Αρχείο για 27 Μαρτίου, 2009

  • Η Λένα Κιτσοπούλου έγραψε ειδικά για το Εθνικό τον μονόλογο «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» ξεκινώντας από προσωπικές της ανησυχίες. Τον επωμίζεται η Μαρία Πρωτόπαππα, ενώ η συγγραφέας, που σκηνοθετεί, εμφανίζεται πότε πότε στη σκηνή. Πάντα βουβή

Στην «κουζίνα» της ζωής για τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», η Μαρία Πρωτόπαππα παίρνει το πρωινό της, ενώ το «φάντασμα» της Λένας Κιτσοπούλου κρέμεται από τον πολυέλαιο Στην «κουζίνα» της ζωής για τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», η Μαρία Πρωτόπαππα παίρνει το πρωινό της, ενώ το «φάντασμα» της Λένας Κιτσοπούλου κρέμεται από τον πολυέλαιο

  • «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.». «Ούτε καμιά τρελή ούτε ειδική περίπτωση, ούτε όμως και μια νοικοκυρά». «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.»: μια ανικανοποίητη, «ψαγμένη» ηθοποιός, 35, το πολύ 40 ετών, πραγματικά μπουχτισμένη απ’ όλους και όλα. Μιλά για τη ζωή, τον θάνατο, την αρρώστια, την ωριμότητα, τις αντιφάσεις και το διαρκές ανικανοποίητό μας. Βρίζει την τέχνη, τη γνώση, την ψυχανάλυση και τον σύγχρονο καταναλωτισμό, απευθυνόμενη μία στον εαυτό της, μία στο κοινό. Ασταμάτητα, σε ένα ανελέητο σκαμπανέβασμα συναισθηματικών θερμοκρασιών, μονολογεί, παραληρεί, θυμώνει, συγκινείται και ρωτά.
  • Είναι ο νέος μονόλογος της Λένας Κιτσοπούλου, μετά «Το πράσινό μου το φουστανάκι». Μια παραγγελία του Εθνικού Θεάτρου, που σε κοινή σκηνοθεσία της συγγραφέως και της ερμηνεύτριάς του, Μαρίας Πρωτόπαππα, κάνει απόψε πρεμιέρα στη β’ σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας.
  • «Είναι μια αρκετά αυτοβιογραφική ιστορία η «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.». Ξεκινά από πολύ προσωπικά πράγματα, όπως συμβαίνει πάντα σε ό,τι γράφω», αποκαλύπτει η Κιτσοπούλου, η οποία τα τελευταία χρόνια γύρισε εν μέρει την πλάτη στην ηθοποιία χάριν της συγγραφής. «Και ναι μεν η Μαιρούλα είναι μια γυναίκα της γενιάς μου, αλλά μιλά για πράγματα που αφορούν όλες τις γενιές -αφορά επομένως και τους άνδρες θεατές».
  • Ο μονόλογος εστιάζει ιδιαιτέρως και στην έννοια της ωριμότητας, που αποκτά κανείς μεταξύ 35 και 40 ετών. «Είναι οι ηλικίες στις οποίες είμαστε ακόμα νέοι, αλλά έχουμε χάσει την απολυτοσύνη και πίστη που είχαμε νεότεροι. Εχουμε κατανόηση για τα πάντα, ενώ ξεκινά και η συγκατάβαση του τύπου «έτσι είναι οι άνθρωποι», «έτσι έχει η ζωή», «εντάξει, μωρέ, δεν πειράζει!». Αυτό εκνευρίζει την ηρωίδα μου πάρα πολύ. Και λέει «θέλω να κατεβώ απ’ το πλοίο για την Ιθάκη». Συγχρόνως, θέτει με καταιγιστικό ρυθμό, σε μια ακραία εγκεφαλική έκρηξη, ερωτήματα για τα πάντα. Ετσι, όμως, δεν καταργεί μόνο τα πάντα. Ακυρώνει και τον εαυτό της!», λέει η Λένα Κιτσοπούλου.

Είναι, λοιπόν, η ηρωίδα της επαναστάτρια, αντικομφορμίστρια;

  • «Καθόλου. «Κι εγώ μέρος του ίδιου πράγματος είμαι», παραδέχεται. Μπορεί να μιλάει για τον θάνατο και την ίδια στιγμή να ψιθυρίζει ένα σκυλάδικο. Τελικά», συνοψίζει η Κιτσοπούλου, «η Μαιρούλα είναι ένα εξαιρετικά κωμικό πρόσωπο, που αυτοσαρκάζεται πηδώντας ιλιγγιωδώς από τη μια θεματική στην άλλη».

Ολόκληρο τον μονόλογο τον επωμίζεται η Μαρία Πρωτόπαππα, παλιά καλή γνώριμη της Κιτσοπούλου από τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Κι εντούτοις, στη σκηνή κάθε τόσο εμφανίζεται και η συγγραφέας.

  • «Είμαι ένα βουβό πρόσωπο», διευκρινίζει, «το οποίο, όμως, βοηθά σε κάποιες μεταβάσεις και σουρεαλιστικές, συμβολικές εικόνες που πρέπει να δημιουργούνται στο θεατή. Θέλαμε να διασώσουμε σαν κόρη οφθαλμού τη μοναξιά του βασικού προσώπου».

  • Κι αν απορείτε για τη γραφή του ονόματος της ηρωίδας στον τίτλο του μονόλογου, ναι, δεν γράφεται τυχαία με κεφαλαία και τελείες έπειτα από κάθε γράμμα: «Είναι το κλειδί του έργου, που, όμως, θα κρατήσουμε μυστικό, για να το ανακαλύψετε στην παράσταση μόνο».

Πότε θα σας ξαναδούμε κανονικά στη σκηνή με την ιδιότητα της ηθοποιού;

  • «Το καλοκαίρι στους «Πέρσες» του Γκότσεφ από το Εθνικό Θέατρο. Θα κάνω τον εμβόλιμο ρόλο ενός σεξπιρικού τρελού, με κείμενα ενάντια στην αυτοκρατορία-δικτατορία του Δαρείου, του Ξέρξη και της Ατοσσας. Ενα τελείως κόντρα πρόσωπο».

Τελικά πώς εκφράζεστε καλύτερα; Μέσω σκηνής ή μέσω συγγραφής;

  • «Δεν μπορώ ακόμα να αποφασίσω. Αισθάνομαι ότι μου χρειάζονται και τα δύο. Ενδεχομένως να με ελευθερώνει το γράψιμο -και η μοναξιά του- περισσότερο. Εχω ήδη έτοιμο υλικό, πολλά διηγήματα που θέλω να εκδώσω τον χειμώνα. Από το καλοκαίρι όμως ασχολιόμουν με τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.». Από την άλλη, έχω ανάγκη και την άμεση έκθεση που έχει η σκηνή. Γι’ αυτό μ’ αρέσει τόσο να τραγουδώ σε πάλκο -τα καλοκαίρια εμφανίζομαι σε ένα ρεμπετάδικο στη Σαντορίνη. Και η σκηνοθεσία που δοκίμασα στη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» είναι ένα κεφάλαιο που χάρηκα ιδιαίτερα».

**Η παράσταση ανεβαίνει με σκηνικά-κοστούμια Ελλης Παπαγεωργακοπούλου και μουσική επιμέλεια Λένας Κιτσοπούλου και Μαρίας Πρωτόπαππα. *

  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
  • Ο Ιβάν Βιριπάεφ, ο πιο γνωστός Ρώσος δραματουργός, στα 34 του χρόνια δηλώνει ότι αγαπάει τη θρησκεία χωρίς να είναι χριστιανός και ότι επί κομμουνισμού ήταν ευτυχισμένος στον οικογενειακό του περίγυρο. Τα έργα του, όμως, είναι πολύ αιρετικά. Τόσο, που συνυπογράφει το «Γένεσις Νο2» (Θέατρο Τέχνης) με τη σχιζοφρενή Αντονίνα Βελικάνοβα.
  • «Η βασική σύγκρουση σήμερα είναι αυτή ανάμεσα στον "πολιτισμό" και την αιώνια αναζήτηση της πνευματικότητας», λέει ο Ιβάν Βιριπάεφ «Η βασική σύγκρουση σήμερα είναι αυτή ανάμεσα στον «πολιτισμό» και την αιώνια αναζήτηση της πνευματικότητας», λέει ο Ιβάν Βιριπάεφ Ενα ρωσικό έργο διεθνούς καριέρας «προσγειώθηκε» τη Δευτέρα το βράδυ από τις ευρωπαϊκές σκηνές στο Θεάτρο Τέχνης στην οδό Φρυνίχου. Το «Γένεσις Νο2» (2004) ενός τρομερού παιδιού της ρωσικής δραματουργίας, του 34χρονου Ιβάν Βιριπάεφ, στην πανελλαδική πρεμιέρα της ανέβηκε σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη απ’ την ομάδα «Κανιγκούντα».
  • Το χρονικό του «Γένεσις Νο2» ξεκινά εξαιρετικά ανορθόδοξα κι επιπλέον πολύ μακριά απ’ το γραφείο ή το λάπτοπ του σημαντικότερου σήμερα Ρώσου δραματουργού. Η ιστορία του έργου αρχίζει από το δωμάτιο μιας ψυχιατρικής κλινικής πολύ κοντά στη Μόσχα, όπου νοσηλεύεται η Αντονίνα Βελικάνοβα. Μια μέρα, η ανήσυχη σχιζοφρενής ανακάλυψε το νόημα της ζωής σε μια φράση τού Σέξπιρ: «Ολος ο κόσμος είναι μια σκηνή και οι άνδρες και οι γυναίκες είμαστε θεατρίνοι». Κάθισε κι έγραψε ένα θεατρικό με ήρωες τον Θεό (ο θεράπων γιατρός της) και τη γυναίκα τού Λωτ (που είναι η ίδια η Βελικάνοβα), οι οποίοι συζητούν, μέσα από ελεύθερους συνειρμούς, για ζητήματα θεμελιώδη: την ύπαρξη, τον θάνατο, τον Θεό.
  • Οταν ολοκλήρωσε το κείμενο, η Βελικάνοβα επικοινώνησε με τον Βιριπάεφ, για να το ανεβάσει. Ο δραματουργός-σκηνοθέτης και ηθοποιός ενθουσιάστηκε τόσο που δεν «έκοψε» ούτε μίσα λέξη απ’ το χειρόγραφό της. Αρκέστηκε μόνο στην «επέκτασή» του, με αποσπάσματα από την αλληλογραφία τής Βελικάνοβα και μικρά κωμικά τραγούδια του. Το αποτέλεσμα είναι ένα αστείο, ειρωνικό, αλλόκοτο και συγχρόνως λυρικό, βαθιά υπαρξιακό έργο, στο οποίο συνυπάρχουν το θέατρο-ντοκιμαντέρ και η ποίηση. Τα εμβόλιμα «κωμικά» μουσικοχορευτικά ιντερμέδια του Βιριπάεφ «προσγειώνουν» το θεατή στην γκρίζα πραγματικότητα των σύγχρονων δυτικών μητροπόλεων.
  • Ο Βιριπάεφ, προτού στήσει την πρώτη του ανεξάρτητη ομάδα «Play Area», ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός . Απ’ την αρχή έδειξε τις αληθινές προθέσεις του. Δεν τον χωρούσε η τυπική θεατρική πράξη. Η επιτυχία του πρώτου του «πειραγμένου» έργου, των «Ονείρων», τον έφερε από τη γενέτειρά του Σιβηρία στη θεατρική «καρδιά» της Μόσχας, όπου συνέπραξε στη New and Social Play Centre Teatr. doc, ένα πειραματικό σημείο συνάντησης νέων δημιουργών. Σήμερα θεωρείται ο κορυφαίος μεταξύ των σύγχρονων Ρώσων θεατρικών συγγραφέων. Ως θεμελιωτής του θεάτρου-ντοκιμαντέρ συνεργάζεται με ομάδες από όλη την Ευρώπη. Εχει δοκιμάσει τις δυνάμεις του και στο σινεμά, σκηνοθετώντας την ταινία «Ευφορία», που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας (προβλήθηκε στην Ελλάδα το περασμένο φθινόπωρο). Στην Αθήνα τον πρωτογνωρίσαμε το 2007 με το «Οξυγόνο» (2003), που ανέβηκε αρχικά στον «Εξώστη» του Αμόρε και κατόπιν στις «Χορικότητες» του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Μαρία Μαγκανάρη, Μαρία Κεχαγιόγλου και Πέτρος Μάλαμας μαζί για το «Γένεσις Νο2» του Ι. Βιριπάεφ Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Μαρία Μαγκανάρη, Μαρία Κεχαγιόγλου και Πέτρος Μάλαμας μαζί για το «Γένεσις Νο2» του Ι. Βιριπάεφ

Γράφετε θεατρικά που βρίσκονται στο όριο της γλώσσας και της αφηγηματικότητας. Τι ακριβώς επιτυγχάνεται μ’ αυτό; Τι σας απασχολεί περισσότερο στη δόμησή του θεατρικού λόγου;

  • «Η γλώσσα, ο τρόπος που ηχούν οι λέξεις, είναι το σημαντικότερο όλων στη σκηνική πράξη. Ως δραματουργός έχω χρέος να γράψω μια μουσική λέξεων, ώστε αυτή η μουσική να βοηθήσει τον ηθοποιό να κατανοήσει το ρόλο του. Αντιμετωπίζω κάθε έργο σαν σημειώσεις. Οι ηθοποιοί είναι μουσικοί και ο σκηνοθέτης ένας διευθυντής ορχήστρας. Το θέατρο είναι, με άλλα λόγια, ο τόπος όπου οι λέξεις ηχούν. Γιατί η λέξη είναι ένα θεϊκό φαινόμενο. Ακόμη και οι ανόητες ή ενοχλητικές λέξεις είναι μαγικές. Γι’ αυτό τον λόγο με απασχολεί πολύ ο τρόπος που τα έργα μου μεταφράζονται. Ελπίζω τουλάχιστον ένας μέρος της μουσικής να επιβιώνει και στη νέα γλώσσα. Επ’ ευκαιρία να σας πω ότι η ελληνική γλώσσα ηχεί τόσο όμορφα! Χαίρομαι που το έργο μου θα ηχήσει στη γλώσσα του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, κι ας πρόκειται για τη σύγχρονη εκδοχή της».

Δεν σας ενδιέφερε ποτέ μια πιο… κλασική θεατρική φόρμα;

  • «Είναι απολύτως άγνωστο το τι είναι «κλασική φόρμα». Τι είναι σήμερα κλασικό; Ο Ομηρος είναι κλασικός αλλά θα ήταν παράδοξο να γράφεις σήμερα με τον ομηρικό ρυθμό. Γράφω στον ρυθμό της εποχής που ζω. Ο θεατής έρχεται στο θέατρο για να ακούσει τον ήχο της μοντέρνας καρδιάς. Αυτή η καρδιά είναι αιώνια και ο ρυθμός της η αιωνιότητα, ωστόσο ακούς τον σημερινό κτύπο».

Δραματουργικά ποια θέματα σας ενεργοποιούν;

  • «Το θέατρο μάς δίνει την ευκαιρία να εξερευνήσουμε πέραν του σημείου που φτάνει η ματιά μας. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ το να διαπραγματευτούμε και να μιλήσουμε για το αόρατο. Για κάτι που μπορούμε μόνο να αισθανθούμε. Οπως λέει και η Αντονίνα Βελικάνοβα, «όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει ‘κάτι Αλλο!’»».

Η σύγχρονη ρωσική δραματουργία εμφανίζεται εξαιρετικά σκοτεινή και πεσιμιστική. Εσείς, ο Σιγκάρεφ, οι αδελφοί Πρεσνιακόφ, δημιουργείτε σκηνικά σύμπαντα αφάνταστα βάναυσα. Σφάλλω;

  • «Ελπίζω να διαθέτω μια πιο «ελαφριά» οπτική του κόσμου. Δεν μου φαίνεται ότι με διακρίνει κάποιο είδος πεσιμισμού. Ούτως ή άλλως, το φως είναι η πραγματικότητα».

Και το σκοτάδι;

  • «Ενα σκηνοθετημένο σκοτείνιασμα του νου. Εγώ όμως δεν αισθάνομαι θύμα του κομμουνισμού! Ποτέ δεν τον έζησα».

Ζήσατε, όμως, και επί κομμουνισμού και επί περεστρόικα, αλλά και την κατάρρευση του κομμουνισμού.

  • «Εζησα στο δικό μου «περίβολο» με τη μητέρα και τους φίλους μου. Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος».

Η ζωή σας σήμερα στη Ρωσία του Πούτιν και του Μεντβιέντεφ είναι καλύτερη από παλαιότερα;

  • «Να μιλήσω ειλικρινά; Δεν ξέρω αν ο Μεντβιέντεφ και ο Πούτιν είναι καλοί κυβερνήτες. Είναι αυτό που είναι και δεν υπάρχει κανείς για να τους αντικαταστήσει. Δεν είναι εύκολο να κυβερνούν τη συγκεκριμένη χώρα. Αλλά, υποθέτω, είναι περίπου το ίδιο όπως οι υπόλοιποι κυβερνήτες της υφηλίου».

Η πολιτική σε ποιο βαθμό σάς αφορά;

  • «Είμαι εμμανώς «κολλημένος» στην ξεκάθαρη πεποίθηση «όλοι παίρνουμε αυτό που μας αξίζει». Ο Στάλιν, ο Χίτλερ και παρόμοια «φαινόμενα» είναι δημιουργήματα των δικών μας συνειδήσεων. Αυτός είναι κι ο λόγος που καθένας πρέπει να ρίχνει βαθιές ματιές στον εαυτό του. Και να αλλάζει κάτι μέσα στον ίδιο. Αυτός είναι ο λόγος που η πολιτική δεν με ενδιαφέρει πολύ, αλλά οι άνθρωποι που ζουν σε αυτό τον κόσμο».

Αισθάνεστε απόγονος του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Μπουλγκάκοφ; Συνδέεστε πουθενά με τη θεατρική παράδοσή σας;

  • «Ασφαλώς. Κατ’ αρχάς, στη Ρωσία έχουμε τη χριστιανορθόδοξη μενταλιτέ».

Είστε πιστός χριστιανός Ορθόδοξος;

  • «Παρότι στην κυριολεξία δεν είμαι χριστιανός, αφομοίωσα την Ορθοδοξία μέσω του μητρικού γάλακτος. Και αγαπώ τη θρησκεία. Επειτα, η Ρωσία ασφαλώς είναι η ρωσική λογοτεχνία. Ωστόσο δεν θα τολμούσα να αποκαλέσω τον εαυτό μου Ρώσο συγγραφέα, που συνεχίζει την παράδοση, όπως οι συγγραφείς που αναφέρατε. Λατρεύω όμως τη ρωσική λογοτεχνία». *
Υπάρχει Θεός, τάξη και νόμος

– Στο «Γένεσις Νο2» υπάρχουν ο Θεός, η γυναίκα του Λωτ, ο προφήτης Ιωάννης κι εσείς -ο συγγραφέας.

  • «Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι το έργο γράφτηκε από την Αντονίνα Βελικάνοβα -εγώ έκανα τη θεατρική προσαρμογή. Είχα την ελευθερία να κάνω μόνο δύο αλλαγές. Με ενέπνευσε η ύπαρξη που γράφει έργα μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική».

– Πώς εμφανίζετε τον εαυτό σας στο έργο;

  • «Είμαι ο Μοσχοβίτης δραματουργός και σκηνοθέτης Ιβάν Βιριπάεφ. «Είστε σίγουροι ότι εμένα θέλετε και όχι κάποιον άλλο;» ρωτώ».

– Το έργο το πιστέψατε και το «υιοθετήσατε» επειδή θέλατε να πείτε κάτι απ’ τη σκηνή για την ύπαρξη του Θεού, για τον τρελό κι ανερμάτιστο κόσμο μας, την ανυπαρξία ίσως μιας ασφαλούς πίστης;

  • «Θέλω να πω με το «Γένεσις Νο2″ ότι υπάρχει Θεός. Κι ότι ο κόσμος είναι η τάξη και ο νόμος. Ηθελα να πω ότι οι άνθρωποι έχουν πίστη και ότι αυτό είναι υπέροχο και, φυσικά, μια αντικειμενική πραγματικότητα».

* Η «Γένεσις Νο 2» ανεβαίνει σε μετάφραση (από τα γαλλικά) και σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη, με σκηνικά και κοστούμια Θάλειας Ιστικοπούλου και μουσική Βασίλη Μαντζούκη. Παίζουν: Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Πέτρος Μάλαμας.

Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009