πρακτικής σκοπιμότητας -βλέπε debate πολιτικών αρχηγών. Το στοίχημα που σήμερα δίνουμε πάνω στη δυνατότητα της γλώσσας είναι να παραγάγει, πέρα από μηνύματα, ενεργήματα συγκίνησης».

  • Στο debate οι πολιτικοί αρχηγοί πώς χειρίστηκαν την ελληνική γλώσσα; Σας ικανοποποίησαν;

«Είναι πολύ καλύτεροι απ’ ό,τι φάνηκαν. Φρόντισαν οι ίδιοι να οργανώσουν ένα τεχνητό περιβάλλον, ένα απεχθές «θερμοκήπιο», μέσα στο οποίο αδίκησαν συλλήβδην τους εαυτούς τους. Ξέρετε ποιο είναι κατά τη γνώμη μου το κλειδί; Ο φόβος του λάθους. Ακούστηκε μετά ότι όλος αυτός ο περιορισμός έγινε εν ονόματι της αποφυγής των λαθών. Δεν δέχομαι ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι έτσι, νεκροί. Είναι τερατώδες!».

  • Δεν ήταν τερατώδες που είστε πολίτης μιας χώρας, η οποία τα τελευταία χρόνια κλυδωνιζόταν ασταμάτητα από σκάνδαλα;

«Το χειρότερο απ’ όλα στην υπόθεση των σκανδάλων, πέρα από το αντικειμενικό υλικό στοιχείο της κλοπής χρημάτων και της εθνικής «λεηλασίας», είναι η πτώχευση της ζωής των πολιτών. Οταν δημιουργείται μια ατμόσφαιρα, που θέλει τα σκάνδαλα να υπάρχουν και να μένουν εσαεί ατιμώρητα, τότε αφυπνίζεται στον καθένα μας ένας μικρός εισαγγελέας, που είναι έτοιμος να εκφέρει κρίση προτού κατανοήσει. Το πραγματικά εξωφρενικό, όμως, είναι το στοιχείο που κάνει τον πολιτικό να παραπέμπει σε ό,τι αφορά τη διάπραξη αδικημάτων στον υφιστάμενό του. Είναι σαν να λένε οι πολιτικοί μας: «Είμαστε βασιλιάδες χωρίς βασίλειο». Οτι το βασίλειο της Δανιμαρκίας είναι σάπιο, αλλά αυτό αφορά μόνο τα εκτελεστικά όργανα της διοίκησης».

  • Υπάρχει πολύ μεγάλη γκρίνια για το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού. Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, είστε ικανοποιημένος με το έργο του;

«Αν αυτά τα δύο χρόνια λάβω υπόψη μου την αντικειμενική ελληνική πραγματικότητα, όπου αλλάζει ένας υπουργός και έρχονται τα πάνω κάτω, ένας γενικός γραμματέας πέφτει απ’ το μπαλκόνι και παγώνει η ζωή ενός υπουργείου για πέντε μήνες, είμαι ικανοποιημένος. Αυτό με το οποίο επιφορτίζεται από τον νόμο είναι η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής για το θέατρο και τον χορό. Ελπίζω μέχρι το φθινόπωρο να έχει δώσει μια πλατφόρμα στη δημοσιότητα. Θα πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα πράγματα σαν φυσικά φαινόμενα. Δεν είναι δυνατό να αποδέχεται κανείς ότι ο Θεός «βρέχει» κάθε χρόνο 700 ηθοποιούς, 800 καθηγητές υποκριτικής και 450 θέατρα! Θα διατυπωθούν απόψεις πάνω σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή στο μέλλον του θεάτρου και του χορού. Είναι εξίσου σημαντικό με το αν κάποιος πήρε 45 ή 42 χιλιάδες ευρώ επιχορήγηση». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009
  • Πάνε οι ωραίες εποχές που ο διεθνής Ιάπωνας σκηνοθέτης Ταντάσι Σουζούκι έκανε θερινούς «περιπάτους» στους Δελφούς παρέα με τον φίλο και συνάδελφό του Θόδωρο Τερζόπουλο.

Σκηνή από την «Ηλέκτρα» του Σουζούκι. «Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άρρωστη» πιστεύει ο σκηνοθέτης. Γι' αυτό και τοποθετεί συχνά τις παραστάσεις του σε νοσοκομείο

Σκηνή από την «Ηλέκτρα» του Σουζούκι. «Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άρρωστη» πιστεύει ο σκηνοθέτης. Γι’ αυτό και τοποθετεί συχνά τις παραστάσεις του σε νοσοκομείο

Τότε που παρουσίαζε στον Ομφαλό της Γης τις πρωτόφαντες, τελετουργικές «Τρωάδες» του. Κι αργότερα την μπολιασμένη στη μακραίωνη παράδοση του γιαπωνέζικου Θεάτρου Νο και του Καμπούκι «Κλυταιμνήστρα» και τον απογειωτικά φορμαλιστικό «Διόνυσό» του.

Η δυνατή, όμως, σχέση των δύο ανδρών, που έριξαν το 1995 στη δελφική γη τον σπόρο της μακροημερεύουσας υπόθεσης που λέγεται «Θεατρική Ολυμπιάδα», φέρνει ξανά τον κορυφαίο Ιάπωνα δημιουργό στην Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά τον επιδαυρικό «Οιδίποδά» του. Στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας της, η ομάδα Suzuki Company of Toga κάνει μια αναπάντεχη στάση στην Αθήνα. Την Κυριακή θα παρουσιάσει στο θέατρο «Αττις» την παράδοξη εκδοχή της πάνω στην «Ηλέκτρα», μίξη του πρώτου μέρους της ευριπίδειας τραγωδίας με το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερα του Χόφμανσταλ. Παράδοξη, γιατί ο Σουζούκι την τοποθετεί σε φρενοκομείο. Ο θίασος των 12 Ιαπώνων και Κορεατών ηθοποιών (Ηλέκτρα η Κορεάτισσα Γιου Τζέονγκ Μπιούν) είναι μοιρασμένος μεταξύ τροφίμων και… νοσοκόμων.

  • Η αρχαία τραγωδία αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στη δουλειά σας. Γιατί; Τι ακριβώς ανακαλύπτετε στα κείμενα των Ελλήνων τραγικών;

«Οι αρχαίοι Ελληνες τραγικοί κατόρθωσαν, σε αντίθεση με την ψυχολογία και τους μεταμοντέρνους δραματουργούς, τη «βαθύτερη» θεώρηση της ανθρώπινης εμπειρίας, εστιάζοντας στη δράση και στη σκέψη ταυτόχρονα. Τα κείμενά τους είναι συγκλονιστικά στον τρόπο που διερευνούν τη συγκρούση μεταξύ των ατόμων και της ομάδας».

  • Από τους τραγικούς προτιμάτε τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή. Δεν έχετε ασχοληθεί με τον Αισχύλο. Γιατί;

«Από όλους προτιμώ τον Ευριπίδη, γιατί είναι ο πλέον πεσιμιστής».

  • Αυτό εξηγεί γιατί δεν αγαπάτε την αττική κωμωδία;

«Χρησιμοποίησα τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Οι τραγωδίες "δούλεψαν" ως ατζέντης μου», λέει ο Ταντάσι Σουζούκι

«Χρησιμοποίησα τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Οι τραγωδίες «δούλεψαν» ως ατζέντης μου», λέει ο Ταντάσι Σουζούκι

«Δεν είναι ότι δεν με ενδιαφέρει το συγκεκριμένο είδος. Αλλά ότι στις μέρες μας ο κόσμος διάγει μια εξαιρετικά τραγική φάση. Δεν του ταιριάζει η κωμωδία».

  • Η αρχαία τραγωδία έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπετε τη ζωή και την τέχνη του θεάτρου;

«Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. «Χρησιμοποίησα» τα αρχαία κείμενα για να εκφράσω την προσωπική μου θεώρηση για τη ζωή και το θέατρο. Ως εκ τούτου οι τραγωδίες «δούλεψαν» ως ατζέντης ή εκπρόσωπός μου».

  • Τι σας εμπνέει πίσω από τη «προσωπική θεώρησή» σας;

«Η θαυμαστή φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε αυτή εμφανίζεται στη λογοτεχνία είτε στην αληθινή ζωή. Η έμπνευσή μου απορρέει από τον βαθύ σεβασμό για τον άνθρωπο».

  • Στη δουλειά σας συνδυάζετε την ελληνική με την ιαπωνική παράδοση. Ποια είναι τα σημεία συνάντησης των δύο πολιτισμών;

«Για να είσαι σε θέση να παρουσιάσεις την αρχαία ελληνική τραγωδία απαιτείται ένα «σούπερ καθημερινό» στιλ. Σε αντίθεση με πολλές εμπορικές παραγωγές του «σαλονιού», που οι ηθοποιοί κάθονται σε καναπέδες και κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, τόσο το αρχαίο ελληνικό θέατρο όσο και εγώ στις παραστάσεις μου «χρησιμοποιούμε» τους ηθοποιούς σωματικά, στο βαθμό που μετά βίας έχουν την ενέργεια να αντέξουν 80 με 90 λεπτά παράστασης. Η μέθοδός μου προϋποθέτει αυστηρότατη εκπαίδευση. Οι ηθοποιοί «συναντώνται» έτσι με τους επαγγελματίες αθλητές».

  • Στην αρχαιότητα υπήρχε τέτοια ενεργειακή «επιταγή»;

«Οι ηθοποιοί έπρεπε να «γεμίσουν» ένα αμφιθέατρο με χιλιάδες θεατές. Αυτό προϋπέθετε ασύλληπτο φωνητικό και σωματικό «όργανο», εκτός από ενέργεια. Το επιτύγχαναν μέσω του τριγώνου που δημιουργούνταν μεταξύ ηθοποιών, κοινού και θεού -στο κέντρο των κερκίδων σας υπήρχε η θέση του ιερέα του Διονύσου».

  • Η δική σας δουλειά σε ποιο σημείο συνδέεται με αυτό το «τρίγωνο»;

«Εκμεταλλεύτηκα τη σύμβαση του τριγώνου σε μεγάλο βαθμό. Απαντάται, άλλωστε, και στην παράδοση του θεάτρου Νο. Στο Νο οι ηθοποιοί καθοδηγούν την ενέργειά τους πέρα από τη θέση των θεών, δημιουργώντας ένα παρεμφερές με το αρχαιοελληνικό θεϊκό τρίγωνο ή κύκλο. Οι υπόλοιπες ομοιότητες αρχαίας τραγωδίας και ιαπωνικής θεατρικής παράδοσης αφορούν περισσότερο τη δομή ή τη σκηνοθεσία. Η δουλειά μου δομικά ακολουθεί την παράδοση του ιαπωνικού θεάτρου. Διακρίνω ως σκηνικά συστατικά τον μουσικό, τον κινούμενο ερμηνευτή και τον ομιλούντα ερμηνευτή. Υπάρχει ένας Χορός που εκφέρει το κείμενο του πρωταγωνιστή, ο οποίος κατά κύριο λόγο χορεύει την ώρα που οι μουσικοί τον συνοδεύουν».

  • Στην «Ηλέκτρα» ο Χορός ποια λειτουργία εκπληρώνει ;

«Εκφράζει τη βαθύτερη φωνή ή τη φωνή της κοινωνίας. Η φωνή του κοινωνικού Ολου μαζί με την έκκληση των νεκρών πνευμάτων είναι στοιχεία που ανακαλύπτεις στις ρίζες πολλών προφορικών παραδόσεων, μεταξύ των οποίων είναι η ελληνική και η ιαπωνική».

  • Γιατί συνδέσατε στην παράστασή της την ευριπίδεια Ηλέκτρα με την Ηλέκτρα του Χόφμανσταλ;

«Η «πηγή» της παράστασης είναι το λιμπρέτο της Ηλέκτρας του Αυστριακού δραματουργού. Με προσέλκυσε η… φαντασία που διακρίνει το κείμενο του Χόφμανσταλ. Στη διασκευή μου, όμως, χρησιμοποίησα το κείμενο του Ευριπίδη, ιδίως από το πρώτο μισό του έργου, επειδή απουσίαζαν από τον Χόφμανσταλ κάποια «κλειδιά» της αφήγησης».

  • Γιατί τοποθετείτε την ηρωίδα σε ένα νοσοκομείο; Από ποια ασθένεια πάσχει;

«Ολος ο κόσμος είναι ένα νοσοκομείο και όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι τρόφιμοί του -αυτή είναι μια βαθιά πίστη που ανέκαθεν υπήρξε κινητήριος δύναμη της δουλειάς μου. Με άλλα λόγια, εκλαμβάνω το αρχαίο δράμα ως τη φόρμα μέσω της οποίας ένας δραματουργός έχει αποκρυσταλλώσει την παρατήρηση και την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης ως… άρρωστης. Ολα τα σπουδαία έργα «δανείζουν» τον εαυτό τους για μια τέτοια ερμηνεία. Εξ ου και αρκετές απ’ τις παραστάσεις μου τοποθετούνται σε νοσοκομείο. Για την ακρίβεια, σε φρενοκομείο».

  • Πώς εμφανίζετε την τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής Ηλέκτρα σας;

«Απογυμνωμένη από όλα τα οικογενειακά δεσμά, εντελώς άλαλη».

Μήνυμα στους πολιτικούς: σταματήστε τους πολέμους

  • Επιθυμείτε να συνδεθεί η τραγωδία με τη σύγχρονη Ιστορία ή έχετε πιο μεταφυσικό στόχο;

«Πάντα συνδέω την αναφορά στη σύγχρονη ιστορική συγκυρία με τη μεταφυσικότητα».

  • Υπάρχει πολιτικό σχόλιο στην παράσταση;

«Ναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει ένα μήνυμα για τους πολιτικούς. Θεωρώ ότι έργο τους είναι η άμβλυνση των συγκρούσεων, ειδικά των αιματηρών. Αυτή είναι η δουλειά τους. Τελευταία έχουμε δει πολιτικούς που κλίνουν μονομερώς προς την αύξηση των συγκρούσεων. Σε αυτούς απευθύνω το μήνυμα της Ηλέκτρας μου».

  • Τα συναισθήματα που θέλετε να εγείρετε στους θεατές διαφέρουν από αυτά που θέλετε να προκαλέσετε στους πολιτικούς;

«Ενα πράγμα επιθυμώ: να εμπνεύσω στο κοινό ένα μεγάλο ξάφνιασμα και σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

  • Ο Σάντσο μοιάζει με το… αντίβαρο του Δον Κιχώτη. Είναι η γήινη, ρεαλιστική πλευρά του ανθρώπινου νομίσματος;

«Είναι το καθημερινό πρόσωπο του απλού, αλλά όχι απλοϊκού ανθρώπου. Οπως λέει κι ο ίδιος: «Εγώ βλέπω αυτό που βλέπω! Μην κατηγορείς τα μάτια μου για όσα βλέπουν. Δεν είναι τα μάτια μου που έφτιαξαν τον κόσμο. Αυτά απλά τον κοιτάζουν…». Κι αν η ελευθερία στον Δον Κιχώτη είναι συνυφασμένη με την τρέλα, στον υπηρέτη του συνδέεται με τον φόβο, την πείνα, τον πόνο, την ντροπή, τη δουλοπρέπεια, την απόρριψη και τον καταναγκασμό από τη γυναίκα του».

  • Τι κοινό, τι διαφορετικό έχει ο Πιατάς με τον Σάντσο; Τι σας συγκινεί σ’ αυτόν τον ρόλο;

«Το κοινό του Πιατά με τον Σάντσο είναι η ανθρωπιά του. Διαφέρουμε όμως στο πώς εννοούμε την ελευθερία: για τον Σάντσο η ελευθερία είναι στη σκλαβιά, ο ηρωισμός στον φόβο. Με συγκινεί η υπέρβαση του Σάντσο που ξεκινά από έναν χάρτινο ήρωα για να γίνει ένας αρχετυπικός χαρακτήρας. Τα δάκρυα που χύνει στο νεκροκρέβατο του Δον Κιχώτη είναι, ίσως, τα τρυφερότερα που έχουν χυθεί ποτέ στην παγκόσμια λογοτεχνία».

  • Στην εποχή μας υπάρχουν Δον Κιχώτες; Οι Σάντσο είναι κυρίαρχοι; Ή έχουμε κάποια πιο προχωρημένη και μεταλλαγμένη μορφή;

«Και βέβαια υπάρχουν Δον Κιχώτες, αλίμονο αν χαθεί το όνειρο. Οι Σάντσο, όμως, είναι κυρίαρχοι αλλά με διαφορετική μορφή και διαφορετικά επαγγέλματα. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι ζουν περισσότερο από τους Δον Κιχώτες, αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι πλεονέκτημα!».

  • Ολα επιτρέπονται στο θέατρο, όπως λένε. Θα μπορούσατε να ερμηνεύσετε τον Δον Κιχώτη σε μια μεταμοντέρνα σύγχρονη εκδοχή κόντρα στο φιζίκ σας;

«Και βέβαια θα μπορούσα και πιθανώς θα είχε και εμπορική επιτυχία. Ομως, δεν θα ήταν Θερβάντες».

  • Με τον Κιμούλη τι είδους «χημεία» σας δένει; Τα υπέρ και τα κατά του;

«Μας συνδέει μια χημεία ζωής. Γνωριστήκαμε και συνδεθήκαμε στο «Ελεύθερο Θέατρο» και συνεχίζουμε παράλληλα ως «ελεύθεροι» στο θέατρο. Τα υπέρ του Γιώργου είναι η τελειομανία του, η ενέργεια κι η απολυτότητά του. Συγχρόνως αυτά είναι και τα κατά του».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009