Αρχείο για 16 Μαρτίου, 2009

Ο Κώστας Καζανάς είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του. Δεκαέξι χρόνια μετά την αποφοίτησή του από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού, η διαδρομή του είναι πλούσια σε συνεργασίες και ρόλους τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, ενώ ασχολήθηκε και με την τηλεόραση. Φέτος, δεν δίστασε μπροστά στην πρόκληση να υποδυθεί έναν παιδόφιλο, στο έργο που έγραψε και σκηνοθετεί ο Βασίλης Χριστοφιλάκης -μας πρωτοσυστήθηκε πέρυσι στο δικό του «Inoubliable». Βασισμένος στην ταινία της Νικόλ Κασέl «The Woodsman» (2005), με πρωταγωνιστή τον Κέβιν Μπέικον, «Ο κυνηγός» κάνει πρεμιέρα απόψε στο θέατρο «Πορεία».
  • Το έργο συνδέεται τραγικά με την επικαιρότητα. Σχεδόν καθημερινά έρχεται στο φως και ένα νέο κρούσμα παιδοφιλίας.

«Πάντα υπήρχε το πρόβλημα αυτό. Τώρα όμως βγαίνει προς τα έξω μέσα από τα ΜΜΕ και αρχίζει να δηλώνεται, να ξεσκεπάζεται ως πρόβλημα. Σαν να λέμε όλοι: σκύψτε από πάνω ως πολιτεία, ως γιατροί, ως οικογένεια, ως συνάνθρωποι, ως οτιδήποτε. Δείτε τι είναι και γιατί συμβαίνει».

  • Πώς αντιμετωπίζετε τον ήρωα στην παράσταση; Στοχεύετε στον οίκτο ή στην απέχθεια του κοινού;

«Τίποτα από τα δύο. Δουλεύω βάσει του κειμένου, των οδηγιών του σκηνοθέτη και του ενστίκτου. Κάνω, δηλαδή, την ίδια δουλειά που κάνω σε κάθε ρόλο. Δεν θέλουμε ούτε να υπερασπίσουμε τον ήρωα ούτε και το αντίθετο. Δεν θέλουμε ούτε να διδάξουμε κάτι ούτε να υπαινιχθούμε κάτι άλλο με πλάγιο τρόπο. Είναι ένα πρόβλημα υπαρκτό, που συνήθως κουκουλώνεται. Πολλοί δεν θέλουν ούτε να το ακούνε. Ομως με το να μην ασχολούμαστε με το πρόβλημα δεν σημαίνει πως λύνεται ή δεν υφίσταται πια. Από τη στιγμή που υπάρχει, εμείς το καταδεικνύουμε και το φωτίζουμε όπως γίνεται με όλες τις καταστάσεις που το θέατρο αναδεικνύει».

  • Εχετε κατά καιρούς υποδυθεί διάφορους σκοτεινούς χαρακτήρες. Πόσο διαφορετικό είναι να προσεγγίζετε έναν παιδόφιλο;

«Δουλεύοντάς τον διαπιστώσα πως είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Μπορείς να εξηγήσεις ένα ερωτικό έγκλημα, έναν εκβιαστή ή κάποιον που κλέβει χρήματα. Οταν όμως αντιλαμβάνεσαι πόσο πληγώνεται ένα παιδί μέσα από αυτήν τη διαδικασία δεν υπάρχει αντίβαρο, δεν μπορείς να το ισοσταθμίσεις. Και ο ήρωας, όμως, αντιλαμβάνεται πως η πράξη του είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί».

  • Η ερμηνεία του Κέβιν Μπέικον στην ταινία είχε χαρακτηριστεί συγκλονιστική. Δεν φοβηθήκατε τη σύγκριση;

«Οχι, είναι άλλη η κατάσταση, άλλα τα μεγέθη και τα μέσα. Είναι κινηματογράφος και είναι Αμερικανός ηθοποιός. Σίγουρα θα γίνει η σύγκριση αλλά το να μην κάνω τον ρόλο από φόβο το θεωρώ ενάντια στην τέχνη. Μπορεί να είμαι χειρότερος ή πολύ χειρότερος, αλλά αυτό είμαι. Να μην το κάνω για να το κρύψω; Δεν με πειράζει, ούτε με αγχώνει το να είμαι καλύτερος ή χειρότερος από τον Μπέικον».

  • Πιστεύετε πως οι σκοτεινοί ρόλοι σάς ταιριάζουν;

«Συνδέθηκα από νωρίς με αυτούς. Ισως λόγω του φιζίκ μου, ίσως και λόγω του ρόλου που είχα στην πρώτη μου ταινία, στο «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου, το 1994. Εκανα τον σκληρό και κάπως σκοτεινό αρχηγό της παρέας. Από εκεί και πέρα -στην τηλεόραση κυρίως- μου ζήτησαν να κάνω αυτό που είδαν πως κάνω καλά. Υπάρχει στην τηλεόραση αυτή η τυποποίηση. Αυτό είναι το επίπεδό της, γίνονται όλα πολύ γρήγορα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο θέατρο, βέβαια, έχω υποδυθεί και άλλους χαρακτήρες. Οπως, επίσης, και στον κινηματογράφο».

  • Μιλάτε απογοητευτικά για την τηλεόραση. Ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο τι προτιμάτε;

«Αν αλλάξει ο τρόπος δουλειάς μπορεί και να τη συμπαθήσω. Στον κινηματογράφο τα πράγματα είναι αλλιώς. Υπάρχουν τα φεστιβάλ, και το δικό μας και του εξωτερικού, που τον αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά. Προσωπικά, προτιμάω το «ζωντανό» θέαμα. Δεν υπάρχει τυπικότητα, δεν είναι τα πράγματα στρογγυλεμένα, υπάρχει ο αυτοσχεδιασμός που απογειώνει τα πράγματα».

  • Γιατί αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;

«Δεν είχα από μικρός την τάση να γίνω ηθοποιός. Οταν έφυγα από το σπίτι μου, στα 17, και έψαχνα το ποιος είμαι, τι κάνω και πού πάω, ανάμεσα σε όλα τα άλλα που βρέθηκαν μπροστά μου ήταν και το θέατρο. Το βρήκα και με βρήκε. Το πήγα και με πήγε. Και τώρα πια συμπορευόμαστε».

  • * Παίζουν ακόμα: Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Σταύρος Σιούλης και Νάντια Περιστεροπούλου. Σκηνικά: Γιάννης Στεφανάκης, Κοστούμια: Μαρία Παπαδοπούλου.
  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 16/03/2009

Κάθε βράδυ λυτρώνομαι...

Την Κατερίνα Χέλμη τη συναντήσαμε στο καμαρίνι του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου, λίγο πριν ετοιμαστεί για την παράσταση «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τένεσι Ουίλιαμς. Μια φιγούρα κλασικής Ελληνίδας με αέρα παγκόσμιας κυρίας, χωρίς το στόμφο της πρωταγωνίστριας και με την αύρα ανθρώπου του θεάτρου που ξαναγυρνά στην αγκαλιά της σκηνής με σεμνότητα και ποιότητα ξεχωριστή.

  • Κατερίνα, σε γνώρισα μέσα από τη δυνατότητά σου να ερμηνεύεις χωρίς την πληγή του θεάτρου που λέγεται μελοδραματισμός. Σήμερα σε βρίσκω να αποσπάς το πιο θερμό χειροκρότημα στο Αμφιθέατρο.

Αυτή η παράσταση είναι η από καρδιάς προσφορά μου στον Τένεσι Ουίλιαμς και στον Σπύρο Ευαγγελάτο. Αυτός ο προικισμένος άνθρωπος μου έδωσε ξανά την ευκαιρία να δουλέψουμε μαζί. Είχαμε συνεργαστεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όταν έκανα την Αγνή στον Στρίντμπεργκ και μετά φόβου και πάθους ξαναμπήκα στα χνάρια του. Μου έδωσε να καταλάβω ότι είμαι ένα «ακριβό όργανο», που με διηύθυνε με την ευαισθησία και τη γνώση του.

Και βέβαια, μου έδωσε την ευκαιρία να δουλέψω ξανά επάνω στον Τένεσι Ουίλιαμς, που τον έχω μέσα στην ψυχή μου και μπορώ να τον ερμηνεύω γιατί νομίζω ότι είμαι ένα κομμάτι του. Εχω ξαναπαίξει την Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείο ο πόθος» και στο Εθνικό Θέατρο την Κάρολ στον «Ορφέα στον Αδη».

  • Θεωρείσαι μια ηθοποιός που λειτουργεί με το ένστικτο λόγω της έντονης προσωπικότητας που διαθέτεις. Ομως εγώ ξέρω ότι έχεις μια βαθύτατη παιδεία θεατρική.

Είμαι δύο σχολών ηθοποιός γιατί ήθελα να ερευνήσω διαφορετικούς χώρους. Νομίζω ότι αυτή την ανάγκη μου την είχε καταλάβει πρώτη από όλους η δασκάλα μου, η Βάσω Εμμανουηλίδου. Θέλω να πω ότι οι δάσκαλοί μου με έμαθαν να ψάχνομαι. Δάσκαλοι όπως ο Γιώργος Παππάς και ο Νικόλαος Παρασκευάς. Υπάρχουν τέρατα δεύτερων ρόλων, ξέρεις, που τους έλεγαν «δολοφόνους των πρωταγωνιστών». Που αποτέλεσαν την παράδοση του Εθνικού Θεάτρου. Μετά ο Διαμαντόπουλος με πήγε στον Κουν, λέγοντάς μου: «Κάτι έχεις που κάνει στον Κάρολο και θα σου κάνει και εκείνος» – αυτό κάτι λέει…

  • Το κλίμα στο Θέατρο Τέχνης πώς ήταν μετά τη «σουηδική γυμναστική»;

Ήταν για μένα μια ανίχνευση ηθικής και ενστίκτου, αλλά δεν έμεινα πολύ, γιατί ήμουν ένα ελεύθερο παιδί. Υπήρχε μια καταπίεση εκεί… Μια άκρως αυστηρή συμπεριφορά. Και έτσι τελείωσα με τον Πέλο Κατσέλη.

  • Σήμερα το θέατρο δεν έχει τέτοια μεγέθη. Εξωραΐζουμε το παλιό ή η εποχή είναι πολύ ρηχή. Εσύ έχεις κάνει συμβιβασμούς;

Οχι… Έτυχε να έχω μια οικογένεια που με στήριζε οικονομικά. Δεν έπαιζα ποτέ το καλοκαίρι. Διάλεγα. Ημουν στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος και έφευγα με την άδειά μου, με το μισθό μου και το δώρο του Πάσχα και πήγαινα στη Γερμανία να παρακολουθήσω θέατρο. Έκανα μαθήματα παντομίμας με τον Σπύρο Παγιατάκη. Δούλευα επί ένα μήνα. Σε μια άλλη άδεια πήγαινα στη μεγάλη Έλενα Βάγκερ [σσ. Βάιγκελ] και παρακολουθούσα τις πρόβες και το πώς ανεβαίνει ο Μπρεχτ στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Ξυπνούσα από τις έξι το πρωί και πήγαινα στις εννέα να περάσω στο Ανατολικό Βερολίνο και να κάνω την πρόβα μου μέχρι τις τρεις… Τα παιδιά σήμερα τα θέλουν εύκολα…

  • Υπάρχει αυτή η εύκολη προβολή, που τους προσφέρει μια γρήγορη αναγνώριση… αλλά και εσύ την είχες από κοριτσόπουλο, χάρη στον κινηματογράφο…

Ναι, έτσι είναι. Όμως εγώ δεν είχα ποτέ την πίεση να μη βγω στο θέατρο από την οικογένειά μου, που ήταν εξοικειωμένη με το χώρο. Δεν έβρισκε τίποτα το μεμπτό σε μια νέα κοπέλα που ήθελε να ασχοληθεί με το θέατρο. Προχωρούσα και είχα ανοιχτές πόρτες.

  • Ησουν και είσαι πολύ όμορφη, γιατί σε προτιμούσαν για ρόλους-εξπρεσιονιστικές φιγούρες;

Δεν ξέρω… Οι περισσότερες Ελληνίδες ήταν όμορφες εκείνη την εποχή, η Καρέζη, η Χρονοπούλου, η Ανουσάκη. Κάποιος κριτικός είχε πει όταν παίζαμε τα «Κόκκινα φανάρια»: «Τι βγάλατε όλες αυτές τις γυναικάρες να κάνουν τις πόρνες, τις έχετε δει πώς είναι;». Αυτό το έργο μάς σημάδεψε και για μένα είχε μια τραγική ερμηνεία, ατελείωτη και μετέωρη, και αυτό το ρόλο τον έπαιξα τραγικό…

  • Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;

Μπορεί και να μη με πιστέψεις, αλλά δεν ήμουν ποτέ πιο ερωτευμένη στη ζωή μου απ’ όσο είμαι με μια μεγάλη προσωπικότητα, τον Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, με τον οποίο μοιράζομαι τα τελευταία δεκατρία χρόνια. Ο έρωτας της ζωής μου ήταν το θέατρο.

  • Ποια είναι η πιο «δύσκολη» στιγμή, πάνω στο σανίδι ή πίσω από τη σκηνή;

Πίσω, ώσπου να μπει η μουσική ή κι αν δεν μπει, εκείνη η ενατένιση του χώρου. Τα κεφαλάκια να φύγουν από μπροστά μου και να εισχωρήσω στο χώρο της παράστασης. Το λέω ακριβώς όπως το αισθάνομαι…

  • Οταν είδα την πρεμιέρα ένιωσα τη βαθιά σου συγκίνηση. Τη δεύτερη φορά είχες έναν άλλο έλεγχο των εκφραστικών σου μέσων. Κάθε ερμηνεία είναι κάτι πολύ ζωντανό…

Μα, έτσι δεν πρέπει; Κάθε βράδυ λυτρώνομαι, έτσι το νιώθω. Και κάθε βράδυ παρακολουθώ όλη τη λειτουργία πάνω στη σκηνή.

  • Του Μάνου Στεφανίδη. Επιμέλεια: Αναστασία Καψάλη,  Ελεύθερος Τύπος, Σάββατο, 14.03.09