Αρχείο για Μαΐου, 2009

  • Μόνη γυναίκα ανάμεσα σε άντρες στη σάτιρα του Μποστ η Κάτια Δανδουλάκη συναντά τον Πέτρο Φιλιππίδη, που τη σκηνοθετεί. Μιλούν για τις εκλογές, τα πάνελ και για την πρώτη τους αυτή συνεργασία, όπου «ενταύθα κόπτεται κιμάς…»

  • «Μήπως είσαι και εσύ… κουρασμένος;» θα πει κάποια στιγμή επί σκηνής η Μήδεια στον Ιάσονα και η μικρή αυτή προσθήκη στην κατά Μποστ «Μήδεια» είναι μια έμμεση κριτική αναφορά στον πρωθυπουργό, χωρίς να λείπουν όμως και ανάλογες «μπηχτές» για τις «σκοτεινές» τράπεζες, τους δανεισμούς και το όλο μπάχαλο που πρωταγωνιστεί στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που ζούμε.
«Η  Μήδεια  θα ήταν σωτήρια για το φεστιβάλ»

Ο Πέτρος Φιλιππίδης κάθεται απέναντί μου έχοντας πλάι του τη «Μήδειά» του, δηλαδή την Κάτια Δανδουλάκη, και μιλά για την παράστασή τους και τον θαυμασμό του για τον συγγραφέα του έργου. Ρίχνει με πάθος την ψήφο του στον Μποστ -»πάντα ήθελα να ανεβάσω έργο του σπουδαιότατου αυτού σουρεαλιστή συγγραφέα»-, δεν έχει όμως κανένα πάθος να ψηφίσει στις ευρωεκλογές που θα γίνουν σύντομα. «Δεν θα πάω να ψηφίσω από θέση και άποψη, γιατί κανένας τους δεν ενδιαφέρεται για το σύνολο και γιατί όλα είναι παραγγελίες προκάτ από αλλού!». Η Δανδουλάκη αντιτίθεται στη θέση του υπογραμμίζοντας: «Ούτε εγώ ελπίζω σε κάτι καλύτερο αλλά πιστεύω ότι το να αδιαφορείς-απέχεις, κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα!». Οι δυο τους με αφορμή την παράσταση που ετοιμάζουν μιλάνε για όλα!

«Η  Μήδεια  θα ήταν σωτήρια για το φεστιβάλ»
  • Θέλω να μιλήσουμε για το απρόσμενο «πάντρεμά» σας, για τη δική σας «ανάγνωση» στην κατά Μποστ «Μήδεια», μα επειδή έχουμε μπει στην τελική ευθεία για τις ευρωεκλογές θα ήθελα να ξεκινήσουμε από το φλέγον ερώτημα που μας απασχολεί όλους: «Να ψηφίσει κανείς ή να μην ψηφίσει και να πάει στην παραλία λόγω του τριημέρου του Αγίου Πνεύματος;».

ΠΕΤΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν θα πάω να ψηφίσω. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου πια. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να σωθούμε. Μπορείς να σωθείς αν θες μόνος σου, αλλά δεν πρόκειται να σε σώσει η πολιτική. Υπάρχει τόση βρωμιά, τόση δυσοσμία, τόση διαπλοκή, τόση κατάντια που έχω αηδιάσει. Να μου πεις, δεν μπορεί να μην υπάρχουν εξαιρέσεις. Ναι, υπάρχουν σωστοί πολιτικοί, μα είναι μειονότητα και καπελώνονται από τους άθλιους συναδέλφους τους. Να ψηφίσω στις ευρωεκλογές που δεν είναι παρά ένα… γκάλοπ που κάνουν τα κόμματα για να δουν ποιος επικρατεί;

ΚΑΤΙΑ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗ: Πέρασα και εγώ από αυτό το στάδιο της οργής που έχει ο Πέτρος, αλλά μεγαλώνοντας κατέληξα ότι αν απέχεις δεν βοηθάς να καλυτερέψει κάτι. Αντιδρώ μέσα από την ψήφο μου. Αντιτάσσομαι σε αυτό που με ενοχλεί. Αν πάψω να το κάνω, αφήνομαι να με καπελώσει, άρα φταίω.

Αν αφεθείς, τίποτε δεν πάει μπροστά. Με πονάει η εξαθλίωση, με πονάει η μιζέρια, με πονάει η κατάντια, αλλά δεν μπορώ να μην αρθρώσω τον λόγο μου, τη θέση μου, την αντίδρασή μου μέσα από την ψήφο μου. Κάπως πρέπει να αντιδράσουμε!

Π.Φ.: Όσο και να αντιδράσουμε, φως δεν υπάρχει. Ολα είναι προκαθορισμένα πλέον: οι Ελληνες θα ζουν έτσι, οι Τούρκοι θα ζουν έτσι, οι Νορβηγοί θα ζουν έτσι, οι Αμερικάνοι θα ζουν έτσι. Δεν μπορεί να αλλάξει ο κοινωνικοπολιτικός χάρτης. Υπάρχουν άλλα συμφέροντα στα οποία εμείς δεν μπορούμε να έχουμε καμιά επιρροή. Να πάω να ψηφίσω για ποιο λόγο λοιπόν; Για τα μάτια; Για το τυπικό; Προτιμώ να πάω για μπάνιο και πίστεψέ με το ίδιο θα ψηφίσουν πολλοί!

  • Γιατί δεν συμμετέχετε σε τηλεοπτικά πάνελ;

Π.Φ. – Κ.Δ.: Από θέση και άποψη!

Κ.Δ.: Αρνούμαι να υπάρξω σε τέτοιο σκηνικό όπου επικρατεί το απόλυτο χάος, όπου μιλάνε όλοι μαζί και μάλιστα υψώνοντας δυνατά τη φωνή τους για να επιβληθούν. Κάποιες φορές πέφτω σε ζάπινγκ σε τέτοιες εκπομπές και τρελαίνομαι από τη βαβούρα. Δεν με αφορά να παίζω με ένα θίασο ο οποίος αποτελείται σε μεγάλο μέρος από κάκιστους ηθοποιούς που παίζουν το ίδιο ξύλινο – κακογραμμένο κείμενο. Γιατί να παίξω με κακούς ηθοποιούς, σε κακό κείμενο καλής δουλειάς;

Π.Φ.: Παλιότερα συμμετείχα σε ανάλογα πάνελ, μα είδα ότι δεν έχει νόημα. Πλήττω φρικτά και συμφωνώ με την Κάτια ότι πρόκειται για κάκιστο θέατρο που δεν με αφορά.

Πώς να στο πω; Να στο πω… Είμαι -και εγώ!- κουρασμένος από όλο αυτό και δεν γουστάρω να παίξω στο παιχνίδι τους!

  • Και οι δύο όμως ψηφίζετε με θέρμη Μποστ και «Μήδεια»!

Κ.Δ.: Ναι, γιατί ο Μποστ κάνει καλό θέατρο, γιατί η «Μήδειά» του είναι αριστουργηματικό έργο, διαχρονικό και σημαντικό. Γραμμένο τόσα χρόνια πριν και όμως μιλάει για βρώμικα, σκοτεινά, παιχνίδια που παίζονται και σήμερα.

  • Στη δική σας «ανάγνωση» θα υπάρξουν κάποιες προσθήκες;

Π.Φ.: Πολύ μικρές – δεν έχει ανάγκη από προσθήκες ο Μποστ. Μια από αυτές που έχουμε κάνει είναι σε μια σκηνή που η Μήδεια ρωτά τον Ιάσονα αν είναι – και αυτός – κουρασμένος (γέλια). Και κάποια άλλη στιγμή θα ειπωθεί κάτι για τις λάμπες που έσπασαν στις τράπεζες κι είναι σκοτεινές. Ενα – δύο τέτοια στοιχεία θα υπάρχουν, μα όχι περισσότερα.

  • Ελάτε να θυμίσουμε στους αναγνώστες την υπόθεση της «Μήδειας».

Κ.Δ.: Η Μήδεια συναντάει τη μοναχή Πολυξένη -δες Ξένη!- η οποία ερωτεύτηκε έναν Κρητικό που ήταν κριτικός θεάτρου, ύστερα έναν παπά που είχε αμνησία και που την καλεί να μείνουν μαζί στο παλάτι. Ετσι γίνεται, μα σύντομα ανακαλύπτει ότι ο άντρας της την απατά με εκείνη, αλλά καλά περνάνε μαζί της και τα… παιδιά της που θέλγονται και από έναν παιδεραστή καλόγερο (γέλια). Γι’ αυτό και τα τιμωρεί λέγοντας το «Ενταύθα κόπτεται κιμάς, παρόντος του πελάτη».

  • Αυτή η ατάκα που έχει γράψει ιστορία, μη μου πείτε ότι δεν ταιριάζει γάντι στο σκηνικό της Βουλής…

Π.Φ.: Αυτή η καταπληκτική ατάκα ταιριάζει γάντι όχι μόνο στη Βουλή, αλλά σε όλη την Ελλάδα! «Φέρει» και «κουβαλά» όλη την Ελλάδα. Και πάει με όλα, όπως και το γνωστό αναψυκτικό (γέλια). Ταιριάζει γάντι σε όλους τους τομείς: στην πολιτική, την παιδεία, τον πολιτισμό.

  • Σας βλέπω να έχετε «δέσει» πολύ – από την ανάγνωση του έργου μέχρι την κουβέντα που κάνουμε τώρα για τη «Μήδεια». Και όμως είναι η πρώτη φορά που δουλεύετε μαζί, έτσι;

Π.Φ.: Η πρώτη, αλλά έπονται πολλές! Ηθελα να δουλέψω χρόνια με την Κάτια, που θεωρώ σημαντικότατη ηθοποιό και χαρισματική καλλιτέχνιδα. Κουβαλάει ιστορία πάνω της και παράλληλα είναι τόσο «ανοιχτή» σαν να ξεκινά τώρα. Οταν κουβεντιάζαμε με τον θεατρικό επιχειρηματία Γιώργο Κυπραίο να κάνουμε τη «Μήδεια», του είπα ότι θέλω να την κάνω με την Κάτια. Αν έλεγε όχι, δεν θα έκανα τίποτα. Είναι τιμή μεγάλη για μένα και αληθινή χαρά να συνεργάζομαι μαζί της.

Κ.Δ.: Εγώ είχα ξεχωρίσει τον Πέτρο από τα πρώτα του βήματα ακόμα στο Θέατρο Τέχνης. Καθόμουν, θυμάμαι, σε ένα τραπέζι έπειτα από μια παράσταση με τον Γιώργο Λαζάνη και τη Μάρω του και τους έλεγα ότι βλέπω σε αυτόν αυτό το ιδιαίτερο «κάτι» που σπάνια βρίσκεις. Και δεν έπεσα έξω, γιατί ο Πέτρος δούλεψε σκληρά καταφέρνοντας να μπει στη θεατρική «οικογένεια» με ερμηνείες σπουδαίες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές δουλειές. Πώς να μη δεχτώ την πρότασή του; Ηθελα να κάνω διακοπές, ήμουν πολύ κουρασμένη, μα δεν λες όχι στον Πέτρο και μάλιστα για τη «Μήδεια»!

  • ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
    Αυτός θα φάει τη Βιστωνίδα!

Μια από τις αναφορές που γίνονται στη σύγχρονη πραγματικότητα θέλει τον Καλόγερο του έργου να μιλά για τη γνωριμία του με τον Εφραίμ και να παραπονείται λέγοντας ότι ενώ αυτοί -οι καλόγεροι- την έβγαζαν με ελιά και λαχανίδα εκείνος ήταν έτοιμος να φάει τη Βιστωνίδα! «Σεβόμαστε απόλυτα το κείμενο του Μποστ» τονίζει ο Φιλιππίδης, «απλώς κάνουμε μια σειρά από μικρές, πολύ μικρές, παρεμβάσεις. Η εκδοχή που ετοιμάζουμε περιέχει στοιχεία που μετατρέπουν το αρχικό δυνατό κείμενο σε μια ακόμα πιο σύγχρονη κωμωδία που εξακολουθεί να στηρίζεται στη μοναδική σάτιρα, βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας.

Αναφορές στα πρόσφατα σκάνδαλα αλλά και σε άλλα σύγχρονα στοιχεία της εποχής μας προσαρμόζονται στην κωμωδία του Μποστ και μεταφέρουν τη σάτιρά του στο σήμερα, για να αποδείξουν τη διαχρονικότητα του μοναδικού κειμένου του».

ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ «ΠΑΙΧΝΙΔΙ»

  • Η Κάτια Δανδουλάκη μόνη γυναίκα σε έναν θίασο αντρών;

Π.Φ.: Πράγματι, όλοι οι ρόλοι πριν της Μήδειας παίζονται από άντρες – και αντρικοί και γυναικείοι και αυτοί του χορού που ήταν γυναικείος. Θέλησα τον δυναμισμό που έχουν οι άντρες σε ρόλους γυναικείους και άφησα την Κάτια, μόνη γυναίκα ανάμεσά τους, να παίξει τον ρόλο ανδρικά – όχι ντυμένη ανδρικά, αλλά με τον δυναμισμό του άντρα. Ζει στον κόσμο της η Μήδεια και μέσα στο ψέμα της οι άντρες είναι γυναίκες και παίζουν ένα ιδιαίτερο «παιχνίδι» που δεν θέλω να το… εξηγήσω, αλλά μονάχα να το δείξω -επιδείξω- στη σκηνή!

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ: ΑΛΛΟΙ ΕΧΟΥΝ… ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ

  • Θα μπορούσε να έχει θέση η «Μήδειά» σας στην Επίδαυρο;

Π. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Να απαντήσω σκληρά; Θα ήταν σωτήριο για το φεστιβάλ να παιχτεί μια τέτοια δουλειά στο αργολικό θέατρο. Σε σχέση με αυτά που έχουμε δει εκεί τα τελευταία χρόνια και που έχουν φρικάρει το κοινό; Μην το συζητάς καν! Εχουμε δει τόσα εκτρώματα εκεί.

  • Λέγαμε και πέρσι Πέτρο, ότι θεωρείται περίεργο το ότι δεν σου γίνεται πρόταση να κάνεις Αριστοφάνη στην Επίδαυρο…

Π.Φ.: Και τι θέλεις; Να γκρινιάξω; Εκανα κάποιες κουβέντες, πλησιάσαμε στο να κάνω κάτι, αλλά τελικά δεν προχώρησε – ποιος ξέρει τι εμπόδια να μπήκαν… Εχει ένα όραμα ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ στο οποίο δεν… χωράω! Να τον κρίνω; Δεν θα το κάνω εγώ. Αλλωστε ο καθένας κρίνεται από το έργο του, όταν έρθει η στιγμή.

  • Θα σε ενδιέφερε να παίξεις την ευριπίδεια «Μήδεια», Κάτια;

Κ.Δ.: Θα με ενδιέφερε πολύ! Οχι για να την παίξω και για να την προσθέσω στο βιογραφικό μου! Θα ήθελα να κάνω «Μήδεια» με ένα σκηνοθέτη που πιστεύω, με μια ομάδα δυνατή, σε μια παράσταση που θα είχε να προτείνει κάτι. Δεν θα πέσω να πεθάνω όμως που δεν μου το προτείνουν (γελά). Ούτε… θα σφάξω κανέναν – κατά το «Θα σφάξω τα παιδιά μου» που λέω στην παράσταση! Δεν με θέλουν; Εντάξει! Πέρα από τη μία φορά που έκανα «Λυσιστράτη» με το Εθνικό, δεν με έχουν φωνάξει ποτέ για την Επίδαυρο. Οσο για το αν θα είχε θέση η δική μας «Μήδεια» εκεί; Ναι, θα χωρούσε, αλλά έχουν άλλοι προτεραιότητα και δεν χωράει!

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η «Μήδεια» του Μποστ ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη, σκηνικά Μανόλη Παντελιδάκη, κοστούμια Κώστα Βελινόπουλου, μουσική Γιούρι Στούπελ, χορογραφία Ελπίδας Νίνου, φωτισμούς Αλέκου Αναστασίου. Βοηθός σκηνοθέτη η Αλίνα Κοτσοβούλου και χορογράφου ο Θανάσης Γιαννακόπουλος. Παίζουν οι Κάτια Δανδουλάκη, Γιώργος Γαλίτης, Πάνος Σταθακόπουλος, Γιώργος Ψυχογιός, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Μάνος Παπαγιάννης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Στέλιος Γεράνης, Γιάννης Κοτσαρίνης, Τάσος Αλατζάς, Δημήτρης Θεοδώρου, Σπύρος Παππάς, Βασίλης Παπαγεωργίου και Βασίλης Μυλωνάς. Η πρεμιέρα θα γίνει στο Θέατρο Παπάγου (7, 8 Ιουλίου) και θα ακολουθήσει μεγάλη περιοδεία ανά την Ελλάδα σε παραγωγή του Γιώργου Κυπραίου.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 31/5/2009
  • ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / On Off, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΘΗΝΑ ΓΚΟΡΟΥ

Η πρώτη του δουλειά ήταν δημοσιογράφος, και το ρεπορτάζ στο οποίο επιδόθηκε ήταν το πολιτικό σε εφημερίδες και τηλεόραση. Η αγάπη του για την επικοινωνία με τον κόσμο τον έστρεψε αργότερα στην υποκριτική, χωρίς ωστόσο ποτέ να χάσει το ενδιαφέρον του για τα κοινά. Τους 27.000 σταυρούς που πήρε με το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ στη Β’ Αθηνών τούς θεώρησε επιτυχία, μια και όλα έγιναν γρήγορα και χωρίς, όπως λέει, πυρήνες και μηχανισμούς, ενώ τα καθήκοντά του ως μέλους του Εθνικού Συμβουλίου μονοπωλούν το ενδιαφέρον του, με αποτέλεσμα από του χρόνου να αποχωρήσει από την «Πολυκατοικία», το σίριαλ στο οποίο συμμετέχει και προβάλλεται από το Mega.

  • Ως πολιτευτής και επαγγελματίας ηθοποιός μπορείτε να διακρίνετε αν οι πολιτικοί υποδύονται πάνω στο βήμα ρόλους;

«Φυσικά, κάποιοι υποδύονται ρόλους. Αυτός, ωστόσο, που πραγματικά με εντυπωσιάζει στο κομμάτι της υποκριτικής είναι ο Κώστας Καραμανλής. Δεν το λέω (πιστέψτε με) για πολιτικούς λόγους· θα ήταν πολύ φτηνή αντιπολίτευση. Δεν έχει να κάνει με οπαδική κριτική. Εχει να κάνει με μια αντικειμενική παρατήρηση. Με αφήνει άναυδο ο Καραμανλής με το υποκριτικό ταλέντο του. Στο βήμα δεν παίζεται. Στο κομμάτι «απευθύνομαι σε κοινό» νομίζω ότι είναι υπόδειγμα για το πώς κάποιος με ερασιτεχνικούς τρόπους μπορεί να περνάει μηνύματα. Πώς προσπαθεί να παρουσιάσει το άσπρο μαύρο. Ο τρόπος που με κροκοδείλια δάκρυα κλαίει πάνω από το πτώμα που ο ίδιος έχει καθαρίσει ως δήμιος. Αυτό δεν παίζεται, πραγματικά».

  • Πρόσφατα ένας γνωστός έλληνας ζωγράφος δήλωσε ότι οι καλλιτέχνες πολιτεύονται είτε επειδή «τελειώσανε» είτε γιατί έτσι βρίσκουν έναν άλλο τρόπο βιοπορισμού. Πώς το σχολιάζετε;

«Το σχόλιο του ζωγράφου, του κυρίου Δρούγκα, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Θεωρώ ότι στην πλειονότητά τους οι καλλιτέχνες που πολιτεύ- ονται το κάνουν γιατί επιθυμούν να αναλάβουν την ευθύνη τους ως ενεργοί πολίτες στο βαθμό που τους αναλογεί. Δεν νομίζω ότι έχουν «τελειώσει» ή ότι κοιτάζουν να εξοικονομήσουν χρήματα άνθρωποι σαν τη Λυδία Κονιόρδου ή τον Αντώνη Καφετζόπουλο που εκτίθενται σε ψηφοδέλτια».

  • Μια και αναφέρετε τον Αντώνη Καφετζόπουλο, φέτος παίζατε μαζί σε μια σειρά του Alpha, τους «Ατρόμητους», η οποία αιφνιδίως κόπηκε στα μέσα της σεζόν. Αυτό έγινε λόγω οικονομικής κρίσης ή χαμηλής τηλεθέασης;

«Δεν έφερε τα αναμενόμενα νούμερα, αν και τη δεύτερη μέρα προβολής του το σίριαλ έπιανε το διπλάσιο από τον μέσον όρο καναλιού. Μιλάμε, δηλαδή, για 700 με 800 χιλιάδες τηλεθεατές. Τελικά, νομίζω ότι ήταν θέμα διαχείρισης από το κανάλι».

  • Πόσοι άνθρωποι υπολογίζετε ότι έμειναν άνεργοι από τη διακοπή αυτού του σίριαλ;

«Νομίζω ότι μαζί με το δικό μας κόπηκαν άλλα 3 ή 4 σίριαλ, οπότε συνολικά σας λέω ότι γύρω στα 500 άτομα έμειναν χωρίς δουλειά. Καταλαβαίνετε, αν αυτό πολλαπλασιαστεί θα μας πνίξει».

  • Τα συμβόλαιά σας δεν σας καλύπτουν ώστε να μην «αδειαστείτε» στο 20ό επεισόδιο, ενώ έχετε συμφωνήσει να παίξετε, για παράδειγμα, σε 100;

«Οι υπογραφές πέφτουνε, αλλά τα συμβόλαιά μας στην TV είναι αποικιοκρατικού χαρακτήρα. Δουλεύουμε σε συνθήκες βαμβακοφυτείας».

  • Υπάρχει κάποιος τρόπος με τον οποίο μπορείτε να προστατευτείτε στο εξής;

«Την επόμενη φορά θα βάλω σχετική ρήτρα, ώστε να πάρω τα χρήματα τα οποία έχω από την αρχή συμφωνήσει».

  • Πιστεύετε ότι η τηλεόραση αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες σαν άλογα κούρσας που πρέπει οπωσδήποτε να φέρουν τη νίκη;

«Δεν περιμένουν τη νίκη· περιμένουν το κέρδος, γιατί η νίκη στη δική μας δουλειά δεν είναι η ταχύτητα, η προσωρινή δηλαδή επιτυχία, αλλά η διάρκεια. Στη διάρκεια, λοιπόν, μπορεί να έρθουν και οι αποτυχίες, και ίσως απανωτές. Τότε όλοι εξαφανίζονται. Να σας θυμίσω τα περί του ταλέντου του Πέτρου Φιλιππίδη, που να τα εξώφυλλα και να οι συνεντεύξεις και οι ολοσέλιδες καταχωρίσεις στον ημερήσιο Τύπο; Ο Πέτρος τώρα έγινε καλός ηθοποιός; Τι γινόταν πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, που υπέστη μια αποτυχία ή δύο στο θέατρο ή του κόπηκαν κάνα-δυο σίριαλ; Τότε γιατί δεν έπεσαν πάνω του να τον υποστηρίξουν; Κάποια άτομα όπως ο Φιλιππίδης, ο Μπέζος ή εγώ έχουμε δει το σκληρό πρόσωπο μιας αποτυχίας. Δεν είπαν τότε «Γιατί να μην τους υποστηρίξουμε;»».

  • Μείνατε κάποιο διάστημα πρόσφατα εκτός τηλεόρασης.

«Με πλήρη συνείδηση και για να δώσω προτεραιότητα στην πολιτική, έμεινα επί περίπου ενάμιση χρόνο εκτός τηλεόρασης και εκτός δικών μου παραγωγών».

  • Οταν λέτε δικές σας παραγωγές;

«Μιλάω για θέατρο».

  • Οχι τηλεόραση;

«Τηλεοπτικές παραγωγές έκανα στην αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης».

  • Είχατε τότε δική σας εταιρεία παραγωγής;

«Ναι. Οταν, όμως, τα κανάλια άρχισαν να έχουν τις δικές τους θυγατρικές εταιρείες, δεν μπορούσες πια να ποντάρεις στο ότι θα παίξεις μπάλα σ’ αυτό το γήπεδο. Επειτα, ομολογώ ότι άρχισα να σκέφτομαι πως η αγορά διαμορφώνεται με έναν τέτοιον τρόπο, που δεν έχω καταφέρει να αντιληφθώ τις ρωγμές της για να πω ότι έψαξα και βρήκα έναν πολιορκητικό κριό. Δεν γνωρίζω τον εχθρό. Δεν ξέρω ποιο είναι το αντίπαλο στρατόπεδο. Παλιά, βέβαια, δεν με ένοιαζε ούτε αυτό. Παλιά έκανα μόνον ό,τι ήθελα εγώ, ποντάροντας στην αλήθεια του όποιου εγχειρήματος».

  • Ποιος υποψιάζεστε ότι είναι ο εχθρός;

«Η μετριότητα. Η παραγωγή της μετριότητας που αρχίζει και γίνεται κατεστημένο. Και ο τρόπος με τον οποίο μεταφράζονται τα πράγματα από τον κύκλο των ανθρώπων που καθορίζουν την αισθητική μας».

  • Ποιοι είναι αυτοί;

«Δεν ξέρω. Ισως να είναι και όσοι ερμηνεύουν ή κρίνουν τα πράγματα κατά το δοκούν. Για παράδειγμα, αναφερόταν κάποια δημοσιογράφος σε μια παράσταση που ήταν τραγική αποτυχία στο Εθνικό Θέατρο. Επειδή, όμως, ήθελε να χαϊδέψει τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της παράστασης, έγραφε: «Βεβαίως, δεν έτυχε αποδοχής καλής από το κοινό, αλλά εμείς υποκλιθήκαμε στην αλήθεια του δημιουργού»».

  • Μιλάτε για δημόσιες σχέσεις;

«Οχι, δεν αναφέρομαι σ’ αυτές. Οι δημόσιες σχέσεις είναι ένα προϊόν που παράγεται επί ίσοις όροις. Ερχομαι, σε πληρώνω γι’ αυτό κι εσύ θα το κάνεις όσο καλύτερα μπορείς. Σ’ αυτό που λέω είναι πολύ πιο επικίνδυνα τα πράγματα. Γιατί πρόκειται για ομάδες και ανθρώπους που επιλέγουν με αυθαίρετα κριτήρια ποιους θα εντάξουν σ’ αυτές τις ομάδες. Ποιους θα υποστηρίξουν και ποιους θα προβάλουν».

  • Υπάρχει κάποιο τρανταχτό, ας πούμε, παράδειγμα γι’ αυτό που λέτε;

«Θα σας πω. Υπάρχουν τέσσερεις-πέντε μεγάλοι χορογράφοι πια που κάνουνε πραγματικά σπουδαία πράγματα για το θέατρο με εικαστικά αποτελέσματα εξαιρετικά. Ενας απ’ αυτούς αποφασίζει να «σκηνοθετήσει» ή να προσφέρει τις υπηρεσίες του και σε μπουζουκομάγαζα. Δεν έχουμε ψέξει την πλευρά αυτήν, τον εκθειάζουμε. Μιλώ για τον Κωσταντίνο Ρήγο, που κάνει τον «Τιτανικό» στο Εθνικό με τα χρήματα των πολιτών, γιατί το Εθνικό είναι δημόσιο. Ο Ρήγος, όμως, συνεργάζεται και με την Πέγκυ Ζήνα, και εκθειάζουμε πώς μπορεί να τα κάνει και τα δύο. Τι λέτε, ρε παιδιά, σοβαρά; Αν το έκανε οποιοσδήποτε άλλος εκτός παρέας θα τον χέζανε ή όχι; Και δεν με πειράζει που τον εκθειάζουν, με πειράζει που δεν εκθειάζουν και τον άλλον που κάνει το ίδιο. Υπάρχουν κι άλλοι που το κάνουν, και ίσως καλύτερα και πιο τίμια. Ολα, όμως, κρίνονται κατά το δοκούν. Αυτό, ύστερα από τριάντα χρόνια στη δουλειά, το βλέπω πεντακάθαρα».

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Μαΐου 2009

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
  • Η Μισέλ Αν ντε Με, εμβληματική χορεύτρια στο Βέλγιο, συστήνεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό ως χορογράφος. Το παρθενικό της έργο «Sinfonia Eroica» (1990), εμπνευσμένο από την «Ηρωική» του Μπετόβεν, φιλοξενείται στην «Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

«Το ανθρώπινο σώμα; Είναι η ουσία της σημαντικότερης «ποιότητας» στον χορό», απαντά στο τηλέφωνο η ευγενική αλλά κοφτή φωνή. Καμία ερώτηση, ούτε καν η απλούστερη, δεν έχει αποσπάσει μέχρι στιγμής «εύκολες» απαντήσεις. Ακόμα κι όταν η Βελγίδα Μισέλ Αν ντε Με καταλήγει στο αυτονόητο, η σκέψη της έχει ακολουθήσει απρόβλεπτη διαδρομή. Που σημαίνει ότι η συζήτηση μαζί της, ως πρώτη «αναγνωριστική» επαφή προτού να δούμε την, ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών, παράστασή της «Sinfonia Eroica» (Πειραιώς 260, 9-11 Ιουνίου), μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια πολύ σκεπτόμενη δημιουργό

Την ξέραμε βέβαια με την ιδιότητα της εμβληματικής χορεύτριας στο ξεκίνημα μιας άλλης, κορυφαίας Βελγίδας χορογράφου, της Αν Τερέζα ντε Κεερσμάακερ -την οποία επίσης υποδέχεται φέτος το Φεστιβάλ. Αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό κοινό θα γνωρίσει την Ντε Με ως χορογράφο. Και μάλιστα κατά τον καλύτερο τρόπο. Η, εμπνευσμένη από την «Ηρωική» του Μπετόβεν, «Sinfonia Eroica» είναι έργο-κλειδί στην εξέλιξη της καριέρας της -που ξεκίνησε από τη σχολή (Mudra) του Μορίς Μπεζάρ στις Βρυξέλλες.

Στα 50 της, ήδη σημείο-αναφοράς της σύγχρονης βελγικής χορευτικής σκηνής, η Ντε Με είναι και μία εκ των τεσσάρων συνδιευθυντών του Charleroi/Danses, Χορογραφικού Κέντρου της Γαλλικής Κοινότητας του Βελγίου (που ετοιμάζεται μάλιστα για την πρώτη του συμπαραγωγή με την Comedie Francaise). Οι άλλοι είναι ο Πιερ Ντρουλέρ, ο Βενσέν Τιριόν και ο αδελφός της, συνθέτης και κινηματογραφιστής Τιερί ντε Με. Οι δυο τους συνεργάζονται χρόνια, έχοντας διερευνήσει και κινηματογραφικά τη σχέση σινεμά-χορού. Κατά τα άλλα…

  • Η «Sinfonia Eroica» είναι έργο-κλειδί στη δουλειά σας.

Αν κρίνουμε από τις φωτογραφίες, έχουν δίκιο όσοι συστήνουν τη «Sinfonia Eroica» ως έργο για «τη χαρά του χορού και των σωμάτων...»

Αν κρίνουμε από τις φωτογραφίες, έχουν δίκιο όσοι συστήνουν τη «Sinfonia Eroica» ως έργο για «τη χαρά του χορού και των σωμάτων…» «Το δημιούργησα το 1990. Δεν ήταν η πρώτη μου χορογραφία, αλλά ήταν η πρώτη που έκανα για την ομάδα μου. Αποδείχτηκε και εξαιρετικά τυχερή για την πορεία μου. Το 2006, όταν ανέλαβα συν-διευθύντρια στο Charleroi, αποφάσισα να δώσω νέα πνοή. Ηταν άλλωστε η στιγμή να ενταχθεί και κάτι δικό μου στο ρεπερτόριό μας. Επέστρεψα στη «Sinfonia Eroica», αποφασισμένη να μην αναπαραγάγω την παλιά παράσταση. Διατήρησα τους βασικούς της άξονες και επέλεξα καινούρια διανομή χορευτών, προσθέτοντας δύο ρόλους. Παρέδωσα στους χορευτές το κινησιολογικό μου υλικό σαν να έχει δημιουργηθεί για εκείνους (το έργο άλλωστε εξαρτάται πολύ από την προσωπικότητά τους). Προσπάθησα να μην εξορίσω τις αποχρώσεις που είχε η «Sinfonia» ως έργο νεότητας, αλλά και να μην παραμείνω προσκολλημμένη στην αρχική εντύπωση. Με το καινούριο καστ περιοδεύσαμε επί 2,5 χρόνια. Φέτος, όμως, επέστρεψα στην αρχική, πρότυπη εκδοχή της χορογραφίας. Αυτή θα παρουσιάσω στην Ελλάδα».

  • Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη (Τρίτη ή «Ηρωική») Συμφωνία του Μπετόβεν;

«Ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα τον Μπετόβεν και την Τρίτη Συμφωνία το 1984. Την άκουσα στη διασκευή που είχε κάνει ο Ντίλαν. Γοητεύτηκα απέραντα. Ηταν μια πρόσκληση σε χορό. Σκέφτηκα πως είναι ακριβώς ό,τι πρέπει για να υποστηρίξουμε μια νέα χορογραφική γραφή. Λίγο μετά, στις μουσικές μου επιλογές προστέθηκε και η Ουβερτούρα από τη νεανική όπερα «Βαστιανός και Βαστιανή» του Μότσαρτ: με το θέμα της είχε αστειευτεί σε επίπεδο μουσικό ο Μπετόβεν. Γι’ αυτό κι εγώ «αστειεύομαι» ανοίγοντας το έργο με την ουβερτούρα. Αλλά για την εξέλιξη της αφήγησης εμπνέομαι κυρίως από το λιμπρέτο της όπερας του Μότσαρτ, προσθέτοντας όμως και το αρχέτυπο του Ηρωα. Ουσιαστικά κάνω ένα παιχνίδι συνδυασμών και προσαρμογών, ανατρέποντας τη λογική της μουσικής αφήγησης».

Διάβασα ότι η μουσική παίζει βασικότερο ρόλο στις χορογραφίες σας απ’ ό,τι σε άλλους σύγχρονους χορογράφους, είτε επιλέγετε τον Μπετόβεν, είτε τον Τζίμι Χέντριξ…

«Μα καθώς ο χορός είναι από μόνος του μουσική, η μουσική παίζει έναν σημαντικότατο κι αναπόφευκτο ρόλο. Οι επιλογές μου είναι πράγματι μερικές φορές τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν αντιλαμβάνομαι όμως τη σχέση του έργου μου με τη μουσική μέσω της λογικής διαδοχικής ακολουθίας μουσικών θεμάτων. Διατηρώ μια σχέση τέτοια που να μου επιτρέπει να αναπτύσσω τη χορογραφική μου γλώσσα και να σχεδιάζω τον αφηγηματικό μου ιστό».

  • Ο χώρος που δημιουργείται μεταξύ των χορευτών και του κοινού απασχολεί πολύ τους σύγχρονους χορογράφους. Εσείς τι σκέφτεστε;

«Σκέφτομαι ότι αυτή είναι μια ερώτηση εξαιρετικά κενή και ταυτόχρονα εξαιρετικά λεπτή, τόσο που η απάντησή της θα μπορούσε να είναι ένα ολόκληρο δοκίμιο. Μεταξύ των θεατών και των ερμηνευτών αναπτύσσεται στις παραστατικές τέχνες κάτι πολύτιμο και πολύ ιδιαίτερο: αναφέρομαι στη ζωντανή, μοναδική στιγμή που μοιράζονται όσοι βλέπουν και όσοι παίζουν. Αυτή η στιγμή είναι που δημιουργεί τη μοναδικότητα ενός καλλιτεχνικού γεγονότος. Αλλά εγώ, ούτως ή άλλως, δίνω μεγάλη σημασία σε ό,τι συμβαίνει σ’ αυτό το «μεταξύ»: των πραγμάτων, των ερμηνευτών, των θεατών, του χορού και του χώρου. Τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ αυτό το «μεταξύ». Η ίδια η λέξη, ειδικά στις παραστατικές τέχνες, σηματοδοτεί μια σχέση διαρκείας. Αλλά και η ίδια η στιγμή φορτίζεται τελείως διαφορετικά, απλά επειδή η σημερινή παράσταση είναι διαφορετική από τη χθεσινή».

  • Μιλάμε για «φλαμανδική σχολή» στο σύγχρονο χορό. Συμφωνείτε με τον προσδιορισμό;

«Ο προσδιορισμός "φλαμανδική σχολή" στο σύγχρονο χορό, μου προκαλεί δυσφορία», λέει η Μισέλ Αν ντε Με

«Ο προσδιορισμός «φλαμανδική σχολή» στο σύγχρονο χορό, μου προκαλεί δυσφορία», λέει η Μισέλ Αν ντε Με «Επειδή είμαι καλλιτέχνις, τέτοιου είδους προσδιορισμοί δεν με ενδιαφέρουν -αν και ερήμην μας διατυπώνονται ούτως ή άλλως. Αισθάνομαι όμως και μεγάλη δυσφορία για ετικέτες που έχουν ένα σαφή πολιτικό υπαινιγμό, επιτείνουν το πρόβλημα της χώρας μας και υπογραμμίζουν όσα η τέχνη μας προσπαθεί να αγνοεί. Θα προτιμούσα να μιλούσαμε για «βελγική κινησιολογία στο χορό». Καταλαβαίνω βέβαια από πού προέρχεται ο συγκεκριμένος προσδιορισμός: μια εποχή η Φλάνδρα υποστήριξε πολύ τον χορό, παρέχοντάς του πολλά μέσα για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Εξ ου και ο ορισμός «φλαμανδική σχολή»».

  • Ο σύγχρονος χορός χρειάζεται εκπαιδευμένο κοινό;

«Ο χορός είναι μια τέχνη σε διαρκή ανάπτυξη. Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο, σε ό,τι αφορά το πολύ σύγχρονο κομμάτι του, να δώσει κανείς στο κοινό οδηγίες χρήσεως. Σ’ αυτή την περίπτωση βασικό ρόλο παίζει η περιέργεια. Δέχομαι βέβαια ότι ορισμένα θεάματα ζητούν απ’ τον θεατή να έχει ένα βαθμό ετοιμότητας. Αλλά γενικά θεωρώ ότι ο χορός, όπως κι η μουσική, είναι τέχνες της αίσθησης και της ευαισθησίας. Συνεπώς, και μη μυημένοι θεατές είναι εξίσου έτοιμοι να υποδεχτούν το αποτέλεσμα, φτάνει να είναι περίεργοι και «ανοιχτοί» στα ερεθίσματα». *

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Μαΐου 2009

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ο Βέλγος σκηνοθέτης είναι γνωστός για την επιθετική χρήση των νέων τεχνολογιών στο θέατρο. Είναι, όμως, και ευαίσθητος δέκτης πολιτικών μηνυμάτων. Ανέβασε το «Mefisto forever» για να φέρει τους συμπατριώτες του στην Αντβέρπ ενώπιον των ευθυνών τους. Αυτοί ψηφίζουν 35% ακροδεξιούς. Ο ήρωας του έργου υποτάσσεται σταδιακά στον ναζισμό (11, 12, 13 Ιουνίου στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών)

Προσπαθώ να σκεφτώ σκηνοθέτη με τα αντανακλαστικά του Βέλγου Γκι Κασίερς. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του μεγαλύτερου θεάτρου της Φλάνδρας, του «Toneelhuis», είναι ο πρώτος διδάξας στη μείξη των τεχνολογιών στο θέατρο. Με δυσκολία βρίσκω διεθνώς δυο-τρία ονόματα. Δεν είναι εύκολο να απαντάς με παραστάσεις αιχμής σχεδόν ακαριαία στα «επικίνδυνα φαινόμενα» της κοινωνίας σου. Να συναισθάνεσαι το βάρος της πολιτικής ευθύνης που βαραίνει ακόμη και σε εποχές απολιτικές έναν καλλιτέχνη.

Η «αφυπνισμένη» αντίληψη του Κασίερς για τη θεατρική τέχνη εκπλήσσει ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζεις το εφαλτήριό του: τις τεχνολογίες. Πάνω σε αυτές πατά και ορθώνεται το καλλιτεχνικό του σύμπαν. Αναμενόμενο, υπό μία έννοια, αφού από την Καλών Τεχνών εισέβαλε ο Κασίερς στον κόσμο της σκηνής (εκτός από θέατρο σκηνοθετεί και όπερες).

Στην Αθήνα θα δούμε, χάρη στο Φεστιβάλ Αθηνών, στις 11, 12 και 13 Ιουνίου στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου το πρώτο μέρος της επίκαιρης πολιτικής τριλογίας του «Τρίπτυχο Εξουσίας». Η παράσταση «Mefisto forever», μια παραγωγή του Toneelhuis, βασίζεται σε κείμενο του Τομ Λανουά, μια διασκευή του «Mefisto», του έργου που έχει γράψει ο Κλάους Μαν, πρωτότοκος γιος του Τόμας Μαν (έχει γίνει και ταινία και από τον Ιστβαν Σάμπο, με πρωταγωνιστή τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ). Η παράσταση δεν είναι μόνο μια ψυχογραφία της διολίσθησης ενός καλλιτέχνη στην αγκαλιά του ναζισμού, που «συνομιλεί» ευθέως με το φαινόμενο της επικίνδυνης ανόδου της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Είναι και ο θρίαμβος της τεχνολογίας επάνω στο σανίδι.

  • Το γεγονός ότι προέρχεστε απ’ τις εικαστικές, γραφιστικές τέχνες πόσο πολύ επηρεάζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε το σκηνικό γεγονός, το στήσιμο μιας παράστασης;

«Είναι καταλυτικό, θα έλεγα. Οι σπουδές μου με έμαθαν να αποδίδω πάνω στη σκηνή ένα θεατρικό έργο από όλες τις δυνατές οπτικές γωνίες. Με τον τρόπο που παλαιότερα «μετέφραζα» τη μορφή των γυμνών μοντέλων, σήμερα «μεταφράζω» ένα κείμενο».

Ο Γκι Κασίερς

Ο Γκι Κασίερς

  • Ως σκηνοθέτης τι θέτετε ως προτεραιότητα;

«Να αποδίδεται το περιεχόμενο με μια φόρμα που το σέβεται και του μένει όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερο πιστή. Ως σκηνοθέτης είμαι ένας «μεταφραστής» και προσπαθώ να στήσω «γέφυρα» μεταξύ του περιεχομένου μιας παράστασης και του κοινού της. Δίνω φωνή σε μια γλώσσα ή ένα πρόσωπο που πρέπει να ακουστούν».

  • Εχετε μια εμμονή στις τεχνολογίες. Συνυπάρχουν επί ίσοις όροις με τον ηθοποιό ή κάποιες φορές τον «καπελώνουν»;

«Το αστείο είναι ότι δεν γνωρίζω ο ίδιος καμία τεχνολογία – έχω όμως το κατάλληλο επιτελείο. Η τεχνολογία δεν είναι αυταξία. Είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για να εξηγήσω το περιέχομενο όσο γίνεται πιο καθαρά».

  • Εργαλείο δεν είναι και ο ηθοποιός, που όμως πρέπει να είναι συνεχώς στις παραστάσεις σας σε εγρήγορση;

«Είναι. Υπάρχουν δυσκολίες και οι ηθοποιοί πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτές. Δεν αλλάζει η υποκριτική, παρότι ανακαλύπτουν νέους παραστασιακούς τρόπους».

Σκηνή από την παράσταση "Mefisto forever"

Σκηνή από την παράσταση «Mefisto forever»

  • Δηλαδή;

«Με τις τεχνολογίες τούς προσφέρονται νέες δυνατότητες. Στην αρχή υπάρχει ο φόβος «Τι θα γίνει; Θα τα καταφέρω;». Γιατί οι ηθοποιοί των παραστάσεών μου δεν έχουν μόνο την ευθύνη του ρόλου τους. Είναι υπεύθυνοι και για τη φόρμα μέσα στην οποία υπάρχουν. Είναι τεράστια ευθύνη καθώς χτίζουν μαζί με τον ρόλο τους και το σύνολο του σκηνικού σύμπαντος. Ομως τους δίνω χρώματα για να «ζωγραφίσουν» καλύτερα. Εχουν τα «όπλα» της τεχνολογίας με το μέρος τους. Τελικά κατορθώνεται κάτι σχεδόν ανέφικτο στο θέατρο: το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς μια σκηνική δράση. Εισέρχεται μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων. Ειδικά στο «Mefisto» χρησιμοποιώ βίντεο όχι μόνο για να φανεί αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας μέσα από μία άλλη οπτική. Τα βίντεο υπονοούν και ό,τι συμβαίνει έξω απ’ το οπτικό πεδίο μας. Τελικά, παρότι το έργο του Μαν έχει πολλές διαστάσεις -δεν είναι εύκολο να τις αφομοιώσουν όλοι σε μια νύχτα- η παράστασή μας είναι πάρα πολύ «ανοικτή» και προσβάσιμη. Σε διευκολύνει να εισέρχεσαι στον «πυρήνα» της εύκολα».

  • Είναι μια πιστή διασκευή του «Mefisto» τού Μαν;

«Είναι εμπλουτισμένη με ιστορικές αναφορές. Στην παράστασή μας υπάρχουν και ο Τσέχοφ και ο Σέξπιρ. Ολοι οι κλασικοί του θεάτρου περνούν με ένα «άγγιγμα» των ηθοποιών».

  • Δεν περιπλέκεται, δεν «φορτώνεται» με αυτό τον τρόπο, τελικά, η σκηνική δράση;

«Καθόλου. Θα δείτε μια πολύ «καθαρή» παράσταση. Το «Mefisto» ήταν η πρώτη μου θεατρική δουλειά στην Αντβέρπ και πρώτη παράσταση τής «Toneelhuis» κατά τη διάρκεια των εκλογών που είχαμε πριν από δύο χρόνια. Ηταν η δουλειά με την οποία έπρεπε να συστήσω την ομάδα, να δώσω το στίγμα της. Χάρη στον Κλάους Μαν καταφέραμε και επεξεργαστήκαμε ένα ζήτημα που «καίει»: την αναβίωση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Στην Αντβέρπ το 35% των ψηφοφόρων υποστηρίζει την ακροδεξιά. Είναι τρομακτικό το ποσοστό».

  • Η παράσταση δεν είναι όμως καταγγελτική.

«Δεν ήθελα να πω με την παράσταση «αυτός μόνο έχει δίκιο». Αναζήτησα και περιέγραψα την «γκρίζα» ζώνη στην οποία συντελείται η μεταμόρφωση του ατόμου. Στην προκειμένη περίπτωση ενός σοσιαλιστή, ενός ανθρώπου με συνείδηση που τελικά φτάνει στο σημείο να συνεργαστεί με τους φασίστες. Παρακολουθούμε στην παράσταση βήμα βήμα τα στάδια που τον οδηγούν στην αντίθετη όχθη. Αυτό που συμβαίνει στον ήρωα θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας. Ηθελα, με άλλα λόγια, να μιλήσω για την προσωπική ευθύνη σε μια πόλη που συνυπάρχουν διαφορετικοί πολιτισμοί. Ηταν συμβολικά η παράσταση μιας ομάδας που είναι ο «καθρέφτης» μιας μικρής πόλης, της Αντβέρπ, η οποία πρέπει να μάθει να ζει με τις διαφορετικές κουλτούρες και γλώσσες».

  • Δικαιολογείτε καθόλου τον κεντρικό χαρακτήρα;

«Οχι. Δείχνω πόσο σύνθετη είναι η ζωή και ο άνθρωπος. Και τις καλύτερες προθέσεις να έχεις μπορεί να γλιστρήσεις και να πάρεις στραβό δρόμο. Βλέπουμε ένα πρόσωπο που χάνει ό,τι έχει: ιδεολογίες, ηθική, τα πάντα. Η παράσταση θέτει το ερώτημα: Πώς θα αντιδρούσατε αν βρισκόσασταν στη θέση του;».

  • Τίθεται όμως και το ερώτημα της σχέσης τέχνης και ηθικής.

«Τίθεται διαρκώς. Ο Κλάους Μαν γνώριζε τους χαρακτήρες του έργου του. Ολοι ήξεραν για ποια πρόσωπα έγραψε στη νουβέλα του. Ο κεντρικός ήρωας, ο ηθοποιός, ήταν φίλος της αδελφής του. Ο Μαν είχε θυμώσει πάρα πολύ μαζί του. Διέβλεπε πριν από τον πόλεμο τον κίνδυνο. Το βιβλίο ξεκινά πριν τον πόλεμο, αλλά ο Μαν αναπτύσσει τους χαρακτήρες του μετά το ξεκίνημά του. Τον πόνεσε πολύ που είδε ηθοποιούς που είχαν συνεργαστεί με τους ναζί να έχουν ακόμα και μετά τον πόλεμο επιτυχία στο θέατρο. Δεν υπάρχουν στο κείμενο σαφείς αναφορές στο όνομα του Χίτλερ. Τις κάνουμε εμείς για να βοηθήσουμε το κοινό να προβεί με ελευθερία σε συσχετισμούς με το σήμερα».

  • Δεν αναπροσαρμόσατε στοιχεία του έργου ώστε να συνομιλεί η παράσταση με την τοπική επικαιρότητα;

«Ταξιδέψαμε στη Γαλλία και στην Ισπανία .Το «Mefisto forever» είναι μια παράσταση που έγινε σαφέστατα για την πολιτική κατάσταση της Αντβέρπ. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον να βλέπεις πώς ενεργοποιείται σε διαφορετικές κουλούρες: στη Γαλλία, για παράδειγμα, που έχει πρόεδρο τον Σαρκοζί, αλλά και στην Ισπανία, που έχει ακόμα σοβαρό πρόβλημα με τους Βάσκους. Δεν ξέρω ακόμα τι θα γίνει στην Ελλάδα…». *

  • Μια συζήτηση με τις δύο γνωστές ηθοποιούς, με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Ο εφιάλτης της ευτυχίας», όπου πρωταγωνιστούν

ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Από τον Πέτρο Μπιρμπίλη, Φωτογραφίες: Κωστής Δριμτζιάς

H ευτυχία είναι σαν τον υδράργυρο», λέει ένας φίλος. «Εκεί που νομίζεις ότι τον έχεις τσακώσει, ξεγλιστρά και σ’ αφήνει με άδεια χέρια». Ολοι τη θέλουμε, την ονειρευόμαστε, όλοι την κυνηγάμε, κάθε λεπτό της ημέρας. Ακόμα και οι κυνικοί -κι ας τη χλευάζουν. Το σύμπαν της τέχνης, την ευτυχία έχει για κέντρο, γιατί όλα σε αυτήν αποσκοπούν. Από τη «Μελωδία της Ευτυχίας», το μιούζικαλ με την Τζούλι Αντριους, ως τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Ο. Ουάιλντ και τον «Ευτυχισμένο Θάνατο» του Α. Καμί, βιβλία, ταινίες, θεατρικά, ποιήματα, δοκίμια και έρευνες αναζητούν το μυστικό της ψυχικής πληρότητας, όπου επικρατεί η αιώνια λιακάδα.

Κανείς όμως δεν μπορεί να πει ξεκάθαρα τι είναι η ευτυχία. Συμφωνούμε απλώς ότι είναι κάτι άπιαστο, μια οπτασία. Και ξέρουμε βέβαια -όλοι το έχουμε «λουστεί»- ότι το αδυσώπητο κυνηγητό της, που διαρκεί όσο και το ταξίδι του ανθρώπου πάνω στη Γη, δεν περιλαμβάνει μονάχα ανθόσπαρτες διαδρομές αλλά και κακοτράχαλα μονοπάτια. Το κυνήγι της ευτυχίας μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε εφιάλτη.

Αυτός είναι και ο κρίκος που συνδέει τις ιστορίες της παράστασης του Εθνικού θεάτρου, που σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς, με τίτλο «Ο εφιάλτης της ευτυχίας». Εργο σπαρακτικό, με ολόμαυρο χιούμορ αλλά και τρυφερότητα, που προσπαθεί να απαντήσει στα ερωτήματα «Τι σημαίνει ευτυχία; Υπάρχει μήπως μια μαγική διαδρομή που οδηγεί με σιγουριά σε αυτήν; Ποιος είναι ο ρόλος της οικογένειας, της κοινωνίας, του σεξ, του χρήματος, σε αυτή την αναζήτηση;»

Δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στον γυναικείο ψυχισμό, η συγγραφέας Γιουστίνε Ντελ Κόρτε στήνει μια σπονδυλωτή ιστορία με μαρτυρίες και εμπειρίες προσώπων που κυνήγησαν το όνειρο και έζησαν έναν εφιάλτη. Δύο από αυτούς τους χαρακτήρες είναι και οι συνομιλήτριές μου. Είναι βραδάκι, δροσιά ανοιξιάτικη χαϊδεύει τα πρόσωπά μας και η τζαζ μουσική μάς μαλακώνει την καρδιά ύστερα από μια κουραστική μέρα. Ωραία συντροφιά αυτές οι δυο γυναίκες, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και η Θέμις Μπαζάκα, όλο ζωή, κι εξίσου ωραίο το αντικείμενο της κουβέντας μας: η ευτυχία.

  • Πιστεύετε ότι είναι εφιάλτης το κυνήγι της ευτυχίας;

Θ. Μ.: Οταν γίνεται αυτοσκοπός, ναι. Οτιδήποτε κυνηγάς με εμμονή είναι εφιαλτικό. Καλούμαστε ντε και καλά να είμαστε ευτυχισμένοι, ντε και καλά να έχουμε θετική σκέψη, ντε και καλά να είμαστε όμορφοι, νέοι και πανευτυχείς, ανεξάρτητα από το τίμημα.

Κ.Κ.: Με ένα σπίτι με ολάνθιστο κήπο κάπου στα προάστια, με αστραφτερά αμάξια και με παιδάκια χαμογελαστά, με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Ολες οι προσλαμβάνουσες σου υποδεικνύουν πώς να φέρεσαι, πώς να υπάρχεις, πώς να αγαπάς.

  • Μήπως ήταν πάντοτε έτσι;

Θ.Μ.: Τώρα γίνεται με έναν τρόπο νευρωτικό, με μια υστερία.

Κ.Κ.: Γιατί είναι πιο πολλά τα περιοδικά και τα τηλεοπτικά κανάλια.

  • Εσείς ποιες στιγμές νιώθετε ευτυχισμένες;

Κ.Κ.: Οταν πηγαίνω μια βόλτα για καφέ ή να δω μια ταινία… Με τα πιο απλά πράγματα.

Θ.Μ.: Με φίλους, με αγαπημένα πρόσωπα… Να γελάμε, να λέμε τα εσώψυχά μας.

  • Πώς κερδίζεται η ευτυχία;

Θ.Μ.: Εκτιμώντας τις ευτυχισμένες στιγμές, είτε αυτές πηγάζουν από την ανθρώπινη επαφή είτε από τη δημιουργία. Πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος, να μη χάνεσαι. Οταν είμαι καλά με τον εαυτό μου, βγαίνω από το αδιέξοδο με μαγικό τρόπο.

  • Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεννημένοι για τη χαρά, σε αντίθεση με άλλους που δεν την απολαμβάνουν σχεδόν ποτέ;

Θ.Μ.: Ισως οι πιο αφελείς να είναι πιο τυχεροί -ούτε ψάχνονται ούτε σκέφτονται. Οπότε, γιατί να αγωνιούν; Δεν τους κατηγορώ. Αυτή η στάση ζωής έχει μια αθωότητα.

Κ.Κ.: Για μένα καθοριστικό ήταν ένα ταξίδι στην Ινδία πριν από χρόνια. Εκεί, παρά την εξαθλίωση που επικρατούσε, είδα τα πιο λαμπερά χαμόγελα. Αυτό συμβαίνει λόγω της θρησκείας τους. Εμείς, που ζούμε βασιλικά, είμαστε δυστυχισμένοι γιατί θέλουμε συνεχώς κάτι παραπάνω.

  • Τι πήγε στραβά και η εξωστρεφής γλεντζέδικη Ελλάδα έγινε σαν τις χώρες με το μοναχικό μοντέλο ζωής;

Κ.Κ.: Εγκλωβιστήκαμε στην παγίδα που μας έστησαν οι πολυεθνικές. «Δούλεψε δούλεψε, δούλεψε… για να έχεις να καταναλώνεις. Διότι υπάρχεις μόνον όταν καταναλώνεις». Αυτό είναι το σύνθημα. Οπως ο ρόλος που υποδύεται στο έργο η Θέμις, μιας γυναίκας που ψωνίζει συνεχώς, ή ο δικός μου, μιας ταμία που περνάει τη ζωή της πίσω από μια ταμειακή μηχανή, με αποτέλεσμα να έχει γίνει μηχανή και η ίδια.

  • Πιστεύετε ότι η σημερινή γενιά είναι πιο δυστυχισμένη;

Θ.Μ.: Ισως και να είναι. Ωστόσο, όσοι θέλουν θα βρουν τρόπους να δραπετεύσουν, μπορούν. Αρκεί να προλάβουν. Κι εγώ συνάντησα αντίδραση πριν από τριάντα χρόνια. Οι γονείς μου ήταν πολύ συντηρητικοί, δεν ήθελαν να γίνω ηθοποιός. Πέρασα πολλά, παιδεύτηκα, θύμωσα, αλλά δούλεψα και επιβίωσα, για να γίνω σήμερα μια αισιόδοξη, συντηρητική μεσήλικη.

  • Είναι αρκετό για μια γυναίκα το να έχει έναν άντρα που τον αγαπά και που την κοιτάζει στα μάτια, για να μπορέσει να ξεχάσει όλα τα άλλα;

Θ.Μ.: Ο έρωτας είναι ένα στήριγμα, μια παρηγοριά. Τυχεροί όσοι έχουν σύντροφο. Εγώ, που είμαι μόνη αυτόν τον καιρό και με ένα σωρό προβλήματα, όταν τα πράγματα μου φαίνονται «βουνό», λέω «γαμώτο. Να ‘χα τουλάχιστον έναν άνθρωπο δίπλα μου!».

Κ.Κ.: Ο έρωτας σε δυναμώνει. Επεσε όμως θύμα της σημερινής κοινωνίας, ασθενεί και αυτός. Φοβόμαστε να αφήσουμε τον εαυτό μας να ερωτευθεί.

  • Με ποιον τρόπο το θέατρο, και η τέχνη γενικότερα, καλύπτει τα κενά μας;

Θ.Μ.: Με το να σε κάνει να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος. Διάβασα σε ένα άρθρο ότι, εν μέσω οικονομικής κρίσης, τα θέατρα στην Αγγλία είναι γεμάτα, τη στιγμή που τα εστιατόρια είναι άδεια. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να νιώσουν ότι και άλλοι μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα.

Κ.Κ.: Η τέχνη, όμως, πέρα από το άγχος και την αγωνία που ενέχει, προκαλεί και πόνο -σωματικό πόνο. Σηκώνεσαι το πρωί από το κρεβάτι και πονάς. Οταν είσαι στη σκηνή δεν το νιώθεις, γιατί εκεί ξορκίζεις τον θάνατο.

  • Πριν είπατε ότι είστε αισιόδοξη…

Θ.Μ.: Πολύ, αν και αυτή την περίοδο περνάω δύσκολα.

Κ.Κ.: Γ ι’ αυτό μ’ αρέσει η Θέμις. Γιατί δεν το βάζει κάτω, πολεμάει. Το χαμόγελο, το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν την εγκαταλείπουν, ακόμη κι όταν πονάει.

Θ.Μ.: Αν το αφήσεις να σε πάρει από κάτω, κάηκες. Πρέπει πάντα να έχεις σαν στόχο το να βγεις στο φως.

  • Εσείς, κυρία Καραμπέτη, είστε αισιόδοξη;

Κ.Κ.: Φυσικά, αν και ενίοτε αγγίζω τα όρια της μεγάλης κατάθλιψης -υπάρχουν μέρες που σέρνομαι στα πατώματα.

  • Υπάρχουν τρόποι για να είναι κάποιος ευτυχισμένος μέσα στη δυστυχία του;

Θ.Μ.: Ενα μικρό κολπάκι για να μη σκοτεινιάζεις είναι να εστιάζεις στην ημέρα. Εκτίμησε την αξία του ήλιου, την ανάσα, τη δύναμη του βλέμματος! Από αυτά θα πάρεις δύναμη για να αντιμετωπίσεις όλα τα άλλα.

Κ.Κ.: Να κάνει ο καθένας αυτό που τον λυτρώνει. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Στην Ελλάδα όμως μας αρέσει η δυστυχία! Ειδικά όταν αφορά τους άλλους. Τόσες εκπομπές στην τηλεόραση ασχολούνται με τη δυστυχία των άλλων, γιατί μας βολεύει να λυπόμαστε τον γείτονα. Εκτός από τον συναισθηματισμό, χρειάζεται όμως και λίγο μυαλό. Η Ελλάδα γέννησε τον στοχασμό, αλλά στις μέρες μας λειτουργεί μόνο με επιπόλαιο συναίσθημα.

  • Για τη «γεωγραφία» της σύγχρονης τουρκικής θεατρικής σκηνής γνωρίζουμε μονάχα ελάχιστες ατάκτως ερριμμένες… ψηφίδες. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι αύριο θα αποδοθεί για πρώτη φορά σε ελληνική σκηνή η «Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη σε τουρκική γλώσσα αποκτά ειδικές διαστάσεις: παραστασιακά και ιστορικά.

«Η Τουρκία δεν είναι ακόμη έτοιμη για την Ευρωπαϊκή Ενωση», υποστηρίζει ο Σερκάν Κεσκίν§Η Ναντίν Σαρίμπατζακ και ο Ογκιούμ Ελίφ Ερντογάν, τα δυο αδέλφια στην τουρκική παράσταση της «Παρέλασης»

Η Ναντίν Σαρίμπατζακ και ο Ογκιούμ Ελίφ Ερντογάν, τα δυο αδέλφια στην τουρκική παράσταση της «Παρέλασης» Η ιστορική διάσταση της παράστασης του κωνσταντινουπολίτικου θιάσου «Σεμαβέρ Κουμπάνιασι» επιτείνεται από τον χώρο που θα τη φιλοξενήσει: το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, εκεί όπου πρωτοανέβηκε το 1965 σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Το κρυπτικό, συμβολικό θεατρικό έργο, που σκιαγραφεί ανάγλυφα την αμυντική στάση του ατόμου απέναντι στα απολυταρχικά καθεστώτα που τελικά θα το συνθλίψουν, σκηνοθετεί ένας δημοφιλής νέος Τούρκος ηθοποιός του θεάτρου, του σινεμά και της τηλεόρασης, ο 30χρονος Σερκάν Κεσκίν. Είναι η πρώτη του σκηνοθεσία. Τα δυο αδέλφια που περιμένουν έγκλειστα σε ένα δωμάτιο την παρέλαση κάτω από το παράθυρό τους, που μετατρέπεται τελικά σε αιματηρή «σύρραξη», υποδύονται οι Ναντίν Σαρίμπατζακ και Ογκιούμ Ελίφ Ερντογάν.

  • Πώς ανακαλύψατε το έργο; Είναι γνωστή η Αναγνωστάκη στην Τουρκία;

«Καθόλου, αφού παραμένει αμετάφραστη. Ανακάλυψα την «Παρέλαση» από μια γαλλική μετάφραση του Αντουάν Βιτέζ, που ανέβηκε στο Παρίσι πριν από μερικά χρόνια. Πρότεινα αμέσως στον καλλιτεχνικό διευθυντή της ομάδας μας, Ιζίλ Κασαπόγλου, να τη σκηνοθετήσω».

  • Για ποιο λόγο; Τι συμβολίζει στη δική σας παράσταση ο περιορισμός των δύο αδελφών, η βία του κειμένου;

«Με ενθουσίασε που δεν προσδιορίζονται η χώρα και η ταυτότητα των χαρακτήρων. Είναι ένα έργο που μπορεί να εκτυλίσσεται σε οποιαδήποτε χώρα. Μ’ αυτή την έννοια είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Ανεξαρτήτως του αν το κοινό έχει ζήσει μια χούντα ή όχι, είναι σημαντικό να φανεί η πίεση που υπομένουν αθώοι άνθρωποι από ένα στρατοκρατικό καθεστώς. Τα δυο αδέλφια μπορεί να ζουν καθημερινά, ξανά και ξανά, το τραύμα μιας δικτατορίας που συνέβη πριν από χρόνια. Θα μπορούσαν να είναι όμως και δυο νεαροί Τούρκοι του 2009».

  • Συνδέετε την «Παρέλαση» με την τουρκική επικαιρότητα;

«Συνδέεται αυτομάτως με το ότι στην Τουρκία -όπως κι οπουδήποτε αλλού στον κόσμο- υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντιδρούν σε οτιδήποτε και αν συμβαίνει γύρω τους. Οσο όμως κι αν στρουθοκαμηλίζεις, στο τέλος δεν γλιτώνεις».

  • Η ομάδα «Σεμαβέρ Κουμπάνιασι» προσανατολίζεται προς το πολιτικό έργο; Το θέατρο πιστεύετε πως πρέπει να είναι πολιτικό;

«Πολιτικό ή όχι, πρέπει να έχει πάντα έναν σοβαρό λόγο να αρθρώσει στον σύγχρονο θεατή, σε αντιδιαστολή με το ψυχαγωγικό θέατρο».

  • Είναι εύκολο στη Τουρκία να είσαι σήμερα πολιτικός, έστω μέσω της θεατρικής τέχνης;

«Είναι δύσκολο στη σημερινή Τουρκία ένα ιδιωτικό θέατρο να αρθρώσει σοβαρό λόγο -πόσω μάλλον όταν αυτός είναι πολιτικός. Ως ιδιωτικό σχήμα, εξαρτώμαστε αποκλειστικά από το κοινό. Είναι δύσκολο να παίρνουμε ρίσκα, αλλά δεν θα το βάλουμε κάτω. Πέρυσι, πάντως, πήραμε για πρώτη φορά την κατώτερη κατηγορία κρατικής βοήθειας: καλύπτει τις διαφημίσεις στον Τύπο».

  • Δεν αντιμετωπίζετε προβλήματα λογοκρισίας;

«Ποτέ».

  • Αυτό φάνηκε και στις «Πληγές του φθινοπώρου», την ταινία της Τομρίς Γκιριτίογλου για τα αιματηρά γεγονότα του ’55 στην Πόλη. Μπορείτε να διαχειρίζεστε με ελευθερία την πρόσφατη Ιστορία σας;

«Δεν είδα ακόμα την ταινία. Σκοπεύω να το κάνω άμεσα. Προσωπική μου άποψη -που δεν εκπροσωπεί όλο το τουρκικό έθνος- είναι ότι η τέχνη, το σινεμά, το θέατρο κ.ο.κ. πρέπει να προσεγγίζουν με ρεαλιστικά μέσα την Ιστορία».

  • Οταν λέτε «ρεαλιστικά» τι εννοείτε;

«Χωρίς να ανυψώνεις ή να «χαντακώνεις» τη μία από τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. Αν κάποιο άτομο ή μια ομάδα ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας- διέπραξε κάποιο έγκλημα, πρέπει να το αποδώσεις στις κανονικές διαστάσεις του, εστιάζοντας στο πώς τα πράγματα έφτασαν εκεί που έφτασαν. Δεν θεωρώ ότι οι Ελληνες και οι Τούρκοι είμαστε εχθροί».

  • Είστε υπέρμαχος της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας σας; Πιστεύετε ότι η Τουρκία πληροί τις προϋποθέσεις;

«Πιστεύω ότι δεν είναι έτοιμη να εισέλθει στην Ε.Ε., λαμβάνοντας υπόψη δύο βασικές παραμέτρους: τα ανθρώπινα δικαιώματα και την τρομοκρατία. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι αφ’ ης στιγμής προέκυψε ο στόχος της ένταξής μας στην Ε.Ε., οι πολιτικοί αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτονται, ιδίως στα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, είναι καλό για τη χώρα να έχει στόχο την Ε.Ε. Ετσι θα λύσει ταχύτερα θεμελιώδη ζητήματα».

**Εως και την Πέμπτη. Θα υπάρχουν ελληνικοί υπέρτιτλοι. *

  • Ενας αιρετικός του σύγχρονου θεάτρου, ο Ρομέο Καστελούτσι, θα παρουσιάσει στο Φεστιβάλ Αθηνών μια αναπάντεχη εκδοχή της «Θείας Κωμωδίας» μεταξύ «Κόλασης» και «Παραδείσου»…

Οι εικόνες στο Utube, άλλοτε σκληρές και άλλοτε μεστές από ποίηση, δίνουν την πρόγευση από την άποψη του Ρομέο Καστελούτσι για τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη. Εικόνες παρμένες από την περσινή παράσταση στο παπικό μέγαρο της Αβινιόν, με τρία εκπαιδευμένα λυκόσκυλα να χύνονται πάνω στον ιταλό δημιουργό, ένα πιάνο που καίγεται, σώματα να αναδεύονται κάτω από ένα τεράστιο λευκό ύφασμα ενώ ακούγεται εκκλησιαστική μουσική, σκηνές πλήθους, που υποβάλλουν.

Η «Θεία Κωμωδία» ή μάλλον η παράσταση που δημιουργήθηκε με αφορμή το έργο του Δάντη θα παιχτεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στην οδό Πειραιώς 260, αλλά και στο Μέγαρο Μουσικής.

Ο Καστελούτσι αποτελεί σήμερα μία από τις σοβαρότερες προτάσεις της χώρας του για ό,τι αφορά το θέατρο και όχι μόνο. Γεννημένος στην Τσεζένα το 1960, τέλειωσε εκεί το αγροτικό λύκειο και στη συνέχεια την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μπολόνια, όπου σπούδασε ιστορία τέχνης και ζωγραφική.

Εργάστηκε ως ζωγράφος και στη συνέχεια άρχισε να δημιουργεί δράσεις σε μικρές γκαλερί της Μπολόνια, της «Κόκκινης πόλης». «Συνδύαζα τη ζωγραφική με τις δράσεις. Αρχικά η προσοχή μου δεν ήταν στραμμένη στο θέατρο, το πέρασμα σ’ αυτό όμως ήλθε εν τέλει φυσιολογικά», μας λέει ο ίδιος.

Με την Κλάουντια Καστελούτσι και την Κιάρα Γκουίντι δημιούργησαν την εταιρεία Ραφαέλο Σάντσιο (όνομα και επίθετο του αναγεννησιακού ζωγράφου Ραφαήλ). «Κι αυτό γιατί ο Ραφαέλο ήταν ο πρώτος που βασανίστηκε εσωτερικά για την κρίση της Αναγέννησης που στη συνέχεια θα έφερνε τον μανιερισμό στην τέχνη, την απόλυτη τελειότητα που στο βάθος όμως θα διατηρούσε τις αμφιβολίες της. Ακριβώς οι αμφιβολίες γι’ αυτό που κάνουμε λειτουργούν και για μας ως σημείο αναφοράς» παρατηρεί ο σκηνοθέτης.

Εχοντας σπουδάσει θέατρο και σκηνογραφία επισημαίνει πως ασχολήθηκε πολύ με το ελληνικό θέατρο, «που για μένα είναι σημαντικότατο». «Αναφέρομαι, βεβαίως, στην τραγωδία» διευκρινίζει, «αλλά και στα Ελευσίνια και τα Ορφικά Μυστήρια, εν ολίγοις σε όλη την προσωκρατική παιδεία που ήταν δεμένη με τη θρησκευτική πίστη και την εικόνα. Στα μυστήρια υπήρχε η σιωπή, δεν υπήρχε ακόμα ο λόγος. Κι έτσι μελέτησα πολύ το θέατρο προ των τραγικών και στη συνέχεια επιτέλους την τραγωδία».

Πίθηκοι ως Ερινύες

Στο παρελθόν του υπάρχει ήδη η Ορέστεια, αποσπάσματα από τις τρεις τραγωδίες, όπου το κείμενο «μετουσιώθηκε σε εικόνες, αισθήσεις και ήχους. Υπήρχαν και ζώα στη σκηνή, μαϊμούδες που εκπροσωπούσαν τις Ερινύες».

Ο κάθε ένας στην ομάδα φέρει τις ευθύνες του. Ο Καστελούτσι φροντίζει τη θεατρική πράξη, η Κιάρα Γκουίντι ασχολείται με τη μουσική και τις φωνητικές τεχνικές, συνεργαζόμενη με τον αμερικανό συνθέτη Σκοτ Γκίμπονς και, τέλος, η Κλοαύντια Καστελούτσι έχει κατά νου την κίνηση.

«Βοηθάμε ο ένας τον άλλο κι έτσι υπάρχει συνεχής ανταλλαγή», τονίζει ο σκηνοθέτης κι ύστερα πιάνει να εξηγεί τι είναι ακριβώς αυτό που θα δει το αθηναϊκό κοινό: «Ο Δάντης χωρίζει το έργο του σε Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισο. Δουλεύω με αφορμή τον ποιητή. Αλλωστε πιστεύω πως αυτό καθ’ εαυτό το έργο δεν θα μπορούσε να ανεβεί, αφού περί ποιήματος ακριβώς πρόκειται και μάλιστα ιδιαίτερα σύνθετου. Η προσπάθειά μου ήταν να εισχωρήσω στην έμπνευση του Δάντη. Στο πώς παρουσιάζεται δηλαδή ένα ταξίδι στο άγνωστο, αφού κανείς δεν έχει ιδέα πώς μπορεί να είναι η Κόλαση, το Καθαρτήριο και ο Παράδεισος. Ετσι προσπάθησα να φανταστώ ποιο θα μπορούσε να είναι σήμερα το νόημα αυτών των διαφορετικών χώρων».

Ο Καστελούτσι επισημαίνει μία ακόμα φορά πως αυτό που τελικά βλέπει ο θεατής είναι ελεύθερα εμπνευσμένο από τη «Θεία Κωμωδία», προσθέτοντας πως όποιος ανάμεσα στο κοινό έχει διαβάσει το έργο θα δει προφανείς αναφορές, όπως π.χ. η σκηνή στην οποία του επιτίθενται οι αλσατοί ποιμενικοί, παραπέμποντας στα τρία τέρατα που επιτίθενται στον Δάντη σ’ ένα δάσος. Στήνει την Κόλαση έχοντας επί σκηνής δώδεκα ηθοποιούς και περί τους πενήντα κομπάρσους, οικογένειες με τα παιδιά τους, τις οποίες επέλεξε σε προηγούμενο ταξίδι του στην Ελλάδα.

«Η Κόλαση είναι θέαμα κίνησης, κυρίως μαζικής, ήχων και αισθήσεων. Θεμελιώδες θέμα της είναι ακριβώς τα πρόσωπα», διαπιστώνει.

– Ο Σαρτρ έλεγε ότι η Κόλαση είναι οι άλλοι. Εσείς τι πιστεύετε;

«Νομίζω πως η Κόλαση είμαστε εμείς, μπορεί όμως να περάσει και διά μέσου των άλλων. Είναι το πλέον ανθρώπινο μέρος του έργου. Ο Δάντης συναντά πολλούς σ’ αυτό του το ταξίδι, συνδιαλέγεται μαζί τους, ενώ μέλημα των καταδικασμένων παραμένει η ζωή. Στην παράσταση τα πρόσωπα γίνονται αντιληπτά σαν μάζα, που παρακολουθεί και παρακολουθείται παρελαύνοντας στη σκηνή. Ο λόγος δεν είναι άλλο παρά ακαθόριστο σύνολο από φωνήεντα, σαν κραυγές στο χείλος του γκρεμού, που εισάγουν στη σκηνή την αίσθηση του κινδύνου. Στιγμιότυπα ανθρώπινων σχέσεων επαναλαμβάνονται δημιουργώντας μια σεκάνς από εναγκαλισμούς, αγγίγματα, χαιρετισμούς. Κι ο στόχος είναι η ατομική συγκίνηση ενός εκάστου των θεατών. Πάντως, δεν έχουμε βεγγαλικά…».

«Το Καθαρτήριο», συνεχίζει ο Καστελούτσι, «είναι αφηγηματικό. Η δράση τοποθετείται σ’ ένα πολυτελές σπίτι, όπου όλα μοιάζουν να είναι σε πλήρη αρμονία. Ενα βίαιο γεγονός, ωστόσο, στιγματίζει τον ατάραχο φαινομενικά βίο αυτής της οικογένειας. Υπάρχουν αναφορές στην Καινή Διαθήκη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν πρόκειται για σύγχρονη ιστορία».

Τέλος, θα πει πως ο «Παράδεισος» είναι μια εγκατάσταση στην οποία μπαίνουν λίγοι λίγοι οι θεατές και αίφνης μια εικόνα προβάλλεται μπροστά στα μάτια τους: «Υπάρχει φως που είναι όμως παράδοξο, είναι μαύρο φως αν μπορώ να το ορίσω έτσι. Εμπιστεύομαι τα πάντα εκεί στο μάτι του θεατή, στην ικανότητά του να διακρίνει μέσα στις σκιές».

– Πιστεύετε στην ύπαρξη Θεού;

«Προτιμώ να μην απαντήσω, διότι κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτό το σημαντικό. Σημαντικό είναι αυτό που σκέπτεται ο θεατής κι όχι αυτό που σκέπτομαι εγώ. Κι ύστερα, δεν είναι ανάγκη να πιστεύεις ή όχι. Η Κόλαση, το Καθαρτήριο και ο Παράδεισος είναι τρεις λέξεις που όλοι μπορούν να αναγνωρίσουν. Κι ύστερα υπάρχουν στιγμές Κόλασης ή Παράδεισου για τον κάθε ένα από εμάς στη διάρκεια της ημέρας. Οι λέξεις δεν είναι υποχρεωτικό να αναφέρονται στη θεολογία, μπορούν να αναφέρονται και στην ανθρώπινη συνθήκη».

– Δεν θα σας ενδιέφερε να ανεβάσετε μια τραγωδία κάνοντας χρήση του κειμένου;

«Δεν αποκλείω καμιά φόρμα, πιθανότατα μια μέρα αυτό ακριβώς θα κάνω. Δεν είμαι κατά των λέξεων. Οι λέξεις μ’ αρέσουν, όμως πρέπει να τις σεβόμαστε, γιατί από μόνες τους είναι ήδη πολύ όμορφες κι έτσι πρέπει να υπάρχει αναγκαιότητα στη χρήση τους, διαφορετικά χάνουν το νόημά τους. Γιατί βλέπετε, το πρόβλημα με το κλασικό θέατρο στο οποίο αναφέρεστε είναι πως δεν ανακαλύπτει τίποτα περισσότερο από το ίδιο το κείμενο, το οποίο παίζεται στη σκηνή. Επιβεβαιώνει αυτό που ήδη ξέρουμε».

– Ενώ τι άλλο θα μπορούσε να γίνει;

«Περιπέτεια -τόσο για τον θεατή, όσο και για τον καλλιτέχνη. Αντιθέτως, τους μεταβάλλει σε ομήρους του κειμένου. Το θέατρο, ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ ως ένας δευτερεύων κλάδος της λογοτεχνίας. Ο Αισχύλος δεν έκανε λογοτεχνία. Μπορεί πλέον να υπάρχει μόνο ως κείμενο, αλλά ο ίδιος λειτουργούσε συνολικά. Υπήρχε ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα, κίνηση, χορογραφία, σκηνογραφία. Ο Αισχύλος ήταν άνθρωπος του θεάτρου. Εμείς όμως προσπαθούμε να τον μετατρέψουμε απλώς και μόνο σε συγγραφέα κι αυτό είναι λάθος. Πιστεύω στην πληρότητα των τεχνών. Αλλιώς καταλήγουμε να κάνουμε θέατρο σαν ερασιτέχνες ζωγράφοι. Δεν έχω τίποτα εναντίον τους, όμως δεν σημαίνει πως κάνουν τέχνη. Κάνουν απλώς έναν συμπαθή πίνακα».

* Οι παραστάσεις της «Κόλασης» θα δοθούν στις 1,2,3 Ιουνίου στον χώρο της Πειραιώς 260. Οι θεατές θα μπορούν να δουν την εγκατάσταση του «Παραδείσου» στον ίδιο χώρο στις 2,3,4,5,6/6, ενώ οι παραστάσεις του Καθαρτηρίου θα δοθούν στις 8,9/6 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.