Αρχείο για Απρίλιος, 2009

«Φοβάμαι την ξιπασιά και την καλλιτεχνίλα»

Xαρίζει απλόχερα το γέλιο αλλά χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Mε τον δικό της ξεχωριστό τρόπο η Ελένη Γερασιμίδου έχει κατακτήσει τον τίτλο του «λαϊκού κωμικού» ηθοποιού χωρίς ποτέ να αφήνει χώρο στη χυδαιότητα και την ευκολία. H παρουσία της δυναμική από την Eπίδαυρο έως την επιθεώρηση και από τους «Δέκα Mικρούς Mήτσους» έως τον κινηματογράφο. Aυτή τη χρονιά στο Θέατρο Eξαρχείων παίζει την κωμωδία «Πολύ Kαλά!» της Λίζας Kρον σε σκηνοθεσία Tάκη Bουτέρη, και μετάφραση της Aννίτα Δεκαβάλλα η οποία και συμπρωταγωνιστεί.
  • Bλέπουμε γύρω μας όσα συμβαίνουν, τρομερά και φοβερά. Όμως εσείς εδώ στο Θέατρο Eξαρχείων επιμένετε πως όλα είναι πολύ καλά. Πώς το εννοείτε αυτό το «πολύ καλά»;

Aυτό το «πολύ καλά» δείχνει πως αισιοδοξούμε, πως θέλουμε να ξορκίσουμε το κακό και πως συνεχίζουμε το δρόμο μας, γιατί αν το βάλουμε κάτω τότε δεν μένει παρά να οδηγηθούμε σε ομαδική αυτοκτονία… Tο έργο που παρουσιάζουμε δηλώνει ακριβώς αυτά. Yποδύομαι τη μητέρα της Λίζας Kρον, της συγγραφέως, που είναι ανήμπορη αλλά έχει τεράστια ψυχική δύναμη. Aγαπάει τους ανθρώπους όπως είναι γιατί είναι ένα βαθιά δημοκρατικό άτομο. Δεν θέλει να τους αλλάξει. Θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Θέλει να κάνει τον κόσμο μια γειτονιά. Έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Nομίζω ότι με αυτό το έργο κάνω ένα πολύ καλό μνημόσυνο στη μητέρα μου την οποία έχασα το καλοκαίρι. Έτσι ήταν κι εκείνη. Ήθελε πάντα τα παιδιά της και οι γύρω της να κάνουν ό,τι τους εκφράζει. Δεν παραπονιόταν ποτέ για τίποτα.

  • Tι έργο είναι;

Tο έργο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέως. Eίναι πολύ μοντέρνο, με μια δομή γεμάτη αλλαγές και εκπλήξεις. Eίναι μοντέρνο χωρίς… μοντερνιές, γιατί τις βαρεθήκαμε αυτές. Σατιρίζει μάλιστα και αυτά τα έργα. Eίναι μια κωμωδία αλλά με πολλές ιδιαίτερες στιγμές συναισθηματισμού.

«Φοβάμαι την ξιπασιά και την καλλιτεχνίλα»

  • Eλένη, έχεις μια μακριά πορεία στο θέατρο και παράλληλα είσαι ένας άνθρωπος με έντονη κοινωνική δράση. Tο θέατρο συνεχίζει πάντα να ασκεί και πολιτική με τους δικούς του τρόπους. Tο έργο αυτό είναι ένα έργο πολιτικό, τελικά;

Όλα είναι πολιτική. Tίποτα δεν υπάρχει που να μην είναι πολιτική. Όλα όσα συμβαίνουν από το πρωί που ξυπνάμε ως την ώρα που θα κοιμηθούμε. Πολιτική είναι η ζωή μας, είναι ο πολίτης, δηλαδή ο καθένας μας.

  • Nομίζεις ότι σήμερα το θέατρο έχει την ίδια επίδραση στον θεατή που είχε παλιά; Πώς ο θεατής έρχεται με την ίδια διάθεση σε μια παράσταση;

Δεν ξέρω πώς λειτουργεί ο θεατής, γιατί είναι γνωστό ότι χειραγωγείται και συχνά κατευθύνεται η επιλογή του. Δεν το παθαίνουν, ευτυχώς όλοι. Όμως το θέατρο παραμένει μια εξουσία. Όχι από αυτές που επιβάλλονται, αλλά παρ’ όλα αυτά μια εξουσία. Tο θέμα είναι πώς θα την χρησιμοποιήσεις, όπως κάθε εξουσία. Tο θέατρο συνεχίζει να έχει επίδραση. Δεν πεθαίνει. Kαι συνεχίζει, σε οριακές στιγμές, να είναι παρηγοριά και ενθάρρυνση.

  • Bασικός πυλώνας του θεάτρου είναι φυσικά ο ηθοποιός. Aν σήμερα ένας νέος σε ρωτούσε «τι είναι ηθοποιός;», τι θα απαντούσες;

Δεν μπορώ να δώσω ορισμό. O ηθοποιός είναι ένας κανονικός άνθρωπος που πρέπει να θεωρεί αυτή τη δουλειά το επάγγελμά του, γιατί αν δεν την θεωρεί επάγγελμα δεν θα την κάνει καλά. Aναρωτιούνται σήμερα πώς ήταν τόσο σπουδαίοι οι παλιοί ηθοποιοί. Ήταν επειδή αυτό ήταν το επάγγελμά τους, από αυτό ζούσαν. Eίναι καλλιτεχνικό επάγγελμα, όμως απαιτεί την ίδια αφοσίωση, πολλή δουλειά, να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος, να σκέφτεσαι, να μελετάς…

  • Kαι το ταλέντο;

Δεν τον γνωρίζω τον ορισμό. Mπορώ να πω μόνον πως υποψιάζομαι ότι είναι κάποιοι άνθρωποι που ξεχωρίζουν ανάμεσα σε όλους που δουλεύουν Kαι παλεύουν το ίδιο. Mπορεί να είναι και κάτι μεταφυσικό…

  • Mήπως είναι αυτό που κάνει κάποιον να πάρει την απόφαση να γίνει ηθοποιός ή να ασχοληθεί με κάποια τέχνη; Eσύ πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;

Ίσως και να είναι αυτό. Στην δική μου όμως περίπτωση δεν αποφάσισα εγώ. H μητέρα μου με έσπρωξε. Aπό τη στιγμή όμως που ακολούθησα αυτό το γοητευτικό μονοπάτι με κερδίζει κάθε μέρα και περισσότερο. Σκέφτομαι μόνον ότι δεν θέλω να μείνω στη σκηνή όταν πια δεν θα έχω τη δύναμη.

  • H παρουσία σου είναι έντονη τόσο στη θεατρική σκηνή, λιγότερο στο σινεμά αλλά και στην τηλεόραση. Πώς χαρακτηρίζεις τις ομοιότητες και τις διαφορές των ειδών;

Eίναι διαφορετικά πολύ. Eίναι άλλοι χώροι. Διαφέρει ο τρόπος. Διαφέρουν τα μεγέθη.

  • Mπορείς να εκτιμήσεις την κατάσταση του θεάτρου σήμερα;

Δεν θα μιλήσω για κρίση για την οποία μιλάνε όλοι εδώ και χρόνια. Φοβάμαι λίγο, υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος. Eίναι ωραίο να υπάρχουν πολλά θέατρα και πολλές διαφορετικές φωνές. Tο πρόβλημα είναι η ανάπτυξη ενός ιδιότυπου θεατρικού μονοπωλίου. Δεν προχωράει το θέατρο με την επανάληψη μιας επιτυχίας, ούτε με την απαξίωση ανθρώπων που έχουν προσφέρει πολλά στο σανίδι, ούτε προχωράει με το να κάνει ο καθένας εντυπωσιασμούς χωρίς ψάξιμο. Bεβαίως δεν φταίει μόνον το μονοπώλιο, φταίει και το Eθνικό Θέατρο ή άλλες θεσμικές σκηνές που κάνουν συχνά κινήσεις χωρίς ουσία. Φοβάμαι το δήθεν και την ξιπασιά. Tην καλλιτεχνίλα! Kαι αυτά τα λέω εγώ που δεν έχω κανενός είδος κομφορμισμό ούτε στη ζωή μου ούτε στη δουλειά μου.

  • Ύστερα από αυτά τα χρόνια δουλειάς και ζωής, ποιο είναι το σύνθημά σου;

H ζωή μας οδηγεί. Eίναι ένα δώρο με αγκάθια πολλά και σκοτεινά σημεία αλλά και με άπλετο φως.

  • Συνέντευξη στην Τέα Βασιλειάδου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 25/04/2009

«Βλέπω μιαν αδιαφορία, έναν κυνισμό γύρω  μου. Σαν όλα να είναι δεδομένα και  προαποφασισμένα. Η διακαής επιθυμία μου  για το μέλλον είναι να βρεθεί πάλι η  αλληλεγγύη, να απαλλαγούμε από τον  κυνισμό, να ξαναβρούμε τους τρόπους να  συνομιλούμε- ή να βρούμε καινούργιους»,  λέει ο Ακύλλας Καραζήσης
Ηθοποιός αλλά και συγγραφέας και σκηνοθέτης ο Ακύλλας Καραζήσης, μετά το δικό του έργο, ετοιμάζεται να ερμηνεύσει Ρίτσο

  • Δεκαεπτά χρόνια πριν πάτησε το σανίδι της ελληνικής θεατρικής σκηνής. Με Φασμπίντερ. Σκηνοθετημένος από τον Στέλιο Παυλίδη. Ο Ακύλλας Καραζήσης ήρθε για να μείνει. Με στόφα ρολίστα διέγραψε μία εξαιρετική τροχιά: δοκίμασε, πειραματίστηκε, ερεύνησε, τόλμησε, εκτέθηκε και σήμερα είναι ένας από τους άξιους πρωταγωνιστές που στηρίζουν το ελληνικό θέατρο.

Φέτος εμφανίστηκε στο Εθνικό Θέατρο με τριπλή ιδιότητα: συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός στο έργο του «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς/ Cannabis Ιndica- Ρatria Graeca», το δεύτερο που βλέπει τα φώτα της σκηνής: ένα κείμενο και μία παράσταση που δεν έτυχαν της γενικής αποδοχής αλλά όσοι τα εκτιμήσαμε μας άγγιξαν βαθιά με την αλήθεια τους. Τώρα έχει αρχίσει την προετοιμασία για την παράσταση του Βίκτωρα Αρδίττη πάνω στο κείμενο του Γιάννη Ρίτσου «Όταν έρχεται ο ξένος» που είναι ενταγμένη στο αφιέρωμα του Φεστιβάλ Αθηνών για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή.

Δεν έμοιαζε παιδάκι ο «πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός» του 1992 που είχε έρθει από τη Γερμανία. Και δεν ήταν: άντρας ήταν, στα τριάντα τέσσερα. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, στα δεκαοκτώ του φεύγει για σπουδές Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας στη Χαϊδελβέργη. Οι σπουδές όμως «κόλλησαν»- «πλήρης παρακμή» λέει και γελάει. Δούλευε σε ελληνικές ταβέρνες- «γκαρσόνι και μουσικός της πλάκας, μια κιθάρα γρατζουνούσα σ΄ ένα ελληνικό συγκρότημα που είχαμε, τη «Σαχάρα»».

Η ιδιότητα όμως του ερασιτέχνη μουσικού ήταν που τον έφερε στο θέατρο. Ένας ελληνολάτρης σκηνοθέτης, ο Κρίστιαν Ζόργκε, ανέβαζε στο Κρατικό Θέατρο της πόλης την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη και κάλεσε για τη μουσική τον Χρήστο Λεοντή. Ο οποίος ήθελε μουσικούς να παίζουν ζωντανά στην παράσταση. Αυτό ήταν. Ο Ακύλλας θα βρεθεί στη σκηνή και όταν ο Ζόργκε σκοτωθεί σε δυστύχημα και ανεβάσουν στη μνήμη του, στη Σκηνή για εφήβους του Θεάτρου, ένα έργο του με ελληνικό θέμα ο νεαρός σκηνοθέτης που το ανέλαβε θα του ζητήσει να παίξει.

«Με κρατήσανε στο Κρατικό. Έμεινα γιατί είχα ένα καλό μεροκάματο- έπαιζα Ρώσους, Τούρκους, Έλληνες, ρόλους… εξωτικούς».

Το 1991 γνωρίζεται με τον σκηνοθέτη Σταύρο Ντουφεξή και με την παρότρυνση και τη βοήθειά του γυρίζει στην Ελλάδα. Παίζει στο έργο του Φασμπίντερ και παράλληλα εντάσσεται στο νεοπαγές «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά.

  • Ταχτήκατε σε ένα θέατρο αναζήτησης. Ήταν τυχαίο, επειδή βρεθήκατε με ανθρώπους του συγκεκριμένου χώρου ή συνειδητή επιλογή;

Και τα δύο. Περισσότερο το δεύτερο. Ξεκίνησα στα 27-28 και ήμουν πια κατασταλαγμένος αισθητικά και ιδεολογικά, έγραφα, είχα αναζητήσεις… Ήξερα, σχεδόν δογματικά τότε, τι θέλω να κάνω και τι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να κάνει. Ότι με αφορούν συγκεκριμένοι άνθρωποι και συγκεκριμένα Θέατρα.

  • Το κοινό σαν να δυσκολευότανε στην πρόσβαση και το έργο να μην είχε μεγάλο αντίκρυσμα. Άκουσα στην παράσταση κάτι κυρίες να λένε: «Αυτό δεν είναι θέατρο»…

Ζούμε ένα θέατρο πολύχρωμο όπου υπάρχει θέση τόσο για τις κυρίες αυτές όσο και για μας. Κανένα θέατρο δεν απευθύνεται σε όλους. Πάντα απευθύνεται σε κάποιους. Απλώς ορισμένοι απευθύνονται σε ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού. Σε μιαν άλλη εποχή όμως αυτό το κομμάτι μπορεί και να συρρικνωθεί… Δεν μπορώ να γράψω σκεπτόμενος αυτό. Γράφω προσπαθώντας να επικοινωνήσω αλλά χωρίς να σκέφτομαι με πόσους. Μοιραία, η απήχηση μετράει. Για μένα, πάντως, είναι μεγάλη χαρά που τα έργα μου μιλάνε έστω σε κάποιους. Πάντα, άλλωστε, μόνο με «κάποιους» βρισκόμουνα και συνομιλούσα.

  • Ακολουθήσατε τον Γιάννη Χουβαρδά από το «Αμόρε» στο Εθνικό. Την επόμενη σεζόν θα είστε ο Άστροφ στον «Θείο Βάνια» που θα ανεβάσει ο ίδιος ο Γιάννης Χουβαρδάς. Ο χώρος μιλάει για κάστα ευνοουμένων στο Εθνικό- την «παρέα του Χουβαρδά»…

Ξέρετε καλύτερα από μένα ότι στο Εθνικό δουλεύει σήμερα όλος ο κόσμος- ηθοποιοί, σκηνοθέτες… Όσοι χωράνε. Ο Γιάννης Μπέζος ή ο Σταμάτης Φασουλής ή ο Δημήτρης Παπαϊωάννου που θα δουλέψουν εκεί τον χειμώνα είναι στην παρέα του Χουβαρδά; Ήταν ο Γιάννης Κακλέας ή ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης που δούλεψαν φέτος; Για μένα όσοι τα γράφουν και τα λένε αυτά είναι κακοήθεις. Από τη Γερμανία ξέρω πως όταν αλλάζει σε ένα Θέατρο ο διευθυντής παίρνει μαζί του τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται. Αυτό εδώ δεν έγινε. Αλλά και αν γινότανε δεν θα ήταν κάτι διαφορετικό απ΄ ό,τι συμβαίνει σε όλα τα Θέατρα του κόσμου όταν αλλάζει το προφίλ του Θεάτρου. Ο Στάιν, ο Όστερμάιερ, ο Κάστορφ δεν έχουν τους ανθρώπους τους;

ΙΝFΟ

Η παράστασηαφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο «Όταν έρχεται ο ξένος» θα παρουσιαστεί από 1 έως 5 Ιουνίου, στην «Πειραιώς 260».

Με μια ματιά

1957 Γεννήθηκε στη Σαλονίκη

1975 Φεύγει για σπουδές στη Γερμανία
1985 Στρέφεται στο θέατρο
1991 Επιστρέφει στην Ελλάδα
1992 «Ελευθερία στη Βρέμη» του Φασμπίντερ σε σκηνοθεσία Στέλιου Παυλίδη: η πρώτη του παράσταση στην Ελλάδα
2006 «Περιπέτεια στην πόλη και στην εξοχή»: ανεβάζει το πρώτο του έργο στο «Αμόρε», στο πλαίσιο των «Δοκιμών»
  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 28 Απριλίου 2009

  • «Δυστυχώς, μπαίνουμε σε μια φάση που μοιάζει με τούνελ στο οποίο δεν φαίνεται η άκρη. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σπάσω το «κέλυφος» και να φύγω από το Εθνικό Θέατρο».

  • Ο Γιάννης Χουβαρδάς, διανύοντας με ορθολογισμό και οξυδέρκεια τη δεύτερη χρονιά του στο «τιμόνι» του Εθνικού Θεάτρου, μάς κατακεραυνώνει. Ενώ έχει εκπονήσει το ρεπερτόριο για τη χρονιά 2009-10, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να τα βροντήξει και να φύγει πριν λήξει η θητεία του, την άνοιξη του ’10. Η ολιγωρία της πολιτείας, με τη μορφή της ασυνέπειας, μετά το ελεύθερο επιχορηγούμενο θέατρο ήλθε να πλήξει και την πρώτη Κρατική Σκηνή, που διά στόματος του ρεαλιστή καλλιτεχνικού διευθυντή της εκπέμπει προς κάθε κατεύθυνση SOS.

Εύχομαι, κύριε Χουβαρδά, να είναι η τελευταία φορά που σας βρίσκω σε αυτό το γραφείο. Η επόμενη συνάντησή μας να γίνει στο κτήριο Τσίλερ.

  • «Ας ευχηθούμε να συμβεί, υπό καλές συνθήκες. Αλλιώς, δεν πειράζει, μπορεί να συναντιόμαστε και εκτός Εθνικού. Το κτήριο βρίσκεται στην τελική ευθεία. Σύμφωνα με τις τελευταίες συνεννοήσεις, θα παραδοθεί μέσα στο Μάιο».

Ηλέκτρα Νικολούζου, Στεφανία Γουλιώτη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε ένα απαιτητικό φωνητικό τρίο στον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

Ηλέκτρα Νικολούζου, Στεφανία Γουλιώτη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε ένα απαιτητικό φωνητικό τρίο στον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

Τη χρονιά 2008-09, τη δεύτερη υπό τη δική σας καλλιτεχνική διεύθυνση, το ΕΘνικό φάνηκε να βρίσκει τον βηματισμό του, μετά το κάπως «μουδιασμένο» 2007-08.

  • «Τα περί «μικρού μουδιάσματος» είναι μια εκτίμηση δημοσιογραφικών κύκλων που το κοινό δεν συμμερίστηκε. Τα νούμερα τού δεύτερου μισού της σεζόν ήταν τόσο καλά, που συγκρίνονται με την περίοδο του Νίκου Κούρκουλου».

Φέτος;

  • «Πήγαμε ακόμα καλύτερα. Είναι φυσικό να βρίσκει κανείς καλύτερα τα «πατήματά» του ύστερα από ένα διάστημα προσαρμογής».

Πέρα από τα νούμερα, η φετινή περίοδος δίνει ένα σαφέστερο στίγμα των στοχοθεσιών της καλλιτεχνικής διεύθυνσης;

  • «Δίνει ένα σαφέστατο στίγμα. Δεν ξέρω αν θα είναι ακόμα σαφέστερο του χρόνου. Περισσότερο θα ήθελα να δει κανείς τα 3 πρώτα χρόνια μαζί, το απόσταγμα της τριετίας, παρά τον κάθε χρόνο χωριστά».

Η κρίση σάς άγγιξε φέτος; Είδατε κάμψη στην προσέλευση;

  • «Δεν είχαμε καμία επίπτωση. Αν μάλιστα δεν είχε μεσολαβήσει ο Δεκέμβρης με τις ταραχές, που έπληξαν τα θέατρα του κέντρου, θα ήμασταν 20-25% επάνω στα εισιτήρια. Η πολύ σημαντική επίπτωση της κρίσης δεν ήταν στην προσέλευση, αλλά στη χρηματοδότηση».

Εννοείτε στις χορηγίες σας;

  • «Στις χορηγίες, που έγιναν πολύ επιφυλακτικές. Είχαμε και την ατυχία τής κατά ένα χρόνο καθυστέρησης στην παράδοση του Τσίλερ. Ετσι, χορηγίες που έγιναν ειδικά για το Τσίλερ δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα το εντοπίζω αλλού: στη ροή της κρατικής επιχορήγησης. Εκεί τα πράγματα δεν είναι καθόλου ευοίωνα».

Η Πολιτεία παραδοσιακά είναι συνεπής απέναντι στο Εθνικό Θέατρο.

  • «Κάνετε λάθος! Δεν έχουμε φυσικά το πρόβλημα του ελεύθερου επιχορηγούμενου θεάτρου, γιατί τότε το Εθνικό θα είχε κλείσει! Φέτος είχαμε αυξημένα έξοδα, τα οποία ξεκίνησαν αφότου το Τσίλερ άρχισε τμηματικά να παραδίδεται. Βεβαίως τα έξοδα του κτηρίου θα κορυφωθούν την επόμενη σεζόν. Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, που πρέπει να λειτουργήσει και να φυλαχθεί. Αυτό δεν είχε προβλεφθεί από την πρώτη σύμβαση. Δεν είχε, για παράδειγμα, συμπεριληφθεί στην εργολαβία η επίπλωση των γραφείων και των χώρων υποδοχής του κοινού. Δεν είχαν προβλεφθεί τα λειτουργικά έξοδα του Τσίλερ και το πρόσθετο προσωπικό».

Για τη λειτουργία της Νέας Σκηνής του Τσίλερ από πού αντλήσατε χρήματα;

  • «Ημασταν αναγκασμένοι να τα πάρουμε από την τακτική επιχορήγησή μας…».

Η οποία αυξήθηκε κατά τι από πέρσι.

  • «Κατά 2,5%, ενώ μόνο οι αυξήσεις στους μισθούς και στο κόστος παραγωγής ανέβηκε πάνω από 6%. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ροή της χρηματοδότησης έχει αρχίσει να πέφτει. Μάς έκοψαν 20% από τη δεύτερη δόση, που μόλις εισπράξαμε».

Με ποιο αιτιολογικό;

  • «Ετσι… Μας την κόψανε. Αιωρείται στον αέρα ότι θα πάρουμε τα χρήματα αργότερα. Αορίστως… Ενώ το ΥΠΠΟ μάς επιφορτίζει με δικές του υποχρεώσεις».

Δηλαδή;

  • «Υπάρχει ένα πολιτιστικό επίδομα που λαμβάνουν οι υπάλληλοι του ΥΠΠΟ και των φορέων που υπάγονται σ’ αυτό, το οποίο το χορηγούσε το υπουργείο. Χωρίς να πάρει έξτρα χρηματοδότηση, είναι στο εξής υποχρεωμένο το Εθνικό να το δίνει. Μιλάμε για 500-800 χιλιάδες το χρόνο. Το αναφέρω αυτό γιατί πάντα το Εθνικό έπαιρνε ανεπίσημα απ’ το ΥΠΠΟ πέρα από την τακτική επιχορήγηση και κάποια χρήματα από τον ειδικό λογαριασμό. Καταργήθηκε όμως. Μας είχαν διαβεβαιώσει ότι τα χρήματά του θα ενσωματώνονταν στην τακτική επιχορήγηση. Δεν συνέβη ποτέ».

Οπότε, το Εθνικό έχει έλλειμμα;

  • «Το Εθνικό έχει ένα τρέχον έλλειμμα, που ακόμα δεν φαίνεται γιατί… τρώμε από τις σάρκες μας. Θα έχει, όμως, ένα έλλειμμα της τάξης των 3 εκατομμυρίων».

Το οποίο θα φανεί την επόμενη σεζόν.

  • «Ακριβώς. Εάν τα πράγματα δεν διορθωθούν πολύ γρήγορα και άρδην, εγώ δεν πρόκειται να συνεχίσω».

Τι εννοείτε;

  • «Αν δεν μπορέσει το Εθνικό να λειτουργήσει οικονομικά όπως πρέπει, αν δεν έχει οικονομικά εχέγγυα για να το πράξει, πολύ απλά δεν πρόκειται να παραμείνω».

Δεν θα το παλέψετε, συρρικνώνοντας, για παράδειγμα, τον αριθμό των παραγωγών του;

  • «Εχω συρρικνώσει ό,τι μπορούσε να συρρικνωθεί. Δεν συρρικνώνεται πλέον τίποτα άλλο. Αν είναι να δούμε ένα Εθνικό Θέατρο «ανάπηρο», εγώ δεν πρόκειται να συμπράξω. Υπάρχουν καλύτεροι από μένα για να κάνουν αυτή τη δουλειά».

Λέτε ότι έχετε συρρικνώσει το Εθνικό. Κι ωστόσο, με τόσο πολλές παραγωγές δίνει την εικόνα ενός γίγαντα.

  • «Αυτό είναι ένα παραμύθι που πρέπει να τελειώσει κάποια στιγμή. Το πρόβλημα του Εθνικού, και κάθε Εθνικού, δεν είναι όμως οι παραγωγές. Κατ’ αρχάς, του χρόνου οι παραγωγές μας θα είναι 14, που σημαίνει ότι μειώνονται κατά τρεις. Και αν μετρήσουμε τις παραγωγές της πρώτης χρονιάς, κατά πέντε. Κι εγώ συμφωνώ ότι ο αριθμός των παραγωγών μας ήταν υπερβολικός. Πρέπει όμως να καταλάβει κανείς ότι κληρονόμησα μια πραγματικότητα, έναν οργανισμό, που έχει συνηθίσει σε έναν συγκεκριμένο αριθμό παραγωγών. Τώρα αρχίζω και τον περιορίζω. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι παραγωγές αυτές καθ’ εαυτές δεν στοιχίζουν παραπάνω από 80 με 100 χιλιάδες ευρώ. Εξάλλου, το «πρόβλημα» των πολλών παραγωγών σε πολύ μεγάλο βαθμό υπαγορεύεται από τον ιδρυτικό νόμο του Εθνικού».

Τι λέει ο νόμος;

  • «Να έχει το Εθνικό ανά πάσα στιγμή 100 ηθοποιούς. Για να μην κάθονται πρέπει να απασχολούνται και για να απασχολούνται πρέπει να υπάρχουν παραγωγές».

Η εκατοντάδα, πάντως, των ηθοποιών σας, τα δύο τελευταία χρόνια τείνει να γίνει σταθερή. Οπως και η συνεργασία του Εθνικού με συγκεκριμένα πρόσωπα: από τον Κωνσταντίνο Ρήγο έως τον Ακύλλα Καραζήση. Στοχεύετε στη δημιουργία ενός σταθερού πυρήνα;

  • «Οι συνεργασίες με τους σκηνοθέτες παραπάνω από μια φορά, γίνονται κατά κανόνα σε κύκλους 2 ετών. Δηλαδή, του χρόνου ο Ρήγος δεν θα ξαναδουλέψει στο Εθνικό ούτε ο Ακύλλας θα παρουσιάσει έργο του».

Δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική της διετίας.

  • «Η επανάληψη της συνεργασίας κάνει καλό. Δημιουργεί μια κοινή γλώσσα και δίνει την ευκαιρία στον καλλιτέχνη να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Υπάρχει επίσης η εμφανής διάθεση τού μη αποκλεισμού. Από εκεί και πέρα, δεν κάνουμε 500 παραγωγές! Πράγματι, ατύπως υπάρχει ένας αριθμός ηθοποιών οι οποίοι χρησιμοποιούνται από το Εθνικό. Κατά τεκμήριο είναι πάρα πολύ καλοί ηθοποιοί. Μιλάμε όμως για 2 χρόνια κι όχι για δέκα. Επιπλέον, όλοι ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι η επιλογή των ηθοποιών γίνεται από τους σκηνοθέτες. Ούτε τους επιβάλλω ούτε τους επιλέγω εγώ. Και να διαφωνώ, πράγμα που έχει συμβεί, δέχομαι την επιλογή του σκηνοθέτη. Οπου μπορούμε κάνουμε και ανοιχτές ακροάσεις. Ο Φασουλής που θα σκηνοθετήσει το «Τρίτο Στεφάνι» και ο Κακλέας, που θα δουλέψει του χρόνου στο Παιδικό Στέκι, κάνουν ακρόαση ανοικτή. Οπως έκανε και ο Μοσχόπουλος για την καλοκαιρινή «Αλκηστη». Γενικώς, όπου μπορούμε είμαστε «ανοικτοί»…».

Τηρουμένων των αναλογιών, την Πειραματική Σκηνή του Λιβαθινού, σκοπεύετε να την αντικαταστήσετε του χρόνου με τη δημιουργία Νεανικής Σκηνής;

  • «Πρόκειται απλώς για ένα χώρο στον οποίο θα συμβούν διάφορα πράγματα. Δεν είναι όμως ούτε Νεανική ούτε Πειραματική ούτε άλλου τύπου σκηνή. Επομένως, δεν κατήργησα καμία σκηνή για να δημιουργήσω κάποια άλλη».

Η «παραφιλολογία» περί άτυπης συμφωνίας του Εθνικού με την Ελληνική Θεαμάτων πώς προέκυψε;

  • «Στην αρχή έκαναν λόγο για άτυπη συμφωνία «Αμόρε» και Εθνικού. Τώρα έγινε μεταξύ Εθνικού και ΕΛΘΕΑ. Του χρόνου θα λένε ότι είναι μεταξύ εμπορικού θεάτρου και Εθνικού. Στα παλιά μου τα παπούτσια τι λέει, τι σκέφτεται και τι γράφει ο καθένας. Αλλά επειδή τα περί συνεργασίας Εθνικού-ΕΛΘΕΑ ειπώθηκαν από επίσημα χείλη, θέλω να δηλώσω ότι είναι μια εντελώς ατυχής προσωπική εκτίμηση. Οσοι έχουν δουλέψει με την ΕΛΘΕΑ έχουν κάποια συγκεκριμένη σφραγίδα; Το ότι ένας άνθρωπος πάει από ένα χώρο σε έναν άλλο επικυρώνει κάποια άτυπη συμφωνία; Εγώ, ο Χουβαρδάς, έχω ανάγκη να μου υποδείξει κάποιος άλλος ποιοι είναι trendy για να τους καλέσω και στο Εθνικό;».

Προ καιρού έγινε στο Εθνικό η πρώτη στάση εργασίας ύστερα από πολλά χρόνια -πριν κι από τη θητεία του Ν. Κούρκουλου. Στο ΚΘΒΕ ανάλογα «φαινόμενα» είναι καθημερινό καθεστώς. Μάλιστα, έφτασε το Δ.Σ. του να θέλει να εκπαραθυρώσει τον καλλιτεχνικό διευθυντή Νικήτα Τσακίρογλου. Ανησυχείτε εσείς καθόλου;

  • «Η ουσιώδης διαφορά μας με το ΚΘΒΕ είναι ότι βρισκόμαστε σε απόλυτη σύμπνοια με το Δ.Σ. Η στάση εργασίας, την οποία δεν θέλω να σχολιάσω, όπως δεν θέλω να σχολιάσω και την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο Κρατικό, έγινε με αιχμή του δόρατος το πολιτιστικό επίδομα. Οπως όμως ήδη προανέφερα, δεν ήταν ευθύνη του Εθνικού να το καταβάλει». *

  • «Υπάρχει κάτι που η Χάντερ δεν μπορεί να παίξει;» αναρωτιέται ο βρετανικός Τύπος. Η Κάθριν Χάντερ δεν είναι άλλη από την Ελληνίδα ηθοποιό Κατερίνα Χατζηπατέρα, γόνο της γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας, και αδελφή του ζωγράφου Μαρκ Χατζηπατέρα, που διαπρέπει εδώ και χρόνια στις σπουδαιότερες θεατρικές σκηνές του Λονδίνου, έχοντας μάλιστα τιμηθεί με τα κορυφαία βρετανικά βραβεία, «Ολιβιέ» και «Σέξπιρ».

«Δούλεψα εξαντλητικά για να βρω τις κινήσεις αυτού του πλάσματος, πήγα σε ζωολογικούς κήπους και είδα αρκετά ντοκιμαντέρ», λέει η Κάθριν Χάντερ

«Δούλεψα εξαντλητικά για να βρω τις κινήσεις αυτού του πλάσματος, πήγα σε ζωολογικούς κήπους και είδα αρκετά ντοκιμαντέρ», λέει η Κάθριν Χάντερ

  • Στις 15, 16 και 17 Μαΐου στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» θα κάνει την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στην Αθήνα με το έργο «Ο Πίθηκος του Κάφκα». Η παράσταση, σε διασκευή Κόλιν Τίβαν, σκηνοθεσία Γουόλτερ Μεϊεργιόχαν και παραγωγή του «Young Vic», είναι βασισμένη στο διήγημα του Φραντς Κάφκα «Αναφορά στην Ακαδημία». Η «Αττική Πολιτιστική Εταιρεία» την υποδέχεται στο αθηναϊκό φεστιβάλ «Θέατρο πέρα από τα όρια».
  • «Είμαι πολύ χαρούμενη που θα παίξω πρώτη φορά στην Αθήνα. Μου αρέσει η ιδέα να επισκεφθώ την πατρίδα σαν μαϊμού», λέει γελώντας η Κάθριν Χάντερ από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στο Λονδίνο. Υποδύεται τον «Κόκκινο Πίτερ», έναν χιμπαντζή που μεταλλάχθηκε σε άνθρωπο και επιχειρεί να διηγηθεί την προηγούμενη ζωή του. Μπροστά στα μέλη μιας μυστηριώδους Ακαδημίας δηλώνει, όμως, ανήμπορος να θυμηθεί. Και εξηγεί πως με το να γίνει άνθρωπος έχασε την επαφή με τις ρίζες και τις αναμνήσεις της νιότης του. Η απώλεια μνήμης ήταν και το τίμημα της προσαρμογής του στον κόσμο των ανθρώπων.

Τι σας γοήτευσε στον «Πίθηκο του Κάφκα»; Ποια είναι η σημασία του κειμένου για μας σήμερα;

  • «Υποθέτω ότι πάντοτε μας απασχολούσε το ερώτημα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, εν μέσω τόσο σοβαρών προβλημάτων στο περιβάλλον, στην οικονομία και με τόσους πολέμους να μαίνονται στον πλανήτη, φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει μια συλλογική ανάγκη για αλλαγή. Γι’ αυτό και δεν θεωρώ τυχαία την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην Αμερική. Δεν ξέρω τι συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά στην Αγγλία δεν έχω δει ποτέ μέχρι σήμερα τόσους ανθρώπους ενωμένους και πρόθυμους να εκφράσουν την ανάγκη τους για αλλαγή. Ισως ήρθε η στιγμή να αναθεωρήσουμε τον τρόπο σκέψης μας, να προχωρήσουμε μπροστά και να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Το κείμενο του Κάφκα είναι μια εξαιρετική ιστορία, μια ευφυής παραβολή για το ζήτημα της ταυτότητας και εμμέσως ένα είδος αποτίμησης της ανθρώπινης ύπαρξης και του πολιτισμού μας. Οταν αποκαλούμε καμιά φορά απερίσκεπτα κάποιον «ζώον», καλό είναι να σκεφτόμαστε ότι ίσως να μην είμαστε περισσότερο πολιτισμένοι από τα ζώα».

Ηταν δύσκολο να προσεγγίσετε αυτό το υβριδικό πλάσμα, που βρίσκεται στο ενδιάμεσο ανθρώπου και ζώου;

  • «Εκανα πολλές ώρες πρόβα με τον σκηνοθέτη, δούλεψα εξαντλητικά για να βρω τις κινήσεις αυτού του πλάσματος. Πήγαμε σε ζωολογικούς κήπους για να παρατηρήσουμε ζώα, είδαμε αρκετά ντοκιμαντέρ, κάναμε επίσης αρκετούς αυτοσχεδιασμούς, κυρίως για να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί μια μαϊμού σε άνθρωπο. Δεν ήταν εύκολο να προσεγγίσω αυτή την ενδιάμεση κατάσταση. Ο πίθηκος στην προσπάθειά του να γίνει άνθρωπος συγκρούεται με τη ζωώδη του φύση, η οποία βγαίνει αυθορμήτως στην επιφάνεια και προσπαθεί να την κρύψει. Ισως να νιώθουν έτσι και οι άνθρωποι που αναγκάζονται να εκπατριστούν. Οι μετανάστες, για να επιβιώσουν στη νέα τους χώρα, μιμούνται συμπεριφορές, την προφορά της ξένης γλώσσας».

Βρίσκεται σε μια κρίσιμη ψυχολογική κατάσταση;

Κάποιες από τις μεταμορφώσεις της Κάθριν Χάντερ: «Βασιλιάς Λιρ», «Ριχάρδος ο τρίτος»

Κάποιες από τις μεταμορφώσεις της Κάθριν Χάντερ: «Βασιλιάς Λιρ», «Ριχάρδος ο τρίτος»

  • «Ναι. Δεν αισθάνεται θυμό ή αηδία για το ανθρώπινο είδος ή για τη νέα του κατάσταση, αλλά θλίψη επειδή χάνει τους δεσμούς με το παρελθόν και την παλιά του κοινότητα. Ο Κάφκα δεν είναι, όμως, μονοσήμαντος συγγραφέας. Το πλάσμα του δεν είναι τέλειο, αλλά γεμάτο αντιφάσεις. Νιώθει θυμό, παραφορά, οργή, πόνο χωρίς να επικρίνει το ανθρώπινο είδος. Είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς ρόλους που έχω κάνει. Αρκετά σημαντική για την παράσταση είναι και η φυσική συμμετοχή του κοινού. Κατά μία έννοια αυτό το πλάσμα αντιλαμβάνεται με μεγάλη ευαισθησία τις διαθέσεις του κοινού και αντιδρά αναλόγως».

Η αντισυμβατική σας προσέγγιση στην υποκριτική ενισχύθηκε και από τη στενή σας σχέση με το «Σωματικό Θέατρο»;

  • «Μετά τις σπουδές μου στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης ασχολήθηκα με την τζαζ και τον χορό. Στο «Theatre de Complicite» άρχισα να αντιλαμβάνομαι διαφορετικά τη σημασία της κίνησης στο θέατρο, στο πώς μπορείς να αφηγηθείς μια ιστορία και με τις δυνατότητες του σώματός σου. Ο Μέγερχολντ πίστευε ότι όταν τοποθετήσεις το σώμα σου σε μια συγκεριμένη στάση, το συναίσθημα, αυτομάτως, θα αναδυθεί -αν και ο Στανισλάφσκι πίστευε ακριβώς το αντίθετο, ότι το συναίσθημα καθορίζει τις κινήσεις του σώματος. Στο «Complicite» διερευνούσαμε με πολλούς τρόπους τη γλώσσα του σώματος, τη σχέση μας με τον χώρο, ζητήματα που ανέπτυξαν στη συνέχεια χοροθεατρικές ομάδες, όπως εκείνη της Πίνα Μπάους. Στο «Complicite» έπρεπε να ξεχάσω αρκετά πράγματα που είχα μάθει, ήταν μια εντελώς καινούργια εκπαίδευση για μένα».

Οταν σκηνοθετείτε αξιοποιείτε την εμπειρία σας από το «Σωματικό Θέατρο»;

  • «Πρόσφατα σκηνοθέτησα στο Royal Shakespeare Company «Οθέλο» και η προσέγγισή μου είχε «σωματικά» στοιχεία. Το κοινό, όμως, ήταν λίγο αμήχανο, δεν έμοιαζε να κατανοεί πλήρως τι συμβαίνει επί σκηνής. Στα μέρη που δεν υπάρχει λόγος ένα μεγάλο μέρος του κοινού συμπεριφέρεται σαν να έχει διακοπεί η παράσταση».

Υπήρχε κάποια νέα διάσταση στη σκηνοθεσία σας για τον «Οθέλο»;

  • «Οταν σκηνοθετώ συνεργάζομαι στενά με τους ηθοποιούς. Δεν είχα ποτέ μεγάλη εμπιστοσύνη στο σκηνοθετικό όραμα ενός και μόνο προσώπου. Το θέατρο είναι, άλλωστε, συλλογική δουλειά. Η ιστορία του Οθέλου δεν ήταν για μας μια ιστορία για τη ζήλια, αλλά η ιστορία ενός αουτσάιντερ. Θεωρώ ότι ο Οθέλος ζηλεύει επειδή βρίσκεται σε επισφαλή θέση, σε μια ευαίσθητη ψυχική κατάσταση: είναι παντρεμένος με μια γυναίκα διαφορετικής καταγωγής και κουλτούρας και αυτό το στοιχείο επηρεάζει δραματικά τη συμπεριφορά του».

Εχετε συνεργαστεί επίσης με σημαντικούς σκηνοθέτες όπως ο Πίτερ Μπρουκ. Ποια θεωρείτε τη σημαντικότερη αρετή του;

  • «Ο Πίτερ Μπρουκ σε ωθεί να διώξεις μακριά ό,τι καλύπτει την καρδιά και την ψυχή σου για να φτάσεις στην ουσία κάθε χαρακτήρα. Προσπαθεί να σε απαλλάξει από κάθε περιττό στοιχείο, απ’ ό,τι ενδέχεται να σε απομακρύνει από τον στόχο σου, που δεν είναι άλλος από το να εντοπίσεις το πνεύμα του χαρακτήρα και να το συνδέσεις με τον εαυτό σου και με το πνεύμα του συγγραφέα. Δεν είναι εύκολο αυτό που ζητά. Η ισορροπία είναι εύθραυστη».

Το νεότερο κοινό σάς γνώρισε και από τη συμμετοχή σας στην πέμπτη ταινία του Χάρι Πότερ ή από το φίλμ «Ολα ή τίποτα» του Μάικ Λι. Διατηρείτε καλή σχέση με το σινεμά;

  • «Με ευχαριστεί να παίζω στο σινεμά, αλλά η μοίρα μου είναι να παραμείνω πιστή κι αφοσιωμένη στο θέατρο. Εκεί η ικανοποίηση είναι μεγάλη, κυρίως ηθική και όχι οικονομική».

Αισθάνεστε Ελληνίδα;

  • «Δεν ξέρω. Γεννήθηκα στην Αμερική, έχω μια δίδυμη αδελφή. Δύο χρόνων ήρθαμε στο Λονδίνο. Η Ελλάδα για μένα είναι ταυτισμένη με τις διακοπές. Ξέρω ότι είμαι Ελληνίδα όταν βρίσκομαι στα νησιά και αντικρίζω αυτή τη σκληρή, πετρώδη, απίθανη ομορφιά, που δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Θυμάμαι και τα τραγούδια που άκουγε η μητέρα μου στο σπίτι, τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και τη μουσική του Θεοδωράκη». *

Ο σαρωτικός Ρομπέρτο Μπενίνι ρχεται στην Αθήνα με την Πέμπτη Ωδή της «Θείας Κωμωδίας» και σατιρίζει την πολιτική. Στο «7», όμως, μιλάει για όλα τα υπόλοιπα. Από τα παιδικά του χρόνια και τον Φελίνι ώς το τσίρκο και την ποίηση

Είναι ένας ρόλος από μόνος του ο Ρομπέρτο Μπενίνι. Η κινηματογραφική εικόνα του ή εκείνη από την απονομή των Οσκαρ, όταν σκαρφάλωσε έως και στις πολυθρόνες για ν’ ανέβει στη σκηνή για να το παραλάβει, δεν είναι διαφορετική όταν δίνει μια τηλεφωνική συνέντευξη. Ο ηθοποιός, που στις 5 και 6 Μαΐου θα εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής, ακροβατεί με τις λέξεις. Τις τονίζει και ενθουσιάζεται σαν παιδί, έχοντας ανασάνει με ανακούφιση, αφού θα δώσει συνέντευξη στη μητρική του γλώσσα: «Θα σου φέρω μια τούρτα ο ίδιος στο σπίτι!», υπόσχεται.

Η παράσταση του Μπενίνι στο Μέγαρο, στο πλαίσιο της διεθνούς περιοδείας του με τίτλο «Tutto Dante», βασίζεται στην Πέμπτη Ωδή της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη, την οποία ο ηθοποιός δένει με την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη χώρα του και αλλού. «Η Πέμπτη Ωδή αφορά τους αμαρτάνοντες από λαγνεία. Είναι η Ωδή του ερωτισμού και του έρωτα. Σήμερα, στον κόσμο το σεξ, κυβερνά τα πάντα. Από τη μια είναι να γελάμε και από την άλλη να ανησυχούμε», λέει ανοίγοντας ορμητικός τη συζήτηση. «Δένω, λοιπόν, τα σημερινά γεγονότα με το λόγο του Δάντη, που λέει πως το αμάρτημα της λαγνείας είναι ισχυρό και επικίνδυνο.

»Στην Ιταλία η λαγνεία τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να ρίξει κυβερνήσεις. Μέλος της κυβέρνησης Πρόντι φωτογραφήθηκε νύχτα με τραβεστί. Υπήρξαν τηλεφωνικές υποκλοπές ερωτικού περιεχομένου. Ως και το όνομα του Μπερλουσκόνι είχε μπερδευτεί. Εντυπωσιακά πράγματα! Ευτυχώς, όμως, οι Ιταλοί το γυρίζουν πάντα στην πλάκα. Δεν είναι σαν τους Αγγλους που έχουν τις παραιτήσεις στην τσέπη τους. Στη Ιταλία συμβαίνει το αντίθετο: Τιμάμε τους λάγνους, και μπράβο τους. Μα δεν είναι υπέροχο;».

Μιας και έπεσε από νωρίς το όνομα του Μπερλουσκόνι στο τραπέζι, αναφέρομαι στο «αστείο» του ιταλού πρωθυπουργού προς τους σεισμοπαθείς της Λ’ Ακουίλα, να δουν την κατάστασή τους σαν ένα Σαββατοκύριακο στο κάμπινγκ.

«Η αλήθεια είναι πως πρέπει να προσέχουμε πότε λέμε και πώς λέμε κάποια πράγματα. Τα συνηθίζει αυτά ο κύριος πρωθυπουργός, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως αυτή τη φορά συμπεριφέρθηκε καλά. Οχι πως εμένα μ’ αρέσει ο Μπερλουσκόνι. Δουλειά του κωμικού, πάντως, είναι να σατιρίζει όσους έχουν εξουσία. Και ο Μπερλουσκόνι έχει πολλή. Τα πάντα βρίσκονται στα χέρια του».

  • Του την παραχώρησαν μαζικά οι συμπατριώτες σας.

«Τον ψηφίζουν! Και πώς τον ψηφίζουν Χριστέ μου- με χέρια και με πόδια! Είναι κάτι που μου χαλάει τη διάθεση. Γιατί, βλέπετε, αγαπώ τους Ιταλούς, την Ιταλία, νιώθω 100% Ιταλός. Εως θανάτου. Ωστόσο ο Μπερλουσκόνι έχει τεράστιο λαϊκό έρεισμα. Ισως διότι δεν υπάρχει αντιπολίτευση. Στην παράσταση αναφέρομαι πολύ σ’ αυτόν. Στο εξωτερικό, όσο και στην Ιταλία, αρκεί να πεις το όνομά του και το κοινό ξεσπάει αμέσως στα γέλια. Εγγυημένα! Οι ξένοι συνάδελφοί μου με ζηλεύουν. Λένε πως είμαι τυχερός απλώς και μόνο επειδή υπάρχει».

Η φτώχεια

Παιδί πάμπτωχης οικογένειας αγροτών, ο Μπενίνι μεγάλωσε στην Τοσκάνη, ζώντας σ’ ένα δωμάτιο στο οποίο δίπλα υπήρχε ο στάβλος ενός τσίρκου: «Η οικογένειά μου ήταν αγροτική, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε δική του γη. Εψαχνε καθημερινά για δουλειά, αφήνοντας σπίτι τη μητέρα μου, εμένα και τις τρεις αδελφές μου. Είχαμε μόνο ένα κρεβάτι και για τα τέσσερα παιδιά. Εκτοτε δεν έχει τύχει να κοιμηθώ ξανά με τρεις γυναίκες», σχολιάζει γελώντας. Η καριέρα του στη σκηνή ξεκίνησε ακριβώς από το τσίρκο, όπου για ένα μήνα εργάστηκε ως… βοηθός μάγου. Στην εφηβεία του αρχίζει να συνθέτει πάνω στον καμβά της ντόπιας ποιητικής παράδοσης, εισάγοντας νέους τρόπους και απαγγέλλοντας δημόσια.

  • Μετά, φεύγει για τη Ρώμη, όπου, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αρχίζει να κάνει πειραματικό θέατρο:

«Αρχικά ήμουν ερωτευμένος με το τσίρκο. Οπως και ο Φελίνι, με τον οποίο δούλεψα πολύ αργότερα. Στη Ρώμη πήγα στα 18 μου. Ηταν χρόνια μεγάλων πολιτικών αναταραχών. Θυμάμαι το συγκρότημα των Ιντι Ιλιμάνι και τα συνθήματα κατά της χούντας, αρχικά για την Ελλάδα και μετά για τη Χιλή. Στο μεταξύ δούλευα στο θέατρο, όπου είναι ζήτημα αν έρχονταν καμιά δεκαριά θεατές να μας δουν», θυμάται.

  • Και πώς ζούσατε;

«Δύσκολα, αλλά ήταν από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Η φτώχεια άλλωστε είναι η μητέρα όλων των αγαθών. Υπήρχε τότε συγκίνηση, δύναμη και ομορφιά».

  • Στις ερμηνείες σας διατηρείτε τις μνήμες των κλόουν. Οπως ο Τοτό ή ο Τσάπλιν ή η Τζουλιέτα Μασίνα στο «Δρόμο» του Φελίνι.

«Εκείνοι ήσαν τεράστιοι κλόουν, δώρα της φύσης. Και η Τζουλιέτα ήταν υπέροχη. Ο Τοτό κι εκείνη: δύο φιγούρες αξέχαστες. Σαν αριστούργημα της Αναγέννησης. Αποσβολώνεσαι από την ομορφιά».

Η σχέση του Μπενίνι με τον Φεντερίκο Φελίνι τον έχει καθορίσει: «Δουλέψαμε μαζί μόνο σε μια ταινία, τη »Φωνή του φεγγαριού», αλλά επί δέκα χρόνια ήμασταν σχεδόν κάθε μέρα μαζί. Ηταν ο δάσκαλός μου, ό,τι κι ο Βιργίλιος για τον Δάντη. Ο Φελίνι ήταν ένα από τα πιο υπέροχα, μυστηριώδη πρόσωπα που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Μια φυσική δύναμη, μια αληθινή μεγαλοφυΐα. Κατάλαβα τι σημαίνει η λέξη μεγαλοφυΐα όταν τον γνώρισα. Μ’ αγαπούσε όπως μπορείς ν’ αγαπάς έναν κλόουν. Στο πλατό με μεταχειριζόταν σαν πολύτιμο αντικείμενο. Λάτρευε ατέλειωτα τους κλόουν και τις γυναίκες. Δεν επαναλαμβάνεται αυτός ο άνθρωπος», λέει.

  • Ομως αγαπάτε ιδιαίτερα και τον Μπουνιουέλ.

«Ναι, διότι έκανε ταινίες με τον ίδιο τρόπο που ονειρευόταν. Οταν βλέπεις τη δουλειά του είναι σα να βλέπεις κινηματογραφημένα όνειρα. Η κίνηση της κινηματογραφικής μηχανής αποκτούσε κομψότητα στα χέρια του».

Επιστρέφοντας στην παράσταση του Μεγάρου, ο Μπενίνι επισημαίνει ότι το «Tutto Dante» ουσιαστικά γεννήθηκε στην Ελλάδα: Είχε ασχοληθεί για πρώτη φορά με το θέμα τον Ιούνιο του 2006, κατόπιν παραγγελίας του οργανισμού της «Πάτρας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας», με υλικό του όμως την 26η Ωδή της «Θείας Κωμωδίας». «Φταίνε οι Ελληνες που το αποφάσισα, και τους το χρωστάω. Η περιοδεία στην Ιταλία θύμιζε ροκ συγκρότημα. Μας έβλεπαν ανά παράσταση περί τους 8.000 θεατές, ενώ

«Δεν είναι αλήθεια. Δεν την ονόμασε τυχαία »κωμωδία» ο ποιητής. Υπάρχουν στιγμές που γεννά το γέλιο αβίαστα. Κι εγώ, περισσότερο από Ιταλός, είμαι κάτοικος της Τοσκάνης. Γεννήθηκα σ’ ένα λαϊκό σπίτι, όπου γνωρίζαμε τον Δάντη. Δεν έγραψε για την ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά για το λαό, ήθελε να τον διαβάζουν όλοι».

  • Πώς «χτίζετε» ένα αστείο;

«Συχνά αυτοσχεδιάζω. Μιλάω για τα τελευταία γεγονότα, για την πόλη όπου βρίσκομαι, ύστερα αναφέρομαι στην πολιτική κατάσταση κι ύστερα μπαίνω στη «Θεία Κωμωδία», κι είναι σαν να εξακολουθώ να μιλάω για τους καιρούς μας, ενώ την ίδια ώρα ακούγεται το μεγαλείο και η ομορφιά της ποίησης».

  • Θα κάνατε χιούμορ με την ποίηση;

«Οχι, η ποίηση είναι ιερή. Ο Μπαλζάκ έλεγε ότι μπορούμε να κάνουμε χιούμορ με τα πάντα αλλά όχι με την ποίηση. Υπάρχει, όμως, ένας ελαφρύς, λαϊκός τρόπος να την πλησιάσουμε, ο τρόπος ακριβώς που ζητούσε ο Δάντης, διότι ο ποιητής ήθελε να την ξέρουν όλοι από μνήμης, να τη γνωρίζουν όλοι. Κι έτσι την πλησιάζουμε, όχι με ιερόσυλη διάθεση αλλά με πρόθεση να την κάνουμε ν’ ανθίσει περισσότερο».

  • Ανάμεσα στο κοινό σας υπάρχουν νέοι άνθρωποι;

«Πρόσφατα στο Λονδίνο το θέατρο ήταν γεμάτο από νέους. Βλέπω το κίνημά τους θετικά. Είναι πολύ καλύτεροι από εμάς, πολύ πιο μπροστά. Εχουν πολύ καλύτερη σχέση με τα βαθύτερα συναισθήματά τους, μιλάνε για τον έρωτα και δεν ντρέπονται. Νομίζω πως οι γενιές γίνονται όλο και πιο καλές».

  • Νέος σχετικά είναι και ο τωρινός πρόεδρος των ΗΠΑ.

«Ο Ομπάμα είναι σίγουρα προοδευτικός και σίγουρα αποτελεί ελπίδα. Εκπέμπει θετική ενέργεια. Το βλέμμα του και το χαμόγελό του δεν γίνεται να ψεύδονται. Η εκλογή του σηματοδοτεί κάτι εκπληκτικό, το οποίο δεν νομίζω πως έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει».

  • Η αναφορά στις ΗΠΑ φέρνει στο νου τη βραδιά που ο συνομιλητής μου κέρδισε το Οσκαρ. Να τι λέει:

«Δεν το περίμενα. Μου είχαν πει ότι υπήρχαν κάποιες πιθανότητες, αλλά δεν μπορούσα να το πιστέψω. Οταν άκουσα τη Σοφία Λόρεν να λέει το όνομά μου, δεν ήθελα απλώς να ανέβω στις καρέκλες, ήθελα να πετάξω για να φτάσω στη σκηνή! Δηλαδή προσπάθησα να πετάξω, να πηδήξω από την πολυθρόνα μου. Μόνο έτσι μπορούσα να εκφράσω όλη μου τη χαρά, την ενέργειά μου, τις ευχαριστίες μου. Οταν σου δίνουν αυτό το βραβείο είναι σαν να κάνεις έρωτα».

  • Πάντα έτσι είστε στη ζωή σας;

«Οχι, θα με είχε σκοτώσει όλη αυτή η ενέργεια».

  • Το πλατύ κοινό έχει πάντα κατά νου πως η κωμωδία έρχεται δεύτερη σε σχέση με το δράμα.

«Μα τι λέμε τώρα; Η κωμωδία είναι μια δύσκολη βασίλισσα. Ο Αριστοτέλης το είπε πρώτος. Κι ο Βιργίλιος το αναφέρει 470 φορές. Η κωμωδία είναι η δυσκολότερη αλλά και η πιο όμορφη μορφή θεάτρου».

  • Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ έναν νέο κωμικό;

«Συμβουλές μόνο ο Ιησούς Χριστός έδινε. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως η δουλειά μας είναι πολύ κουραστική. Κι ότι δεν πρέπει να δείχνουμε την κούραση, αλλά πρέπει να είμαστε χαμογελαστοί και απλοί. Αυτή είναι και η τέχνη της ζωής». *

  • Επτά, Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Στο ξενοδοχείο «Fresh» συναντώνται ο Διαμαντής Καραναστάσης και η Κατερίνα Λυπηρίδου και μας αφηγούνται την «Πορνογραφική σχέση» τους.

Στο ξενοδοχείο «Fresh» συναντώνται ο Διαμαντής Καραναστάσης και η Κατερίνα Λυπηρίδου και μας αφηγούνται την «Πορνογραφική σχέση» τους.
  • Ενας άνδρας, μια γυναίκα και ένα… ξενοδοχείο πρωταγωνιστούν στο έργο του Μπλαμπάν «Μια πορνογραφική σχέση», που σκηνοθετεί η Μαριάννα Κάλμπαρη, στο «Fresh Hotel» έως 31/5. Ενας άντρας και μια γυναίκα γνωρίζονται μέσω ερωτικής αγγελίας με στόχο την πραγματοποίηση μιας ακραίας ερωτικής φαντασίωσης. Κρατώντας μυστική ο ένας από τον άλλο την ταυτότητά τους, αρχίζουν να συναντιούνται τακτικά σε ένα ξενοδοχείο. Δεν θ’ αργήσουν όμως να έρθουν αντιμέτωποι με την πιο ακραία από όλες τις φαντασιώσεις: τον ίδιο τον έρωτα. Θα τον τολμήσουν; Η απάντηση δίνεται επί σκηνής ή καλύτερα εντός του ξενοδοχείου «Fresh» (Σοφοκλέους 26 και Κλεισθένους), όπου η Μαριάννα Κάλμπαρη και οι συνεργάτες της στην εταιρεία θεάτρου «Συνενοχή» παρουσιάζουν το έργο του Φιλίπ Μπλαμπάν, «Μια πορνογραφική σχέση». «Χίλιες φορές καλύτερα να λιώσεις από έρωτα και απελ­πισία παρά να μείνεις δυνατός, ατσαλάκωτος και… κουλ. Αυτό πιστεύει και ο συγγραφέας της «Πορνογραφικής σχέσης»», λέει η Μαριάννα Κάλμπαρη.

«Χίλιες φορές καλύτερα να λιώσεις από έρωτα και απελ­πισία παρά να μείνεις δυνατός, ατσαλάκωτος και... κουλ. Αυτό πιστεύει και ο συγγραφέας της  Πορνογραφικής σχέσης », λέει η Μαριάννα Κάλμπαρη.

  • Το έργο -που αποτελεί θεατρική μεταφορά (από τον ίδιο τον σεναριογράφο Φιλίπ Μπλαμπάν) της γνωστής γαλλικής ταινίας του 1999 «Μια πορνογραφική σχέση» (Une liaison pornographique) σκηνοθεσία Φρεντερίκ Φοντέν- ανεβαίνει, σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη, σε πανελλήνια πρώτη στο ξενοδοχείο «Fresh», έναν χώρο ιδιαίτερης αισθητικής στο κέντρο της Αθήνας, που λειτουργεί σαν φυσικό σκηνικό της παράστασης. Οι παραστάσεις θα δοθούν από τις 30 Απριλίου έως τις 31 Μαΐου.

Στην παράσταση ο άντρας και η γυναίκα επιχειρούν να ανασυνθέσουν ενώπιόν μας την ιστορία τους μέσα από ένα παιχνίδι μνήμης. Τι συνέβη μεταξύ τους; Πότε και πώς συνέβη; Και κυρίως, τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους τώρα;

  • Την αλήθεια γνωρίζει ίσως καλύτερα από όλους ο έτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας, το ξενοδοχείο στο οποίο γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν. Μέσα στους χώρους του, θα τη μάθουμε κι εμείς… Για όσους έχουν δει την ταινία, η «θεατρική μεταφορά είναι πολύ κοντά στο σενάριο. Ομως το κείμενο φαίνεται ότι έχει γραφτεί από άνθρωπο που γνωρίζει καλά το θέατρο (ο συγγραφέας έχει γράψει πολλά και ενδιαφέροντα θεατρικά έργα)» εξηγεί η Μαριάννα Κάλμπαρη.

­Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

  • Μαριάννα Κάλμπαρη: Είχα δει την ταινία όταν πρωτοβγήκε (1999) και μου είχε κάνει εντύπωση. Την είχα στο μυαλό μου. Πριν από δύο χρόνια περίπου θέλησα να κάνω τη θεατρική μεταφορά. Εμαθα ότι ο ίδιος ο σεναριογράφος, Φιλίπ Μπλαμπάν, την είχε ήδη κάνει και μάλιστα πολύ επιτυχημένα (το έργο πρωτοανέβηκε στο Βέλγιο το 2002. Τελευταία παραγωγή του έγινε στo Παρίσι το 2007-8.) Πρότεινα λοιπόν το έργο στη «Συνενοχή», τη θεατρική εταιρεία που έχουμε ιδρύσει με τον Διαμαντή Καραναστάση, τον Νέστορα Κοψιδά και την Κατερίνα Λυπηρίδου. Ενθουσιάστηκαν.

Τι πραγματεύεται η «Πορνογραφική σχέση»;

  • Τον έρωτα, ή μάλλον τον φόβο του έρωτα, κάτι που γνωρίζει πολύ καλά η εποχή μας. Δύο άνθρωποι, όπως εκατομμύρια κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο, γνωρίζονται μέσω μιας ερωτικής αγγελίας. Εκείνος ισχυρίζεται ότι βρήκε την αγγελία της σε ένα πορνοπεριοδικό. Εκείνη επιμένει ότι γνωρίστηκαν μέσω Ιντερνετ. Τι σημασία έχει ποια είναι η αλήθεια αφού τελικά -όπως και στις περισσότερες σχέσεις- ο καθένας θυμάται τα πράγματα όπως θέλει ή όπως τον βολεύουν; Η ουσία είναι ότι αρχικά αυτό που ζητάνε και οι δύο είναι να ικανοποιήσουν μια ιδιαιτέρως ακραία ερωτική τους φαντασίωση. Αρχίζουν να συναντιούνται τακτικά σε ένα ξενοδοχείο, δύο άγνωστοι που το μόνο που ζητάνε ο ένας από τον άλλον είναι: «σεξ, μόνο σεξ, τίποτε άλλο εκτός από σεξ». Συμφωνούν μάλιστα να μην αποκαλύψουν κανένα προσωπικό τους στοιχείο. Μια «πορνογραφική σχέση» όπως η δική τους δεν χωράει ονόματα, επίθετα, επαγγέλματα, ιδιότητες… Κανένα προσωπικό δεδομένο. Κανένα συναίσθημα. Τίποτε «από αυτά που οι άλλοι αποκαλούν κανονικό».

Πόσον καιρό όμως μια σχέση μπορεί να παραμείνει αμιγώς «πορνογραφική»;

  • Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θέτει το έργο. Οπως επίσης και το «πόσον καιρό μπορεί κανείς να απαγορεύει στον εαυτό του να αισθανθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από ηδονή;». Ενας δυνατός έρωτας γεννιέται ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους. Και μαζί ο φόβος «να αισθανθώ». Ο φόβος «να μη φανώ γελοίος». Ο φόβος «να ξεγυμνώσω» την καρδιά μου. Γιατί ναι, πιο εύκολα ξεγυμνώνει κανείς σήμερα το σώμα του παρά την καρδιά του… Οι δύο εραστές γρήγορα συνειδητοποιούν ότι ο έρωτας είναι πολύ πιο επικίνδυνος και τολμηρός από την περίφημη φαντασίωσή τους. Και έτσι οδηγούνται στο ερώτημα: έχουν τα κότσια να τον ζήσουν;

Εχουν; Τι συμβαίνει τελικά;

  • Εδώ βρίσκεται το «κλειδί» της όλης ιστορίας. Ανεβάζουμε το συγκεκριμένο έργο, γιατί μας αρέσει -συν τοις άλλοις- ο τρόπος με τον οποίο μιλάει για τον φόβο που νιώθει κανείς, όταν ερωτεύεται. Εναν φόβο παιδιάστικο σχεδόν… Γιατί τελικά τι μπορεί να πάθει κανείς αν ερωτευτεί; Το πολύ πολύ… να φάει τα μούτρα του, έτσι δεν είναι; Να προδοθεί. Να πονέσει. Να πληγωθεί. Ε, και; Χίλιες φορές καλύτερα να λιώσεις από έρωτα και απελπισία παρά να μείνεις δυνατός, ατσαλάκωτος, αλύγιστος, αλώβητος και… κουλ, όπως προστάζει η εποχή μας. Αυτό τουλάχιστον πιστεύουμε εμείς. Και ο συγγραφέας της «πορνογραφικής σχέσης». Και η παράσταση που θέλουμε να κάνουμε…

Ανεβάζετε την παράσταση στον χώρο ενός ξενοδοχείου. Γιατί αυτή η επιλογή; Αποτελεί μήπως μια προσπάθεια να ξεφύγετε από τον «συμβατικό» χώρο της σκηνής ενός θεάτρου ή καταθέτετε την ανάγκη σας να «ζωντανέψετε» το κείμενο με έναν τρόπο σχεδόν «ρεαλιστικό»;

  • Ολο σχεδόν το έργο διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Θα μου πείτε και τι μ’ αυτό; Ενα ξενοδοχείο όμως δεν είναι οποιοσδήποτε χώρος, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Πάντα με γοήτευαν τα ξενοδοχεία. Εχουν μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Μια φορτισμένη ατμόσφαιρα. Φιλοξενούν καθημερινά τόσους ανθρώπους περαστικούς. Τόσες σχέσεις. Τόσες ιστορίες πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων… Τόσους έρωτες πάνω στα καλοστρωμένα κρεβάτια…

Στην παράσταση, οι δύο πρωταγωνιστές επιστρέφουν στο ξενοδοχείο όπου γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν. Θέλουν να μιλήσουν για την ιστορία τους. Να τη μοιραστούν μαζί μας.

  • Ο χώρος θα ξυπνήσει τη μνήμη τους. Θα τους πει «Δεν είναι έτσι όπως τα θυμάστε τα πράγματα. Αλλη είναι η αλήθεια». Κι εκείνοι, μπροστά μας θα ξαναζήσουν αυτό που πραγματικά συνέβη μεταξύ τους… Το ξενοδοχείο «Fresh» είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χώρος. Σχεδόν θεατρικός. Ενας χώρος στον οποίο θα μπορούσαν να είχαν βρεθεί αυτοί οι δύο άνθρωποι. Ενας χώρος που παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία μας και στον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να την αφηγηθούμε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

  • «Μια πορνογραφική σχέση» του Φιλίπ Μπλαμπάν, στο «Fresh Hotel» (Σοφοκλέους 26 και Κλεισθένους), από την εταιρεία θεάτρου «Συνενοχή».
  • Μετάφραση: Ιωάννα Μαντζαβίνου. Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη. Σκηνικά – κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης. Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς. Πρωταγωνιστούν: Διαμαντής Καραναστάσης, Κατερίνα Λυπηρίδου. Παραστάσεις: Τετάρτη έως Κυριακή, 9.15 μ.μ. Εισιτήρια: € 23 (με ποτό), € 18 (μειωμένο με ποτό). Διάρκεια: 1.10’. Παραστάσεις: 30 Απριλίου έως 31 Μαΐου.
  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 25/04/2009
«Είναι... κωμικός ο Μπερλουσκόνι!»
  • «Εσείς οι Ελληνες μου δώσατε δύναμη να συνεχίσω» λέει ο Ρομπέρτο Μπενίνι που μιλάει για την παράσταση «Τα πάντα για τον Δάντη» αλλά και για πολιτική. «Tutto Dantu». «Τα πάντα για τον Δάντη». Οχι, δεν πρόκειται για τίτλο λογοτεχνικής μελέτης, αλλά για το επιτυχημένο «one man show» που παρουσιάζει εδώ και τρία χρόνια ο 57χρονος Ιταλός κωμικός Ρομπέρτο Μπενίνι σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Με ένα διαφορετικό, κάθε φορά, απόσπασμα από τη «Θεία κωμωδία» του Δάντη. Επόμενος σταθμός Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, για δύο βραδιές, 5 και 6 Μαΐου. Αντικείμενο του μονολόγου, το 5ο κάντο από το κλασικό έργο, που πραγματεύεται βασικά τις έννοιες της αγάπης και της απληστίας. Στην τηλεφωνική μας κουβέντα, η πρόσχαρη, ενθουσιώδης φωνή του αεικίνητου Ιταλιάνου μας φέρνει στον νου την αξέχαστη εκείνη οσκαρική βραδιά, όταν χοροπηδούσε πάνω στα καθίσματα του Ντόροθι Τσάντλερ Παβίλιον μετά τη βράβευσή του για το «Η ζωή είναι ωραία»…

Είναι η δεύτερη φορά που έρχεστε στη χώρα μας για δουλειά, τρία χρόνια μετά την παράσταση στην Πάτρα…

  • Ναι. Εχει όμως σημασία να πω ότι ήταν η πρώτη μου φορά με έργο του Δάντη και παγκόσμια πρεμιέρα, επίσης, στην Ελλάδα για μια παράσταση που έμελλε να περιοδεύσω.

Πώς είχε ανταποκριθεί τότε το ελληνικό κοινό;

  • Ω, δεν φαντάζεστε! Ηταν η πρώτη μου φορά, ήμουν ενθουσιασμένος, συγκινημένος, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Το 90% του κοινού στο Ρωμαϊκό Ωδείο ήταν φυσικά Ελληνες και φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τα ιταλικά ή τα αγγλικά, ακόμα και τα ελληνικά μου, στην αρχή που έκανα τον χαιρετισμό. Παρουσίασα το 26ο κάντο από τη «Θεία Κωμωδία», ένα από τα γνωστότερα στον κόσμο, αληθινά όμορφο. Με δέχτηκαν με τόση αγάπη που δεν το πίστευα. Χειροκροτούσαν όρθιοι. Οι Ελληνες μου έδωσαν δύναμη και ορμή να συνεχίσω.

Κατά πόσο παρεμβαίνετε στο κείμενο, από πλευράς εκμοντερνισμού, στη νέα παράσταση;

  • Στον βαθμό που να μη δείχνω ασέβεια στον ποιητή, μιλάω πολύ για τη σύγχρονη εποχή. Τα πρώτα 45′ αναφέρομαι κυρίως στη σημερινή πολιτική. Στον Μπερλουσκόνι, που γνωρίζω καλά, στον Ομπάμα, στον Σαρκοζί και σε άλλα θέματα.

Τι πιστεύετε για τον Μπερλουσκόνι, που εκλέχτηκε αναπάντεχα τρίτη φορά πρωθυπουργός; Πόσο ικανός είναι ως πολιτικός;

  • Το κομμάτι της Ιταλίας που αντιπροσωπεύει μπορεί να μη μ’ αρέσει και τόσο, νομίζω πάντως ότι είναι ηγετική φυσιογνωμία κι επίσης σαν κωμικός θα μπορούσε να διαπρέψει. Με τον Δάντη αποφάσισα να ασχοληθώ όταν ο Μπερλουσκόνι δεν ήταν στην εξουσία, γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω! Και τώρα που είναι επικεφαλής, μιλάω πολύ γι’ αυτόν. Είναι ένας αρκετά περίπλοκος λόγος. Του Μπερλουσκόνι του αρέσει να φέρεται σαν κωμικός, κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Στη σύνοδο των ηγετών στο Λονδίνο φώναζε και χειροκροτούσε τον Ομπάμα σαν γνήσιος σόουμαν.

Κι αυτά που είπε στους σεισμοπαθείς στη Λάκουιλα, περί κάμπινγκ;…

  • Κοιτάξτε, νομίζω ότι το χειρίστηκε συνολικά πολύ καλά. Εδειξε πόσο συγκινημένος ήταν, έκανε όμως και πρακτικά πολλά πράγματα, διά του κυβερνητικού μηχανισμού.

Εχετε πει πως ποίηση δεν είναι μόνο ποιος τη γράφει, αλλά κυρίως ποιου το αυτί την ακούει…

  • Είναι αλήθεια. Δεν είναι μόνο η πένα και το μελάνι του ποιητή, αλλά και η αντίληψη του ακροατή. Κάτι σαν το μήλο. Αν δεν είμαστε ικανοί να το γευτούμε, το μήλο δεν έχει καμία αξία. Και η ποίηση είναι κάτι που πρέπει να «φαγωθεί».

Το ίδιο θα λέγατε και για τον κινηματογράφο;

  • Μόνο για τους ιδιοφυείς δημιουργούς. Μόνο αν και στο σινεμά υπάρχει έναςδημιουργός ανάλογος του Δάντη, του Ομήρου ή του Μότσαρτ, ας πούμε.

Οι δικοί σας αγαπημένοι ποιοι είναι;

  • Εγώ λατρεύω τον Φελίνι. Στο σινεμά είμαι κυρίως των κλασικών. Μ’ αρέσει πολύ ο Φορντ επίσης, ο Μπουνιουέλ…

Πάντως εσείς ο ίδιος ως δημιουργός έχετε να κάνετε σινεμά από την εποχή του «Ο τίγρης και το χιόνι»…

  • Σχεδιάζω κάτι καινούργιο, μια κωμωδία. Προς το παρόν πάντως, ασχολούμαι με τη «Θεία κωμωδία». Για ταινίες αφήνω το «θεία» και κρατάω μόνο την «κωμωδία».

Παρότι γίνατε διεθνώς γνωστός χάρη σε μια αμερικανική ταινία, το «Στην παγίδα του νόμου» του Τζιμ Τζάρμους, μετά τη βράβευσή σας με Οσκαρ το 1999, για το «Η ζωή είναι ωραία», δεν σας είδαμε σε καμιά αμερικανική ή έστω αγγλόφωνη ταινία. Είναι επιλογή σας;

  • Κατά κάποιον τρόπο. Μετά το Οσκαρ είχα αρκετές προτάσεις από μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ, αλλά το θέμα ήταν ότι μου ζητούσαν να πάω να ζήσω εκεί. Εμένα όμως οι ρίζες μου είναι στην Ιταλία, κι αυτό δεν αλλάζει. Χώρια που φοβόμουν και την τυποποίηση ως γραφικός Ιταλός.

ΣΕΞ, ΑΓΑΠΗ, ΑΠΛΗΣΤΕΙΑ

Για τη «Θεία κωμωδία» δεν έχετε ποτέ σκεφθεί κάποια κινηματογραφική προσαρμογή;

  • Οχι, αν και μου έχουν γίνει προτάσεις από διεθνείς παραγωγούς για απόπειρα διασκευής. Αλλά είναι αδύνατον. Πρόκειται για αριστούργημα που δημιουργήθηκε για να υπάρχει μόνο εκεί, στα βιβλία. Μονάχα για ένα κάντο θες τουλάχιστον μια τρίωρη ταινία. Στην παρούσα παράσταση, ασχολούμαι με το 6ο, που πραγματεύεται το σεξ, την αγάπη και την απληστία. Ειδικά το τελευταίο νομίζω πως είναι ένα θέμα που αφορά άμεσα την εποχή μας.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η παράσταση «Tutto Dante» του Ρομπέρτο Μπενίνι θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 5 και την Τετάρτη 6 Μαΐου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Τα εισιτήρια διατίθενται στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής και στην Ερμού 1, έναντι € 35 (φοιτητικό), € 50 (Γ’ ζώνη), € 70 (Β’ ζώνη), € 90 (Α’ ζώνη) και € 110 (VIP).

Πληροφορίες στο τηλ. 210-7258510 ή στο www.megaron.gr

ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ, ΕΘΝΟΣ, 25/04/2009

  • Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μιλάει για την πρώτη διετία, για τα προβλήματα, τα σχέδια και τον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

https://i1.wp.com/www.opam.gr/files/780922_b.jpg

Ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει έτοιμο το ρεπερτόριο της προσεχούς θεατρικής σεζόν, κλείνοντας έτσι τον πρώτο, τριετή, κύκλο καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου. Του χρόνου τέτοια εποχή θα ανανεώνεται ή όχι η σύμβασή του. Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε το τιμόνι της πρώτης σκηνής της χώρας μετά τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος, όπως ομολογεί, με τα μεγάλα προβλήματα του Εθνικού, ενώ παράλληλα οραματίζεται ένα θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Πιστεύει ότι με τη θεατρική περίοδο 2009-2010 θα ξεδιπλώσει ένα πρώτο όραμά του, ενώ μοιάζει να προειδοποιεί τους κρατούντες ότι δεν πρέπει να θεωρούν τίποτε δεδομένο. Άλλωστε επιμένει ότι ούτε έβαλε ούτε θα βάλει νερό στο κρασί του.

  • Κύριε Χουβαρδά, δύο χρόνια μετά, ποιο παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Εθνικού;

«Το οικονομικό, το οποίο αυτή τη στιγμή είναι οξύτατο. Εν γένει τα λεφτά που έπαιρνε επισήμως το Εθνικό δεν έφθαναν ποτέ. Συμπληρώνονταν όμως από τον ειδικό λογαριασμό, ο οποίος καταργήθηκε, με αποτέλεσμα το Εθνικό να χάσει αυτομάτως και ετησίως γύρω στο ενάμισι εκατομμύριο, παρά τη ρητή υπόσχεση ότι αυτό θα ενσωματωνόταν στον προϋπολογισμό. Το δεύτερο μεγάλο μείον είναι ότι με την παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ αυτομάτως υπάρχουν αυξημένα έξοδα που έχουν σχέση με προσωπικό και λειτουργικά του κτιρίου- και αυτά δεν δίδονται από πουθενά».

  • Η καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ;

«Αυτό είναι το τρίτο πρόβλημα: η κατά έναν χρόνο καθυστέρηση του κτιρίου μάς ανάγκασε να νοικιάσουμε χώρους της Πειραιώς 260 για να καλύψουμε ανάγκες. Ακόμη, στα προβλήματα θα προσέθετα ένα τέταρτο, που αφορά το ειδικό επίδομα που έπαιρνε το προσωπικό αορίστου χρόνου απευθείας από το ΥΠΠΟ και το οποίο με νόμο μεταφέρθηκε στους φορείς, δηλαδή στο Εθνικό Θέατρο, χωρίς, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να έχουμε πιστωθεί τα αντίστοιχα χρήματα. Και, πέμπτον, η δεύτερη δόση της χρονιάς, την οποία δεν έχουμε πάρει ακόμη, περικόπηκε από 2.075.000 ευρώ σε 1.660.000 ευρώ, κατά 415.000 ευρώ δηλαδή».

  • Γιατί συνέβη αυτό;

«Υποθέτω γιατί υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας. Αντ΄ αυτού μας είπαν “κάντε αίτηση για να τα πάρετε αργότερα”. Ακόμη κι αν συμβεί αυτό, υπάρχουν τα τέσσερα προηγούμενα προβλήματα που οδηγούν στο τεράστιο πρόβλημα της ρευστότητας».

  • Ποιο είναι το ποσό της επιχορήγησης;

«Εφέτος είναι 8.300.000 ευρώ ενώ πέρυσι ήταν 8.000.000 ευρώ. Δεν έγινε ούτε καν η αύξηση των μισθών».

  • Ποιες απαντήσεις σας δίνουν για το οικονομικό αυτό ζήτημα;

«Θα μου επιτρέψετε ακόμη να μην πω τίποτε γι΄ αυτό».

  • Προσπαθείτε να τα βρείτε;

«Ναι, προσπαθούμε. Αλλά το οικονομικό πρόβλημα του Εθνικού Θεάτρου είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και αυτό το ξέρουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι».

  • Αρα δεν είναι απλώς θέμα οικονομικής κρίσης;

«Οχι. Η κρίση το έχει επιτείνει. Από εμένα έχει διαγνωσθεί και κοινοποιηθεί προς τους αρμόδιους παράγοντες εδώ και ενάμιση χρόνο. Επιδεινώνεται κάθε μήνα που περνάει και δεν έχει γίνει τίποτε μέχρι στιγμής».

  • Είναι σαν να υπονοείτε ότι αυτό είναι μια στάση απέναντι στο θέατρο και στον πολιτισμό;

«Δεν μπορώ να πω κάτι επ΄ αυτού παραπάνω. Καθήκον μου είναι να το κάνω με επίσημο και αρμόδιο τρόπο. Καθήκον μου είναι να το διατυμπανίσω, να φωνάξω σε όλους τους τόνους ότι υπάρχει πρόβλημα πριν να είναι αργά».

  • Τι χρονικό περιθώριο έχετε δώσει στον εαυτό σας;

«Το μόνο σίγουρο που μπορώ να πω είναι ότι δεν ισχύει το “εγώ είμαι εδώ ό,τι κι αν γίνει”. Τίποτε άλλο».

  • Και αυτό το έχετε κάνει σαφές στους αρμοδίους;

«Βεβαίως, βεβαίως».

  • Η σύμβασή σας λήγει σε έναν χρόνο,τον Απρίλιο του 2010,οπότε τότε θα μελετήσετε ξανά τα πράγματα;

«Αν τα πράγματα είναι φυσιολογικά. Αν επιστρέψουμε σε μια φυσιολογική χρηματοδότηση θα το ξαναδώ, όπως και εκείνοι, ασφαλώς. Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο. Με την ευκαιρία θα ήθελα να προσθέσω ότι με τα θεσμικά προβλήματα του Εθνικού δεν έχει κανείς ασχοληθεί».

  • Δηλαδή;

«Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει τριετή θητεία κτλ. Εγώ ανέλαβα μέσα σε μια δύσκολη συγκυρία και σπρώχθηκα αμέσως στα βαθιά νερά. Εναν-δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας μου, αν εγώ δεν θέλω να παραμείνω ή αν το υπουργείο θέλει να με αλλάξει, θα κληθεί κάποιος άλλος εκείνη τη στιγμή να το αναλάβει. Πιθανότατα έχοντας κάνει εγώ προγραμματισμό να τον φορτωθεί και χωρίς να έχει καμία περίοδο ενημέρωσης ή χάριτος θα πέσει και εκείνος στα βαθιά νερά, ενώ εγώ δεν θα μπορώ να κοιτάξω επαγγελματικά τον εαυτό μου. Τρελά πράγματα. Επειδή η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που αποφασίζουν για αυτά δεν έχει ζήσει άλλον διευθυντή εκτός από τον Κούρκουλο και άλλη αλλαγή σκυτάλης πλην του Κούρκουλου στον Κούρκουλο, δεν έχουν καταλάβει ότι έτσι δεν γίνονται τα πράγματα…».

  • Σαν να είστε ισόβιοι…

«Σαν τον Αρχιεπίσκοπο… Δεν γίνεται από πρόθεση. Απλώς κανένας δεν έχει δώσει σημασία».

  • Αρα δεν μπορείτε να σχεδιάσετε το μέλλον του Εθνικού;

«Για τη σεζόν 2009-2010 είμαστε στο στάδιο των υπογραφών. Αρα, ακόμη και αν οι συνθήκες ήταν απόλυτα κανονικές, για να μπορέσω να πλησιάσω έστω στο μικρό δαχτυλάκι των ευρωπαϊκών θεάτρων, θα έπρεπε μέσα σε δύο μήνες να αρχίσω να σκέπτομαι την περίοδο 2010-2011. Πώς να το κάνω όμως αφού δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ… Και πώς επιτέλους θα γίνουμε θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών; Πώς να πλησιάσω κάποιους ξένους σκηνοθέτες οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν για μετά από τρία-τέσσερα χρόνια… Γιατί στο εξωτερικό τα συμβόλαια είναι πενταετή, με ρήτρα να συζητηθεί η ανανέωση του καλλιτεχνικού διευθυντή δύο ή και τρία χρόνια προτού λήξει η θητεία…».

  • Εσείς δεν έχετε τέτοιες δυνατότητες;

«Οχι, γιατί δεν υπάρχει καν συμβόλαιο. Η θέση είναι διορισμός. Είσαι μετακλητός κρατικός υπάλληλος. Γιατί υπάρχει αυτή η ανόητη προκατάληψη ότι πρόκειται για πολιτικό διορισμό με τη γραφειοκρατική έννοια. Δεν είναι κομματικό, είναι πολιτικό. Κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή είναι θέση όχι όπως του ειδικού γραμματέα ή του συμβούλου του υπουργείου… Είναι ένας καλλιτέχνης και πρέπει να έχει σύμβαση και υποχρεώσεις…».

  • Μέσα σε αυτή τη διετία μετανιώσατε για το βήμα που κάνατε;

«Ούτε σ΄ αυτό μπορώ να σας απαντήσω».

  • Τι δεν περιμένατε αναλαμβάνοντας το Εθνικό;

«Αυτό που δεν περίμενα ήταν η τρομακτική καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ. Επρεπε να πάρω πολύ γρήγορα την απόφαση- ή τώρα ή ποτέ. Μιλούσαμε για μια απλή ανακαίνιση ενώ επρόκειτο για μια πλήρη ανακατασκευή εκ βάθρων, συν ένα καινούργιο κτίριο στην πίσω πλευρά. Τα δεδομένα άλλαξαν. Δεν φταίει κανείς γι΄ αυτό, φταίει ότι δεν ήμουν ενημερωμένος. Δεν θέλω να ρίξω ευθύνες σε κανέναν. Εν τινι μέτρω ήταν αντικειμενικοί οι λόγοι που οδήγησαν σ΄ αυτή την καθυστέρηση. Μπαίνοντας εδώ πάντως δεν ήθελα να κάνω τον επιβλέποντα σε ένα εργοτάξιο. Γιατί αυτό με απασχόλησε το 50% του χρόνου μου, ενώ ένα 30% είναι τα οργανωτικά και τα οικονομικά και ένα 20%- και το λέω πολύ γενναιόδωρα ασχολούμαι με τα καλλιτεχνικά, από τον οραματισμό ως τον ρόλο».

  • Η καθυστέρηση παράδοσης κόστισε και καλλιτεχνικά;

«Αναμφισβήτητα. Το ότι καταφέραμε και παίξαμε αυτά τα έργα στην Πειραιώς ήταν ένας τεράστιος άθλος, τον οποίο πρωτίστως θέλω να πιστώσω στο τεχνικό και γενικότερα στο προσωπικό του Εθνικού και δευτερευόντως στους ηθοποιούς. Μας κόστισε και οικονομικά και καλλιτεχνικά και σε χρόνο. “Ο κλήρος του μεσημεριού”, που ήταν μια εκπληκτική παράσταση, είχε συλληφθεί ακριβώς για την Κεντρική Σκηνή του Τσίλλερ».

  • Με αφορμή τον «Κλήρο» και τους καλοκαιρινούς «Πέρσες» συζητήθηκε αρνητικά η μετάκληση σκηνοθετών από το εξωτερικό με έτοιμες παραστάσεις που «φορέθηκαν» σε έλληνες ηθοποιούς.

«Κατ΄ αρχάς να ξεκαθαρίσω ότι τους “Πέρσες” ο Γκότσεφ τους ξαναστήνει από την αρχή- στη Γερμανία η παράσταση ήταν με τέσσερις ηθοποιούς, εδώ μιλάμε για 18μελή θίασο. Μόνο το σκηνικό εργαλείο έχει κοινή αφετηρία με την παράσταση της Γερμανίας. Ως προς τον “Κλήρο”, που παίχθηκε πριν από τρία χρόνια με πολύ μεγάλη επιτυχία, είχε ως ερέθισμα τη συνεργασία με τον Γιόσι Βίλερ. Λόγω περιορισμένου χρόνου ο ίδιος το πρότεινε γιατί το είχε ανεβάσει και μπορούσε να το συνδυάσει στο πρόγραμμά του μαζί με τη συνεργάτιδά του. Αλλά φτιάχθηκε από την αρχή. Δεν ήταν κόπια γιατί σκηνοθέτες όπως ο Βίλερ εξαρτούν την πνοή της παράστασης από τους ηθοποιούς τους. Ηταν μεγάλη επιτυχία που τον φέραμε.

Φυσικά και είμαι υπέρ της εξαρχής δημιουργίας μιας παράστασης, αλλά όταν πρόκειται για πολύ σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου κατανοώ ότι μπορεί να προτιμούν σε μια ξένη χώρα να κάνουν κάτι με το οποίο έχουν μια εξοικείωση. Αρκεί να μην το κάνουν πρόχειρα και εντελώς τυπικά, μόνο και μόνο για να πάρουν κάποια χρήματα ή για να προσθέσουν κάτι στο βιογραφικό τους. Οι δύο περιπτώσεις που αναφέρατε είναι ακριβώς το αντίθετο».

  • Είναι συμπτωματικό που και τις δύο σεζόν η δεύτερη περίοδος πάει καλύτερα από την πρώτη; Κάνατε λάθος επιλογές;

«Πιστεύω ότι είναι σύμπτωση. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν λάθος επιλογές. Επιμένω σ΄ αυτό. Οι επιλογές είναι επιλογές- δεν κρίνει το αποτέλεσμα τη σωστή ή τη λάθος επιλογή».

  • Σας απασχολεί το γιατί δεν άρεσε μια παράσταση;

«Φυσικά και με απασχολεί».

  • Σε σχέση με την πρώτη χρονιά πώς πάει εφέτος το Εθνικό;

«Η εφετινή χρονιά πιστεύω ότι θα είναι 15%-20% πάνω από πέρυσι».

  • Η προσεχής σεζόν μοιάζει να αναθεωρεί το απόλυτα πειραματικό που είχατε στο μυαλό σας αναλαμβάνοντας;

«Κοιτάξτε, ξεδιπλώνεται ένα όραμα, ένα ρεπερτόριο, σε μια πάροδο τριών ετών. Φυσικά λάθη γίνονται και αποτυχίες υπάρχουν. Αν με ρωτούσατε αν θα έκανα κάτι διαφορετικά, θα μπορούσα να πω “ναι” αλλά δεν θα μετάνιωνα που τότε έκανα τις συγκεκριμένες επιλογές γιατί έτσι πίστευα τότε. Μέσα στα τρία χρόνια έτσι ήθελα και θέλω να ξεδιπλωθεί το ρεπερτόριο».

  • Δεν επηρεαστήκατε από την ως τώρα πορεία του Εθνικού για να πάτε παρακάτω στον προγραμματισμό σας;

«Φυσικά κι αυτό συνέβη. Ερχόμενος εδώ είχα κάποιες ιδέες που ήθελα να κυριαρχήσουν για να δώσω την ταυτότητα. Οπότε δεν έκανα εξαρχής μια πολιτική ισορροπιών- κάπως πολιτικάντικη, να βάζεις λίγο απ΄ όλα. Πιστεύω ότι πρέπει πρώτα να δώσεις μια ταυτότητα και, δεν πειράζει, ας τρομάξει κάπως ο κόσμος στην αρχή. Μετά, σιγά σιγά, ακόμη και οι τρομαγμένοι είδαν ότι δεν ήταν και τόσο απόλυτα τα πράγματα. Και υπάρχει ο τρίτος παράγοντας- λίγο μπανάλ- ότι ανέλαβα από τη μία ημέρα στην άλλη και έπρεπε να κλείσω ρεπερτόριο. Δεν ήταν όλοι διαθέσιμοι. Και έτσι φθάνουμε σε ένα σημείο όπου άνθρωποι όπως ο Σταμάτης Φασουλής ή ο Γιάννης Μπέζος, με τους οποίους θα συνεργασθεί το Εθνικό του χρόνου, που μπορεί να είχαν και εκείνοι μια επιφυλακτική στάση στην αρχή, ήρθαν οι ίδιοι να κάνουν τις προτάσεις τους. Και αυτό έπαιξε τον ρόλο του. Από ένα σημείο και έπειτα υπήρξε ευκολότερη επικοινωνία με όλες τις καλές δυνάμεις του ελληνικού θεάτρου».

  • Χρειάστηκε να βάλετε νερό στο κρασί σας;

«Δεν έχω βάλει νερό στο κρασί μου ούτε πρόκειται. Δεν έχω λόγο. Δεν υπήρχε ποτέ αποκλεισμός. Συγκυρίες υπάρχουν. Πολλά θες και δεν μπορείς και άλλα μπορείς και δεν τα θες».

  • Μέσα στην οικονομική συγκυρία που περιγράψατε κάνετε όμως προσλήψεις. Θέλετε δικούς σας ανθρώπους μέσα στον μηχανισμό;

«Μεγαλεπήβολο ακούγεται. Δεν έχω τέτοια μεγαλεπήβολα σχέδια για το Εθνικό εγώ. Ισα-ίσα που προσπάθησα να αξιοποιήσω τους ανθρώπους που ήταν και είναι μέσα στο Εθνικό. Οι πρόσθετες προσλήψεις που έγιναν αφορούν την αναδιοργάνωση του γραφείου σκηνής, το οποίο είχε απαξιωθεί και αποδυναμωθεί και είναι ένας πολύ νευραλγικός τομέας- είναι η καρδιά μιας παράστασης. Επίσης αφορά τη στελέχωση του γραφείου παραγωγής- ένας σύγχρονος τρόπος παρακολούθησης μιας παράστασης από τη σύλληψή της ως την παράδοσή της στο κοινό».

  • Συνολικά για πόσες προσλήψεις μιλάμε;

«Γύρω στα 15 άτομα- και ίσως λέω πολλά. Επιπροσθέτως υπάρχουν άλλα δέκα άτομα που έχουν σχέση με το Κτίριο Τσίλλερ και θα προσληφθούν άλλα δέκα- είναι μεγάλες και ειδικές οι ανάγκες του Τσίλλερ. Είμαστε μια ιδιωτική επιχείρηση- δεν μπορεί να φύγει κανείς, μόνο προστίθενται και μάλιστα με το σταγονόμετρο. Το Εθνικό απέκτησε και δραματολόγο παράστασης πια».

  • Σας αντιπροσωπεύει σήμερα το Εθνικό, έτσι όπως συνέβαινε παλαιότερα με το Αμόρε;

«Καλλιτεχνικά νομίζω ναι».

  • Θα ξαναγυρνούσατε σε ένα μικρό θέατρο;

«Αυτό τώρα δεν μπορώ να το σκεφθώ καν».

  • Αν τα οικονομικά λυθούν, θα θέλατε να παραμείνετε στη διεύθυνση του Εθνικού;

«Είναι αρκετές προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύσουν ταυτόχρονα για να μου δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει ανάγκη να συνεχίσω εγώ και όχι κάποιος άλλος».

  • Ανάγκη για το οικοδόμημα ή δική σας ανάγκη;

«Και τα δύο». «Ο εφιάλτης της ευτυχίας»

  • Με το έργο της Αυστρο-μεξικάνας Ζυστίν ντελ Κόρτε ο Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει, ως σκηνοθέτης,τη δεύτερη, μετά τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», δουλειά του στο Εθνικό. Πρόκειται για ένα τολμηρό σχόλιο στις ανθρώπινες σχέσεις και τις όψεις της σύγχρονης καθημερινότητας, σε μια σπονδυλωτή παράσταση που διαθέτει χορό και τραγούδι. Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Στεφανία Γουλιώτη, Κόρα Καρβούνη, Ελένη Κοκκίδου, Ολγα Δαμάνη, Λουκία Μιχαλοπούλου, Εφη Παπαθεοδώρου, Ευθύμης Παπαδημητρίου, Προμηθέας Αλειφερόπουλος κ.ά.
  • Οπως λέει ο ίδιος: «Ο τίτλος είναι περισσότερο ειρωνικός,δεν θέλει να μας τρομάξει- ανάλογα βέβαια με το χιούμορ που διαθέτει κανείς. Διότι την ευτυχία πρέπει να τη βλέπει κανείς και με μια ελαφρότητα- αν τη δεις πολύ βαριά, καταλήγει εφιάλτης: ότι πρέπει να είσαι ευτυχισμένος. Πρόκειται για καταθέσεις και εξομολογήσεις, κυρίως γυναικών. Αφηγούνται στιγμές της ζωής τους που έχουν έμμεση ή άμεση σχέση με την ευτυχία. Παιδική ηλικία,οικογένεια,ερωτικά,σεξουαλικά, κοινωνικά, θάνατος, ό,τι αφορά τη ζωή μας, τελικά ό,τι δημιουργεί την εικόνα μιας σύγχρονης πραγματικότητας. Μας ταξιδεύει στα θέματα που μας απασχολούν και ως ψυχανάλυση. Στον ρόλο του ψυχαναλυτή είναι το κοινό.
  • Το επέλεξα γιατί εμπεριέχει κρύφια πράγματα,τολμηρές ψυχολογικά εξομολογήσεις,φέτες ζωής και γιατί ως φόρμα δεν την έχω συνηθίσει και με ενδιέφερε να δω πώς θα την κάνω θέατρο. Είναι μια ευτυχισμένη στιγμή από πλευράς συνένωσης καλλιτεχνικών δυνάμεων, γενεών. Ενας θαυμάσιος θίασος. Επίσης ήταν πολύ δημιουργικό να μπλεχθούν όλοι αυτοί οι διαφορετικοί ηθοποιοί για να υπηρετήσουν ένα έργο που και οι ίδιοι στην αρχή δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είναι».
Πρεμιέρα την Τετάρτη στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ, στις 21.00.
  • ΤΗΣ ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 26 Απριλίου 2009
  • Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αυτομολεί. Άλλοτε σκηνοθετώντας, άλλοτε ενισχύοντας προσπάθειες νέων ηθοποιών, άλλοτε κάνοντας κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό με το οποίο διανύει τον χειμώνα του επί σκηνής. Εφέτος ο Δημήτρης Καταλειφός αποφάσισε να ακολουθήσει την… τρίτη οδό. Συνεργάστηκε με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και ερμηνεύει ένα κείμενο του Σάμιουελ Μπέκετ, τον «Πρώτο έρωτα», το οποίο διασκευάστηκε και πήρε τη μορφή θεατρικού μονολόγου. Με τον μπεκετικό ρόλο στις βαλίτσες του ταξιδεύει από την Κοζάνη, όπου ήδη έδωσε παραστάσεις, στην Αθήνα, όπου θα τον δούμε από αύριο και για τρεις μόνο βραδιές στο θέατρο Αργώ, για να καταλήξει στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Αμαλία.
  • «Ήθελα να κάνω κάτι καινούργιο. Αυτή η πρόταση με ενδιέφερε και έχει ένα περίεργο παρασκήνιο. Το καλοκαίρι είχα πάει στην Αμερική και στο πλαίσιο ενός μικρού φεστιβάλ είδα την παράσταση του συγκεκριμένου έργου με πρωταγωνιστή τον Ρέιφ Φάινς. Επιστρέφοντας και έχοντας διανύσει έναν χειμώνα με το έργο του Ο΄ Νιλ για δεύτερη σεζόν σκέφτηκα ότι το συγκεκριμένο κείμενο θα ήταν πολύ καλή εμπειρία». Πρόκειται για ένα πεζό κείμενο του Μπέκετ που γράφτηκε το 1946 στα γαλλικά και το 1970 ο ίδιος το μετέφρασε στα αγγλικά. Ο ήρωας του έργου αφηγείται, θυμάται, δημιουργεί και αναδημιουργεί την ιστορία του πρώτου και μοναδικού του έρωτα, ο οποίος συνέβη πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν 25 χρόνων. Ακροβατεί ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο και η ιστορία της αγάπης του με μία γυναίκα, ή καλύτερα της αποτυχίας της, ξετυλίγεται μέσα από έναν σαρκαστικό και ενίοτε σπαρακτικό μονόλογο.
  • «Ο ήρωάς μου είναι περιθωριακός, άστεγος, ρακοσυλλέκτης. Διαθέτει στοιχεία από άλλους ήρωες του Μπέκετ,από τους πρωταγωνιστές των θεατρικών του, και κυρίως το περιθωριακό στοιχείο. Είναι ανένταχτος όμως. Διανύει μια πορεία ανάμεσα σε κυρίαρχα θέματα όπως είναι ο θάνατος του πατέρα του, η γέννησή του, ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα και η γέννηση του μωρού που ουσιαστικά τους οδηγεί στον χωρισμό. Στο έργο του Μπέκετ τα μόνα πράγματα για τα οποία είναι σίγουρος ο ήρωας είναι η γέννηση και ο θάνατος. Με τον έρωτα να αποτελεί ένα συνονθύλευμα από αβέβαιες μνήμες και επιλογές από αναρωτήσεις, άλλα φανταστικά, άλλα επινοημένα, άλλα να έχουν πραγματικά συμβεί. Εκεί είναι που εισβάλλει και η συγγραφική πλευρά του. Χαρακτηριστικά ο ήρωας στο πρώτο μέρος αποκαλεί τη γυναίκα Λουλού  ενώ στο δεύτερο την αποκαλεί Αννα…».

Πριν από περίπου έναν χρόνο ο Δημήτρης Καταλειφός μού είχε εκμυστηρευθεί την ανάγκη του να παίξει κωμωδία, να «ηρεμήσει» από τα συνεχόμενα δράματα. Η τωρινή επιλογή του έρχεται να τον διαψεύσει, κάτι που και ο ίδιος επιβεβαιώνει:

  • «Όταν φτάνεις στο διά ταύτα συγκινείσαι ανάλογα με την εποχή στην οποία βρίσκεσαι από κάποιο κείμενο. Με τον Μπέκετ, μετά την εμπειρία μου με τις “Ευτυχισμένες μέρες”, έχω μια ιδιαίτερη σχέση και πιστεύω ότι είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας του αιώνα μας. Βιώνω μια σπουδή επάνω στη δουλειά μου. Επιπλέον, όταν έχεις διαβεί το κατώφλι των πενήντα, πάντα σε συγκινεί ένας συγγραφέας ο οποίος καταπιάνεται με το θέμα της ύπαρξης».

Και πόσο αυτό το κατώφλι σε κάνει να αναθεωρείς το πριν και το μετά;

  • «Το τι έχεις κάνει ως τώρα στην ουσία δεν υπάρχει για εσένα τον ίδιο. Πάντα υπάρχει αυτό που είναι μπροστά σου. Ξεκινάς πάλι από την αρχή και τα προηγούμενα σ΄τα θυμίζει κάποιος άλλος, εσύ βρίσκεσαι πάντα μπροστά σε αυτό που έχεις να αντιμετωπίσεις. Δεν σκέφτομαι το πριν αλλά το τώρα και ονειρεύομαι το μετά. Αυτή τη νεανική ορμή και τον ενθουσιασμό τα έχω ακόμη, φυσικά χωρίς να παραλείπω τις εκάστοτε κρίσεις μου, που όλοι λίγο-πολύ περνάμε».

Η επόμενη σεζόν τον βρίσκει αναποφάσιστο αλλά όχι αγχωμένο.

  • «Συζητάμε με τον Αντώνη Αντύπα αλλά δεν έχουμε καταλήξει. Έχω και κάποιες άλλες κουβέντες, ακόμη όμως δεν έχω πάρει κάποια απόφαση. Θα δούμε. Δεν αγχώνομαι άλλωστε. Θα επιλέξω αυτό που θα μου αρέσει. Πρέπει να σας πω πως βρίσκομαι σε μια πολύ καλή περίοδο και σ΄ αυτό συνετέλεσε και η εμπειρία μου από τις παραστάσεις στην Κοζάνη. Με χαροποίησε το γεγονός πως σε όλες τις παραστάσεις είχε πολύ κόσμο και ανατράπηκε αυτό που συνηθίζουμε να κάνουμε λανθασμένα: να ανεβάζουμε στην επαρχία εύπεπτα κείμενα. Χρειάζεται τόλμη».
  • της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 26 Απριλίου 2009

  • Ο 70χρονος «διεθνής» Αμερικανοεβραίος δηλωμένος γκέι Μάρτιν Σέρμαν, συγγραφέας των διάσημων θεατρικών έργων «Bent» και «Ρόουζ», σεναριογράφος των ταινιών «Κάλλας για πάντα» (του Φράνκο Τζεφιρέλι με τη Φανί Αρντάν) και «Η κυρία Χέντερσον παρουσιάζει» (του Στίβεν Φρίαρς με την Τζούντι Ντεντς), βρίσκεται ξανά στην Ελλάδα.

«Οι σταρ είναι πιο συνεργάσιμοι από τους απλούς ηθοποιούς», υποστηρίζει ο Μάρτιν Σέρμαν. Κάτι ξέρει..

  • «Οι σταρ είναι πιο συνεργάσιμοι από τους απλούς ηθοποιούς», υποστηρίζει ο Μάρτιν Σέρμαν. Κάτι ξέρει.. Τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά αφήνει το θορυβώδες θεατρικό Λονδίνο για να απολαύσει την ηρεμία του εξοχικού του στη Μαλεσίνα. Από τη Δευτέρα έως και την Πέμπτη θα πραγματοποιήσει σεμινάριο συγγραφής σεναρίου και θεατρικού έργου (προσκεκλημένος της Πολιτιστικής Εταιρείας «Κεντρική Σκηνή» της Μιμής Ντενίση και του εκπαιδευτικού ομίλου ΔΟΜΗ).
  • Παρ’ όλες τις διεθνείς διακρίσεις, ο θεατρικός Σέρμαν, στην ελληνική σκηνή, είναι μια πολύ σύντομη ιστορία: το «Bent», για τις διώξεις των ομοφυλόφιλων από τους ναζί, πρωτοανέβηκε, αρχές του ’80, με τον Γιάννη Φέρτη και τον Πέτρο Φυσσούν, επαναλήφθηκε με πρωταγωνιστή τον Σταύρο Ζαλμά μια δεκαετία μετά. Πάλι μια δεκαετία αργότερα ξανανέβηκε με τους Απόστολο Γκλέτσο και Κώστα Κοντογιάννη (και οι τρεις παραστάσεις σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη). Το «Ρόουζ», που πρώτη έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας η Ολυμπία Δουκάκη, ανέβηκε εδώ το 2001, με μια συγκλονιστική Αντιγόνη Βαλάκου. Τα υπόλοιπα έργα του απλώς τα αγνοούμε.

Είστε από τους πρώτους που τόλμησαν να γράψουν έργα με ήρωες ομοφυλόφιλους. Οταν γράφατε το «Bent» (1979) δύσκολα κάποιος ανεχόταν ερωτευμένους γκέι σε σκηνή ή μεγάλη οθόνη.

  • «Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Τη δεκαετία του ’70 νομίζαμε ότι υπήρχε πρόοδος στον γκέι ακτιβισμό. Υπήρχε όμως μόνο… εμπορική πρόοδος».

Δηλαδή;

  • «Κάποιοι κερδοσκοπούσαν σε βάρος των γκέι. Πίσω απ’ τη συζήτηση της απελευθέρωσης της ομοφυλοφιλίας υπήρχε άλλωστε τρομακτικό αυτο-μίσος. Αυτό έχει αλλάξει σήμερα».

Η οπτική ενός γκέι και Εβραίου συγγραφέα παραμένει ωστόσο η οπτική ενός outsider;

Ο σερ Ιαν ΜακΚέλεν, ο πρώτος ερμηνευτής του «Bent», στην παράσταση του '79 στο «West End» του Λονδίνου, υπήρξε κι από τους πρώτους gay ακτιβιστές. Εδώ, σε πορεία ομοφυλόφιλων με πλακάτ που αναγράφει «Bent»

Ο σερ Ιαν ΜακΚέλεν, ο πρώτος ερμηνευτής του «Bent», στην παράσταση του ’79 στο «West End» του Λονδίνου, υπήρξε κι από τους πρώτους gay ακτιβιστές. Εδώ, σε πορεία ομοφυλόφιλων με πλακάτ που αναγράφει «Bent»

  • «Φυσικά. Δεν γίνεσαι απαραιτήτως πιο βαθής, αλλά βλέπεις τον κόσμο από διαφορετική γωνία. Στην πραγματικότητα είναι κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας κάθε συγγραφέα -γκέι ή στρέιτ- να είναι outsider. Είναι συνθήκη για να είσαι συγγραφέας. Ξέρετε, υπάρχουν Βρετανοί συγγραφείς που έχουν μεγαλώσει σε τυπικές βρετανικές οικογένειες, πήγαν στο Cambridge, είναι μέρος της βρετανικής κοινωνίας, αλλά παρ’ όλα αυτά γράφουν με τα μάτια ενός outsider».

Τα περισσότερα έργα σας έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, ξεκινούν από προσωπικά βιώματα; Πολύ συχνά γράφετε για γκέι και Εβραίους.

  • «Ο,τι κι αν γράφεις, όπου και αν το θέτεις, είναι κομμάτι του εαυτού σου. Γράφω για πράγματα που αγαπώ και μου αρέσουν. Και τα πράγματα που αγαπώ και μου αρέσουν μπορεί να είναι μεταμοντέρνα, μπορεί να είναι αρχαία, μπορεί να είναι παραδοσιακά. Επειτα, θεωρώ ότι αυτά που χαρακτηρίζουμε μεταμοντέρνα, είναι ήδη παλιά -έχουν ήδη δοκιμαστεί απ’ τη δεκαετία του ’20!».

Η φόρμα πώς προκύπτει κάθε φορά; Την υπαγορεύει η «πρώτη ύλη»;

  • «Κάθε υλικό βρίσκει τη φόρμα του. Ποτέ δεν λέω «θα καθίσω και θα γράψω αυτό». Δεν θέλω να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου».

Η σχέση σας με τους ήρωές σας;

  • «Με έναν τρόπο, τους συμπονώ. Ακόμη κι αν είναι ο Ωνάσης, για τον οποίο έγραψα πριν από τρία χρόνια μια σύγχρονη τραγωδία, στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής. Στο έργο μου απέχει πολύ από έναν… άγιο. Ηταν τέρας. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι ένα τέρας για το οποίο έχω τρυφερά αισθήματα».

Ποιοι άλλοι ήρωες «ανασταίνονται» στο θεατρικό σας;

  • «Η Κάλλας, η Τζάκι και ο γιος του. Και ο Χορός. Κανένας άλλος».

Μετά από 29 χρόνια στο Λονδίνο αισθάνεστε Βρετανός;

  • «Δεν ξέρω αν είμαι Βρετανός. Αλλά είμαι σίγουρα Λονδρέζος, που είναι μια εντελώς άλλη κατηγορία».

Αποφασίσατε να μετακομίσετε από τις ΗΠΑ στην Αγγλία μετά το ανέβασμα του «Bent» στο Broadway και την υποψηφιότητά του για Tony.

  • «Ηθελα, προτού το βάλω στα πόδια, να έχω κάνει μια μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ, στον τόπο που γεννήθηκα. Πολλοί θεωρούν ότι μια επιτυχία στις ΗΠΑ είναι σημαντικότερη από την Ευρώπη».

Δεν ισχύει;

  • «Οι Ευρωπαίοι έχουν κόμπλεξ με την Αμερική, παρ’ όλο που βλέπουμε Αμερικανούς ηθοποιούς τα τελευταία χρόνια να θέλουν να αποδείξουν τις ικανότητές τους σε βρετανικές σκηνές. Σταρ της αμερικανικής τηλεόρασης πριν από 10-15 χρόνια, που δεν έχει σβήσει η καριέρα τους στις ΗΠΑ, για κάποιο λόγο στο Λονδίνο έχουν ακόμα ψηλό κασέ. Αναβιώνουν την πεθαμένη καριέρα τους. Αυτό είναι πρόβλημα. Εχουν κατακλύσει τις βρετανικές σκηνές. Υπάρχουν κι άλλοι που κάνουν δύο ταινίες και κάνουν στο Λονδίνο καριέρα σταρ!».

Εσείς έχετε συνεργαστεί με αληθινούς σταρ. Τον Ρίτσαρντ Γκιρ, τον Ιαν ΜακΚέλεν, την Ολυμπία Δουκάκη, τη Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, τη Φανί Αρντάν, τον Τζέρεμι Αϊρονς. Είναι δύσκολοι στη συνεργασία;

  • «Πολύ συχνά είναι πολύ πιο δύσκολο να δουλέψεις με ηθοποιούς που δεν είναι σταρ. Από τη δική μου εμπειρία κρίνοντας, οι σταρ ίσως δεν είναι εύκολοι για τους παραγωγούς, με τους οποίους κλείνουν τα συμβόλαια. Για τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο είναι εξαιρετικοί συνεργάτες. Αναφέρομαι όμως στους αληθινούς σταρ με προσόντα, που είναι επαγγελματίες, έχουν τεράστια εμπειρία και δουλεύουν σκληρά».

Υπάρχει διαφορά μεταξύ Αμερικανών και Βρετανών ηθοποιών;

  • «Οχι μεταξύ των καλών ηθοποιών. Οι καλοί ηθοποιοί είναι ίδιοι κι απαράλλαχτοι παντού».

Μεταξύ αμερικανικού και βρετανικού κοινού…;

  • «Το αμερικανικό κοινό είναι πολύ πιο άμεσο, έχει καλύτερα αντανακλαστικά, αντιδρά ακαριαία. Το βρετανικό είναι πιο ήσυχο, δεν καταλαβαίνεις πώς αισθάνεται. Ακούει όμως καλύτερα από το αμερικανικό. Οι Βρετανοί ηθοποιοί θέλουν να πηγαίνουν στην Αμερική για τις άμεσες αντιδράσεις και οι Αμερικανοί στην Αγγλία, γιατί μόνο εκεί τους ακούνε πραγματικά».

Εχετε πει ότι είναι «πιο υγιεινό για έναν θεατρικό συγγραφέα να είναι στο Λονδίνο». Τι εννοούσατε;

  • «Στην Αγγλία παίρνουν ένα άπαιχτο έργο που θεωρούν καλό και το ανεβάζουν. Στην Αμερική πρέπει να περάσεις από workshop. Μέχρι να φτάσει ένα έργο σε σκηνή, ο συγγραφέας είναι εξαντλημένος και το κείμενό του έχει τροποποιηθεί. Αυτό έχει αλλάξει κάπως. Οι νέοι συγγραφείς έχουν περισσότερες ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ. Εχει γίνει κι η Αμερική αρκετά «υγιεινή»».

Τι θα διδάξετε στο σεμινάριο στην Αθήνα;

  • «Είναι αδύνατο να διδάξεις με τον κλασικό τρόπο τη συγγραφή σεναρίου. Το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να μοιραστείς ένα κομμάτι της δικής σου εμπειρίας με τους άλλους για να καταλάβουν τη φύση ενός πολύ σκληρού επαγγέλματος. Θα προβάλω φιλμ μου για να εξηγήσω σκηνή σκηνή πώς είναι να γράφεις ένα σενάριο από την αρχή ώς το τέλος».

Δουλεύετε τώρα κάποιο σενάριο;

  • «Πολλά ταυτόχρονα. Γράφω ένα σύγχρονο ριμέικ ενός φιλμ του ’30 του Ερνστ Λιούμπιτς, που θα σκηνοθετήσει ο Στίβεν Φρίαρς. Επεξεργάζομαι κι ένα σενάριο για μια διάσημη Αμερικανίδα περφόρμερ, την Τζ. Ρόουζλι, που θα την υποδυθεί στο φιλμ η Σιγκούρνεϊ Γουίβερ. Γράφω κι ένα μπαλέτο.Θα κάνει πρεμιέρα στο Μάντσεστερ το 2010. Βασίζεται στα «Κόκκινα παπούτσια» του Αντερσεν. Τοποθετώ την πλοκή στην Κούβα την εποχή της Επανάστασης».

Πώς σας φαίνεται ο Ομπάμα;

  • «Υπέροχος. Δεν θυμάμαι κανέναν Αμερικανό πολιτικό, όσο ζω, που να έχει την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και την ικανότητα να δει κατά μέτωπο το πρόβλημα και να το διαχειριστεί με λογικό τρόπο και όχι βλακωδώς. Είναι εξαιρετικός. Αν η Ευρώπη είχε μερικούς Ομπάμα, θα έλυνε το πρόβλημά της. Της λείπουν οι ηγέτες. Είναι καταπληκτικό που ο Ομπάμα ήθελε να γίνει πολιτικός. Γιατί δεν είχε καμία ανάγκη την πολιτική».*