Αρχείο για 12 Μαΐου, 2009

  • «Δεχόμαστε την άκρα Δεξιά ως κάτι φυσιολογικό. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει το όργιο της ανεκτικότητας», λέει στα «ΝΕΑ» ο Γιαν Φαμπρ που έρχεται στην Αθήνα με τη νέα παράστασή του
  • Προπονητές με το όπλο επ΄ ώμου προπονούν μέχρι τελικής πτώσης τους αθλητές τους στην εκσπερμάτιση. Πλούσιες κυρίες έχουν ερωτικές φαντασιώσεις με τους πανάκριβους καναπέδες τους. Επιχειρηματίες κάνουν κόντρες για το πόσους Εβραίους και πόσους μουσουλμάνους υπαλλήλους έχουν στη δούλεψή τους. Και γυναίκες – θύματα της υπερκατανάλωσης γεννούν τρόφιμα μέσα στα καρότσια του σούπερ μάρκετ.
  • Είναι μερικές μόνο από τις σκηνές που συνθέτουν το «Όργιο της Ανεκτικότητας» (Τhe Οrgy of Tolerance), τη νέα παράσταση του εικαστικού, περφόρμερ, σκηνοθέτη, συγγραφέα και χορογράφου Γιαν Φαμπρ, που στο πλαίσιο της περιοδείας του έρχεται για δύο βραδιές και στην Αθήνα. Πώς και γιατί έστησε τη συγκεκριμένη παράσταση ο Βέλγος καλλιτέχνης εξήγησε μιλώντας στα «ΝΕΑ».

Πιστεύετε ότι είμαστε ανεκτικοί σήμερα και γιατί;

  • Ζω στο Βέλγιο και βλέπω να δεχόμαστε την άκρα Δεξιά ως κάτι φυσιολογικό στο πλαίσιο της δημοκρατίας. Αυτό είναι αφύσικο και από μόνο του αρκεί για να αποδείξει το όργιο της ανεκτικότητας. Δεχόμαστε πολλά πράγματα που δεν είναι και τόσο φυσιολογικά και τα οποία δεν θα έπρεπε να δεχόμαστε. Αυτό είναι ακριβώς το εναρκτήριο λάκτισμα για το συγκεκριμένο έργο. Βλέπουμε στην τηλεόραση π.χ. διαφημίσεις για τηλεφωνικό σεξ, για ψεύτικους οργασμούς, για το χρήμα… Όλα αυτά συνθέτουν το όργιο της ανεκτικότητας.

Η ανεκτικότητα είναι πρόβλημα της δημοκρατίας;

  • Ναι. Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία διότι είναι κάτι πολύτιμο, αλλά και ευάλωτο. Να υπερασπιζόμαστε τις ατομικές ελευθερίες, διότι αν η άκρα Δεξιά αποκτήσει δύναμη, θα δείτε τις ατομικές ελευθερίες να εξαφανίζονται.

Είναι επικίνδυνη λοιπόν η ανεκτικότητα;

  • Βεβαίως. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε πως αυτό το όργιο ανεκτικότητας δεν έχει μόνο αρνητικές πλευρές. Προσφέρει μια απίστευτη ελευθερία επιλογών. Δημιουργεί κι ένα όργιο ελευθερίας.

Τι είναι φυσιολογικό για σας;

  • Οι ατομικές ελευθερίες, το δικαίωμα στην επιλογή, ο σεβασμός και η υπεράσπιση της ομορφιάς.

Ποιος αποφασίζει τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;

  • Κριτήριό μας πρέπει να είναι το καλό της ανθρωπότητας. Αν θέλουμε να υπερασπιστούμε το καλό της, τότε θα κάνουμε και τις σωστές επιλογές.

Τι προκάλεσε το όργιο ανεκτικότητας;

  • Το γεγονός ότι έχουμε υποκύψει στον υλισμό. Ζούμε σε μια κοινωνία που μας εκπαιδεύει να αγοράζουμε. Δεν πιστεύουμε πλέον σε κάτι πνευματικό, αλλά στην κατανάλωση και χάνουμε κάθε έννοια πνευματικότητας.

Πρόκειται λοιπόν για ένα πολιτικό έργο;

  • Είναι όντως πολιτικό, αλλά συνάμα και χιουμοριστικό έργο που δίνει βάρος στην ομορφιά, όχι τόσο ως αισθητική, αλλά ως ηθική αρχή.

Από την παράστασή σας δεν γλιτώνει την κριτική ούτε ο Μπαράκ Ομπάμα. Δεν είναι νωρίς για να τον βάλετε στο στόχαστρο;

  • Είναι θετικός οιωνός ότι ένας έγχρωμος έγινε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ίδια ώρα όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Πολλές φορές οι πολιτικοί όταν ανεβαίνουν στην εξουσία προδίδουν τις δεσμεύσεις και τους ψηφοφόρους τους.

Σε ένα μέρος της παράστασης παρωδείτε τον Ιησού. Δεν φοβάστε μήπως προσβληθεί μέρος του ακροατηρίου;

  • Όχι, διότι κι εγώ ως καλλιτέχνης τον θεωρώ πολύ σημαντικό. Ο Χριστός είναι για μένα πηγή έμπνευσης. Εξάλλου όλα προσεγγίζονται με χιούμορ στην παράσταση και εμπιστεύομαι το κοινό. Θεωρώ πως είναι έξυπνο και πως διαθέτει έντονη την αίσθηση του χιούμορ.

Πρόκειται για μια ακόμη προκλητική παράσταση. Τελικά μήπως επιδιώκετε την πρόκληση;

  • Ποτέ δεν υποστήριξα την ιδέα της πρόκλησης. Μπορεί σε ορισμένα σημεία οι παραστάσεις μου να γίνονται προκλητικές, αλλά δεν είναι αυτός ο αρχικός μου σκοπός. Εκείνο που θέλω είναι να αποτίσω φόρο τιμής στους Μόντι Πάιθονς, στον Ρούμπενς και βρίσκω ευκαιρία να κάνω κριτική στην κοινωνία, όχι να προκαλέσω επί τούτου.

ΙΝFΟ

«Το Όργιο της Ανεκτικότητας» στις 10 και 11 Ιουνίου στο «Παλλάς» (Βουκουρεστίου 5, τηλ.: 210-3213.100). Εισιτήρια: 45, 55, 65, 70 ευρώ. Φοιτητικό: 30 ευρώ.

  • Με μια ματιά

1958: Γεννήθηκε στην Αμβέρσα

1976: Κάνει το ντεμπούτο του ως θεατρικός συγγραφέας και περφόρμερ

1986: Ιδρύει τη θεατρική ομάδα Τroubleyn με την οποία συνεργάζεται ώς σήμερα

2004: Συμμετέχει με δύο έργα- θυμόμαστε τη μεγάλη μπρούντζινη χελώνα του στην «Τεχνόπολι» και τον άνδρα που μετρούσε τα σύννεφα- στη διεθνή έκθεση Οutlook.

2007: Παγκόσμια πρεμιέρα του έργου του «Ι am a mistake» στην Αθήνα, όπου τασσόταν υπέρ του καπνίσματος. Παράλληλα, έκθεση στην γκαλερί ΑΔ με σχέδια που έχει φτιάξει από αίμα, σπέρμα και άλλα υγρά του σώματος.

2008: Από τους ελάχιστους ζώντες καλλιτέχνες που εξέθεσε μέσα στο Λούβρο στις αίθουσες με Φλαμανδούς ζωγράφους.

  • Της Μαίρης Αδαμοπούλου, TA NEA: Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Η διώροφη κατοικία του στο Μαρούσι, η μόνη που ξεχωρίζει ανάμεσα στις σύγχρονες πολυκατοικίες, έχει παλιώσει όμορφα δίπλα σ’ έναν περιποιημένο κήπο. Μας υποδέχεται ο ίδιος και η φωνή στο καλωσόρισμα μας γυρίζει δυόμισι δεκαετίες πίσω: ΕΡΤ1 -τότε λεγόταν ακόμη ΕΡΤ-, απόγευμα λίγο πριν απ’ το παιχνίδι, οι παππούδες πίνουν ήδη καφέ στο μπαλκόνι. Σε λίγο η μικρή οθόνη γίνεται μπερντές, η φωνή – καραμούζα δίνει το σύνθημα «ακούσατε, ακούσατε…» και ο μέγας καταφερζής κατατροπώνει τη σκοτεινή πλευρά της οθωμανικής δύναμης. Τα αγόρια της γειτονιάς κατεβαίνουμε στην αλάνα έχοντας μόλις ταυτιστεί με τη θετική ενέργεια ενός άσχημου τυπάκου που δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τα έβαζε με θεούς και δαίμονες. Στον αντίποδά του σερνόταν ο δουλοπρεπής Χατζηαβάτης – και ουαί κι αλίμονο σε όποιον απ’ την παρέα τολμούσε να τον υπερασπιστεί, επειδή πήγαινε με τους δυνατούς. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, η συγκίνηση της καθημερινής τηλοψίας έχει ξεβάψει, το ίδιο και η ταύτιση με τους χάρτινους ήρωες. Χάρη σε ένα παράδοξο γύρισμα της τύχης, μάλιστα, το «είσαι πολύ μεγάλος καραγκιόζης» κατοχυρώθηκε σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός. Στη συνάντησή μας με τον Ευγένιο Σπαθάρη δεν το θυμηθήκαμε, αλλά εάν το έφερνε η κουβέντα θα του λέγαμε ότι η μοναδική βρισιά που θα έπρεπε να κατοχυρώσει είναι άλλη: «Είσαι και πολύ Χατζηαβάτης».

  • Τούρκοι ήρωες στο πανί:

«Από τον πατέρα μου δεν έμαθα τίποτε, επειδή δεν με άφηνε να μπω στη σκηνή. Πήγαινα για αρχιτέκτονας και ήθελε να με αποκλείσει από το θέατρο σκιών. Είχε τόσο ταλαιπωρηθεί από τη δουλειά αυτή που δεν ήθελε με τίποτε να τη συνεχίσω εγώ. Λογάριαζε, όμως, χωρίς το θεατρώνη, που λένε. Μια μέρα το 1942 έπαιζε στο Μαρούσι και ο θεατρώνης με φώναξε σώνει και καλά να παίξω, για να τραβήξει κι άλλο κόσμο. «Τι να παίξει το παιδί; Δεν ξέρει πού του παν τα τέσσερα», είπε ο πατέρας μου, χωρίς να καταφέρει να του αλλάξει τη γνώμη. Πραγματικά δεν ήξερα τίποτε. Έπεσα στα βαθιά με τη μία και άρχισα τσάτρα πάτρα ακούγοντας ό,τι μου έλεγε ο βοηθός μου. Στην αρχή έπαιζα κωμωδίες, που ήταν ελαφριά έργα – τα ηρωικά ήρθαν αργότερα. Αλλά διάβαζα πολλά ιστορικά βιβλία. Ήξερα πού χτυπήθηκε ο κάθε ήρωας, πόσοι σκοτώθηκαν από τους Έλληνες και πόσοι από τους Τούρκους. Δεν γέμισα απλώς το πανί με εχθρούς. Οι άλλοι δηλαδή τι ήταν; Δεν πολέμησαν κι αυτοί στις μάχες; Γι’ αυτό, νομίζω, ότι ο κόσμος με αγάπησε. Και ο ίδιος μου ο πατέρας κατέβηκε μια μέρα από την Κηφισιά πολύ άρρωστος για να μου πει τελικά: «Έφτασες εκεί που ήθελα. Τώρα θα συνεχίσεις μόνος σου»».

  • Ανάκριση στην Κομαντατούρ:

«Στην Κατοχή ο κόσμος διψούσε για τα ηρωικά έργα, επειδή τους θύμιζε το αντάρτικο. Εκεί ήταν που με πιάσαν οι Γερμανοί και με κουβάλησαν στην Κομαντατούρ. Από δόσιμο κανονικό, από ρουφιανιά. Για καλή μου τύχη, όμως, ένας από τους μεταφραστές της ανάκρισης είχε μείνει σπίτι μου μια νύχτα και με βοήθησε. Ήρθε μαζί με τους αξιωματικούς της Κομαντατούρ, οι οποίοι ζήτησαν να δουν το έργο. Όταν τελείωσε η παράσταση, αποφάσισαν ότι το θέατρο σκιών πρέπει να το δει όλη η Γερμανία. Κι έτσι ξεκίνησαν οι περιοδείες μου στην ευρώπη. Αλλά η πρώτη παράσταση εκτός Αθήνας δόθηκε στην Αίγινα. Εκεί με πήγαν -με δεμένα μάτια- το πρωί για να μη βλέπω τα υποβρύχιά τους κι επέστρεψα το βράδυ».

  • Ο σιόρ Διονύσης persona non grata:

«Σε μία από τις παραστάσεις στη Ζάκυνθο μου είπαν «Διονύσιο δεν θα βγάλεις στη σκηνή, αλλιώς θα φας ξύλο». Φοβόντουσαν τη σάτιρα των υπόλοιπων καραγκιοζοπαιχτών. Ενώ εγώ τον ήθελα όπως ήταν: κανταδόρος, με αριστοκρατικά φερσίματα, ευγενικός. Τον έπαιξα τελικά και καταχειροκροτήθηκα».

  • Ρωσικός μαξιμαλισμός:

«Όταν πήγα στο Κρεμλίνο τη δεύτερη φορά -επί «δεξιού» καθεστώτος, μου εμφάνισαν ένα πανί 22 μέτρων. «Δε θα ‘στε καλά» τους είπα. «Γιατί να το χρειαστώ εγώ αυτό το πράγμα;». Αυτοί ήθελαν μεγάλο θέαμα, έτσι ήταν μαθημένοι. Αλλά εγώ ήθελα τη φιγούρα μου να κολλάει στο πανί και να την έχεις ο άλλος απέναντί του να τη βλέπει να περπατάει. Μέχρι το τέλος επέμενα στο πανί των 2,5 μέτρων. Και μ’ αυτό έπαιξα μπροστά σε 5.200 Ρώσους. Ζήτημα ήταν εάν είχα και καμιά δεκαριά Έλληνες.

  • Ο Μπιθικώτσης τραγουδάει Καραγκιόζη:

«Το 1962 ηχογράφησα όλες τις κλασικές παραστάσεις στην Κολούμπια. Και μ’ αυτόν τον τρόπο έφτιαξα το σπίτι μου. Εφτά χρόνια μου πήρε για να το κατασκευάσω με τα δικαιώματα απ’ τα δικαιώματα. Θυμάμαι που μου έλεγε ο Λαμπρόπουλος «το ξέρεις ότι έχεις καβαλήσει τον Καζαντζίδη σε πωλήσεις;». Εάν έδιναν από τότε χρυσούς δίσκους, θα έπρεπε να έχω ήδη δέκα τέτοιους. Εκεί, λοιπόν, συνάντησα αυτούς τους μεγάλους τραγουδιστές, οι οποίοι λάτρευαν βέβαια τον Καραγκιόζη. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μάλιστα, 17άρης το πολύ, τραγούδησε για μένα πίσω απ’ τον μπερντέ. Ήταν σ’ ένα θέατρο μεταξύ Περιστερίου και Αιγάλεω και ήρθε μαζί μ’ έναν κιθαρίστα. Είπαν όλα τα τραγούδια εκείνων των παραστάσεων».

  • Μέσα στην κοιλιά του φιδιού:

«Με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου σκηνοθέτησα και σκηνογράφησα το «Μεγαλέξανδρο και το καταραμένο φίδι» το 1950. Στην αρχή μου έδωσαν τα βιβλιαράκια που πουλούσαν στα περίπτερα, για να βγει από εκεί το σενάριο. Η Ραλλού δεν ήξερε τι εστί Κραγκιόζης και νόμιζε ότι μπορεί να ανεβάσει χορόδραμα με αυτό το υλικό. «Κανένα απ’ αυτά δεν κάνει» της είπα. Ήθελε δουλειά από την αρχή. Κι έτσι έβγαλα το Μεγαλέξαντρο στο χορό… Η μουσική που έμεινε στην ιστορία ήταν βέβαια του Μάνου Χατζιδάκι, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί ήδη μία φορά σε συναυλία του Κολεγίου. Βοήθησα λοιπόν σε όλα τη Ραλλού, αλλά υπήρχε ακόμη μία λεπτομέρεια: ποιος θα μπει στο φίδι για να το κουμαντάρει. Σκεφτείτε μόνο ότι η ουρά του έφτανε τα πέντε μέτρα. Μπήκα λοιπόν εγώ και όταν ο κόσμος χειροκροτούσε εγώ τους άκουγα μέσα από το κοστούμι. Ποτέ δεν με είδαν. Εγώ σήκωνα το κεφάλι για να χαιρετήσω, αλλά απλώς άκουγα το χειροκρότημα».

  • Αυτό που θυμάμαι απ’ τον Τσαρούχη:

«Ο Τσαρούχης έκανε θυσίες για τον Καραγκιόζη. Τον αγαπούσε πολύ, όπως και όλα τα αυθεντικά λαϊκά. Είχε μέσα του αυτή τη φλόγα που τον τραβούσε προς το λαϊκό πολιτισμό. Γι’ αυτό και αγαπούσε τη Σωτηρία Μπέλλου. Κι εγώ βέβαια. Εγώ έτυχε να συμπέσω μαζί της πολλες φορές σε συναυλίες. Δέκα φορές έχουμε πάει στην Κύπρο- εγώ με τον Καραγκιόζη κι εκείνη με τις συνυαλίες της».

  • Ίσος μεταξύ ίσων:

Στο «Μεγάλο μας τσίρκο» (1972) του Καμπανέλλη έφτιαξα όλη τη σκηνή και το διάκοσμο. Ήταν τότε μια εποχή που όλοι με αντιμετώπιζαν ως ίσο μεταξύ ίσων και αναγνώριζαν την τέχνη του θεάτρου σκιών. Για να φανταστείς στην αρχή έψαξαν τους πάντες και τα πάντα -μέχρι τον Τσαρούχη έφτασαν. Κατέληξαν σ ‘εμένα. Εγώ είπα απλώς ένα «εντάξει» χωρίς να ξέρω τη συνέχεια, για να πούμε την αλήθεια. Το «εντάξει» το είχα πολύ εύκολο. Προτού μπεις στο χορό, πολλά τραγούδια ξέρεις, που λένε. Φυσικά όλα πήγαν καλά και το έργο είχε αυτή τη μεγάλη επιτυχία».

  • Το τηλεφώνημα του Νιόνιου:

«ο Σαββόπουλος με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι με θέλει στο «Κύτταρο» (σ.σ: το 1973). Ήταν μια περίοδος που έτρεχα και δεν έφτανα τότε, είχα πολλές δουλειές. Αλλά βέβαια συνατηθήκαμε για να μου εξηγήσει τι θέλει. Κατάλαβα βέβαια ότι είχε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του: αυτός θα έπαιζε με τα «Μπουρμπούλια» κι εγώ θα σιγοντάριζα με το θέατρο σκιών. Είχε πολύ μεγάλη επιτυχία η παράσταση και η χούντα μας κυνήγησε. Πάντοτε ενοχλούσε η επαναστατημένη φωνή του Καραγκιόζη. Δεν ήταν λίγο να έχεις απέναντί σου τη φιγούρα που σε εκφράζει 100% και να σου φωνάζει «ξύπνα λαέ»… Αλλά, πρόσεξε: είανι ένας ήρωας που επαναστατεί με το δικό του τρόπο. Δεν σπάζει βιτρίνες, για να θυμηθούμε και τα δικά μας. Ποτέ δεν θα έφτανε σ΄ αυτό το σημείο ο δικός μου Καραγκιόζης».

  • Η ελληνοποίηση του 1900:

«Ακούω τους Τούρκους που θέλουν τον Καραγκιόζη μόνο δικό τους και δεν το καταλαβαίνω. Απλώς, η εντύπωση δημιουργήθηκε γιατί, μετά την εμφάνιση του Καραγκιόζη, η τουρκική κυριαρχία απλώθηκε σ’όλες τις χώρες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επόμενο ήταν το θέατρο σκιών να πάρει μορφή και έκφραση σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή, οθωμανική. Ο Καραγκιόζης παιζόταν στην ελληνική γλώσσα ακόμη και το 1821, αλλά ήταν ένα θέαμα ακατάλληλο για γυναίκες και παιδιά. Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Κωνσταντινούπολη. Ο πρώτος που έφερε την τέχνη στην ελλάδα ήταν ο Γιάννης ο Μπράχαλης, μεταξύ 1850 και 1860. αλλά είναι στις αρχές του 1900 που μπορούμε να μιλάμε για ελληνικό Καραγκιόζη, δηλαδή χωρίς τουρκικά στοιχεία στη θεματολογία. Αν και ο εξελληνισμός του ξεκίνησε στην Ήπειρο, κορυφαίος δημιουργός αναδείχτηκε ο Πατρινός ψάλτης Δημήτριος Σαρδούνης, γνωστός ως «Μίμαρος»».

  • Ο μεγάλος ειρωνικός

«Αν με ρωτήσετε τι προσέθεσα εγώ στην τέχνη του θεάτρου σκιών θα έλεγα το καλαμπούρι. Και η φωνή μου, που τη διατήρησα αυθεντική μέχρι το τέλος. Ποτέ δεν τη «δούλεψα» για να θυμίζει Καραγκιόζη. Νομίζω ότι αυτό έχει περάσει στον κόσμο».

  • Πού ‘σαι Θανάση;

«Εξαιρώντας τους ηθοποιούς που έχουν υποδυθεί τον Καραγκιόζη -ο Παπαγιαννόπουλος παλιότερα, ο Τάσος Βαμβακίδης σήμερα-, αλλά και όσους είχαν κάποια στοιχεία του ήρωα -ο Χατζηχρήστος, ας πούμε- νομίζω ότι αυτός που υπήρξε Καραγκιόζης στη ζωή του είναι ο Θανάσης Βέγγος. Μόνον αυτός εξέφρασε αυτό που κατά τ’ άλλα εκφράζει ο λαϊκός πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών».

  • Συνέντευξη στον Δημήτρη Δουλγερίδη. ΤΑ ΝΕΑ: Κυριακή 10 Μαΐου 2009. Τελευταία ενημέρωση: 10/05/2009 19:14. Web-Only

Σχετικά Άρθρα
  • Ανάμεσα στους «Δέκα μικρούς Μήτσους» και στο «Αλ Τσαντίρι νιουζ» ο Λάκης Λαζόπουλος προβληματίζεται για την επόμενη τηλεοπτική σεζόν του

Θα ήταν περισσότεροι από 400 οι θεατές- κάθε ηλικίας – στο πλατό τού «Αλ Τσαντίρι νιουζ» την περασμένη Τρίτη το βράδυ. Οσοι δεν χωρούσαν να καθήσουν είχαν βολευτεί γύρω γύρω,όρθιοι, ακόμη και στριμωγμένοι. Δεν
τους ένοιαζε όμως καθόλου: αρκεί που κατάφεραν να είναι εκεί,σε αυτή την ιδιότυπη παράσταση, σε αυτό το one man show που, όση επιτυχία και αν γνωρίζει στη μικρή οθόνη, αν δεν το ζήσεις επί τόπου δεν το αντιλαμβάνεσαι
πλήρως. Απόλυτος κυρίαρχος οΛάκης Λαζόπουλος, ο οποίος μετά το ζωντανό τηλεοπτικό του πρόγραμμα χαιρετά και μιλάει με τον καθένα ξεχωριστά, βγάζει φωτογραφίες, δίνει συμβουλές όταν του το ζητούν, χαμογελάει,
αγκαλιάζει τα μικρά παιδιά, φιλάει τις γιαγιάδες. Οταν, ύστερα από μία ώρα τουλάχιστον,αποχωρήσουν και οι τελευταίοι, ανεβαίνει στο καμαρίνι, αλλάζει και φεύγει.Ενα τηλεφώνημα – της μάνας του,που είδε την
εκπομπή και κάτι θέλει να του πει- σηματοδοτεί το τέλος της βραδιάς. Την προσεχή Τρίτη θα επανέλθει- άλλωστε το «Αλ Τσαντίρι νιουζ» επέστρεψε στον εβδομαδιαίο ρυθμό του, τουλάχιστον ως τα μέσα Ιουνίου.

  • Κύριε Λαζόπουλε, το κλίμα στο «Αλ Τσαντίρι νιουζ» ήταν πάντα τόσο ενθουσιώδες ή η επιτυχία το έχει επηρεάσει;

«Το κλίμα διαμορφώνεται. Εξαρτάται από το κοινό, τις ηλικίες. Ολα παίζουν ρόλο. Με τον καιρό υπάρχει μια υπερένταση. Και αυτό είναι το θέμα. Δεν ξέρεις ακριβώς τον λόγο που έρχεται κάποιος εδώ- κι ας ξέρω ότι έρχονται για να δουν εμένα. Στο μυαλό μου έχω πάντα να μη χάσω το μέτρο, να μην ξεχάσω τι θέλω να πω. Το κοινό έχει τη δύναμη να σε παρασύρει, να σε πάρει μαζί του, ενώ ο δημιουργός πρέπει να μπορεί να κρατηθεί μακριά από τις σειρήνες του κοινού και να πάει προς τα εκεί που πιστεύει».

  • Μοιάζει με μια μικρή θεατρική παράσταση εμπλουτισμένη με οπτικό υλικό…

«Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν δεν είχε οπτικό υλικό. Είναι κάτι που το σκέφτομαι».

  • Ωστόσο τα βίντεο παίζουν σημαντικό ρόλο…

«Ναι, αλλά είναι στη σκέψη μου να τα μειώσω. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό δοκίμασα την περασμένη Τρίτη να δω τις αντιδράσεις του κόσμου απέναντι σε ένα μονόπρακτο και έβαλα ένα απόσπασμα από τους “Μήτσους”. Σαν δοκιμή…».

  • Για να μετρήσετε αν το κοινό τούς αγαπάει ακόμη;

«Αν ήταν γι΄ αυτό, θα είχα επιλέξει ένα πιο δυνατό, μεταγενέστερο απόσπασμα, από τη Μάνα ή τον Τζίμη. Επέλεξαόμως κάτι πιο παλιό. Ηθελα να δω αν αντέχει στον χρόνο, να δω αντιδράσεις. Εχει ενδιαφέρον να ακούω πώς γελάει ο κόσμος. Στους “Μήτσους” δεν άκουγα τα γέλια, το κοινό ήταν στο σπίτι».

  • Υπάρχει πράγματι η σκέψη να ξαναγεννηθούν οι «Δέκα μικροί Μήτσοι»;

«Ναι, είναι στο μυαλό μου. Κατ΄ αρχάς θα κυκλοφορήσουν σε DVD οι “Δέκα μικροί Μήτσοι”, όλα τα επεισόδια από την αρχή. Θα ήθελα όμως να κάνω ένα επεισόδιο για να δω πού είναι σήμερα οι Μήτσοι και τι σκέπτονται. Θα ήθελα να τους ξανασυναντήσω».

  • Αναμένεται να ενταχθεί κάτι τέτοιο στο πλαίσιο των επετειακών εκπομπών για τα 20χρονα του Μega;

«Προς το παρόν ό,τι γίνεται για τους “Μήτσους” αφορά την κυκλοφορία των DVD. Στο μέλλον δεν ξέρω τι θα γίνει. Δεν έχω πάρει γενικότερες αποφάσεις».

  • Δεν μιλώ για τις γενικότερες αποφάσεις, ειδικά στους «Μήτσους» αναφέρομαι…

«Δεν έχει γίνει κάτι προς το παρόν. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να είμαι και στο ένα κανάλι και στο άλλο».

  • Ακόμη και για ένα επετειακό επεισόδιο;

«Φαντάζομαι ότι για ένα επετειακό επεισόδιο θα επιτρεπόταν κάτι τέτοιο- είναι λογικό. Απλώς δεν μπορώ να το απαντήσω τώρα».

  • Σε τι θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν οι «Μήτσοι»;

«Δεν σκέφτομαι θεωρητικά. Τα έχω όλα μέσα στο κεφάλι μου και όταν πιάσω το μολύβι- εξακολουθώ το χειρόγραφο, όπως και τότε, στις αρχές του ΄90 που έγραφα στο “Βήμα” – μπορεί να προκύψει κάτι που αυτή τη στιγμή δεν βλέπω. Σίγουρα θα μου άρεσε, αν δεν υπήρχαν τόσες αλλαγές, να κάνω και ένα κομμάτι των “Μήτσων” ζωντανό… Και ίσως θα μπορούσα να κάνω θεματικά γυρίσματα: μια μέρα, δηλαδή, να έρχεται το κοινό για τον Τζίμη, μια άλλη για τη Χήρα και πάει λέγοντας». – Επειτα από δύο επιτυχίες στην τηλεόραση, είναι πιο δύσκολη η απόφαση για το επόμενο βήμα;

«Το “Τσαντίρι” έχει το μεγάλο προτέρημα να λέει την αλήθεια…».

  • Τη δική σας αλήθεια…

«Ναι, την αλήθεια όπως την αντιλαμβάνεται ο δημιουργός. Στο “Τσαντίρι” λέω ελεύθερα τη γνώμη μου, χωρίς να με εμποδίσει κανένας».

  • Ούτε αυτολογοκρίνεστε;

«Οχι, καθόλου. Αυτό είναι κάτι που θα έχει πάντα ενδιαφέρον. Ιδίως στην πολιτική σάτιρα πάντα έχεις έναν τρόπο να μιλήσεις γι΄ αυτό που γίνεται τώρα. Σαν να παρακολουθείς έναν ασθενή. Αρα έχει μέλλον. Για να είμαι όμως απόλυτα ειλικρινής έχω αποφασίσει να κάνω ακόμη δύο χρόνια τηλεόραση και μετά να κλείσει για μένα ο τομέας “τηλεόραση”. Θέλω δύο έντονα ακόμη χρόνια στην τηλεόραση. Αλλωστε δεν μπορώ να συνεχίσω αυτούς τους ρυθμούς, μετράω και τις δυνάμεις μου. Μετά, προτιμώ να κάνω θέατρο, καμιά ταινία. Επειτα από δύο χρόνια νομίζω ότι θα έχω κάνει αυτό που ήθελα να κάνω στην τηλεόραση».

  • Και τι είναι αυτό;

«Τις αποφάσεις μου δεν τις ανακοινώνω σε κανέναν. Ακούω, συζητάω και βάζω μέσα μου μια ημερομηνία, ένα όριο. Εγώ λοιπόν τις αποφάσεις μου τις έχω πάρει. Πάντα αφήνω περιθώρια για να δω αν ήταν σωστές ή λάθος. Μπορεί να είμαι αυθόρμητος άνθρωπος αλλά δεν αποφασίζω ποτέ εν θερμώ».

  • Εχετε ωστόσο συζητήσει με όλα τα κανάλια;

«Νομίζω ότι σήμερα όλοι μιλάνε με όλα τα κανάλια. Η αγορά είναι μικρή. Φαντάζομαι ότι δεν είμαι η εξαίρεση, σαν ένα προϊόν και εγώ μέσα στον χώρο- αν θέλω να υποβαθμίσω λίγο τον εαυτό μου. Δουλειά μου παραμένει το θέατρο. Με εκφράζει, με ηρεμεί».

  • Τελικά θα μείνετε στον Αlpha, θα πάτε στο Μega ή κάπου αλλού;

«Ειλικρινά νομίζω ότι ο κόσμος δεν νοιάζεται διόλου για το τι θα κάνω εγώ. Ούτε εγώ θα ενδιαφερόμουν για κάποιον άλλον. Κάτι θα κάνω πάντως. Οταν έρθει η ώρα, θα το πω. Κανείς όμως δεν έχει σκεφθεί το ενδεχόμενο μήπως τελικά πάω σπίτι μου νωρίτερα. Γιατί τη δική μου ψυχολογία μόνο εγώ την ξέρω».

  • Δεν νομίζω πάντως ότι τώρα είναι η στιγμή να γυρίσετε σπίτι σας.

«Πιθανώς να μην είναι. Θέλω δύο χρόνια ακόμη για να κλείσει το κεφάλαιο “τηλεόραση” για μένα…».

  • Για πάντα;

«Βεβαίως, ασφαλώς. Να σταματήσω να έχω αυτή τη σχέση μαζί της. Μεγαλώνουμε. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να μένεις κάπου αιωνίως. Προτιμώ να αφήνω πίσω μου πράγματα νεότερος παρά να κάθομαι και να κάνω τα ίδια».

  • Δεν μου είπατε τελικά τι αποφασίσατε για του χρόνου;

«Θα ανακοινωθούν όλα στην ώρα τους».

  • Τι κρατάτε από την εφετινή χρονιά σας στην τηλεόραση;

«Κατάφερα να έχω μιαν απόσταση και να ρίξω το βάρος μου στο θέατρο. Είχα διαβάσει μια συνέντευξη των Μπιτλς- αλίμονο, δεν κάνω παραλληλισμούς- όπου έλεγαν ότι σταμάτησαν γιατί δεν μπορούσαν πια, από τις φωνές, να ακούσουν τη μουσική τους. Μερικές φορές το πλήθος φωνάζει τόσο πολύ που χάνεις ο ίδιος τη φωνή σου. Τότε πρέπει να σταματήσεις. Εφέτος πάτησα φρένο…».

  • Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι έχετε προτίμηση στο δελτίο του Μega, το οποίο είναι και πιο επιτυχημένο…

«Νομίζω ότι ο λόγος είναι απλός. Βρίσκω τα περισσότερα θέματα».

  • Τελικά αυτό το μοντέλο δελτίου ειδήσεων σας αρέσει;

«Αν ακούσω την είδηση, δεν με απασχολεί αν θα ακούσω τον σχολιασμό. Αλλά χάνονται ειδήσεις μέσα από τον σχολιασμό. Πολλές φορές δεν καταλαβαίνω την είδηση. Χάνω τον ειρμό- ίσως αν ήταν λιγότεροι και πιο ειδήμονες. Φεύγει η κουβέντα και ναυαγεί. Στο τέλος μοιάζει με ναυάγιο. Δεν ξέρεις πού πήγε το πλοίο… Πιστεύω ότι σιγά σιγά θα περιοριστεί αυτό το πράγμα».

  • Είκοσι χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης.Ο τηλεθεατής μπορεί να δει ό,τι θέλει σήμερα;

«Οχι, όχι. Η τηλεόραση έχει στερέψει. Πρέπει να βρεθούν καινούργια μοντέλα για το πρωί, για το μεσημέρι… Πρέπει να αλλάξει, να ανανεωθούν και το μοντέλο της και οι άνθρωποί της».

  • Μενεγάκη ή Καγιά;

«Οταν ένα πρόσωπο είναι ισχυρό σε αυτό που κάνει, όπως συμβαίνει με τη Μενεγάκη, γιατί να το επαναλάβεις με ένα άλλο πρόσωπο, όπως η Καγιά; Πρέπει να βρεις άλλο μοντέλο. Πιστεύω ότι δεν μπορείς να πολεμήσεις ένα προϊόν παρά με άλλη λογική».

  • Πού αποδίδετε την επιτυχία της Ελένης Μενεγάκη;

«Στο ότι ακολουθεί με πίστη, συνέπεια και πολλή δουλειά αυτό που κάνει. Η επιτυχία είναι 99% δουλειά και 1% έμπνευση. Αν εγώ έρθω στο “Τσαντίρι” απροετοίμαστος, το αποτέλεσμα δεν θα είναι το ίδιο…».

  • Ο παρουσιαστής δεν παίζει κανέναν ρόλο;

«Η τηλεόραση είναι σαν να έχεις κάποιον να σου μιλάει μέσα στο σπίτι. Θέλεις λοιπόν μια οικεία φωνή. Θες ηρεμία, είναι πρωί ακόμη. Αν συνεχώς του ζητάς να σε δει, να σε προσέξει, συνεχώς του υπόσχεσαι ότι θα του δώσεις καλύτερο πρόγραμμα, τότε αυτομάτως θα φύγει ο τηλεθεατής».

  • Ποια είναι τώρα η προσωπική σας κατεύθυνση;

«Η δική μου κατεύθυνση είναι να δώσω περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου και να αποκαταστήσω σιγά σιγά την ησυχία που είχα προτού γίνω διάσημος- χωρίς να θέλω να χάσω τίποτα από όσα έγιναν. Πάντα ήθελα να κάνω κάτι για τον πολύ κόσμο. Οποτε έλεγα στη γειτονιά ένα αστείο, ήθελα να με ακούει πιο πολύς κόσμος. Τώρα είμαι μέσα σε ό,τι ονειρεύτηκα και θα ευχαριστώ πάντα όλον αυτόν τον κόσμο- είχα και έχω ευγνωμοσύνη. Εχω ανάγκη να κάνω μια ταινία της προκοπής, μια ταινία που να καταγράψει ό,τι έχω μέσα μου. Εχω κάτι στο μυαλό μου, την ιστορία του πατέρα μου».

  • Ηταν άλλωστε ένας από τους «Δέκα μικρούς Μήτσους»…

«Ναι, ήταν ο πρώτος μικρός Μήτσος…».

  • συνέντευξη στη ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 10 Μαΐου 2009