Αρχείο για 3 Μαΐου, 2009

  • Πριν από πολλά χρόνια, ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Πίτερ Μπρουκ γνωρίστηκαν και σιγά σιγά έχτισαν μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης. Σήμερα, που ο Μπέκετ δεν ζει πια, ο Μπρουκ εμβαθύνει σε αυτή τη σχέση -αυτή τη φορά όμως από το θεατρικό σανίδι. Σκηνοθετώντας πέντε μικρά και ελάχιστα γνωστά έργα του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα: τα μονόπρακτα «Θέατρο 1», «Νανούρισμα», «Πράξη χωρίς λόγια ΙΙ», «Πηγαινέλα» και «Ούτε», τα οποία παρουσιάζει σε μια ενιαία παράσταση ονόματι «Fragments» («Θραύσματα»).
  • Τη νέα αυτή δουλειά του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή θεατρικού σκηνοθέτη θα δούμε και εμείς από το Σάββατο και για τρεις παραστάσεις (9-11/5) στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Θέατρο πέρα από τα όρια», που οργανώνει η Αττική Πολιτιστική Εταιρεία. Επόμενη παράσταση του φεστιβάλ, που θα παιχτεί στις 15, 16 και 17 Μαΐου, θα είναι «Ο πίθηκος του Κάφκα» (διασκευή του έργου του Κάφκα «Αναφορά στην Ακαδημία») με πρωταγωνίστρια την Κάθριν Χάντερ, η οποία έρχεται πρώτη φορά στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια παραγωγή σε συνεργασία με το θέατρο Young Vic του Λονδίνου.
  • Δημιουργός που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα έργα του Σέξπιρ, με σημαντική επιρροή στα σκηνικά δρώμενα από τα μέσα του 20ού αιώνα («Ο κενός χώρος», το μανιφέστο του για ένα διαφορετικό, ανανεωτικό θέατρο εκδόθηκε το 1968 και συνεχίζει να εμπνέει καλλιτέχνες 40 χρονια μετά), ο 84χρονος Πίτερ Μπρουκ άφησε το στίγμα του σε σημαντικές παραστάσεις όπως η «Μαχαμπαράτα» και το «The man who», συνεργαζόμενος (και) με ηθοποιούς από την Αφρική, όπως ο Σοτίγκι Κουγιατέ. Η ματιά του, ουμανιστική και μεταφυσική, εμποτίζει σχεδόν κάθε δουλειά του. Και η πολιτική κατάσταση, όμως…
  • «Πρέπει να ζεις τη στιγμή», πιστεύει ο Μπρουκ. «Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να βρίσκεται ούτε έξω από τη ζωή και την καθημερινότητα ούτε υπεράνω αυτών. Για παράδειγμα, οι έντονες θρησκευτικές διαμάχες στην Αφρική, η θρησκευτική ανεκτικότητα, η ανεξιθρησκεία είναι πολύ δυνατά θέματα – χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρέπει να τα παρουσιάζεις με διδακτικό τρόπο».

Τα θέατρα παίρνουν ρίσκο

  • Πέρυσι παρακολουθήσαμε και μια παράσταση της κόρης του, της ηθοποιού και σκηνοθέτριας Ιρίνα Μπρουκ. Ηθοποιός όμως είναι και η επί 58 χρόνια συμβία του, η Νατάσα Πάρι. Μια ακόμα γυναικα παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη ζωή του: πρόκειται για τη Μαρί-Ελέν Ετιέν, την εδώ και χρόνια μόνιμη δραματουργό του.
  • Αν και Βρετανός, εδώ και χρόνια δραστηριοποιείται στο Παρίσι μέσα από το θέατρο «Bouffes Du Nord»: «Στο Παρίσι», είπε πρόσφατα στο BBC, «την εποχή εκείνη υπήρχε μια πολυπολιτισμικότητα στη θεατρική σκηνή. Αντίθετα, η ιδέα τού να κάνω κάτι διεθνές δεν θα υποστηριζόταν τη δεδομένη στιγμή στη Βρετανία. Και οι Γάλλοι έχουν συνείδηση της κουλτούρας τους, όπως εμείς, αλλά έχουν μια καλλιτεχνική παράδοση στις επιρροές απ’ όλον τον κόσμο. Αυτό, βέβαια, σήμερα έχει αλλάξει. Σήμερα η λονδρέζικη σκηνή παρουσιάζει εντυπωσιακή ζωντάνια – σαν μια νέα ελισαβετιανή εποχή. Βέβαια, στους καιρούς μας, το ρίσκο που παίρνουν τα θέατρα είναι πολύ μεγαλύτερο, τα κόστη τεράστια – και υπάρχει πίεση για επιτυχία. Και στην Αμερική, φυσικά. Και, βέβαια, η ζωή είναι όλο και πιο ακριβή».
  • Τα θέματα που απασχολούν τον Μπέκετ στα «Θραύσματα» είναι εκ πρώτης όψεως ετερόκλητα: ένας τυφλός ζητιάνος κι ένας ανάπηρος, καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα, αποτυγχάνουν τελικά να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Δύο παίκτες, ο Α και ο Β, διαφωνούν ως προς την ύπαρξη Θεού. Τρεις γυναίκες θυμούνται τα σχολικά τους χρόνια…
  • Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Μπέκετ, υποβοηθούμενος εδώ από τον Μπρουκ και τους τρεις ηθοποιούς του, κάνει βουτιά στα βάθη της ανθρωπινης απελπισίας, της αποξένωσης και της μοναξιάς. Με χιούμορ, ωστόσο. Πάντα… Στην τηλεφωνική, άλλωστε, συνομιλία μας μαζί του, ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει έναν διαφορετικό Μπέκετ.

– Εσείς, που τον γνωρίσατε, τι λέτε; Ποια είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση που συνοδεύει το πρόσωπό του;

  • «Οτι δήθεν ήταν βουτηγμένος στη μιζέρια, στην κατάθλιψη και στη μαυρίλα. Οτι ήταν αυστηρός, ψυχρός, δύσκολος, απρόσιτος, υπερβολικά θεωρητικός. Καμιά σχέση με την πραγματικότητα! Ζούσε πολλές και διαφορετικές ζωές την ίδια στιγμή. Ηταν ζεστός, γελαστός, λάτρευε την κουβεντούλα με τους φίλους, το καλό φαγητό, τις γυναίκες, το πιοτό. Τον συναντούσα κατά διαστήματα. Η σχέση μας δεν χαρακτηριζόταν από οικειότητα, αλλά ήταν πολύ θερμή. Ηταν τελειομανής. Ξεκινούσε, ας πούμε, μια πρόταση: «Μια γυναίκα καθόταν…». Κι ύστερα, επί μέρες σκεφτόταν κι αναρωτιόταν: «Γιατί γυναίκα κι όχι άντρας; Γιατί «καθόταν» κι όχι «στεκόταν». Περιέργως πάντως δεν θυμάμαι κάποιο σχόλιό του για τη δουλειά μου».

Κι όμως, ήταν αισιόδοξος

– Ποια ήταν η άγνωστη πλευρά του που θέλατε να μας αποκαλύψετε με τα «Θραύσματα»;

  • «Στους περισσότερους, ο Μπέκετ είναι γνωστός από το «Περιμένοντας τον Γκοντό» και το «Ω, οι ευτυχισμένες μέρες». Ομως υπάρχουν πολλά περισσότερα έργα του που προδίδουν την ανάγκη του να εξερευνήσει βαθιά τον εαυτό του, που αποκαλύπτουν τι αγαπούσε και τι συχαινόταν. Ξέρετε πόσα παραμένουν ακόμα άγνωστα; Τα μικρά του είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Και, στην ουσία, αποτελούν μια συμπύκνωση του έργου του. Οι περισσότεροι έχουν ταυτίσει τον Μπέκετ με τον πεσιμισμό, με κάτι το σκοτεινό. Κι όμως, όπως θα δείτε, τα έργα αυτά δεν είναι απαισιόδοξα, προχωρούν πολύ πέρα από αυτό. Το γέλιο υπάρχει πάντα – όσο σκοτεινό κι αν είναι κάτι».

– Γιατί «Θραύσματα»;

  • «Διότι δεν πρόκειται απλώς για μια συλλογή μονοπράκτων που μάζεψα και δείχνω μαζί. Αντίθετα, συγκροτούν ένα σύνολο, έχουν μυστηριώδη συνοχή. Στην ουσία πρόκειται για ένα έργο. Κάτι σαν παζλ. Εντελώς ξαφνικά προκύπτει μια εικόνα. Και ο ίδιος άλλωστε χρησιμοποιούσε τον όρο «θραύσματα», για να τα περιγράψει. Εγραψε και πολλά άλλα που άφησε ανολοκλήρωτα. Ο Μπέκετ ήταν κατ’ ουσίαν ένας ποιητής. Στο τέλος μιας πρότασης βάζει τρεις αμφιβολίες. Οπως με τον Τσέχοφ. Και μεταξύ δύο σκέψεων υπάρχει πάντα κάτι που λείπει, ένας χώρος που πρέπει να καλυφθεί από την παρουσία του ηθοποιού. Οσο πιο απλά τον ανεβάζεις τόσο πιο άμεσα μιλά στο νεαρό κοινό. Παλιά οι νέοι πίστευαν ότι ο Μπέκετ ήταν πολύ εγκεφαλικός και πολλοί μεγάλοι έβγαιναν θυμωμένοι από την παράσταση».

– Μπέκετ, Πίντερ. Τώρα που έφυγε κι αυτός, σήμανε αυτόματα και το τέλος μιας εποχής πειραματισμού για το θέατρο;

  • «Ας μην ενδίδουμε σε βολικές κατηγοριοποιήσεις. Ολα κάποια στιγμή τελειώνουν. Και κάτι νέο ανατέλλει».

– Δουλέψατε επί σειρά ετών με αφρικανούς καλλιτέχνες. Τελικά τι ανακαλύψατε σε αυτούς;

  • «Οχι μόνο με Αφρικανούς. Αλλά και με καλλιτέχνες από τη Μέση Ανατολή, την Ιαπωνία. Με τη βοήθειά τους εξέφρασα τη βαθιά πεποίθησή μου πως το μεγαλύτερο κρίμα της ανθρωπότητας είναι ο ρατσιμός. Δεν υπάρχει ανώτερη ράτσα. Η αγγλική γλώσσα δεν είναι ανώτερη από μια ασιατική. Ολοι είμαστε ένα θραύσμα, ένα κομμάτι μιας ευρύτερης ολότητας. Ενός παζλ. Ας αφήσουμε αυτά τα κομμάτια να ενωθούν με σεβασμό για τα άλλα κομμάτια. Ισως έτσι δούμε μια εικόνα που θα μας εκπλήξει. Φανταστείτε όλος ο κόσμος να ήταν μεσήλικες Ελληνες. Δεν θα το βρίσκατε εφιαλτικό; Το να υποστηρίζεις ας πούμε ότι η ελληνική κουλτούρα ήταν ανώτερη της ρωμαϊκής, είναι αστείο».

– Πιστεύετε πως μετά την εκλογή του Ομπάμα οι Αφροαμερικανοί έχουν μια ελπίδα;

  • «Ακριβώς αυτό που είπατε: έχουν μια ελπίδα… Είναι όπως στο καζίνο: Πας, αλλά δεν ξέρεις αν θα κερδίσεις. Κανείς δεν μπορεί να στο εγγυηθεί».

Περιπέτεια ή ασφάλεια;

– Ακούγεστε απαισιόδοξος. Στο καζίνο στατιστικά χάνουμε…

  • «Σαφώς αχνοφέγγει μια ελπίδα. Ελπίζουμε όλοι να υλοποιηθούν όσα εξήγγειλε ο Ομπάμα και να μην απογοητευτούμε. Είναι όπως στο θέατρο: Πάμε πάντα με την ελπίδα ότι θα μας εκπλήξει. Είναι σημαντικό, πάντως, ακόμα κι αν δεν επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες, το ότι η φωνή των ΗΠΑ εμφανίστηκε αλλαγμένη. Στην περίπτωση βέβαια των Αφροαμερικανών παρατηρείται ένας διχασμός: σου λένε «ναι, αυτός λέει πως μας στηρίζει, αλλά με τον άλλο ξέραμε ακριβώς πού βρισκόμασταν». Επρεπε, λοιπόν, να επιλέξουν μεταξύ περιπέτειας και ασφάλειας. Η ιδέα της αλλαγής αρέσει σε όλους, αλλά η απτή προοπτική της τρομάζει».

– Η οικονομική κρίση επηρεάζει το θέατρο;

  • «Ω, ναι. Κάθε μέρα τα πράγματα αλλάζουν. Σίγουρα. Παλιά αρκούσε να έχεις το σπιτάκι σου, το αυτοκίνητό σου, να βγάζεις τα προς το ζην. Δούλευες σκληρά βέβαια, αλλά τα έφερνες βόλτα. Σήμερα, όλα είναι 200 φορές πιο ακριβά και η πίεση 200 φορές πιο μεγάλη».

– Και μια προσωπική ερώτηση: Διάβασα σ’ ένα βιογραφικό σας ότι από μικρός θέλατε να παντρευτείτε μια Νατάσα, όπως και έγινε. Είναι αλήθεια;

  • «Απολύτως! Ηταν τύχη άραγε; Ρώτα το Θεό». *
  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / Επτά, Κυριακή 3 Μαΐου 2009

  • Το σενάριο του Νόελ Κάουαρντ για το «Πονηρό πνεύμα», την κινηματογραφική εκδοχή της ομώνυμης θεατρικής επιτυχίας του, ξεκινά με μια φράση κεντημένη σε βικτωριανό κάδρο: «Οταν είμαστε νέοι διαβάζουμε και πιστεύουμε τα πιο φανταστικά πράγματα. Οταν μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε με λύπη ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν».
  • Να όμως που το φανταστικό ήρθε για την Αντζελα Λάνσμπερι αργά στη ζωή της. Σε ηλικία 83 ετών, η σεβάσμια πρωταγωνίστρια του θεάτρου, της οθόνης και της μακρόβιας τηλεοπτικής σειράς «Η συγγραφέας–ντετέκτιβ» αψηφά το βάρος των χρόνων, θριαμβεύοντας σε έναν απαιτητικό ρόλο στην αναβίωση της κλασικής κωμωδίας του Κάουαρντ στη Νέα Υόρκη.

Mισόν αιώνα

  • H Λάνσμπερι, που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1925, παίζει στο θέατρο εδώ και πάνω από μισόν αιώνα, αλλά δεν έχει σκοπό να μετριάσει τις φιλοδοξίες της. Η πρόσφατη πρεμιέρα της σ’ έναν από τους πιο ανθεκτικούς στο χρόνο χαρακτήρες του Κάουαρντ, του μέντιουμ Μαντάμ Αρκάτι, ακολούθησε τον θρίαμβο μιας άλλης υπερώριμης σταρ του Χόλιγουντ, της Τζέιν Φόντα, 71 ετών, στο καινούργιο έργο του Μόιζες Κάουφμαν «33 παραλλαγές». Τα βραβεία Τόνι του φετινού καλοκαιριού για τα θεατρικά επιτεύγματα στις σκηνές του Μπρόντγουεϊ πιθανότατα θα κυριαρχούνται από κυρίες της αποκαλούμενης τρίτης ηλικίας.
  • Σύμφωνα με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς», η ερμηνεία της Τζέιν Φόντα στο ρόλο μιας μουσικολόγου που επιμένει σε μια δύσκολη έρευνα παρά την ευάλωτη υγεία της, είναι βαθύτατα συγκινητική. «Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εύθραυστο και το ραγισμένο, και η Φόντα καταφέρνει να θολώσει αυτή τη διαφορά». Ο κριτικός του New York Daily News ήταν επίσης γοητευμένος. «Η Τζέιν Φόντα φέρνει σε αυτόν τον ρόλο όλα εκείνα που την έκαναν κινηματογραφικό αστέρι: άδολο ενθουσιασμό, ρωμαλέο πείσμα που το απαλύνει η τρωτότητα, κι εκείνη την καθαρή φωνή που κάνει κάθε φράση συναρπαστική».
  • Η ηθοποιός, που το όνομά της έγινε διεθνώς γνωστό όταν ενσάρκωσε την Μπαρμπαρέλα στην κωμωδία επιστημονικής φαντασίας του Ροζέ Βαντίμ, κέρδισε την πρώτη υποψηφιότητά της για Τόνι στο ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ, το 1960. Τώρα, έπειτα από θεατρική απουσία 47 χρόνων, στη διάρκεια των οποίων έχει διανύσει μια λαμπερή σταδιοδρομία ως κινηματογραφική σταρ, πολιτική ακτιβίστρια και γκουρού της υγιεινής ζωής, η Φόντα μπήκε και πάλι στην άμιλλα για το βραβείο καλύτερης ηθοποιού.

Επιτυχίες και στο Λονδίνο

  • Στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου, επίσης, η εμφάνιση της Τζούντι Ντεντς στη «Μαντάμ ντε Σαντ», μαζί με τη σκηνική μεταφορά της κινηματογραφικής κωμωδίας «Τα κορίτσια του ημερολογίου», σημαίνουν ότι οι θεατρόφιλοι θα έχουν να δουν επί σκηνής πολύ περισσότερες ώριμες πρωταγωνίστριες από ποτέ άλλοτε. Η Σιάν Φίλιπς, 74 ετών, η οποία θα συναντηθεί με την Πατρίσια Χοτζ και την Μπρίγκιτ Φορσάιθ στα «Κορίτσια του ημερολογίου», ήταν ανήσυχη για τη συμμετοχή της σε ένα έργο με θέμα τις γυμνές φωτογραφίσεις μιας παρέας ώριμων φιλενάδων που παίρνουν την πρωτοβουλία να τυπώσουν ένα ημερολόγιο για «καλό σκοπό». «Οταν στις πρόβες έφτασε η ώρα να βγάλουμε τα ρούχα μας, κοιτάζαμε όλες η μια την άλλη στα μάτια», είπε. Η 60χρονη Λίντα Μπέλινγκαμ, που επίσης συμμετέχει στο έργο, καλωσόρισε το εγχείρημα γιατί προσφέρει «καλούς ρόλους» σε ηθοποιούς που σπανίως πλέον επιλέγονται ως πρωταγωνίστριες.
  • Για μια φορά, επιτέλους, η γυναικεία ωριμότητα γίνεται της μόδας. Παρά την πρόσφατη έρευνα Equity του βρετανικού σωματείου ηθοποιών, που αναφέρει ότι στενεύουν οι επαγγελματικές προοπτικές των γυναικών ηθοποιών άνω των 30 ετών, σταρ πρώτης γραμμής όπως η Φόντα, η Ντεντς και η Λάνσμπερι αποδεικνύουν ότι είναι εφικτό να απολαμβάνουν οι γυναίκες τα φώτα της ράμπας και μετά την έβδομη δεκαετία της ζωής τους.
  • Στη Βρετανία, οι βραβευμένες με Οσκαρ «ντέιμ», η Τζούντι Ντεντς και η 63χρονη Ελεν Μίρεν, περιλαμβάνονται φέτος στις 20 πιο ισχυρές γυναίκες της εθνικής σκηνής. Στην εικοσάδα, που δεν έχει ιεραρχική σειρά, συναντάμε επίσης την καταξιωμένη θεατρική συγγραφέα Κάριλ Τσέρτσιλ, 70 ετών, δίπλα στην Πόλι Στένχαμ, την 22χρονη συγγραφέα που βραβεύτηκε για το πρώτο θεατρικό έργο της, «The Face». Η Αντζελα Λάνσμπερι έχει κατακτήσει ρεκόρ θεατρικών βραβεύσεων, με τέσσερα Τόνι στη διάρκεια της 50χρονης καριέρας της, καθώς και τέσσερις Χρυσές Σφαίρες για κινηματογραφικούς ρόλους. Το κοινό σήμερα τη γνωρίζει περισσότερο ως Μις Μαρπλ σε ταινίες βασισμένες σε βιβλία της Αγκαθα Κρίστι, καθώς και ως Τζέσικα Φλέτσερ στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Η συγγραφέας–ντετέκτιβ». Εχει ερμηνεύσει όμως μια πλειάδα σατανικών όσο και καλοκάγαθων ηρωίδων στον κινηματογράφο, ανάμεσά τους της κυρίας Ιζελιν στον «Υποψήφιο από τη Μαντζουρία», ρόλο για τον οποίο προτάθηκε για Οσκαρ. Εχοντας πάρει την αμερικανική υπηκοότητα από το 1951, κέρδισε το πρώτο από τα τέσσερα βραβεία Τόνι το 1966 για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στο μιούζικαλ «Mame».
  • Αν φέτος η Τζέιν Φόντα βραβευτεί με Τόνι, όπως προβλέπουν οι κριτικοί, θα έχει επιτύχει κάτι που δεν κατάφερε ο πατέρας της, ο Χένρι Φόντα, στη διάρκεια της ένδοξης καριέρας του: θα έχει κερδίσει την τριπλέτα, αποκτώντας ένα Οσκαρ, ένα Εμμι κι ένα Τόνι. Ακόμα όμως κι αν η Φόντα και η Λάνσμπερι δεν σπάσουν τα προσωπικά τους ρεκόρ βραβεύσεων, θα έχουν εδραιώσει πιο σίγουρα παρά ποτέ τη θέση τους ως Golden Girls και όχι Old Girls στη βιομηχανία του θεάματος.

The Observer, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009

  • Μέσα από την ιστορία ενός βιασμού, ο συγγραφέας Νίκολας Καζάν, εστιάζει στα αντιθετικά ζεύγη του «καλού» και του «κακού»

Χρειάστηκε να δώσει πολλές φορές τα διαπιστευτήριά του ως σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας ο Νίκολας Καζάν για να αποκτήσει τη δική του, διακεκριμένη, παρουσία στον καλλιτεχνικό νεοϋορκέζικο χώρο. Δεν ήταν εύκολο να τον αποσυνδέσουν από το όνομα του πατέρα του και να σταματήσει να δίνει συνεντεύξεις για την προσωπικότητα και το έργο του Ελία Καζάν. Στα 63 του χρόνια, πλέον, σήμερα, έχει στο βιογραφικό του πολλά σενάρια (ανάμεσά τους για τις ταινίες: «Φράνσις», «Fallen», «Enough», «Το γύρισμα της τύχης») και θεατρικά έργα, όπως το «Φεγγάρι που ματώνει» που παρουσιάζεται από χθες στη σκηνή του «Τόπος Αλλού», στην Κυψέλη.

Μέσα από την ιστορία ενός βιασμού, ο Νίκολας Καζάν, εστιάζει στα αντιθετικά ζεύγη του «καλού» και του «κακού», του ορθολογισμού με το ένστικτο, στη συνύπαρξη της ενδιάθετης βίας με το στρατηγικό ελιγμό. Το θυέστειο δείπνο, που παραθέτει το θύμα στο θύτη, δίνει την εντύπωση ότι οι ρόλοι, προς στιγμήν, εναλλάσσονται. Είναι όμως έτσι;

Στο κείμενο αναγνωρίζονται εύκολα οι δραματουργικές αρετές και δεξιότητες του συγγραφέα, η ικανότητά του να διαλύει και να επανασυνθέτει ισορροπίες που ακροβατούν πάνω στον τρόμο και στην εκδίκηση.

Η συνέντευξη που ακολουθεί, δε μας έδωσε τη δυνατότητα να «γνωρίσουμε» τον Νίκολας Καζάν. Πειστήκαμε όμως ότι αν δεν έχει βαρεθεί να δίνει απαντήσεις για τον πατέρα του, σίγουρα τιμά τις μνήμες του και τις περιφρουρεί ως οικογενειακή περιουσία.

Ιστορία από το κολέγιο

  • Γιατί επιλέγετε το θέμα ενός βιασμού για να μιλήσετε για τις σεξουαλικές σχέσεις ή για τις σχέσεις, γενικότερα, ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα;

– Δεν ξεκινώ ποτέ από το θέμα αλλά, πάντα, από την ιστορία. Ακουσα γι’ αυτήν την υπόθεση όταν ήμουν φοιτητής στο κολέγιο. Κόλλησα. Ηθελα να την αφηγηθώ. Ασφαλώς, όταν αρχίζω να γράφω ένα έργο, ενδιαφέρομαι για τα υπόγεια ρεύματα και τις αντιθέσεις. Και θέλω να επιστρέφω στις ρίζες μας… στον κόσμο των ζώων… στην εξέλιξη. Για πολλά είδη του ζωικού βασιλείου υπάρχει μόνο βιασμός. Αυτή είναι η ανδρική θέση, η δική του αίσθηση δικαίου, πυρακτωμένη από την επιθυμία του. Το έργο, βέβαια, τάσσεται με την γυναικεία πλευρά. Η ηρωίδα αρνείται να είναι το θύμα.

  • Ο βιαστής από θύτης μετατρέπεται σιγά σιγά σε θύμα. Μοιάζει με ανατροπή των ρόλων εις βάρος της γυναίκας…

– Δεν βλέπω καθόλου τον Αλαν σαν θύμα. Είναι εγκληματίας που παίρνει μια μικρή μόνο γεύση από την τιμωρία που του αξίζει. Εκείνη κακοποιείται, όχι αυτός. Του αξίζει ό,τι υφίσταται.

  • «Η πληγή ήταν μη αναστρέψιμη. Εψαχνα ένα τρόπο για να τον πληγώσω το ίδιο βαθιά», λέει η κεντρική ηρωίδα. Ομως ο τρόπος που επιλέγει να τον πληγώσει την καθιστά και πάλι θύμα.

– Συμφωνώ, εν μέρει. Κάθε φορά που καταφεύγουμε στη βία (ακόμη και στην ψυχολογική) πληρώνουμε ένα τίμημα. Αυτό το τίμημα είναι αξιοθρήνητο και αναπόφευκτο. Και, ναι, τιμωρώντας τον ανακαλεί τις μνήμες του θύματος αλλά είναι ο μόνος τρόπος να δώσει διέξοδο στα αισθήματά της, να τα αφήσει λίγο να ησυχάσουν. Θα την καταβροχθίσει η οργή εάν δεν κάνει τίποτα. Η εκδίκηση έχει δυο όψεις: επιτείνει τον πόνο της αλλά και την ανακουφίζει από αυτόν.

Τα κλισέ σε χρήση

  • Γιατί χρησιμοποιείτε στερεοτυπικές εκφράσεις ενός βιαστή (όπως: «εκπλήρωσα μια βαθιά επιθυμία σου»); Ο βιασμός έχει ένα ή πολλά πρόσωπα κατά τη γνώμη σας;

– Τα κλισέ είναι κλισέ γιατί βρίσκονται σε διαρκή χρήση και έχουν δύναμη και επιρροή. Ο Αλαν παίζει μαζί της, βασανίζοντας και χειραγωγώντας την. Της λέει αλήθειες που τον εξυπηρετούν και μισές αλήθειες. Ασφαλώς και ο βιασμός έχει πολλά πρόσωπα. Κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι το ένα ή το άλλο πράγμα ή εκατό διαφορετικά πράγματα. Ουσιαστικά, κάθε βιασμός είναι τρομακτικός.

  • Πώς σχολιάζετε τη στάση μιας γυναίκας που δεν καταγγέλλει το βιαστή της αλλά καταστρώνει ψύχραιμα ένα σχέδιο για να τον εκδικηθεί;

– Είναι δύσκολο για τα θύματα να εκτεθούν. Αντιμετωπίζουν συχνά τη δυσπιστία ή την κοροϊδία. Η διαδικασία που περιλαμβάνει κολπική εξέταση, ανάκριση, αποτελεί μία ακόμη ταπείνωση. Θα έλεγα ότι είναι ένας διαφορετικού τύπου βιασμός. Από δραματική άποψη (δράμα προκύπτει όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε μόνοι μας), η προσωπική εκδίκηση αντιπροσωπεύει μια ισχυρή επιλογή, μια ηρωική δράση: δεν αφήνεις τους άλλους να επιληφθούν της δικής σου υπόθεσης. Το κάνεις μόνος σου. Αυτό οδηγεί στην κάθαρση. Δεν υπάρχει κάθαρση όταν καλείς την αστυνομία.

  • Η βία (ακόμη και η σωματική) πιστεύετε ότι αντιμετωπίζετε με βία;

– Μερικές φορές η μόνη απάντηση στη βία είναι περισσότερη βία. Ετσι, συμβαίνουν και οι πόλεμοι. Και όπως ήδη είπα, στο δράμα, η βία είναι συχνά η μόνη κατάλληλη «λύση» για τον ήρωα ή την ηρωίδα. Δεν εννοώ ότι πρέπει να είναι. Οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε πολιτισμένα αλλιώς θα… καταλήξουμε στη φυλακή. Το δράμα όμως δεν έχει τέτοιους περιορισμούς.

Βιομηχανία του κέρδους

  • Ο κόσμος του θεάματος μέσα στον οποίο μεγαλώσατε και ο κόσμος του θεάματος μέσα στον οποίο ζείτε σήμερα έχουν διαφορές και, αν ναι, προς ποια κατεύθυνση;

– Δυστυχώς πολύ λίγες δραματικές ταινίες γυρίζονται σήμερα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή, η οποία αποτελεί, εν μέρει, συνέπεια άλλων αλλαγών όπως του υψηλού κόστους της παραγωγής. Υπάρχει μια αρχή που δεσπόζει στη βιομηχανία του κινηματογράφου: οι εταιρείες επιθυμούν να κερδίζουν πάντα εκατομμύρια δολάρια. Τα δράματα σπάνια έχουν τόση επιτυχία. Οι κωμωδίες, όμως, ή οι ταινίες βίας έχουν. Αρα δεν απομένει πολύς χώρος στην αλήθεια, στη λεπτότητα ή στην τέχνη.

  • Ποια φράση (συμβουλή ή σχόλιο) του πατέρα σας δεν θα ξεχάστε ποτέ; Και ποια είναι η εικόνα που ανακαλείτε στη μνήμη σας κάθε φορά που τον σκέφτεστε;

– Ο Ελία πάντα αναφερόταν στον Ρενουάρ: «Ο καθένας έχει τους λόγους του». Αυτή η φράση, νομίζω, είναι η βάση όλης της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οσο για τις εικόνες που κρατώ από εκείνον, είναι προσωπική υπόθεση.

«Το φεγγάρι που ματώνει», στο θέατρο Τόπος Αλλού (Κεφαλληνίας 17 – Κυψέλη), ώς τις 8 Ιουνίου. Η μετάφραση είναι της Γωγώς Ατζολετάκη, η σκηνοθεσία του Νίκου Καμτσή, τα σκηνικά – κοστούμια της Μίκας Πανάγου, η μουσική του Κώστα Χαριτάτου. Πρωταγωνιστούν: Λευτέρης Ζαμπετάκης, Μάρλεν Σαίτη, Δημήτρης Κανέλλος.

  • Συνέντευξη στη Μαρια Κατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009