Αρχείο για 21 Μαρτίου, 2009


Το μήλο κάτω από τη μηλιά


  • Η αρχή της συνεργασίας της με τον Σταμάτη Φασουλή έγινε το 2003 με το «Full Μonty». Αργότερα, συναντήθηκαν ξανά στο «Τρεις φορές γυναίκα», στο «Δύο τρελοί τρελοί παραγωγοί», που συνεχίζεται φέτος για δεύτερη σεζόν (με 350 κουστούμια), και στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», που παρουσιάζεται από τον Οκτώβριο. Στην πέμπτη της συνάντηση με τον Σταμάτη Φασουλή, στο μιούζικαλ «Το κλουβί με τις τρελές» που ανεβαίνει στο Παλλάς, η ενδυματολόγος Ντένη Βαχλιώτη νιώθει ευτυχής και πιο ικανοποιημένη από κάθε άλλη φορά για το αποτέλεσμα της δουλειάς της.
  • Με τα 350 κουστούμια που σχεδίασε μετέτρεψε την παράσταση σε πραγματικό υπερθέαμα, που ταξιδεύει κοινό και ηθοποιούς στον κόσμο των γαλλικών καμπαρέ, εκεί όπου κυριαρχούν τα φρου-φρου, τα πούπουλα και η «drag show» λάμψη. «Η συνεργασία μου με τον Σταμάτη ήταν πάντα μια ευτυχής θεατρική συγκυρία. Τον γνώρισα μέσω του συζύγου μου στο καμαρίνι του στο Θέατρο Χορν. Εκεί, αντίκρισα έναν άνθρωπο καλλιεργημένο στα όρια του ιδιοφυούς, με γνήσια τρέλα και τρομερό χιούμορ, και ανοιχτό στο να δώσει ευκαιρίες σε νέους καλλιτέχνες».
  • Με σπουδές Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας Θεάτρου στην περίφημη σχολή «Central St. Μartin’s College of Αrt & Design» του Λονδίνου, η Ντένη Βαχλιώτη έχει δουλέψει πολύ σκληρά για να καταφέρει να θεωρείται σήμερα στη χώρα μας μία από τις καλύτερες στο είδος της. Φυσική εξέλιξη θα πει κανείς, καθώς είναι κληρονόμος μιας σπουδαίας παράδοσης στο χώρο της ενδυματολογίας και του θεάτρου εν γένει (είναι κόρη του αλησμόνητου σκηνοθέτη και καθηγητή Θεάτρου Χρήστου Βαχλιώτη).
  • Από τη μία η παγκοσμίως γνωστή Θεώνη – Ντένη Βαχλιώτη, που έντυσε τη Μελίνα Μερκούρη στις μεγαλύτερες επιτυχίες της στο σανίδι και τη μεγάλη οθόνη («Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα» – έργα που της χάρισαν υποψηφιότητες στα Oσκαρ), και από την άλλη η διάσημη στο Χόλιγουντ Θεώνη Βαχλιώτη – Ολντριτς (Oσκαρ για τον «Μεγάλο Γκάτσμπι»), που σχεδίασε τα κοστούμια για το πρώτο παγκοσμίως ανέβασμα του «Κλουβιού με τις τρελές» στο Μπρόντγουεϊ (1983) κερδίζοντας το βραβείο Τόνι. «Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με βαθιά καλλιτεχνικές ρίζες.
  • Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα επηρέασε την επαγγελματική μου επιλογή και έκανε ευκολότερο το πέρασμά μου στο χώρο. Για παράδειγμα, η γνωριμία μου με τον Χουβαρδά έγινε στο σπίτι της θείας μου Ντένης Βαχλιώτη στο Κολωνάκι. Σε εκείνη οφείλω και την πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα το 1997. Μου πρότεινε να φτιάξω το σκηνικό στα “Επτά κουτιά της Πανδώρας”, που βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ως το καλύτερο της χρονιάς. Το θέμα όμως είναι πόσο θα αντέξει η δουλειά μας στο χρόνο. Κι αυτό είναι πάντα στο χέρι μας».

Ενα υπερθέαμα, όπως «Το κλουβί με τις τρελές», είναι σίγουρα μια αβανταδόρικη δουλειά για τον ενδυματολόγο. Τελικά, η καταξίωση έρχεται μέσα από μία τέτοιου είδους παραγωγή ή από «μικρές» αλλά απαιτητικές δουλειές;

  • Και με τους δύο τρόπους. Σίγουρα σε ένα μιούζικαλ όπως «Το κλουβί με τις τρελές» η δουλειά σου φαίνεται περισσότερο προς τα έξω και γίνεται γνωστό το όνομά σου στο ευρύ κοινό, το οποίο εντυπωσιάζεται από τον όγκο και τη λάμψη του έργου σου. Επίσης, έχεις τεράστια γκάμα επιλογών και ίσως δεν απαιτείται τόσο ψάξιμο όσο σε μια μικρή παραγωγή με βαθύ νόημα. Εκεί μπορεί να έχεις ένα κουστούμι, που να είναι ακριβώς αυτό: «μια εικόνα, χίλιες λέξεις».

Εχοντας ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό, ποιες είναι οι διαφορές που εντοπίζετε στον τρόπο που δουλεύει ένας ενδυματολόγος στο Λονδίνο σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στην Ελλάδα;

  • Οι όροι εργασίας είναι εντελώς διαφορετικοί έξω. Οι ενδυματολόγοι διατηρούν υπόγεια εργαστήρια κάτω από τη σκηνή του θεάτρου και διαθέτουν δεκάδες βοηθούς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο ενδυματολόγος πρέπει να τα χειριστεί όλα μόνος του, ενώ βάζει λεφτά συνεχώς από την τσέπη του για να κάνει καλά τη δουλειά του και να πληρώνει τους βοηθούς του. Δεν με πειράζει όμως, μου αρέσει να τρέχω κι ας είμαι μόνη! Εξάλλου, είμαι τελειομανής!

Ποιες ήταν οι πηγές σας για να «ντύσετε» το έργο του Ζαν Πουαρέ;

  • Από το Μάιο του 2007, που μου το πρότεινε ο Σταμάτης, ξεκίνησα μια εκτενή έρευνα. Είδα και τις δύο ταινίες που έχουν γίνει πάνω στο έργο, μάζεψα υλικό από διάφορα μιούζικαλ της εποχής με καμπαρέ, περιοδικά μόδας και από τα πολύτιμα βιβλία π ου μου έχει χαρίσει η θεία μου Ντένη, τα οποία περικλείουν όλες τις ιστορικές παραγωγές του Χόλιγουντ. Συνδύασα επιρροές από Μουλέν Ρουζ και καμπαρέ με σύγχρονο drag show, ώστε να δώσω μια σημερινή πινελιά. Προσπάθησα να δημιουργήσω κουστούμια που να αποτυπώνουν το κλίμα των καμπαρέ και να βοηθούν τους ηθοποιούς-χορευτές να εκφραστούν.

Φοβηθήκατε μήπως ξεπεράσετε τα όρια και δημιουργήσετε μια αισθητικά «κιτς» εικόνα;

  • Φυσικά. Αυτή ήταν η μεγάλη πρόκληση για όλους μας και από άποψη υποκριτικής και σκηνοθετικής ματιάς, αλλά και από άποψη σκηνικών και κοστουμιών. Υπήρχε ο κίνδυνος να βγούμε όλοι καρικατούρες. Αυτός ο χρυσός κόσμος των καμπαρέ, στιλ Μουλέν Ρουζ, είναι πάντα φανταχτερός και κιτς. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή μεταξύ του κιτς και του Μπρόντγουεϊ θεάματος, της λάμψης και του ρομαντισμού. Οι ισορροπίες είναι λεπτές και μπορείς πολύ εύκολα να ξεφύγεις. Το ζητούμενο ήταν να βγει κάτι αισθητικά όμορφο και ταυτόχρονα να είναι και όσο πρέπει κιτς. Να διατηρεί τη σατιρική ματιά του drag show, αλλά όσο το σηκώνουν η σκηνοθεσία του Σταμάτη και η τρυφερή ρομαντική ιστορία του έργου. Θα ήταν λάθος να γίνει λιτό και φτωχό. Θα πρόδιδε το κείμενο. Θεωρώ ότι παρά το γεγονός πως είναι «too much», είναι καλαίσθητα «too much».

Στην εποχή της οικονομικής ύφεσης όμως που διανύουμε, μήπως τελικά είναι εν γένει «too much»;

  • Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν την ώρα που σχεδίαζα και αγόραζα διάφορα κομμάτια. Ηταν όντως σαν να ζούσαμε στη δική μας χρυσή σφαίρα. Την ώρα που καιγόταν όλη η Αθήνα και παντού άκουγες ότι «η οικονομική κρίση μάς χτυπά την πόρτα», εμείς ασχολούμασταν με φτερά και πούπουλα. Αν και το μπάτζετ για την ένδυση και γενικά για όλη την παράσταση μπορεί να φαντάζει πολύ μεγάλο, ήταν σχετικά λογικό για το θέαμα που προσφέρουμε στο θεατή.

Και πού πιστεύετε ότι οφείλεται η τεράστια προπώληση της παράστασης, μιας και οι τιμές των εισιτηρίων δεν είναι από τις πιο χαμηλές;

  • Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος ακόμα και σε τέτοιες δύσκολες στιγμές έχει ανάγκη το παραμύθι στη ζωή του…, να ξεσκάσει, να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη μιζέρια των καιρών, να γελάσει. Η τέχνη προσφέρει αυτή τη διέξοδο και ειδικά το μιούζικαλ.

Ποια είναι η αίσθηση που σας άφησε ως έργο το «Κλουβί με τις τρελές»;

  • Είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα. Πίσω από τη φαντασμαγορική διάστασή του κρύβεται ένα ρομαντικό έργο άκρως συγκινητικό, που θίγει ένα θέμα τρομερά σημαντικό: ποιος είναι ο κατάλληλος γονέας για να μεγαλώσει σήμερα ένα παιδί; Ενας ομοφυλόφιλος ή ένας ετεροφυλόφιλος; Γιατί να θεωρεί η κοινωνία ότι ένα ομοφυλοφιλικό ζευγάρι δεν είναι ικανό να δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια; Δυστυχώς, όλα αυτά είναι ζητήματα-ταμπού για τις κοινωνίες παγκοσμίως. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα, δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε παιδιά που μεγαλώνουν σε ομοφυλοφιλικές οικογένειες. Σκεφτείτε τι θα αντιμετωπίσει το παιδί που προέρχεται από μία τέτοιου είδους οικογένεια, βγαίνοντας στην κοινωνία. Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.

Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα,
Τηλ.: 210-3213100, τιμές εισιτηρίων: 20, 25, 30, 45, 50, 60, 80 ευρώ. Διάρκεια: έως 10/05/2009

  • ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 21.03.09
Την Αθανασία Κανελλοπούλου την «ανακαλύψαμε» πρόσφατα στο θέατρο «Abbesses», το παράρτημα του Theatre de la Ville στη Μονμάρτρη. Μαζί με άλλους επτά χορευτές, πέντε μουσικούς και δύο λυρικούς τραγουδιστές μετείχε στο «Ashes», μια παράσταση με θέμα την απώλεια και τις δυνατότητες επιβίωσης ύστερα από μια μεγάλη καταστροφή. Πρόκειται για την περισσότερο προσωπική μέχρι σήμερα δουλειά του Φλαμανδού Κουν Αουγκουστέινεν, χορογράφου της δημοφιλούς κολεκτίβας Les Ballets C. de la Β. από τη Γάνδη (θα έρθουν τον Μάιο, στο Παλλάς) και γνωστού μας από το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας.
Στην παράσταση «Ashes», στο Παρίσι, η Αθανασία έλαμψε σε χορογραφία Κουν Αουγκουστέινεν
  • Δυνατή χορεύτρια, με ανεξάντλητη ενέργεια στη σκηνή, εξαιρετική ακρίβεια στην κίνηση αλλά και εσωτερικότητα, η Αθανασία Κανελλοπούλου «έκλεψε» την (απαιτητική) παράσταση. Εκρηκτική, αλλά και αισθαντική στις λυρικότερες στιγμές της, η Ελληνίδα χορεύτρια δουλεύει πάνω από μία δεκαετία με σημαντικούς χορογράφους ανά τον κόσμο. Εχοντας κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία και στη Νέα Υόρκη (Σχολή Μάρθας Γκράχαμ), η νεαρή χορεύτρια δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί, όταν έβλεπε για πρώτη φορά το 2001 την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» της Πίνα Μπάους στο Βούπερταλ, ότι λίγο καιρό αργότερα θα έκανε περιοδεία με αυτό το έργο, αναλαμβάνοντας έναν από τους βασικούς ρόλους.
  • «Είμαι η Αθανασία από την Ελλάδα και είμαι εδώ για να χορέψω για σας», άκουγε τον εαυτό της να λέει στην Μπάους, όταν κατάφερε επιτέλους να τη συναντήσει στο Παρίσι. Η θέληση και το ταλέντο της ήταν αρκετά για να τη φέρουν στην ομάδα. «Στο Χοροθέατρο του Βούπερταλ βρήκα την αλήθεια στο χορό. Στα 35 λεπτά της «Ιεροτελεστίας» βίωσα όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος πάνω στη σκηνή, χαρά, πόνο, φόβο, ηδονή, ανασφάλεια…», μας εξηγεί σ’ ένα καφέ της Μονμάρτρης.

  • Ανθρωπος ανήσυχος και δυναμικός, θα φύγει από την Μπάους για να χορέψει στο Λονδίνο με τη Γιασμίν Βάρντιμον. Με την αιρετική χορογράφο του Sadler’s Wells θα φθάσει στα όρια των σωματικών και ψυχικών αντοχών της. «Η δουλειά μου μαζί της είχε συχνά μεγαλύτερη σχέση με τον αθλητισμό παρά με τον χορό», θυμάται, σχολιάζοντας τις σχεδόν… στρατιωτικές συνθήκες εργασίας στο «Justitia» το 2006 και την πολύτιμη εμπειρία που απέκτησε συνεργαζόμενη με την ομάδα.

  • Η ανάγκη της να εκφράζεται στη σκηνή με τρόπο σχεδόν «ακατέργαστο», αλλά και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον της για ένα χοροθέατρο ευαίσθητο σε κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, την οδήγησαν γρήγορα στην καλλιτεχνική κολεκτίβα της Γάνδης και τον Κουν Αουγκουστέινεν.

  • Στην Αθήνα, την Αθανασία Κανελλοπούλου τη γνωρίσαμε με το σόλο της «In Never Loverland», που παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στο θέατρο του Ελληνικού Κόσμου, στο πλαίσιο του προγράμματος «Δίαυλοι» της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης. Εντονα αυτοβιογραφική, η πρώτη αυτή προσωπική κατάθεση περιλήφθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο περίφημο Φεστιβάλ που οργανώνει κάθε χρόνο η Πίνα Μπάους. Εκεί, η Ελληνίδα χορεύτρια συνυπήρξε σκηνικά μαζί με σημαντικούς χορογράφους και χορευτές από όλο τον κόσμο, όπως ο Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι, επόμενος επαγγελματικός «στόχος» της.*

  • Της ΚΑΤΙΑΣ ΑΡΦΑΡΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 21/03/2009
Με τα μυθιστορήματα «Η αίθουσα του θρόνου» του Τάσου Αθανασιάδη και το «10» του Μ.Ι. Καραγάτση έδωσε δύο εξαιρετικά δείγματα σκηνοθετικής γραφής για τα ομώνυμα σίριαλ στην τηλεόραση (το πρώτο παλαιότερα, το δεύτερο σχετικά πρόσφατα).

Η Πηγή Δημητρακοπούλου κάνει αυτό τον καιρό και το πρώτο της σκηνοθετικό βήμα στο θέατρο, με το έργο του Ντούσαν Κοβάσεβιτς «Ο επαγγελματίας», που παίζεται στο «Αγγέλων Βήμα». Βήμα επιδέξιο, που αναδίδει ατμοσφαιρικά την ανεξέλεγκτη δύναμη της εξουσίας, τον ζόφο της συνεχούς παρακολούθησης ενός ανθρώπου επί 18 χρόνια από έναν αστυνομικό, στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ο Γιάννης Τσορτέκης και ο Γιώργος Μπινιάρης, ενώ σ’ ένα μικρό ρόλο εμφανίζεται η Δέσποινα Σιδηροπούλου.

  • Σας αφορά περισσότερο η τηλεόραση επαγγελματικά; Και ιδιαίτερα η διασκευή λογοτεχνικών βιβλίων; Γιατί;

«Μάλλον μου ταιριάζει καλύτερα. Τη γνωρίζω περισσότερο, ξέρω τους κανόνες και την τεχνική της και αυτό με εξασφαλίζει ως προς το αποτέλεσμα. Η διασκευή βιβλίων -πέρα από την αγάπη μου για τη λογοτεχνία- είναι και μια γερή βάση. Ξεκινάω με δεδομένη ατμόσφαιρα πριν καν γραφτεί το σενάριο. Κι αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα».

  • Τι θέση δίνετε στο θέατρο και στον κινηματογράφο; Τι ερεθίσματα και κίνητρα για ν’ ασχοληθείτε μαζί τους;

«Τα ερεθίσματα και τα κίνητρα για μένα είναι τα ίδια και στην τηλεόραση και παντού: το κείμενο και οι συνθήκες. Οταν ο Κοραής Δαμάτης μού πρότεινε να σκηνοθετήσω στο «Αγγέλων Βήμα», οι συνθήκες ήταν καλές: γνώριζα τον χώρο, είχα εκτιμήσει τη δουλειά που γίνεται εκεί, την επιλογή των έργων και τον τρόπο που ανέβαιναν. Επειτα συμπαθούσα αυτό το θέατρο, γιατί επιβιώνει χωρίς καμία επιχορήγηση (σ’ εμένα, που είμαι άσχετη με τα θεατρικά, φαινόταν άδικο αυτό), αλλά με πολύ μεράκι και δουλειά. Αν μου πρότειναν να σκηνοθετήσω σε κάποιο μεγάλο θέατρο, δεν νομίζω να δεχόμουν. Δεν με δέσμευσε με όρους και, επιπλέον, μου έδωσε τη δυνατότητα να διαλέξω ένα κείμενο που να μου αρέσει. Ετσι θυμήθηκα τον «Επαγγελματία», που όταν τον είχα δει πριν από πολλά χρόνια με είχε συγκλονίσει. Δεν θυμόμουν καν το όνομα του συγγραφέα, παρά μόνο ότι είναι Σέρβος και ότι είχε γράψει σενάρια για τον Εμίρ Κουστουρίτσα. Και άρχισα να ψάχνω».

  • Το έργο του Κοβάσεβιτς αναφέρεται στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη διαρκή αόρατη παρακολούθηση σ’ ένα καθεστώς τού πρώην ανατολικού μπλοκ. Μπορεί να ισχύει και στα δυτικά κράτη, έχετε πει. Με ποιο τρόπο;

«Μα και στη Δύση η εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη; Πόσοι Ελληνες πολιτικοί έχουν καταδικαστεί για κλοπή ή έστω για κατάχρηση εξουσίας από το 1960 μέχρι σήμερα; Και πόσοι θα έπρεπε να είναι στη φυλακή; Οσο για τη «διαρκή αόρατη παρακολούθηση», ζούμε στην εποχή του «Μεγάλου Αδελφού» και των δορυφορικών μεταδόσεων. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια να απασχολεί κάποιον φουκαρά, σαν τον Λούκα του Κοβάσεβιτς, για να τρέχει πίσω μας και να μεταμφιέζεται. Από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη μπορούν να ελέγξουν τι εφημερίδα διαβάζουμε στο μπαλκόνι μας ή τι ώρα βγήκαμε για ψώνια. Απλά, στις σημερινές «απολυταρχικές δημοκρατίες» δεν είναι πια τόσο «αόρατη» η παρακολούθηση, γιατί την έχουμε αποδεχτεί. Από το σπίτι μου μέχρι το περίπτερο -δυο τετράγωνα απόσταση- με καταγράφουν 4 κάμερες. Ορατές. Και με την ανοχή (άρα και τη συνενοχή) μου».

  • Απεχθάνεστε την εξουσία γενικότερα; Εχετε εμπιστοσύνη στους πολιτικούς;

«Αν μιλήσουμε σοβαρά για την εξουσία, θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία της ανθρωπότητας. Ας πούμε καλύτερα, αν κι αυτό είναι κοινή διαπίστωση, ότι η εξουσία αλλοτριώνει τους αντιπροσώπους της. Τους ζαλίζει, τους κάνει αλαζόνες, άπληστους, τους αναισθητοποιεί. Και εννοώ την πάσης φύσεως εξουσία, και όχι μόνον την πολιτική. Αυτή είναι άλλωστε και η παγίδα στην οποία έχει πέσει ο Τέγια στον «Επαγγελματία», και από αυτήν τον «σώζει», με τον τρόπο του, ο Λούκα. Οσο για τους πολιτικούς, δεν μπορώ να μη θυμώνω που μας θεωρούν ηλίθιους και μας το δείχνουν. Αλλά αυτοί φταίνε ή εμείς που τους ψηφίζουμε;»

  • Στην παράσταση υπάρχει στην αρχή προβολή βίντεο στο βάθος. Μέσα από οθόνες μιλούν αποσπασματικά διάφοροι. Ο απώτερος σκοπός σας ποιος ήταν;

«Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου μάς επηρέασαν πολύ στη διάρκεια των προβών. Λόγω κέντρου, τα ζήσαμε από κοντά. Το βίντεο της έναρξης είναι μια ελεύθερη αναφορά σ’ αυτά και δημιουργεί ένα αναγνωρίσιμο «παρελθόν» για το έργο».

  • Εχετε την πολυτέλεια να επιλέγετε τις δουλειές που κάνετε, και μάλιστα με κάποια απόσταση. Είστε οικονομικά ανεξάρτητη;

«Οχι, δεν έχω άλλα εισοδήματα. Αλλά δεν έχω πέσει και στην παγίδα του καταναλωτισμού. Οι πραγματικές μας ανάγκες είναι πολύ λίγες. Ολα τα υπόλοιπα είναι μεν δελεαστικά, αλλά μας υποχρεώνουν να δουλεύουμε ασταμάτητα. Γιατί να συντηρώ ένα διαμέρισμα 100 τετραγωνικών και να μην έχω χρόνο να το απολαύσω, αφού τα 50 μού είναι αρκετά;»

  • Κάτι που ονειρεύεστε να κάνετε στο μέλλον;

«Δεν κάνω σχέδια. Ποτέ δεν έκανα. Αφήνω τον ορίζοντα ανοιχτό σε ό,τι έρθει». *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 21/03/2009
  • Η σκηνοθέτις Ιρίνα Μπόικο μας εξηγεί τον τρόπο προσέγγισης κοινωνικών θεμάτων με… αθώα, αλλά σύνθετη, ματιά
  • Η Ιρίνα Μπόικο ζει στην Ελλάδα τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Η πρώτη ταινία της ήταν το ντοκιμαντέρ «Τα Καβούρια» με το οποίο επελέγη να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών στην Ιταλία το 2003. Ακολούθησε το ντοκιμαντέρ «Υπάρχουν λιοντάρια στην Ελλάδα;» με θέμα τη μετανάστευση, το οποίο απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Nτοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2003.
  • Πάντα ονειρευόταν να ασχοληθεί με το θέατρο και ειδικά με το θέατρο για παιδιά. Ευτυχώς, το έκανε. Ανέβασε παραστάσεις, έφτιαξε ένα δικό της Θέατρο Κούκλας, πήρε γονείς και παιδιά από το χέρι για να παίξει μαζί τους. Με έναν πολύ ιδιαίτερο, ξεχωριστό τρόπο. Σήμερα το μεσημέρι στις 12 μ., στο θέατρο Altera Pars στον Κεραμεικό, η Ιρίνα Μπόικο μας καλεί να γιορτάσουμε την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου. Θεατρικά παιχνίδια, αφηγήσεις, εργαστήρια για ολόκληρη την οικογένεια. Ηταν απλά η ευκαιρία για να μιλήσουμε μαζί της…

– Πώς στραφήκατε στο θέατρο για τα παιδιά;

  • – Ηταν ένα από τα όνειρά μου. Το 2005 ανέβασα την παράσταση «Κόκκινα Πανιά» του Αλεξάντρ Γκριν στο θέατρο «Φούρνος». Ακολούθησε στη συνέχεια το «Πολύχρωμο Παραμύθι», μια παράσταση με ηθοποιούς και κούκλες για παιδιά 2 έως 5 ετών και το «Πατζαράκι» που απευθυνόταν στις ίδιες ηλικίες. Με το «Πολύχρωμο Παραμύθι» γνώρισα μεγάλη επιτυχία και κέρδισα την αγάπη των παιδιών κι έτσι, μετά τρία χρόνια παραστάσεων στο θέατρο «Φούρνος» κι αφού τελείωσε η συνεργασία μας, η παράσταση τώρα συνεχίζεται στο θέατρο «Altera Pars» στον Κεραμεικό.
  • Επέλεξα να κάνω θέατρο για τόσο μικρά παιδιά επειδή μου αρέσει αυτή η αθωότητα και η πίστη στο παραμύθι – προσόν αυτής της ηλικίας. Τα παιδιά ταυτίζονται με την ιστορία, ζουν μέσα της, βιώνουν μαζί με τους ήρωες την πορεία τους. Αυτό το θεωρώ θαυμάσιο. Και βέβαια, επειδή για τους περισσότερους από αυτούς είναι η πρώτη επαφή με το θέατρο, αυτό μου δημιουργεί μεγάλη ευθύνη.

– Ποιο είναι το σημαντικό, το ζητούμενο όταν δουλεύεις για τα παιδιά;

  • – Το να κάνεις θέατρο για τόσο μικρά παιδιά έχει βεβαίως τις ιδιαιτερότητές του. Είναι σημαντικό ως δημιουργός να αντιλαμβάνεσαι, να παίρνεις υπ’ όψιν τις δυνατότητες και τις ανάγκες αυτής της ηλικίας. Τα περισσότερα μικρά παιδιά, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούν να μείνουν ακίνητα για πολλή ώρα – ειδικά όταν βλέπουν κάτι που τους αρέσει πολύ. Θέλουν να συμμετέχουν, να μιλήσουν, να αγγίξουν, γενικώς να εκφραστούν. Εγώ τους δίνω αυτή την ευκαιρία! Στις παραστάσεις μου καλώ τους μικρούς θεατές να συμμετέχουν, πράγμα που αρέσει πολύ σ’ αυτούς – και σ’ εμένα!
  • Πολύ σημαντική είναι η επιλογή του έργου που θα ανεβάσεις για παιδιά τόσο μικρής ηλικίας, τα μηνύματα που θέλεις να τους περάσεις. Επίσης, για μένα είναι πολύ σημαντική, στη διάρκεια της παράστασης, η επαφή των παιδιών με τους γονείς τους. Oταν πρωτοέπαιζα το «Πολύχρωμο Παραμύθι», έβαζα τα παιδάκια μπροστά στη σκηνή, σε μαξιλάρια, ενώ οι γονείς κάθονταν πίσω. Στην πορεία, όμως, κατάλαβα ότι είναι πολύ σημαντικό το παιδί να κάθεται δίπλα στον γονιό και να ζήσει κι εκείνος από κοντά την εμπειρία του παιδιού στην πρώτη του επαφή με το θέατρο. Κι έτσι, παρουσιάζοντας την παράσταση τώρα σε μεγάλο, άνετο και ζεστό χώρο, στο «Altera Pars», βλέπεις πώς οι ηθοποιοί βάζουν τα παιδιά να συμμετέχουν στο έργο και τα παιδιά με τη σειρά τους βάζουν τους γονείς που κάθονται δίπλα – και το αποτέλεσμα γεμίζει όλους μας χαρά και μια αίσθηση κοινής δημιουργίας!

– Με ποιον τρόπο το έργο σας στον κινηματογράφο συμπληρώνει ή συνδέεται με το έργο σας για τα παιδιά;

  • – Είναι απλά δύο διαφορετικοί τρόποι έκφρασης. Ανάλογα με την περίοδο της ζωής μου, με τις εμπειρίες που βιώνω, έχω ανάγκη να εκφραστώ με διαφορετικό τρόπο.

– Θα ήθελα πολύ να είχα δει τη βραβευμένη ταινία σας «Στην άκρη της μπλε μπλε θάλασσας». Τρία χρόνια μετά, πώς την έχετε στο μυαλό σας; Θυμόσαστε ποιες ήταν οι αντιδράσεις και τα σχόλια του κοινού σε ένα θέμα που ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα δεν έχει βρει την απόλυτη αποδοχή;

  • – Στην ταινία «Δίπλα στην άκρη της μπλε μπλε θάλασσας» ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα της ζωής μιας γυναίκας, ανύπαντρης μητέρας, στη σύγχρονη κοινωνία. Το ότι είναι μετανάστρια είναι απλώς ένα γεγονός που επιβαρύνει το θέμα. Κατά τ’ άλλα, η επιβίωση μιας εργαζόμενης μητέρας που μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί στη σύγχρονη κοινωνία, χωρίς βοήθεια από πουθενά, είναι, πιστεύω, οικείο θέμα και για μια Eλληνίδα. Iσως γι’ αυτό η ταινία βρήκε μεγάλη ανταπόκριση, ειδικά από το γυναικείο κοινό, επειδή οι γυναίκες λίγο-πολύ, σχεδόν όλες, νιώθουν κατά καιρούς έλλειψη χρόνου για να επικοινωνήσουν με το παιδί τους, έλλειψη χρημάτων για να προσφέρουν στο παιδί τους αυτά που η καταναλωτική κοινωνία μας επιβάλλει να έχουμε ανάγκη – και τύψεις που δεν μπορούν να τα καταφέρουν.

– Πώς βιώνετε τη ζωή στην Ελλάδα ως μετανάστρια, γυναίκα, καλλιτέχνις;

  • – Είμαι μετανάστρια στην Ελλάδα σύμφωνα με τον ορισμό της λέξης, όμως δεν νιώθω στην Ελλάδα ξένη. Μεγάλωσα και ωρίμασα εδώ, απέκτησα φίλους, μου δόθηκαν πολλές ευκαιρίες. Θυμάμαι, όταν συμμετείχα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου με την ταινία μου «Ο Κλέφτης» και με ρώτησαν «από πού είστε;», συνειδητοποίησα ότι μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να απαντήσω. Και το βρήκα πολύ αστείο. Κανονικά θα έλεγα «είμαι από την Ουκρανία», όμως ήμουν στο διαγωνιστικό τμήμα εκπροσωπώντας την Ελλάδα – και απάντησα: «Είμαι από την Ελλάδα». Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι πραγματικά έτσι είναι. Και όντως, έτσι δεν είναι; Είμαι μια Ουκρανή που σήμερα ζει στην Ελλάδα και είμαι πολύ ευχαριστημένη μ’ αυτό.
– Τι καινούργιο ετοιμάζετε;

  • – Αυτή τη στιγμή παρουσιάζω το «Πολύχρωμο παραμύθι» στο θέατρο «Altera Pars» και μια καινούργια παράσταση με την κουκλοπαίκτρια Αλεξία Αλεξίου. Πρόκειται για ένα έργο για παιδιά από 2 έως 5 ετών, με θέμα την ιστορία μιας κάμπιας που τη λένε Λούδα η οποία δεν θέλει να σέρνεται αλλά να πετάξει – και τελικά το καταφέρνει! Η παράσταση έχει τίτλο «Πέτα, Λούδα!» και θα είναι ένα θέαμα με μία ηθοποιό (την Αλεξία Αλεξίου) και δώδεκα κούκλες-ήρωες, με ειδικά εφέ. Ελπίζω με την παράσταση αυτή να αγγίξω τις καρδιές μικρών και μεγάλων θεατών και να δημιουργήσει σε όλους μας την ανάγκη να «πετάμε» στη ζωή μας!
  • Της Σάντρας Βούλγαρη, Η Καθημερινή, Σάββατο, 21 Mαρτίου 2009