Αρχείο για 29 Μαρτίου, 2009

  • Η ενδυματολόγος Ντέννη Βαχλιώτη διηγείται ιστορίες με χρώματα και υφάσματα, για τα 350 κοστούμια της παράστασης «Το κλουβί με τις τρελές»

  • Συναντηθήκαμε σε ένα καμαρίνι του Παλλάς. Πίστευα ότι θα έχει τελειώσει η φωτογράφιση, αλλά η Ντέννη Βαχλιώτη (το γράφει με διπλό ν, «βγαίνει» από το Θεώνη), περιτριγυρισμένη από τις δημιουργίες της, ήθελε να δοκιμάσει ορισμένα από τα καπέλα στο παιχνίδι με τον φακό. «Αχ, το πουλί, πάντα ήθελα να το φορέσω…», είπε και το έκανε. H μεταμόρφωση τη δικαίωσε. Οταν είσαι ενδυματολόγος στην παράσταση –ίσως– της χρονιάς, το απόλυτο μιούζικαλ, «Το Κλουβί με τις τρελές», δικαιούσαι να το διασκεδάζεις λίγο, ειδικά μετά τόσο τρέξιμο…
  • Εως σήμερα η Ντέννη Βαχλιώτη εκαλείτο κάθε τόσο να εξηγεί ποια είναι η σχέση της με την ενδυματολόγο των Οσκαρ (Θεώνη Βαχλιώτη – Ολντριτς), ποια η συγγένειά της με την Ντέννη Βαχλιώτη, από την παρέα της Μελίνας Μερκούρη και του Ζυλ Ντασσέν, πόσο βαριά είναι η κληρονομιά που κουβαλάει στους ώμους της.
  • Μόλις μεταμορφώθηκε ξανά σε «κανονικό» άνθρωπο, χωρίς καπέλα με παγιέτες και φτερά, περπατήσαμε στη Βουκουρεστίου για τη συνέντευξη. Τη ρωτώ αν γνώριζε από την αρχή ότι θα σχεδίαζε 350 κοστούμια. Κι εκείνη άρχισε να αφηγείται ιστορίες με χρώματα και υφάσματα, ρυθμό και κίνηση, ενθουσιασμό και πάθος και να λύνει μία μία τις απορίες. «Ναι, το ήξερα ότι θα ήταν 350, από την αρχή, αλλά χρειάστηκε να φτιάξω στην πορεία 30 παραπάνω από αυτά που υπολόγιζα. Ετσι γίνεται στο θέατρο. Προκύπτουν πάντα ιδιαίτερες ανάγκες. Κι εκεί καλείσαι να λειτουργήσεις αυτόματα. Να δώσεις λύσεις, να είσαι διαρκώς σε εγρήγορση. Και δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά παντού», λέει η Ντέννη Βαχλιώτη. «Οπως λέει και η θεία μου, η Ντέννη Βαχλιώτη, όποιος δεν έχει δουλέψει στο θέατρο και στον κινηματογράφο, δεν ξέρει τι θα πει ζωή».

Ολα γίνονται

  • Αναρωτιέμαι πόσο εύκολο είναι να βρει κανείς τα υλικά που χρειάζεται στη χώρα μας για να στηθεί το παραμύθι. Οι Ελληνες σχεδιαστές για παράδειγμα γκρινιάζουν διαρκώς, λέγοντας ότι φτιάχνουν μόδα με ψέματα. «Ο Σταμάτης Φασουλής λέει “δεν υπάρχει δεν γίνεται, όλα γίνονται’’. Υλικά υπάρχουν, μπορεί να μην είναι πάντα καλής ποιότητας αλλά βρίσκεις. Τα φτερά, για παράδειγμα, δεν βάφονται τόσο καλά όσο στο εξωτερικό και κοστίζουν και πιο ακριβά, γι’ αυτό και τα φτερά και τα μποά τα παραγγείλαμε από Λονδίνο μέσω Ιντερνετ. Οσο για τις χάντρες και τα υφάσματα, υπάρχουν όλα εδώ. Σίγουρα χρειάζεται πολύ ψάξιμο και οι αγορές του Λονδίνου μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ποικιλία. Αλλά μετά τρία μιούζικαλ που έχω κάνει (Full Monty, Δυο τρελοί – τρελοί παραγωγοί, Το κλουβί με τις τρελές), ξέρω ότι αρκεί να έχεις φαντασία και να φτιάχνεις έξυπνους συνδυασμούς. Το κοστούμι του θεάτρου είναι εντελώς διαφορετικό από ένα ρούχο μόδας».
  • Η Ντέννη Βαχλιώτη ως επαγγελματίας και έμπειρη ενδυματολόγος ξέρει από ισορροπίες: πού να χρησιμοποιήσει ένα ακριβό ύφασμα και πού ένα πιο οικονομικό, για να έχει το αποτέλεσμα που απαιτείται. Πώς δουλεύει, όμως, πώς βιώνει τους ρόλους, πώς φαντάζεται τη στολή κάθε ηθοποιού; Για την Ντέννη Βαχλιώτη όλα ξεκινούν από την ανάγνωση του έργου και ύστερα ακολουθεί η συζήτηση με τον σκηνοθέτη. Οταν ξέρει ποια είναι η κατεύθυνση, τότε αρχίζει η έρευνα. Ανάλογα με το έργο, θα ανατρέξει σε βιβλία, περιοδικά, ταινίες, έργα τέχνης, λευκώματα, σπάνιες εκδόσεις –«που μου έχει δώσει η θειά μου»– γιατί όλα είναι, όπως λέει, «συγκοινωνούντα δοχεία». Η έρευνα μπορεί να κρατήσει ένα μήνα και μετά σχεδόν άλλο τόσο για τον σχεδιασμό, να φτιάξει μακέτες σε διαφορετικές εκδοχές και χρωματικές παραλλαγές, πάντα σε συνεννόηση με τον σκηνοθέτη και τον χορογράφο.

Κάτι με στοιχειώνει

  • Εχει κανείς την αίσθηση ότι, για χρόνια, η Ντέννη Βαχλιώτη έπρεπε να συστηθεί, να επανασυστηθεί ακόμη και σαν άγνωστη, στα πρώτα της βήματα, με μια οικογένεια που από τη μια την στοιχειώνει και από την άλλη ανοίγει πόρτες. «Τώρα πια δεν αισθάνομαι ότι με στοιχειώνει κάτι. Μεγαλώνοντας συμβιβάζεσαι με αυτό που είσαι, ξέρεις καλά πού βρίσκεσαι. Επιλέγεις τον δρόμο σου. Οι δύο θείες μου δεν έκαναν παιδιά, οικογένεια. Ηταν άλλες εποχές. Εμένα η οικογένεια με ενδιέφερε πολύ. Μόλις γύρισα από τις σπουδές μου, είχα ενδιαφέρουσες προτάσεις μέσω της θείας μου, πέραν των γνώσεων που απέκτησα, υπήρχε και μια πολύτιμη βοήθεια που άνοιξε πόρτες», λέει η Ντέννη Βαχλιώτη. «Ξέρω ότι θα μπορούσα να είμαι για δέκα χρόνια βοηθός. Ειδικά τα πρώτα χρόνια, πριν βρω τον εαυτό μου, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να ανταποκριθώ στο όνομά μου. Αρνήθηκα προτάσεις, λόγω ισορροπιών ανάμεσα στην καριέρα και την οικογένεια. Η άλλη θεία μου πρότεινε να γίνω βοηθός της στο Μπρόντγουεϊ όταν ήμουν πέντε μηνών έγκυος στην κόρη μου. Δεν μετανιώνω, όμως, για τίποτα». Νιώθει καλά γιατί μπορεί να είναι μέρος μιας ομάδας που βάζει λιθαράκια για να γίνονται ακριβές και προσεγμένες παραγωγές και στη χώρα μας κι ας ονειρεύονται όλοι οι καλλιτέχνες να κάνουν καριέρα στο εξωτερικό. «Για να ανοίξει ο δρόμος και στην Ελλάδα», όπως λέει. «Γιατί εδώ το μιούζικαλ αποτελεί άγνωστο σπορ».

Περί κριτικής

  • Αγνωστο και επικίνδυνο. Ποια είναι η καλύτερη προφορική ή γραπτή κριτική που έχει δεχθεί μέχρι σήμερα για την τελευταία της δουλειά; «Η καλύτερη είναι ότι η παράσταση είναι επιπέδου Μπρόντγουεϊ. Οτι δεν έχει ξαναγίνει κάτι ανάλογο στην Ελλάδα, από ενδυματολογικής τουλάχιστον άποψης». Και η χειρότερη; «Οτι τα κοστούμια είναι κιτς και υπερκαλύπτουν τις συναισθηματικές αποχρώσεις της παράστασης».
  • Χωρίς να θέλει να απολογηθεί, απολογείται. Δίνει εξηγήσεις για όσους δεν έχουν δει την παράσταση για να έχουν δική τους άποψη. Λέει ότι μια δόση κιτς υπάρχει επίτηδες. Αλλωστε, πρόκειται για κείμενο που ακροβατεί ανάμεσα στο κιτς και τη φαντασμαγορία: «Αλλιώς θα το παρουσιάζαμε σαν την ταινία και όχι σαν μιούζικαλ. Θέλεις όμως να θαυμάσεις σκηνικά και κοστούμια στο συγκεκριμένο έργο. Χωρίς τίποτα να μοιάζει αποκριάτικο ή κραυγαλέο κιτς».
  • Η Ντέννη Βαχλιώτη φέτος υπογράφει ως ενδυματολόγος και την παράσταση «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης». Για όλα αυτά απαιτείται οργάνωση, θυσίες, στρατιωτική πειθαρχία, «ειδικά στην Ελλάδα, που συνήθως έχεις μόνο μία βοηθό, όπως εγώ στη συγκεκριμένη παράσταση, την Κατερίνα Θεοφανοπούλου. Εγκαταλείπεις τον εαυτό σου, δεν αισθάνεσαι πλέον γυναίκα, γίνεσαι εργάτης του θεάτρου».
  • Ειδικά στο «Κλουβί με τις τρελές» υπήρχε το μεγάλο ρίσκο να μη βγει καρικατούρα ο πρωταγωνιστής, «το ελληνικό κοινό δεν έχει συνηθίσει να βλέπει άνδρες ντυμένους κορίτσια, ψιλοσοκάρεται». Το θέαμα απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Αν τα 34.000 εισιτήρια (μέχρι σήμερα) και οι ουρές στα ταμεία λένε κάτι, το «Κλουβί με τις τρελές» αρέσει σαν παράσταση. Κι αν ζητούσαμε από την ενδυματολόγο της, Ντέννη Βαχλιώτη, να κρατήσει ένα κοστούμι για την προσωπική της συλλογή; «Θα διάλεγα ένα, τη μελισσούλα. Αλλά όχι μόνη της, με τον Σταμάτη (Φασουλή) μαζί για να μου φτιάχνει το κέφι».

Γιατί θέατρο και όχι μόδα

  • Εχοντας μάθει ότι η Ντέννη Βαχλιώτη έχει αποφοιτήσει από το διάσημο κολέγιο Central Saint Martins του Λονδίνου, την ρωτάμε γιατί επέλεξε να γίνει ενδυματολόγος και όχι σχεδιάστρια μόδας, διεκδικώντας την πιο εμπορική μεριά του ίδιου νομίσματος. «Το θέατρο ήταν ανέκαθεν για μένα ένας χώρος πολύ οικείος. Αυτό αγάπησα, αυτό με τράβηξε. Η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει ο κόσμος της μόδας. Μου αρέσει ο ρομαντισμός του θέατρου, ξέρω ότι μπορώ να ξεφύγω από το τώρα. Αλλο το εμπορικό πρόσωπο της μόδας, άλλοι άνθρωποι, άλλο κλίμα. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα στον χώρο της μόδας».
  • Tης Σαντυς Τσαντακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 29 Mαρτίου 2009

Συζήτηση με τον ηθοποιό και βουλευτή του ΚΚΕ Κώστα Καζάκο, με αφορμή το ανέβασμα του έργου «Το μαύρο κουτί» στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»

  • Ενα έργο με μαύρο χιούμορ και με στοιχεία θρίλερ για έναν άνθρωπο που στήριξε τη ζωή του σε λάθος στοιχεία και στις λάθος ερμηνείες τους. Ενα επιτυχημένο «golden boy», που σε μία κρίσιμη καμπή της καριέρας του στη Ν. Υόρκη, επιστρέφει στο χωριό του και έρχεται αντιμέτωπος με αλήθειες και αξίες ζωής που ηθελημένα ή αθέλητα είχε διαστρεβλώσει και πάνω στις οποίες είχε στηρίξει την πορεία και τα «πιστεύω» του. Η επιστροφή και τα γεγονότα που ακολουθούν, είναι η αφορμή για τον ήρωα του έργου να ανοίξει το μαύρο κουτί του «εγώ» του και να αντιμετωπίσει την αρρώστια, τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα, την αγάπη και το μίσος…
  • Ο Κώστας Καζάκος, μετά τη μεγάλη θεατρική του επιτυχία με το έργο «Ηταν όλοι τους παιδιά μου», του Αρθουρ Μίλερ, που παίχτηκε για δύο συνεχόμενες θεατρικές περιόδους, παρουσιάζει, στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» μία νέα μεγάλη παραγωγή με το καινούριο «καυτό» έργο του Γιώργου Ηλιόπουλου «Το Μαύρο Κουτί», σε σκηνοθεσία – σκηνογραφία του Αντώνη Καλογρίδη. Ενας μαυροπίνακας της ζωής όπου με κιμωλία και αίμα, ζωγραφίζουμε τα «θέλω» μας. Το σκηνικό, αιωρούμενο, με έντονες αντιθέσεις σε άσπρο – μαύρο για την πραγματικότητα, με έγχρωμα όμως τα όνειρα ή τους εφιάλτες που παρεμβάλλονται, σημαδεύει την πορεία των χαρακτήρων σε ένα άδηλο αλλά ίσως πιο φωτεινό μέλλον.
Εργο πολιτικό, επίκαιρο και διαχρονικό
  • «Είναι σαφώς ένα πολιτικό έργο» – λέει ο Κώστας Καζάκος- «με έναν πολύ επίκαιρο προβληματισμό. Ο ήρωας του έργου είναι ένας από αυτούς τους αδίστακτους ανθρώπους που, προκειμένου να πλουτίσουν, να ανέβουν στην ιεραρχία σε μια πολυεθνική στη Νέα Υόρκη, πατούν επί πτωμάτων. Κατάφερε να φτάσει στα τελευταία σκαλοπάτια της επιτυχίας, να γίνει μέτοχος προσφέροντας τις υπηρεσίες του, παίζοντας το παιχνίδι με τα μέσα που παίζονται, βρώμικα. Οπως λέει μια φράση, που αποτελούσε την αντίληψη αυτού του νέου, «η ζωή είναι μια σκάλα και οι άνθρωποι είναι σκαλοπάτια. Πρέπει να τους πατήσεις αν θέλεις να ανέβεις στην κορυφή». Το έργο έχει δύο άξονες. Ο δεύτερος είναι ψυχολογικός και οφείλεται σε ένα οικογενειακό μυστικό. Η μάνα του αυτοκτόνησε όταν ήταν ενός έτους. Κάποιες καταβολές, όμως, στη συνείδηση του παιδιού φαίνεται ότι παίξανε το ρόλο τους, ώστε σε κάποια φάση, κι ενώ βρισκόταν στην κορυφή, έγινε μέσα του μια ανατροπή. Στην προοπτική μιας συγχώνευσης δύο πολυεθνικών, που θα έφερνε την καταστροφή στους ανταγωνιστές τους, και θα είχε ως αποτέλεσμα 12.000 ανέργους, δεν το άντεξε. Τα μάζεψε και γύρισε στο χωριό, στον πατέρα του, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για το θάνατο της μάνας του. Εκεί, ψάχνοντας να εξιχνιάσει τι κρύβει το «μαύρο κουτί», που δεν είναι άλλο από τη σχέση με τον πατέρα του, μια σχέση μίσους αλλά και αγάπης και τρυφερότητας, αποκαλύπτεται η αλήθεια που κατά μια έννοια σκοτώνει ή ανορθώνει ανάλογα. Εδώ παίζει ρόλο ανορθωτικό. Εβούλιαξε μέχρι τον πάτο, ο άνθρωπος, έγινε ένα πιράνχας, αλλά σιγά – σιγά εξανθρωπίζεται και ξεκινάει μια καινούρια ζωή από μια νέα αφετηρία. Στην πραγματικότητα μπορεί να μη συμβαίνει έτσι. Μπορεί η πραγματικότητα να είναι χειρότερη από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά το θέατρο οφείλει να δίνει προοπτικές, τις οποίες ο καθένας τις χειρίζεται κατά τον τρόπο που μπορεί. Είναι αισιόδοξο έργο».
Οι κρίσεις πηγές πλουτισμού

Πώς κρίνει τη σημερινή πραγματικότητα ο ίδιος ο Κ. Καζάκος, ως καλλιτέχνης αλλά και ως ένας άνθρωπος που από πολύ νέος ασχολείται με τα πολιτικά πράγματα και τώρα ως βουλευτής του ΚΚΕ;..

  • «Αυτό που προτάσσεται από την εξουσία σήμερα» – λέει – «είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων και όχι η ίδια η αντιμετώπισή τους. Ολοι ξέρουμε πώς εξαλείφεται η φτώχεια. Κι αντί να αυξήσουν τους μισθούς και τις συντάξεις για να έχει χρήματα και ασφάλεια ο κόσμος, ισχυρίζονται ότι θα λύσουν το πρόβλημα μέσω των τραπεζών και του περαιτέρω δανεισμού, δημιουργώντας νέες συνθήκες εξαθλίωσης για τους πολλούς. Αυτή είναι η ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε τώρα και δε φαίνεται πως μπορεί να ανακάμψει. Είναι φανερό ότι τα μέτρα που παίρνουν θα τα πληρώσει ο κοσμάκης πάλι. Γιατί οι κρίσεις αυτές δε γίνονται τυχαία, ούτε είναι μια βροχούλα που πέφτει από Θεού. Αυτές είναι κρίσεις που έχουν μελετηθεί, έχουν γραφτεί. Ο Μαρξ δεν έχει αφήσει τίποτε ανείπωτο. Είναι λες και διαβάζεις σημερινά πράγματα. Είναι μέσα στην αναδιανομή της πίτας, κρίσεις ενδοκαπιταλιστικές. Κάποιοι θα χάσουν, κάποιοι θα κερδίσουν. Πηγές πλουτισμού είναι οι κρίσεις, για τον καπιταλισμό».

Είναι άραγε ο «πάτος» σημείο εκκίνησης για μια νέα αρχή; Η εξαθλίωση είναι αυτή που θα αναβαπτίσει την αντίσταση του κόσμου, όπως κάποιοι ισχυρίζονται;

  • «Οσο πιο στον πάτο πάει η κοινωνία, τόσο χειρότερα είναι τα πράγματα. Δεν πρέπει να φτάσει στο έσχατο της εξαθλίωσης ένας λαός για να πάρει μέτρα για τη ζωή του. Και μάλιστα στη σύγχρονη εποχή με την τεχνολογία αυτή, με τη διάδοση της πληροφορίας, της γνώσης… δεν είναι λογικά πράγματα αυτά. Βέβαια, δημιουργείται στον κόσμο ένας τρόμος ότι ο εχθρός δεν είναι φανερός και ότι δεν είναι εύκολο να τον αντιμετωπίσεις. Οπως δηλαδή, γίνεται στα ιστορικά γεγονότα, με τους πολέμους, τις δικτατορίες, τότε που είναι ορατός ο εχθρός και ο λαός ενοποιείται και μεγαλουργεί, παρά την εξαθλίωση. Σίγουρα χρειάζεται μελέτη σε βάθος για να βρει κανείς τις πηγές από όπου αντλεί ένας λαός τις δημιουργικές του δυνάμεις. Κι εδώ ο τόπος μας έχει υπόγεια ποτάμια που κυλάνε από πολύ παλιά και ενεργοποιούν τις δημιουργικές δυνάμεις του λαού μας σε όλα τα πεδία. Ετσι ερμηνεύεται και το γεγονός ότι ο τόπος μας παρά τη φτώχεια και την υποτέλεια, καταφέρνει αυτός ο μικρός και ταλαιπωρημένος λαός και έχει ένα πλούσιο καλλιτεχνικό δυναμικό, έχει πρωτιές σε όλους τους τομείς της τέχνης, των γραμμάτων και της φιλοσοφίας ακόμη και της επιστήμης σε παγκόσμιο επίπεδο».
Το πιο βάρβαρο και χυδαίο σύστημα
  • Σε ό,τι αφορά στη νέα αντικομμουνιστική προπαγάνδα που επιχειρείται, ο Κώστας Καζάκος το θεωρεί… «πολύ φυσικό. Οσο βρίσκεται σε κρίση το σύστημα κι όσο βαθαίνει αυτή η κρίση κι όσο γίνεται αντιληπτή από τον κόσμο, τόσο οι βαθύτερες επιθυμίες, τα όνειρα του κόσμου προσανατολίζονται στην αντίθετη κατεύθυνση. Ποιος άνθρωπος σήμερα δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι ο καπιταλισμός των ημερών μας δεν είναι το πιο βάρβαρο και χυδαίο σύστημα που έχει εφαρμοστεί. Το ζούνε στο πετσί τους οι άνθρωποι. Το μόνο που μένει πια ως διέξοδος είναι ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και γι’ αυτό πρέπει να σπείρουν την προπαγάνδα τους για να μην ισχυροποιηθεί το κομμουνιστικό κίνημα. Δεν έχουμε πολλούς δρόμους. Το έχει γράψει και ο Αριστοτέλης. Δύο είναι. Ο ένας είναι όταν κυβερνάνε οι φτωχοί που είναι οι πολλοί και έχουμε δημοκρατία. Και όταν κυβερνάνε οι πλούσιοι που είναι οι λίγοι και έχουμε ολιγαρχία. Δεν υπάρχει άλλο. Το πόσο θα βαθύνει η δημοκρατία και θα εξελιχθεί σε σοσιαλιστική κοινωνία και μακρύτερα ακόμη στην αταξική κομμουνιστική κοινωνία, αυτό είναι ζητούμενο που ο ίδιος ο λαός όταν το επιθυμήσει μπορεί να το κάνει. Το ΚΚΕ τον καλεί να βγει στο δρόμο να παλέψει, να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του που του τα έχουν αφαιρέσει και να διεκδικήσει να τα ξανακερδίσει, μ’ ένα μακροπρόθεσμο στόχο της λαϊκής οικονομίας, της λαϊκής εξουσίας. Να φύγει η εξουσία από το μεγάλο κεφάλαιο, από την ολιγαρχία του πλούτου, που είναι εγκλωβισμένη ολόκληρη η εξουσία στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών και των χρηματιστηρίων, και να περάσει στα χέρια του λαού».
Συλλογική αντίδραση

Υπάρχει έξοδος από αυτό το τούνελ της κοινωνικής κρίσης;

  • «Οσο ο πολίτης είναι παθητικός, συμβιβασμένος, αγράμματος και υποταγμένος, δε θα υπάρξει καμία αλλαγή. Οι άνθρωποι σπάνε τα δεσμά τους μόνο μέσα από τη μόρφωση, τη γνώση και τη συλλογική αντίδραση. Αυτός ο εγκλωβισμός στο δικομματισμό και ο τρόμος που προσπαθούν να προκαλέσουν με το θέμα της ακυβερνησίας και της μη αυτοδύναμης κυβέρνησης είναι τελικά σε βάρος του λαού. Τι έχει να χάσει ο κόσμος από μια κυβέρνηση που δε θα είναι αυτοδύναμη και θα κάνει συμμαχίες; Γιατί να είναι αυτοδύναμη; Για να σκληραίνει τα μέτρα; Για να διαχειρίζεται τις κρίσεις με μεγάλη δύναμη; Αυτό θα είναι εναντίον μας. Ο λαός θα πρέπει να αποφύγει στις επόμενες εκλογές να βγάλει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Πρέπει να απεγκλωβιστεί πάση θυσία από το δικομματισμό. Ο δικομματισμός είναι το μεγάλο στήριγμα του καπιταλισμού. Χωρίς δικομματικό παιχνίδι θα καταρρεύσει. Καταφέρνει μέσω του δικομματισμού να κυβερνάνε ακόμη και μειοψηφίες. Είναι μεγάλο το μέτωπο που ανοίγεται σε όλα τα πεδία της κοινωνίας. Πρέπει ο κόσμος να ξεφύγει από την αδράνεια, από τον ατομικισμό και να βγει για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι στα χέρια του λαού να αλλάξει τις εξελίξεις, να τις γυρίσει υπέρ του. Πρέπει να δώσει ένα γερό μάθημα στο σύστημα».
Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 29 Μάρτη 2009