Ντένη Βαχλιώτη: Το μήλο κάτω από τη μηλιά

Posted: Μαρτίου 21, 2009 in Βαχλιώτη Ντένη


Το μήλο κάτω από τη μηλιά


  • Η αρχή της συνεργασίας της με τον Σταμάτη Φασουλή έγινε το 2003 με το «Full Μonty». Αργότερα, συναντήθηκαν ξανά στο «Τρεις φορές γυναίκα», στο «Δύο τρελοί τρελοί παραγωγοί», που συνεχίζεται φέτος για δεύτερη σεζόν (με 350 κουστούμια), και στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», που παρουσιάζεται από τον Οκτώβριο. Στην πέμπτη της συνάντηση με τον Σταμάτη Φασουλή, στο μιούζικαλ «Το κλουβί με τις τρελές» που ανεβαίνει στο Παλλάς, η ενδυματολόγος Ντένη Βαχλιώτη νιώθει ευτυχής και πιο ικανοποιημένη από κάθε άλλη φορά για το αποτέλεσμα της δουλειάς της.
  • Με τα 350 κουστούμια που σχεδίασε μετέτρεψε την παράσταση σε πραγματικό υπερθέαμα, που ταξιδεύει κοινό και ηθοποιούς στον κόσμο των γαλλικών καμπαρέ, εκεί όπου κυριαρχούν τα φρου-φρου, τα πούπουλα και η «drag show» λάμψη. «Η συνεργασία μου με τον Σταμάτη ήταν πάντα μια ευτυχής θεατρική συγκυρία. Τον γνώρισα μέσω του συζύγου μου στο καμαρίνι του στο Θέατρο Χορν. Εκεί, αντίκρισα έναν άνθρωπο καλλιεργημένο στα όρια του ιδιοφυούς, με γνήσια τρέλα και τρομερό χιούμορ, και ανοιχτό στο να δώσει ευκαιρίες σε νέους καλλιτέχνες».
  • Με σπουδές Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας Θεάτρου στην περίφημη σχολή «Central St. Μartin’s College of Αrt & Design» του Λονδίνου, η Ντένη Βαχλιώτη έχει δουλέψει πολύ σκληρά για να καταφέρει να θεωρείται σήμερα στη χώρα μας μία από τις καλύτερες στο είδος της. Φυσική εξέλιξη θα πει κανείς, καθώς είναι κληρονόμος μιας σπουδαίας παράδοσης στο χώρο της ενδυματολογίας και του θεάτρου εν γένει (είναι κόρη του αλησμόνητου σκηνοθέτη και καθηγητή Θεάτρου Χρήστου Βαχλιώτη).
  • Από τη μία η παγκοσμίως γνωστή Θεώνη – Ντένη Βαχλιώτη, που έντυσε τη Μελίνα Μερκούρη στις μεγαλύτερες επιτυχίες της στο σανίδι και τη μεγάλη οθόνη («Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα» – έργα που της χάρισαν υποψηφιότητες στα Oσκαρ), και από την άλλη η διάσημη στο Χόλιγουντ Θεώνη Βαχλιώτη – Ολντριτς (Oσκαρ για τον «Μεγάλο Γκάτσμπι»), που σχεδίασε τα κοστούμια για το πρώτο παγκοσμίως ανέβασμα του «Κλουβιού με τις τρελές» στο Μπρόντγουεϊ (1983) κερδίζοντας το βραβείο Τόνι. «Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με βαθιά καλλιτεχνικές ρίζες.
  • Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα επηρέασε την επαγγελματική μου επιλογή και έκανε ευκολότερο το πέρασμά μου στο χώρο. Για παράδειγμα, η γνωριμία μου με τον Χουβαρδά έγινε στο σπίτι της θείας μου Ντένης Βαχλιώτη στο Κολωνάκι. Σε εκείνη οφείλω και την πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα το 1997. Μου πρότεινε να φτιάξω το σκηνικό στα “Επτά κουτιά της Πανδώρας”, που βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ως το καλύτερο της χρονιάς. Το θέμα όμως είναι πόσο θα αντέξει η δουλειά μας στο χρόνο. Κι αυτό είναι πάντα στο χέρι μας».

Ενα υπερθέαμα, όπως «Το κλουβί με τις τρελές», είναι σίγουρα μια αβανταδόρικη δουλειά για τον ενδυματολόγο. Τελικά, η καταξίωση έρχεται μέσα από μία τέτοιου είδους παραγωγή ή από «μικρές» αλλά απαιτητικές δουλειές;

  • Και με τους δύο τρόπους. Σίγουρα σε ένα μιούζικαλ όπως «Το κλουβί με τις τρελές» η δουλειά σου φαίνεται περισσότερο προς τα έξω και γίνεται γνωστό το όνομά σου στο ευρύ κοινό, το οποίο εντυπωσιάζεται από τον όγκο και τη λάμψη του έργου σου. Επίσης, έχεις τεράστια γκάμα επιλογών και ίσως δεν απαιτείται τόσο ψάξιμο όσο σε μια μικρή παραγωγή με βαθύ νόημα. Εκεί μπορεί να έχεις ένα κουστούμι, που να είναι ακριβώς αυτό: «μια εικόνα, χίλιες λέξεις».

Εχοντας ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό, ποιες είναι οι διαφορές που εντοπίζετε στον τρόπο που δουλεύει ένας ενδυματολόγος στο Λονδίνο σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στην Ελλάδα;

  • Οι όροι εργασίας είναι εντελώς διαφορετικοί έξω. Οι ενδυματολόγοι διατηρούν υπόγεια εργαστήρια κάτω από τη σκηνή του θεάτρου και διαθέτουν δεκάδες βοηθούς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο ενδυματολόγος πρέπει να τα χειριστεί όλα μόνος του, ενώ βάζει λεφτά συνεχώς από την τσέπη του για να κάνει καλά τη δουλειά του και να πληρώνει τους βοηθούς του. Δεν με πειράζει όμως, μου αρέσει να τρέχω κι ας είμαι μόνη! Εξάλλου, είμαι τελειομανής!

Ποιες ήταν οι πηγές σας για να «ντύσετε» το έργο του Ζαν Πουαρέ;

  • Από το Μάιο του 2007, που μου το πρότεινε ο Σταμάτης, ξεκίνησα μια εκτενή έρευνα. Είδα και τις δύο ταινίες που έχουν γίνει πάνω στο έργο, μάζεψα υλικό από διάφορα μιούζικαλ της εποχής με καμπαρέ, περιοδικά μόδας και από τα πολύτιμα βιβλία π ου μου έχει χαρίσει η θεία μου Ντένη, τα οποία περικλείουν όλες τις ιστορικές παραγωγές του Χόλιγουντ. Συνδύασα επιρροές από Μουλέν Ρουζ και καμπαρέ με σύγχρονο drag show, ώστε να δώσω μια σημερινή πινελιά. Προσπάθησα να δημιουργήσω κουστούμια που να αποτυπώνουν το κλίμα των καμπαρέ και να βοηθούν τους ηθοποιούς-χορευτές να εκφραστούν.

Φοβηθήκατε μήπως ξεπεράσετε τα όρια και δημιουργήσετε μια αισθητικά «κιτς» εικόνα;

  • Φυσικά. Αυτή ήταν η μεγάλη πρόκληση για όλους μας και από άποψη υποκριτικής και σκηνοθετικής ματιάς, αλλά και από άποψη σκηνικών και κοστουμιών. Υπήρχε ο κίνδυνος να βγούμε όλοι καρικατούρες. Αυτός ο χρυσός κόσμος των καμπαρέ, στιλ Μουλέν Ρουζ, είναι πάντα φανταχτερός και κιτς. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή μεταξύ του κιτς και του Μπρόντγουεϊ θεάματος, της λάμψης και του ρομαντισμού. Οι ισορροπίες είναι λεπτές και μπορείς πολύ εύκολα να ξεφύγεις. Το ζητούμενο ήταν να βγει κάτι αισθητικά όμορφο και ταυτόχρονα να είναι και όσο πρέπει κιτς. Να διατηρεί τη σατιρική ματιά του drag show, αλλά όσο το σηκώνουν η σκηνοθεσία του Σταμάτη και η τρυφερή ρομαντική ιστορία του έργου. Θα ήταν λάθος να γίνει λιτό και φτωχό. Θα πρόδιδε το κείμενο. Θεωρώ ότι παρά το γεγονός πως είναι «too much», είναι καλαίσθητα «too much».

Στην εποχή της οικονομικής ύφεσης όμως που διανύουμε, μήπως τελικά είναι εν γένει «too much»;

  • Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα που σχεδίαζα και αγόραζα διάφορα κομμάτια. Ηταν όντως σαν να ζούσαμε στη δική μας χρυσή σφαίρα. Την ώρα που καιγόταν όλη η Αθήνα και παντού άκουγες ότι «η οικονομική κρίση μάς χτυπά την πόρτα», εμείς ασχολούμασταν με φτερά και πούπουλα. Αν και το μπάτζετ για την ένδυση και γενικά για όλη την παράσταση μπορεί να φαντάζει πολύ μεγάλο, ήταν σχετικά λογικό για το θέαμα που προσφέρουμε στο θεατή.

Και πού πιστεύετε ότι οφείλεται η τεράστια προπώληση της παράστασης, μιας και οι τιμές των εισιτηρίων δεν είναι από τις πιο χαμηλές;

  • Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος ακόμα και σε τέτοιες δύσκολες στιγμές έχει ανάγκη το παραμύθι στη ζωή του…, να ξεσκάσει, να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη μιζέρια των καιρών, να γελάσει. Η τέχνη προσφέρει αυτή τη διέξοδο και ειδικά το μιούζικαλ.

Ποια είναι η αίσθηση που σας άφησε ως έργο το «Κλουβί με τις τρελές»;

  • Είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα. Πίσω από τη φαντασμαγορική διάστασή του κρύβεται ένα ρομαντικό έργο άκρως συγκινητικό, που θίγει ένα θέμα τρομερά σημαντικό: ποιος είναι ο κατάλληλος γονέας για να μεγαλώσει σήμερα ένα παιδί; Ενας ομοφυλόφιλος ή ένας ετεροφυλόφιλος; Γιατί να θεωρεί η κοινωνία ότι ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι δεν είναι ικανό να δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια; Δυστυχώς, όλα αυτά είναι ζητήματα-ταμπού για τις κοινωνίες παγκοσμίως. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα, δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε παιδιά που μεγαλώνουν σε ομοφυλοφιλικές οικογένειες. Σκεφτείτε τι θα αντιμετωπίσει το παιδί που προέρχεται από μία τέτοιου είδους οικογένεια, βγαίνοντας στην κοινωνία. Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.

Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα,
Τηλ.: 210-3213100, τιμές εισιτηρίων: 20, 25, 30, 45, 50, 60, 80 ευρώ. Διάρκεια: έως 10/05/2009

  • ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 21.03.09
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s