Αρχείο για Μαρτίου 28, 2009

  • Πανευτυχής για το μεγάλο αφιέρωμα στο θεατρικό του έργο, που ετοιμάζει το παρισινό «Οντεόν» για το 2010, δηλώνει: «Το ελληνικό θέατρο δεν είναι ακόμα ευρωπαϊκό». Ιδιαίτερα δημοφιλές στο γαλλικό κοινό (το 2003 ανέβηκε από τον Γιάννη Κόκκο στο Theatre du Rond-Point με τον Ερίκ Ραφ και τον Νίκο Κουρή), το «Πεθαίνω σαν χώρα» παρουσιάζεται ώς τις 7 Απριλίου στο MC93 στο Μπομπινί σε σκηνοθεσία της ελληνικής καταγωγής Αν Δημητριάδη.

«Η θεατρική γλώσσα πρέπει να επανακτήσει τη χαμένη ποιητική της διάσταση», πιστεύει ο Δ. Δημητριάδης

  • Η Αν Δημητριάδη επέλεξε μια μονολογική εκδοχή με την εξαιρετική Αν Αλβαρό (φωτογραφία) και ένα χώρο γυμνό, κάνοντας μικρές σκηνικές παρεμβάσεις: στους τοίχους διαβάζουμε στα ελληνικά ονόματα σκοτωμένων, ένα ραδιόφωνο μεταδίδει διαγγέλματα του δικτάτορα Παπαδόπουλου, τέσσερις ηλικιωμένοι κύριοι με μαύρα κοστούμια εμφανίζονται κάποιες στιγμές, σαν σκιές, στο βάθος της σκηνής. «Το κείμενο είναι πολύ προσωπικό και μιλά φυσικά για την Ελλάδα», σημειώνει στο πρόγραμμα της παράστασης. «Ωστόσο θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η παγκόσμια διάσταση είναι αυτή που με ενδιαφέρει περισσότερο και ο λόγος του Δημήτρη Δημητριάδη υπερβαίνει σαφώς τα σύνορα της χώρας του».
  • Ενα μεγάλο αφιέρωμα στον Δημήτρη Δημητριάδη ετοιμάζει για την επόμενη χρονιά ο Ολιβιέ Πι, διευθυντής του «Οντεόν», στο Παρίσι, με δύο νέες παραγωγές. Η πρώτη, αρχές του 2010, θα είναι η «Ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή», σε σκηνοθεσία της Κατερίνα Γκότζι, ενώ η δεύτερη, την ερχόμενη άνοιξη, θα είναι ο «Κυβισμός του τετραγώνου», σε σκηνοθεσία του Τζιόρτζιο Μπαρμπέριο Κορσέτι, που επιλέχθηκε από ένα σύνολο έξι ανέκδοτων κειμένων τα οποία μεταφράζονται αυτό τον καιρό («Η αρχή της ζωής», «Insenso», «Χρύσιππος», «Στροχάιμ» και «Φαέθων»). Το φιλόδοξο εγχείρημα έχει αναλάβει μια ελληνο-γαλλική ομάδα μεταφραστών και συγγραφέων, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον Μισέλ Βόλκοβιτς, τη Μαρία Ευσταθιάδη και τη Δήμητρα Κονδυλάκη.
  • Το αφιέρωμα θα συμπληρώσουν παράλληλες αναγνώσεις, συναντήσεις με το κοινό, ενώ προοίμιο θα αποτελέσει το «Πεθαίνω σαν χώρα» στη σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού (Δεκέμβριος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Φθινοπώρου). Συναντήσαμε τον Δημήτρη Δημητριάδη σε ένα από τα ταξίδια του στο Παρίσι για μια πρώτη κουβέντα σχετικά με το αφιέρωμα του «Οντεόν».

Τι σημαίνει για σας αυτό το αφιέρωμα;

  • «Είναι μια πραγματική γέννηση, δεν θα την έλεγα καν ανα-γέννηση. Είναι η πρώτη φορά που η θεατρική μου δουλειά βρίσκει ένα χώρο και μια υποστήριξη. Θα παρουσιαστεί με τις καλύτερες προϋποθέσεις σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης. Είναι η πραγματοποίηση ενός… δεν θα έλεγα ονείρου, δεν ονειρεύομαι τέτοια πράγματα, αλλά μιας βαθιάς επιθυμίας που έχει κάθε συγγραφέας να γίνουν δεκτά τα έργα του, να υποστηριχθούν και, κυρίως, να αγαπηθούν».

Πώς σας ανακάλυψε ο Ολιβιέ Πι;

  • «Ενας συνεργάτης τού πρότεινε να διαβάσει τη «Ζάλη» όταν ήταν ακόμα διευθυντής στο θέατρο της Ορλεάνης. Οπως μου είπε αργότερα, βρέθηκε μπροστά σε ένα κείμενο που τον άγγιξε βαθιά. Δεν το ξέχασε και μόλις έγινε διευθυντής του «Οντεόν» και είχε την ιδέα των αφιερωμάτων σε Ευρωπαίους συγγραφείς, αποφάσισε να με εντάξει σ’ αυτά».

Πόσο σημαντική είναι για εσάς η πρόσβαση σε ένα ευρωπαϊκό κοινό τη στιγμή που στην Ελλάδα η πρόσληψη του έργου σας παραμένει προβληματική;

  • «Δεν κάνω διαχωρισμούς στο κοινό. Στην Ελλάδα η πρόσληψη είναι προβληματική, όχι από την πλευρά του κοινού, αλλά από την πλευρά των ανθρώπων του θεάτρου. Ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε το θάρρος και ανέβασε τρία έργα μου. Ωστόσο, στην «Αρχή της ζωής» η υποδοχή ήταν καταστροφική. Γράφτηκαν κείμενα που διέσυραν σκηνοθέτη και συγγραφέα. Οι σκηνοθέτες αντιμετωπίζουν το έργο μου με μια επιφύλαξη, που φτάνει μέχρι τη φοβία. Ισως γιατί η γραφή μου αποτελεί κάτι άλλο από αυτό που επικρατεί και γίνεται αρεστό στο ελληνικό θέατρο. Τόσο το καλύτερο για μένα. Δεν θέλω να ενταχθώ στον ελληνικό κανόνα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί».

Ποιος είναι ο ελληνικός «κανόνας»;

  • «Το θέατρο στην Ελλάδα κινείται σε έναν ιδιωτικό χώρο ιδιωτικών προβλημάτων. Δεν υπάρχει αναζήτηση στη φόρμα, ούτε στη θεματολογία. Το ελληνικό θέατρο δεν είναι ακόμα ευρωπαϊκό. Είναι εσωστρεφές και σχεδόν αγγίζει τα όρια του επαρχιωτισμού. Τη ρήξη την προκαλεί τώρα το Φεστιβάλ Αθηνών και ο Γιώργος Λούκος. Δεν ξέρω, όμως, αν θα περάσει στη νοοτροπία των ανθρώπων του θεάτρου. Η ανάγνωση που έγινε πριν από λίγο καιρό στο «Οντεόν» του έργου του Γιάννη Μαυριτσάκη «Τυφλό σημείο» ήταν, όπως καταλαβαίνετε, ένα γεγονός. Πόσω μάλλον από τη στιγμή που φέρει μια άλλη γραφή, η οποία δεν έχει να κάνει με την καταγραφή της καθημερινότητας και με μια γλώσσα τηλεοπτική, άμεσα αναγνωρίσιμη. Είναι, νομίζω, η στιγμή να γίνουν δεκτά και να υποστηριχθούν τέτοια έργα. Οσον αφορά το δικό μου έργο, στην Ελλάδα δεν ξέρουν τι γράφω και τι έχω γράψει. Αλλοι με γνωρίζουν ως ποιητή, άλλοι ως μεταφραστή, κάποιοι ως πεζογράφο. Συχνότερα με ρωτούν τι μεταφράζεις παρά τι γράφεις. Δεν έχουν ακόμα μια συνολική εικόνα μου, δεν ξέρουν ποιος είμαι. Υπάρχει ένα κενό επικοινωνίας, με αποτέλεσμα το έργο μου να παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του άγνωστο και ασχολίαστο».

Το αφιέρωμα στο «Οντεόν» θα μας επιτρέψει, επομένως, να έρθουμε σε επαφή με την ποικιλία της θεατρικής σας γραφής…

  • «Ο Ολιβιέ Πι πιστεύει ότι θα ανακαλύψουν ένα συγγραφέα. Οταν πριν από δύο χρόνια τού έφερα μια λίστα με είκοσι πέντε έργα μου, είπε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα… ήπειρο. Δεν είναι το ίδιο όπως με τον Χάουαρντ Μπάρκερ, ο οποίος έχει ήδη μια διαδρομή – εγώ όχι. Ο Πι κάνει συχνά λόγο για επιστροφή στη δραματική ποίηση. Συμφωνώ απόλυτα. Δεν πρόκειται για μια επιστροφή στο θέατρο λόγου, αλλά για μια επαναφορά της θεατρικής γλώσσας στην ποιητική της μορφή, την ανάκτηση με άλλα λόγια μιας χαμένης της διάστασης. Μετά τον Μάη του ’68 βιώσαμε μια υποστολή της γλώσσας στο θέατρο. Στις παραστάσεις του Μπομπ Ουίλσον ήρθαμε σε επαφή με ένα θέατρο της σιωπής, που έφτασε ωστόσο στο σημείο να προκαλέσει μια έλλειψη στη θεατρική πράξη. Με την επαναφορά της ποίησης ερχόμαστε στη ρίζα του θεάτρου. Μέσα από την ποιητική μορφή αυτό που αναζητείται βέβαια είναι μια νέα δραματική τέχνη. Γιατί το θέατρο, ας μην το ξεχνάμε, είναι η τέχνη τού σήμερα. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να μιλήσουμε γι’ αυτό που συμβαίνει τώρα». *
Advertisements

  • Μία από τις πρώτες της οντισιόν ήταν για ένα ρολάκι στον «Ενοικο» του Πολάνσκι.

Η Ναταλί Μπέι και ο Ερικ Καραβακά σε σκηνή από το «Cliente» (2008). Αυτή πληρώνει για σεξ κι αυτός της το παρέχει

Η Ναταλί Μπέι και ο Ερικ Καραβακά σε σκηνή από το «Cliente» (2008). Αυτή πληρώνει για σεξ κι αυτός της το παρέχει

  • Έψαχνε μια ασχημούλα. Εκείνη εμφανίστηκε μπροστά του άβαφτη και άπλυτη! Και πήρε τον ρόλο. Αλλωστε η Ζοζιάν Μπαλασκό το ξεκαθαρίζει κι εδώ: «Δεν μου αρέσει να με εμποδίζουν να κάνω ό,τι έχω στο μυαλό μου». Και το εφαρμόζει. Δεν δίστασε να μεταμορφωθεί είτε ως ηθοποιός σε ταινίες των Κλοντ Μπερί, Αντρέ Τεσινέ, Πατρίς Λεκόντ κ.ά. είτε ως πρωταγωνίστρια στις δικές της ταινίες. Απ’ αυτές, πανευρωπαϊκή φήμη και Σεζάρ σεναρίου τής χάρισε το «Για όλα φταίει το γκαζόν» όπου υποδυόταν τόσο πειστικά τη λεσβία Μαρί – ώστε πολλοί να αναρωτιούνται για τη σεξουαλική της ταυτότητα. Εχει κάνει, όμως, δύο γάμους και μία κόρη, την επίσης ηθοποιό Μαριλού Μπερί.
  • Η αντικομφορμίστρια Ζοζιάν Μπαλασκό έφτασε στο γαλλικό σινεμά αποφασισμένη να μιλήσει μέσα από τις κωμωδίες της για όσα γυναικεία θέματα παραμένουν ταμπού. Ενα τέτοιο πραγματεύεται και η καινούργια ταινία της «Cliente» (Πελάτισσα), με ηρωίδα την όμορφη, ευκατάστατη 50άρα Ζουντίτ (Ναταλί Μπέι) που πληρώνει για να κάνει σεξ με νεαρό ζιγκολό.
  • Την Πέμπτη η Μπαλασκό θα βρίσκεται στην Αθήνα ως τιμώμενο πρόσωπο του 10ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου (2-12/4 «Αττικόν», «Απόλλων» και 9-15/4 «Ολύμπιον» Θεσσαλονίκης). Θα παρουσιάσει την καινούργια της ταινία αλλά και το «Γκαζόν».

«Ο πατέρας μου ήταν Κροάτης. Ηρθε πολύ νέος στη Γαλλίδα -όταν ακόμα η Κροατία ήταν κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας. Εχω ακόμα εκεί μερικούς μακρινούς συγγενείς. Αισθάνομαι όμως 100% Γαλλίδα», λέει η 59χρονη Ζοζιάν Μπαλασκοβίτς -όπως είναι το πραγματικό της όνομα

«Ο πατέρας μου ήταν Κροάτης. Ηρθε πολύ νέος στη Γαλλίδα -όταν ακόμα η Κροατία ήταν κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας. Εχω ακόμα εκεί μερικούς μακρινούς συγγενείς. Αισθάνομαι όμως 100% Γαλλίδα», λέει η 59χρονη Ζοζιάν Μπαλασκοβίτς -όπως είναι το πραγματικό της όνομα

Σας χαρακτηρίζει ένας αντικομφορμισμός. Από πού προέρχεται;

  • «Είναι στα γονίδιά μου; Μπορεί. Αλλά και οι γονείς μου δεν με μεγάλωσαν με τον συμβατικό τρόπο. Δεν είχα δηλαδή μια τυπική παιδική ζωή, π.χ. με τακτοποιημένα οικογενειακά γεύματα σε συγκεκριμένες ώρες. Η μητέρα μου διατηρούσε ένα μικρό μπιστρό κι εμείς γευματίζαμε εκεί μαζί με τους πελάτες. Γενικά είχα μια αρκετά φιλελεύθερη ανατροφή…».

Πώς ξεκινήσατε τη θεατρική σας καριέρα;

  • «Στην αρχή ήθελα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική μέχρι που συνειδητοποίησα ότι δεν έχω ταλέντο. Μετά, επειδή είχα ένα φίλο που δούλευε στο θέατρο, μου μπήκε η ιδέα να δοκιμαστώ στη σκηνογραφία -αν και τα μόνα που ήξερα για το θέατρο ήταν ό,τι είχαμε διδαχτεί στο σχολείο. Τελικά απέτυχα ως σκηνογράφος, αλλά έγινα ηθοποιός».

Και στο σινεμά πώς ξεκινήσατε; Νομίζω ότι είχατε εμφανιστεί και στον «Ενοικο» (1976).

  • «Ημασταν 5-6 νεαροί ηθοποιοί, που είχαμε ιδρύσει το καφεθέατρο «Le Splendid». Η επικεφαλής του κάστινγκ για τον «Ενοικο» ήταν μια καταπληκτική γυναίκα, που μας ζητούσε πολύ συχνά συνεργασία. Μου είπε λοιπόν ότι ο Πολάνσκι έψαχνε ένα κορίτσι που να είναι κάθε άλλο παρά κούκλα. Εκανα τα πάντα για να πάρω τον ρόλο. Εφτασα στην οντισιόν χωρίς μακιγιάζ, με τα σπυριά μου και χωρίς να έχω κάνει μπάνιο από την προηγούμενη μέρα. Ηθελα τον ρόλο πάση θυσία. Και τον πήρα».

Σκέφτομαι μερικές φορές ότι ήρθατε σ’ αυτό για να υπερασπιστείτε το δικαίωμα των γυναικών να είναι ο εαυτός τους, ενάντια στα κάθε είδους στερεότυπα…

  • «Στη Γαλλία έχουμε μία ακόμα τύχη: επιβιώνει ένα σινεμά που εκπροσωπεί μια γκάμα γυναικείων ρόλων μακριά από τα στερεότυπα. Οι γυναικείοι ρόλοι δεν έχουν όριο το 30ό έτος -και μετά να περνάς στα αζήτητα. Δεν ίσχυε πάντα το ίδιο. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 δεν υπήρχαν ρόλοι για κορίτσια που δεν ανταποκρίνονταν στο πρότυπο της «νεαρής ερωμένης»…».

Τι κάνατε τότε;

  • «Υπήρχε μια ανάπτυξη του καφεθεάτρου σε μικρούς χώρους, όπου ο καθένας μπορούσε να γράψει σκετς, να ερμηνεύσει κάποιο ρόλο ή να αυτοσχεδιάσει. «Αν δεν με χρησιμοποιούν οι άλλοι, θα χρησιμοποιήσω εγώ τον εαυτό μου», σκέφτηκα. Ετσι ξεκίνησα. Εγραφα σκετς δημιουργώντας ρόλους για μένα, έπαιζα και φορούσα μίνι φούστες παρ’ ότι δεν ήμουν ποτέ αδύνατη. Θυμάμαι μάλιστα ένα μαλάκα, κανάγια δημοσιογράφο που έγραψε: «Πώς μπορεί να φοράει μίνι με τόσο χοντρό κώλο;». Από τότε υπερασπιζόμουν με τον τρόπο μου όσους δεν ήθελαν να εγκλωβιστούν στη στερεότυπη εικόνα της αδύνατης, κομψής γκόμενας».

Στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα δει την τελευταία σας ταινία. Είστε όμως υπέρ ή κατά της επιλογής της Ζουντίτ, που καταφεύγει στους ζιγκολό;

  • «Η πρόθεσή μου δεν είναι να δηλώσω υπέρ ή κατά. Αφηγούμαι μια ιστορία που η πρωτοτυπία της έγκειται στο ότι για μια φορά δεν είναι η γυναίκα φορέας της πορνείας -όπως έχουμε δει δεκάδες φορές στο σινεμά. Αν μια γυναίκα έχει την επιθυμία να πληρώνει για να κάνει σεξ, μπορεί να το κάνει. Η ταινία μου ούτε προτρέπει ούτε απολογείται. Απλώς αφηγείται ένα από τα υπαρκτά θέματα για τα οποία δεν μιλάμε ποτέ».

Γιατί δεν μιλάμε γι’ αυτά;

  • «Γιατί έτσι συμβαίνει. Ανάλογη ήταν και η πρόθεση της ταινίας «Για όλα φταίει το γκαζόν». Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο όταν σκέφτηκα ότι ενώ υπάρχουν άπειρες ταινίες για την ανδρική ομοφυλοφιλία, δεν μιλάμε ποτέ για τις λεσβίες. ‘Η μιλάμε ελάχιστα μέσω ενός «στρατευμένου» σινεμά και, πάντως, όχι του σινεμά που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Ετσι λειτούργησα κι εδώ: ψάχνοντας ένα θέμα για μια 50άρα, σκέφτηκα τις φίλες μου: οι περισσότερες είναι μόνες, διαζευγμένες, με παιδιά που ετοιμάζονται να φύγουν από το σπίτι. Θέλοντας να μιλήσω γι’ αυτές τις γυναίκες που είναι μόνες, επέλεξα μια ηρωίδα που είναι απολύτως ισορροπημένη, έχει λεφτά, δεν είναι αλκοολική ή ναρκομανής, νευρωσική ή νυμφομανής. Είναι μια γυναίκα που αντιδρά στη μοναξιά της αλλά αντιδρά και στον συναισθηματικό δεσμό – επειδή έχει υποφέρει απ’αυτόν. Πληρώνοντας για σεξ, προστατεύεται από το συναίσθημα».

Η γαλλική κοινωνία, υπό την προεδρία ενός άνδρα ο οποίος δεν διαστάζει να χρησιμοποιήσει υπέρ του ακόμα και την εικόνα της καλλονής συζύγου του, είναι έτοιμη για μια τέτοια ταινία;

  • «Το σημαντικό είναι ότι αυτή την ταινία κατόρθωσα να τη γυρίσω και βγήκε στις αίθουσες. Δεν ήταν απλό. Γι’ αυτό έβγαλα πρώτα το μυθιστόρημα: δεν έβρισκα κανέναν πρόθυμο να αναμιχθεί στην περιπέτεια ενός τέτοιου φιλμ, που δεν ήταν πολιτικώς ορθό. Αλλά δεν μου αρέσει καθόλου να με εμποδίζουν να κάνω ό,τι έχω στο μυαλό μου. Εγραψα την ιστορία, βρήκα αμέσως εκδότη, το βιβλίο γνώρισε επιτυχία κι αυτό με βοήθησε να το γυρίσω και σε ταινία. Μου πήρε χρόνο, αλλά τα κατάφερα. Και όσο για το τι κάνει ο Γάλλος πρόεδρος, αυτό αφορά δικές του επιλογές. Δεν αντανακλά αυτομάτως και τη θέση της γαλλικής κοινωνίας».

Αναρωτιόμουν ωστόσο αν υπάρχει στην Ευρώπη ένας νεο-συντηρητισμός…

  • «Ασφαλώς υπάρχει μια επιστροφή σε ένα νέου είδους πουριτανισμό».

Εσείς και τολμάτε και έχετε μια μαγική ικανότητα να μεταμορφώνεστε. Ομολογώ πως όταν είδα το «Για όλα φταίει το γκαζόν» αναρωτιόμουν αν είστε πράγματι λεσβία…

  • «Αυτό είναι μεγάλο κομπλιμέντο για μια ηθοποιό».

Από πού προέρχεται αυτή η ικανότητα μεταμόρφωσης;

  • «Η αλήθεια είναι ότι οι Γάλλοι ηθοποιοί δεν το πολυσυνηθίζουν, εν αντιθέσει με την Αγγλία π.χ. όπου οι ηθοποιοί αλλάζουν συχνά, ή ακόμα περισσότερο με τις ΗΠΑ, όπου η μεταμόρφωση είναι ο κανόνας. Για μένα όμως υποκριτική σημαίνει εν μέρει παιχνίδι μεταμφίεσης. Γι’ αυτό είμαι ηθοποιός: για να αλλάζω, π.χ. μόλις γύρισα μια ταινία που βασίζεται στο μπεστ σέλερ της Μιριέλ Μπαρμπερί «Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου». Για τις ανάγκες του ρόλου μου, μεταμορφώθηκα τόσο που δεν με αναγνώριζαν. Ενθουσιάστηκα».

Η μεταμφίεση αλλά και η αυτο-υπονόμευση του παρουσιαστικού ενός ηθοποιού απαιτούν χιούμορ, ταλέντο, αυτοπεποίθηση;

  • «Νομίζω ότι χρειάζεται να κάνει κανείς τον διαχωρισμό μεταξύ της εικόνας που έχουν αποκτήσει οι άλλοι γι’ αυτόν μέσω της μεγάλης οθόνης κι αυτού που πραγματικά είναι στην προσωπική του ζωή. «Μα είστε πολύ καλύτερη απ’ ό,τι στο σινεμά», μου λένε πολλοί που με συναντούν στην καθημερινή μου ζωή. Υπάρχει καλύτερο κομπλιμέντο; Σκεφτείτε ότι για τις ηθοποιούς λένε κατά κανόνα το αντίθετο: «Τη συνάντησα στον δρόμο και ήταν χάλια». Εγώ προτιμώ να με ανακαλύπτουν. Διασκεδάζω όταν διαπιστώνω πώς με έχουν φανταστεί οι άλλοι: σχεδόν πάντα μεγαλύτερη». *
  • Ενας σύγχρονος Βόιτσεκ, που σταδιακά αποκτηνώνεται σ’ ένα στρατόπεδο αποτρόπαιων βασανισμών, παραπλήσιο του Γκουαντάναμο, ενέπνευσε τη Ρούλα Πατεράκη για τη νέα της σκηνοθεσία, που ανεβαίνει στις 24 Απριλίου στα πρώην Κρατητήρια της Γκεστάπο, στην πλατεία Κοραή (Μέγαρο Εθνικής Ασφαλιστικής).

Η Ρούλα Πατεράκη με δύο από τους 14 ηθοποιούς της στις πρόβες...

Η Ρούλα Πατεράκη με δύο από τους 14 ηθοποιούς της στις πρόβες…
  • Το «Puerto Grande» («Μεγάλο Λιμάνι» ή, ακόμη, «Μεγάλο Πέρασμα») του Μάνου Λαμπράκη δομεί είκοσι τέσσερις σκηνές αποκτήνωσης του κεντρικού ήρωα Μπούνκερ (Κοσμάς Φοντούκης), ενώ οι «δήμιοί» του επινοούν ολοένα και πιο «εκλεπτυσμένες» μεθόδους ψυχικού και σωματικού μαρτυρίου. Η παράσταση, που δεν θα έβρισκε ιδανικότερο φυσικό «σκηνικό» από τα υπόγεια κολαστήρια της Γκεστάπο, σε εποχές «ισχνών αγελάδων» έχει 14 ερμηνευτές.

Χωρίς επιχορήγηση αναλαμβάνετε το βάρος μιας πολυπληθούς υπερπαραγωγής. Δεν είναι τεράστιο ρίσκο;

  • «Σε τέτοιες περιπτώσεις, πέφτω με τα μούτρα και στο τέλος ως διά μαγείας σώζομαι! Θα βρω τον τρόπο να τα βγάλω πέρα. Πάντα βρίσκεται. Ολοι μας, και οι ηθοποιοί, έχουμε το πνεύμα μιας αγωνιστικότητας. Δεν θα μας καταβάλει η ανέχεια. Αλλωστε… ο βρεγμένος δεν φοβάται. Εχω χάσει όλη μου την περιουσία για το θέατρο. Δεν έχει παραπάνω η καταβαράθρωση. Το θέατρο πλέον είναι τρόπος ζωής. Αν και αποκλείεται από εδώ και πέρα να κάνω στην Ελλάδα κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από αυτό που ήδη έκανα».

Τι εννοείτε;

  • «Αποκλείεται να κάνω ποτέ μια «πατάτα». Απ’ την άλλη, όσο και αν επιμείνω, ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεπεράσω ένα όριο του εαυτού μου και να πάω παραπέρα. Απ’ τη στιγμή που δεν έφυγα στο εξωτερικό, τα πράγματα είναι δεδομένα. Τι άλλο να κάνω στην Ελλάδα, όπου υπάρχει μεγαλύτερο έλλειμμα ηθοποιών και φτώχεια;».

Δεν έχουμε επαρκώς καλούς ηθοποιούς;

  • «Εχουμε ηθοποιούς πολύ ταλαντούχους, αλλά και οι πολύ ταλαντούχοι δεν είναι απόλυτα ολοκληρωμένοι ηθοποιοί. Ο «μεγάλος ηθοποιός» είναι άλλο πράγμα. Δεν σπαταλιέται ούτε εμποδίζεται. Στην Ελλάδα ποτέ δεν προφταίνεις να ολοκληρώσεις ένα πράγμα».

Το κείμενο του Λαμπράκη γιατί σας ενεργοποίησε τόσο;

  • «Πριν από τρία χρόνια το είχα διαβάσει στα «Αναλόγια» της Σίσσυς Παπαθανασίου. Μου αρέσουν τα κείμενα που βασίζονται σε κείμενα. Και το «Puerto Grande» βασίζεται στον «Βόιτσεκ». Φαίνεται όμως καλά ότι ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί με δημιουργικό και καθόλου δουλικό τρόπο και με τη Σάρα Κέιν. Πάνω σε ένα πολύ σκληρό θέμα πετυχαίνει να γράψει ένα ποιητικό κείμενο και να δημιουργήσει αφηρημένο λόγο, κάτι που πολύ δύσκολα επιτυγχάνουν οι Ελληνες συγγραφείς. Σπάνια βρίσκεις κείμενο που να ξεφεύγει από το συναισθηματισμό, την εύκολη διαχείριση της πραγματικότητάς μας, τον μικρό ορίζοντα, το μικρό όριο».

Το «Puerto Grande» είναι ένα έργο για την αλλοτρίωση του ατόμου;

  • «Για τη συμπίεση που υφίσταται ένας καταδικασμένος έως ότου απολέσει τελείως τον εαυτό του, την ανθρωπιά του, τον έρωτα, και μετατραπεί σε κτήνος, σε ένα περίπου δικαιωμένο κτήνος. Γιατί στο τέλος ο ήρωας γίνεται άγιος, όπως ο δολοφόνος στον Ζενέ».

Ο χώρος, παρ’ όλο που βιωματικά φτάνει σε σημείο ταύτισης με τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το «Puerto Grande», δεν δημιουργεί πρακτικά προβλήματα;

  • «Λόγω της φοβερής του πραγματικότητας -σ’ αυτόν βασανίστηκαν οι Ελληνες από την Γκεστάπο απ’ το 41 ώς το ’44- δημιουργεί μια ισχυρή θεατρικότητα. Και εξαιτίας της ισχυρής του θεατρικότητας, δημιουργεί τελικά μια πραγματικότητα. Οι όποιοι περιορισμοί προκύπτουν από το γεγονός ότι είναι ιστορικός χώρος. Δεν θα δείτε, δηλαδή, στα υπόγειά του μιούζικαλ ή την «Εύθυμη Χήρα». Είναι ένας χώρος που ζητεί συγκεκριμένα κείμενα».

Το γεγονός ότι το κείμενο «συνδιαλέγεται» με τη σκληρή πραγματικότητα που μας περιβάλλει, δεν το καθιστά έως και αφόρητο για τον θεατή;

  • «Ισως λόγω της ποιητικότητάς του να μην είναι. Ισως να κάνει τον θεατή να σκεφτεί πιο βαθιά και πιο συνολικά για ένα πρόβλημα που δεν είναι σημερινό. Η βία υπήρχε πάντα και δεν θ’ αργήσουμε να δούμε και τη νέα μορφή της».

Τη σημερινή μορφή που έχει η βία πώς θα την προσδιορίζατε;

  • «Εχει ένα στοιχείο που είναι εισαγόμενο· έχει κι ένα που είναι εγχώριο και προέρχεται από τη γενική καταρράκωση των πραγμάτων. Ο συνδυασμός αυτών των δύο δημιουργεί προπύλαια αναμονής. Κάτι θα συμβεί… Για όλους μας όμως η βία αρχίζει να γίνεται καθημερινή. Μπορούμε να περνάμε κάθε μέρα μέσα από δακρυγόνα. Δεν πρέπει να τρομοκρατούμαστε γι’ αυτό αφόρητα».

Το θέατρο μπορεί να αποτελέσει «καταφύγιο» αναστοχασμού;

  • «Το θέατρο μπορεί να αφυπνίζει με πιο συντριπτικό, σκληρό και παραδειγματικό τρόπο απ’ ό,τι η αποσπασματική βία που βλέπουμε στους δρόμους. Σε σκληρές περιόδους αποκτά ένα περιεχόμενο και μια ουσία, τα οποία φαίνεται να τα χάνει σε πιο ειρηνικές εποχές, οπότε καμιά φορά ξεχνά τα βαθιά του περιεχόμενα και οι αναζητήσεις του είναι περισσότερο μορφολογικής και αισθητικής τάξης. Η παράσταση που ανεβάζω, όμως, δεν προέκυψε μέσα στα κρούσματα της τρέχουσας βίας, ήταν πιο μπροστά από τα γεγονότα. Η τρέχουσα βία δεν με τρομάζει, άλλωστε. Με τρομάζουν οι εφήμερες διαπιστώσεις και τα ξύλινα λόγια των πολιτικών».

Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν στιγμές που νιώθετε απόγνωση με τις προοπτικές της Ελλάδας;

  • «Για να νιώσει κανείς την απόγνωση πρέπει να έχει υπάρξει… υαλοκαθαριστήρας μεταξύ δύο πραγμάτων -εγώ, καλώς ή κακώς, δεν πήγα απ’ το ένα καθεστώς στο άλλο, από τον έναν πολιτικό στον άλλο. Δεν έγινα έρμαιο των πραγμάτων για να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Ισως μελαγχολώ και ειρωνεύομαι καμιά φορά. Αλλά δεν απελπίζομαι».

*Παίζουν ακόμη οι Γιάννης Παπαδόπουλος, Κωστής Σειραδάκης, Λένικα Αρφάνη, Ενκε Φεζολάρι, Ρίτα Λυτού, Θεανώ Βασιλείου, Ευτυχία Γιομελά, Ευτυχία Κιουρτίδου, Ευγενία Μαμάη, Ανδρέας Αντωνιάδης, Σαράντος Ρηγάκος, Διονύσης Ποταμίτης και Αλέξης Πασπαρδάνης. *

ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΛΕΙΝΕΙ ΦΕΤΟΣ Η ΕΛΕΝΗ ΓΕΡΑΣΙΜΙΔΟΥ. ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΣΕΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΗΣ. ΑΛΛΑ ΜΕΣΤΗΣ

  • Καρατερίστα με τσαγανό, κωμική ηθοποιός άμα τη εμφανίσει, έχει παίξει από Χάρρυ Κλυνν μέχρι Επίδαυρο και από «Δέκα μικρούς Μήτσους» στην τηλεόραση με Λάκη Λαζόπουλο, σειρά που την έκανε γνωστή στο ευρύ κοινό, μέχρι «Θέατρο Εξαρχείων» όπου παίζει τώρα, σκηνοθετημένη από τον Τάκη Βουτέρη, την Άννα Κρον πλάι στην Αννίτα Δεκαβάλλα στην κωμωδία της Αμερικανίδας Λίζας Κρον «Πολύ καλά!» δίνοντας σε όλα το ίδιο βάρος. Χωρίς ποτέ να κάνει εκπτώσεις πάνω στη σκηνή, χωρίς ποτέ να γίνει φτηνή ή χυδαία. Χαρίζοντας απλόχερα το γέλιο. Με τον δικό της, προσωπικό, απολαυστικό τρόπο: ρίχνει την ατάκα χαμηλόφωνα, πονηρά, «ύπουλα», με βραδύκαυστο, αφήνοντάς την να «εκραγεί».
  • Πολιτικοποιημένη, ταγμένη στο ΚΚΕ, υποψήφια σε ψηφοδέλτιά του κατά καιρούς, εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος, πρόεδρος μέχρι πρόσφατα του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, η Ελένη Γερασιμίδου Ηθοποιός πρώτα και πάνω απ΄ όλα παραμένει: μία συνδικαλίστρια με υποκριτικό τάλαντο που περισσεύει, είδος που δεν αφθονεί…
  • Η μεγαλύτερη από τρία αδέλφια- καλλιτεχνικές φύσεις και οι τρεις τους, ο Γιώργος μουσικός που δεν ασχολείται συστηματικά, η Νατάσα που έφυγε νωρίς, άτομο πολυτάλαντο, με τεράστιο ταλέντο-, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη- στο Πανόραμα. Οι γονείς και όλη η οικογένεια αριστεροί, κυνηγημένοι, αλλά με τάσεις καλλιτεχνικές. «Μεγαλώσαμε φτωχικά αλλά χαρωπά. Με τραγούδια. Εγώ λίγο έγραφα, λίγο ζωγράφιζα αλλά κανένα δείγμα πως ενδιαφέρομαι για το θέατρο δεν έδινα. Μια μέρα μου λέει η μάνα μου: «Ασ΄ τα αυτά, εσύ στο θέατρο θα πας». Και πήγε και με έγραψε σε δραματική σχολή! Του Κυριαζή Χαρατσάρη».
  • Αυτό ήταν. Τελειώνει το ΄73 και την ίδια χρονιά αρχίζει να δουλεύει στο θέατρο. Το ΄75 κατεβαίνει στην Αθήνα. Το ΄82 ξανανεβαίνει Θεσσαλονίκη και δημιουργούν με τον άντρα της ηθοποιό Αντώνη Ξένο και τον αδελφό της το «Καφεθέατρο Αντιγονιδών». Το ΄87 επανέρχονται οριστικά στην Αθήνα.

Λαϊκή κωμικός, σύντομα περάσατε στα μεγάλα θέατρα του λεγόμενου «εμπορικού» χώρου και στην τηλεόραση. Αυτό σας έκλεισε πόρτες στο «ποιοτικό»;

  • «Δεν «χαρακτηρίστηκα» πολύ, νομίζω. Το «λαϊκή κωμικός» το θεωρώ, βέβαια, τίτλο τιμής. Πάντα όμως υπήρχαν και προτάσεις από τον «άλλο» χώρο. Ή τουλάχιστον μία εκτίμηση. Αλλά δεν επιδίωξα να είμαι σε συγκεκριμένο χώρο. Άφηνα τα πράγματα όπως ερχόντουσαν. Τι σημαίνει άλλωστε «εμπορικό»; Ο Βογιατζής δεν είναι πολύ εμπορικό θέατρο; Η ποιότητα εξαρτάται από μας. Πόσο μπορούμε να την κρατάμε σε οποιονδήποτε χώρο κι αν είμαστε».

Η κόρη σας, η Αγγελική Ξένου, έγινε ηθοποιός. Δεν την αποτρέψατε;

  • «Όχι, καθόλου. Πιστεύω πως οι γονείς το μόνο όνειρο που τους επιτρέπεται να έχουν για τα παιδιά τους είναι αυτά να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα. Και όχι των γονιών τους. Τις δυσκολίες της ξέρει πολύ καλά. Τι να της πω; Τις βλέπει. Οι έξι- εφτά προτάσεις που είχα από σεζόν σε σεζόν ή και για τη μεθεπόμενη έχουν ελαττωθεί. Υπάρχουν πια διαφημιστικές εταιρείες που αποφασίζουν για τα πάντα. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να ξιπαζόμαστε».

Και ο φετινός ρόλος σας;

  • «Είναι εξαιρετικός: η μαμά της Λίζας Κρον, της συγγραφέως αλλά και ηρωίδας του έργου (σ.σ.: υπαρκτά πρόσωπα και οι δύο γιατί το έργο είναι αυτοβιογραφικό). Είναι ένα άτομο με απίστευτα δημοκρατικές ιδέεςμε την πρωταρχική έννοια της λέξης. Θέλει οι άνθρωποι να κάνουν αυτό που θέλουν, τους αποδέχεται με τις ιδιαιτερότητές τους… Και έχει ένα σθένος! Μοιάζει τόσο πολύ με τη μαμά μου… Και δεν είναι γιατί η μαμά μου δεν υπάρχει πια- για μένα υπάρχει κι ας μην είμαι πολύ του μεταφυσικού. Αλλά αναφορές για το ρόλο έχω και από την αδελφή μου. Η οποία με το σθένος που είχε κατάφερε να ζήσει με τον καρκίνο δεκάμισι χρόνια ενώ οι γιατροί μάς είχαν απογοητεύσει από την αρχή».

Έχετε όνειρα;

  • «Για ρόλους όνειρα ποτέ δεν είχα. Απλώς άλλοι κάτι μου έβαλαν στο μυαλό- όπως μου έχωσε η μάνα μου την ηθοποιία στο κεφάλι και το σκέφτομαι. Δεν ξέρω μήπως ακουστεί ξιπασμένο αλλά αν βρεθεί ένας καλός σκηνοθέτης θα ήθελα να κάνω τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Το άλλο που επίσης μου ΄χουνε πει είναι το «Χάρολντ και Μοντ»».

Είστε ταγμένη με το ΚΚΕ, ένα κόμμα που μοιάζει δύσκαμπτο και «κολλημένο». Ποιος είναι ο ρόλος που το ΚΚΕ επιφυλάσσει στον εαυτό του;

  • «Μπορώ να δεχτώ πως υπάρχει μία δυσκαμψία ως προς την επικοινωνία- και δεν μιλώ για επικοινωνία με την έννοια της τρέχουσας μόδας και αντίληψης. Αλλά με την έννοια των ανθρώπων που μας εκπροσωπούν. Και δεν εννοώ την Αλέκα Παπαρήγα. Γιατί η δική της γλώσσα είναι πολύ καθαρή. Αλλά, ας πούμε, ακόμα κι εγώ βαριέμαι να βλέπω τον 902. Υπάρχει ένα σύμπλεγμα μήπως φανούμε τραλαλά. Δεν έχω όμως άλλο πολιτικό χώρο που να με εκπροσωπεί. Αυτή είναι η κοσμοθεωρία που μου έδωσε και μου δίνει πολλά. Πολλές πρακτικές μπορούν να με ενοχλούν. Και στον χώρο του συνδικαλισμού. Μπορεί κάποιους ανθρώπους από άλλους πολιτικούς χώρους να τους θεωρώ πολύ πιο αριστερούς και πιο έντιμους από κάποιους δικούς μας αλλά δεν με εκπροσωπεί ο τρόπος που λειτουργούν».

«Παιχνίδι είναι το θέατρο»

  • Τριάντα έξι χρόνια στη σκηνή. Τη ρωτώ πότε ένιωσε ασφαλής. «Ποτέ δεν ένιωσα ασφαλής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν χαίρομαι αυτό που κάνω. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι δεν έχει πει «να μην ξεχνάμε εμείς οι ηθοποιοί ότι παίζουμε»; Με την έννοια του παιχνιδιού. Παιχνίδι είναι το θέατρο. Πρώτα και πάνω απ΄ όλα. Αλλά παιχνίδι που γίνεται με σοβαρότητα. Αν ανατρέξουμε, άλλωστε, στα παιδικά μας, θα θυμηθούμε με πόση σοβαρότητα αντιμετωπίζαμε τα παιχνίδια που κάναμε».

Είναι όμως και οικονομική συναλλαγή… Μισθοί, εισιτήριο, θεατρικοί επιχειρηματίες, έξοδα παραγωγής, η «μαρκίζα», «αυτός ο ηθοποιός τα φέρνει», «αυτός δεν τα φέρνει»…

  • «Δεν είμαι πολύ ικανή στα θέματα αυτά… Μπορώ να πω πως έχω κάνει και πολλές βλακείες. Έμεινα πολλά χρόνια απλήρωτη. Μετά τα σαράντα μου άρχισα να ζω κανονικά από τη δουλειά μου. Με τη βοήθεια της τηλεόρασης. Και ποτέ δεν διεκδίκησα θέση στην ταμπέλα εκμεταλλευόμενη ότι ήμουν στην επικαιρότητα λόγω μιας επιτυχίας στην τηλεόραση και υποτιμώντας και μη σεβόμενη ανθρώπους που έχουν μια καριέρα. Μπορεί να ήταν εις βάρος μου. Αλλά στη διαδικασία αυτή δεν θέλησα να μπω».

ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

  • 1949, 11 Δεκεμβρίου. Γεννιέται στη Σαλονίκη.
  • 1973. Αποφοιτά από τη δραματική σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη. Πρώτη επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο: «Φούτμπολ όπερα» του Πίτερ Τέρσον στο θέατρο «Ελλήσποντος» της Θεσσαλονίκης.
  • 1975. Στην Αθήνα.
  • 1979. Στο «Θεσσαλικό Θέατρο»αρχίζει να ακούγεται το όνομά της.
  • 1980. Στο θέατρο «Παρκ» σε επιθεώρηση. Κάνει πρώτη φορά τηλεόραση: «Μεθοριακός σταθμός».
  • 1982. Γυρίζει στη Θεσσαλονίκη.
  • 1987. Οριστική εγκατάσταση στην Αθήνα.
  • 1992. «Δέκα μικροί Μήτσοι» με τον Λάκη Λαζόπουλο στην τηλεόραση.
  • 1997. Πρώτη εμφάνιση στην Επίδαυρο: Κλεονίκη στην «Λυσιστράτη» με το Εθνικό Θέατρο.

info: «Πολύ καλά!» στο Θέατρο Εξαρχείων» (Θεμιστοκλέους 69, τηλ. 210-3300.879).

  • Γράφει ο Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009