Αρχείο για Μαρτίου 14, 2009

  • Τον Αρη Σερβετάλη πρωτομάθαμε ως φρικαρισμένο Λάζαρο, με το κόκκινο τσουλούφι και το ιγκουάνα στην πλάτη, στην τηλεοπτική σειρά «Είσαι το ταίρι μου». Στον αντίποδα αυτού του «χύμα» τύπου, στη νέα ταινία του Χρίστου Γεωργίου, «Μικρό έγκλημα», θα τον δούμε σε ρόλο καθωσπρέπει μπάτσου, που προσπαθεί να εξιχνιάσει, παρέα με μια διάσημη παρουσιάστρια πρωινάδικου (Βίκυ Παπαδοπούλου), το μυστήριο του θανάτου του γερο-Ζαχαρία (Αντώνης Κατσαρής) στη Θηρασιά (στις αίθουσες, 2 Απριλίου).
Μέχρι τον ευσυνείδητο αστυνομικό Λεωνίδα μεσολάβησαν σίριαλ («Κλείσε τα μάτια», «Singles»), θεατρικές παραστάσεις («Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Γιάννη Κακλέα) και ταινίες («Το όνειρο του σκύλου» του Λάνθιμου), με αποκορύφωμα τις δύο τελευταίες συνεργασίες του με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, στο «2» και στην περίφημη «Μήδεια» όπου έκανε τον Σκύλο.

  • Γιατί πιστεύετε ότι έχουν τόσο σουξέ οι ελληνικές κωμωδίες τελευταία;

«Ο θεατής θέλει να γελάσει. Είναι θέμα παιδείας. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν έχουμε κινηματογραφική παιδεία. Πιστεύω ότι έχουν ευθύνη οι καλλιτέχνες, και πρέπει να πλασάρουν και άλλα είδη. Γιατί δηλαδή να μην μπορεί ο θεατής να ψυχαγωγηθεί με Ταρκόφσκι; Γιατί να τον αντιμετωπίζει ως σοβαρό και βαρύγδουπο σινεμά; Σίγουρα η κωμωδία είναι πιο εύπεπτο είδος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί και να προβληματίσει. Ο κόσμος μάλλον συνήθισε τις κωμωδίες, γιατί γυρίζονται πολλές. Παίζει ρόλο και η τηλεόραση».

«Με τον Παπαϊωάννου έμαθα να έχω πειθαρχία και μέτρο πάνω στη σκηνή», λέει ο Αρης Σερβετάλης, ο οποίος τα τελευταία δύο χρόνια αφιερώθηκε με μεγάλη επιτυχία στο χοροθέατρο
  • Εσείς ως θεατής τι βλέπετε;

«Τα πάντα. Δεν βλέπω πολλή τηλεόραση, αλλά θέλω να ξέρω τι παίζει. Ετσι, παρακολουθώ λίγο απ’ όλα: σίριαλ, ειδήσεις, ντοκιμαντέρ στον «ΣΚΑΪ». Από τα ελληνικά σίριαλ ξεχωρίζει το «Ευτυχισμένοι μαζί» («Mega»). Τα περισσότερα είναι ξεπέτες και επίσης, τυποποιημένα. Το ίδιο ισχύει και για τις ελληνικές κωμωδίες. Η τυποποίηση, όμως, είναι γενικότερο κοινωνικό φαινόμενο. Προσωπικά ως θεατής, αναζητώ κάτι ιδιαίτερο, ανεξάρτητα από το αν είναι καλό ή κακό. Τελευταία, για παράδειγμα, είδα την ταινία «Γόμορρα» που μου άρεσε πολύ».

  • Και ως ηθοποιός τι αναζητάτε;

«Δουλειές με προσωπικότητα. Γι’ αυτό και μου αρέσουν τα μάνιουαλ πράγματα».

  • Τι ρόλοι και τι συνεργασίες σάς ενδιαφέρουν;

«Δεν έχω τέτοια θέματα, δηλαδή δεν ονειρεύομαι να κάνω… τον Ριχάρδο τον Γ’. Ως προς τις συνεργασίες, υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους θα ήθελα να δουλέψω, όπως την Αντζελα Μπρούσκου και τον Λευτέρη Βογιατζή, αλλά και με νέους δημιουργούς που έχουν όρεξη».

  • Η πορεία σας δείχνει ότι ως προς τα είδη δεν είχατε ποτέ ταμπού. Εχετε παίξει από mainstream τηλεοπτικά σίριαλ, όπως το «Κλείσε τα μάτια» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, μέχρι το «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

«Είναι η δουλειά μου και ζω από αυτή. Δεν έχω πρόβλημα να πειραματιστώ με τα είδη, αρκεί να με ενδιαφέρουν οι συνεργάτες. Αυτό είναι το κριτήριό μου. Η αλήθεια είναι ότι την κωμωδία την ευχαριστιέμαι. Θυμάμαι όταν κάναμε τα «Κόμικς» με τον Κακλέα, το είχα ευχαριστηθεί πολύ, γιατί όταν παίζεις στο θεάτρο κωμωδία, εισπράττεις το γέλιο του κόσμου. Στα άλλα είδη εισπράττεις την ενέργεια».

  • Η συνεργασία με τον Παπαϊωάννου πώς προέκυψε;

«Είχα πάει στην ακρόαση για το «2». Το σωματικό θέατρο μου άρεσε από τότε που τελείωσα τη σχολή. Εχουν γίνει διάφορα πειράματα συνδυασμού λόγου και κίνησης, άλλοτε επιτυχημένα κι άλλοτε αποτυχημένα. Οταν όμως συνδυαστούν σωστά, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο είδος».

  • Τι κερδίσατε από αυτή τη συνεργασία;

«Να έχω πειθαρχία και μέτρο πάνω στη σκηνή. Ο Παπαϊωάννου σού δίνει ελευθερία να συνδημιουργήσεις με καλλιτεχνική ευσυνειδησία. Επειδή είναι άνθρωπος που πιστεύει πολύ αυτό που κάνει, έχει την ικανότητα να σ’ το μεταδίδει. Εσύ σέβεσαι αυτό το συναίσθημα και αν θες, το διανθίζεις».

  • Δεν σας έλειψε όμως αυτά τα δύο χρόνια ο λόγος ως ηθοποιός;

«Μα, στη «Μήδεια»… γάβγιζα! Προφανώς μου έλειψε, γι’ αυτό και τώρα θα πάω στο άλλο άκρο. Θα παίξω έναν μονόλογο για να έρθω στα ίσα μου. Αυτόν τον καιρό κάνουμε πρόβες με την Ευσταθία Μπίρμπα, η οποία θα σκηνοθετήσει μια διασκευή πάνω σ’ ένα ραδιοφωνικό έργο του Μπέκετ, τις «Στάχτες». Εμείς το ονομάσαμε «Λίγο πριν». Επειδή ακριβώς είναι μονόλογος, είναι πολύ δημιουργική διαδικασία. Είναι σαν να κάνεις ιδιαίτερα. Μελετάς λες και είσαι μαθητής».

  • Από τότε που ξεκινήσατε μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει η αντίληψή σας για το επάγγελμά σας;

«Στην αρχή είχα ασκητική αφοσίωση. Πλέον θεωρώ ότι το επάγγελμα είναι ένα μέσον να ολοκληρωθείς ως άνθρωπος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτοσκοπός. Αν το δεις έτσι, χάνει τη γοητεία του. Είναι μια δουλειά με πολλές παγίδες. Η λογική της καριέρας και η ματαιοδοξία σε βάζουν σε ένα trance που σε αποπροσανατολίζει».

  • Εσείς βρεθήκατε σε αυτή τη θέση;

«Ναι, όταν έπαιζα τον «Λάζαρο» στο «Είσαι το ταίρι μου». Μπήκα σε αυτό το παιχνίδι και την ψώνισα. Χάνεις εύκολα την μπάλα. Οταν ήμουν μικρός, μου έκαναν φοβερή εντύπωση οι τύποι που καθαρίζουν τα αυτοκίνητά τους συνέχεια. Είχα έναν γείτονα που το καθάριζε κάθε μέρα και τον θεωρούσα τρελάκια. Είναι το ίδιο πράγμα. Και το αυτοκίνητο είναι απλώς ένα όχημα που σε μεταφέρει κάπου».

  • Πώς όμως καταπολεμάς τις ματαιοδοξίες σου;

«Δεν υπάρχουν συνταγές. Είναι ένας συνεχής αγώνας, γιατί όταν κάνεις αυτό το επάγγελμα, ο χειρότερος εχθρός σου γίνεται ο εαυτός σου. Η δόξα φουσκώνει το εγώ. Κι αν σκάσει, θα βρεθείς σε δύσκολη φάση…».

  • Θέλατε από μικρός να γίνετε ηθοποιός;

«Για να πω την αλήθεια, έδωσα εξετάσεις σε δραματική σχολή από… σπόντα. Δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Ημουν ένα ρεμάλι. Σαν να λέμε… Λάζαρος. Σκεφτόμουν λοιπόν ότι είναι πολύ ωραία να σε πληρώνουν για να παίζεις. Σιγά σιγά όμως άρχισα να αντιμετωπίζω αυτό το παιχνίδι δημιουργικά και να ψάχνω μέσα σε αυτό τον εαυτό μου». *

  • Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/03/2009
  • Από μια «Ερωτευμένη νεκρή» σε μια «Λέσχη Αυτοκτονίας». Οχι. Ούτε νεκρόφιλη είναι η ταλαντούχα Κατερίνα Ευαγγελάτου ούτε διεκδικεί το Οσκαρ απαισιοδοξίας ή το προσωνύμιο «emo της θεατρικής πράξης». Επιμένει να μεταπηδά από το ένα μαύρο στο επόμενο ασφυκτικά ερεβώδες κείμενο. «Εχω όμως μια τάση να βάζω δύσκολα στον εαυτό μου», λέει.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου καθοδηγώντας της 5 άνδρες ηθοποιούς της παράστασής της, τους: Λευτέρη Πολυχρόνη, Νικόλα Παπαγιάννη, Φώτη Μπατζά, Στάθη Μαντζώρο και Τάσο Δαρδαγάνη
  • Το αποδεικνύει. Αφού ολοκλήρωσε επιτυχώς τη σκηνοθεσία του σκοτεινού «Βόλφγκανγκ» του Γιάννη Μαυριτσάκη στο Εθνικό Θέατρο, έβαλε μπρος για τη «Λέσχη της Αυτοκτονίας» του διάσημου «πατέρα» τού «Ντόκτορ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ», Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Είναι η δεύτερη σκηνοθεσία της, μετά την «Ερωτευμένη νεκρή», στη σκηνή «Εξοδος Κινδύνου» του «Αμφι-θεάτρου» (πρεμιέρα στα μέσα Απριλίου).
  • «Αυτό που ετοιμάζουμε είναι ένα μεγάλο πείραμα», παραδέχεται. «Εξι άτομα δουλέψαμε παρέα γνωρίζοντας εξ αρχής τους όρους του «παιχνιδιού». Ηταν κάτι πολύ τίμιο. Ημασταν, δηλαδή, προετοιμασμένοι για όλα. Ξεκινήσαμε από το κείμενο της «Λέσχης της αυτοκτονίας», που ξαναμετέφρασα από τα αγγλικά. Από εκεί και πέρα, όμως, έκοψα και έραψα μαζί με τους πέντε ηθοποιούς της παράστασης τα πάντα. Συνθέσαμε ένα εντελώς νέο σύμπαν, που το συνυπογράφουμε και οι έξι: εγώ, ο Νικόλας Παπαγιάννης, ο Στάθης Μαντζώρος, ο Λευτέρης Πολυχρόνης, ο Τάσος Δαρδαγάνης και ο Φώτης Μπατζάς. Είναι, με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο στοίχημα που έχω πάρει μέχρι στιγμής στο θέατρο. Ενα τεράστιο ρίσκο».
  • Ο λόγος που επιλέγει να δραματοποιήσει μετά την «Ερωτευμένη Νεκρή» του Τεοφίλ Γκοτιέ ακόμη ένα πεζογράφημα, δεν απαντιέται, υποστηρίζει, «λογικά». «Η «Λέσχη» προέκυψε διαβάζοντας το κείμενο και όχι ψάχνοντας για έργο», εξηγεί. «Το διάβασα και μου άρεσε τόσο πολύ, που αυτομάτως άρχισα να το σκέφτομαι πάνω στη σκηνή. Παρ’ όλα αυτά δεν ανεβάζουμε το έργο του Στίβενσον», τονίζει. Το διήγημα στάθηκε το εφαλτήριο για να ξαναγραφτεί το έργο, αντλώντας η Ευαγγελάτου και οι ηθοποιοί της ερεθίσματα πρωτίστως από τη δική τους πραγματικότητα.
  • «Η αυτοκτονία είναι η δεύτερη αιτία θανάτου στους νέους στις μέρες μας. Στην Ελλάδα δεν δηλώνονται, όμως, λόγω κοινωνικών ταμπού. Κι έτσι εμφανιζόμαστε ως η χώρα με τις λιγότερες αυτοκτονίες. Επιπλέον, η αυτοκτονία είναι ένα θέμα με εκφάνσεις που συχνά παραβλέπουμε. Τι εννοώ; Πολλά ατυχήματα είναι παρορμητικές αυτοκτονίες. Χωρίζω με τον φίλο μου, παίρνω το αυτοκίνητο και τρέχω με χίλια, ώσπου καρφώνομαι σε ένα τοίχο. Από την έρευνά μου για την παράσταση ανακάλυψα και τις απόπειρες αυτοκτονίας μέσω Ιντερνετ! Κάθε μέρα 2.500 άνθρωποι δίνουν τέλος στη ζωή τους παγκοσμίως. Και μιλάμε για τις δηλωμένες αυτοκτονίες. Είναι ένα τεράστιο ζήτημα, που πρέπει κάποια στιγμή να το κοιτάξουμε κατάματα. Δεν γίνεται να υποκρινόμαστε πως δεν υπάρχει. Υπήρχαν, με άλλα λόγια, πολλά πράγματα που με ερέθισαν σε σχέση με το έργο του Στίβενσον», προσθέτει η Ευαγγελάτου.
  • Το διήγημα από τη συλλογή «Οι νέες χίλιες και μία νύχτες» αναφέρεται σε μια λέσχη ανδρών στο Λονδίνο το 1882, οι οποίοι θέλουν να αυτοκτονήσουν αλλά δεν έχουν τη δύναμη. Ο μυστηριώδης πρόεδρος της λέσχης τούς κάνει συμμέτοχους σε μια… βιομηχανία εγκλήματος. «Εμείς ερχόμαστε και μεταφέρουμε αυτή τη συνθήκη σε μια σύγχρονη μητρόπολη, που θα μπορούσε να είναι η Αθήνα, η Νέα Υόρκη ή το Βερολίνο. Δημιουργήσαμε και νέους χαρακτήρες, μπολιάζοντας το κείμενο του Στίβενσον με διαλόγους που προέκυψαν μέσα από αυτοσχεδιασμούς, αλλά και με αποσπάσματα από τον σεξπιρικό «Αμλετ» και ποιήματα του Καρυωτάκη – πάντα με θέμα την αυτοκτονία».
  • Στην παράσταση επιβιώνει η λέσχη του Στίβενσον, όμως η αυτοκτονία -επειδή οι άνθρωποι πάντα αυτοκτονούσαν- αντιμετωπίζεται ιστορικά, ως έκφανση διαφορετικών πολιτισμών. «Το φαινόμενο το εξετάζουμε σε διαφορετικά context: στην αρχαία Ελλάδα, στη Ρώμη και στη μεσαιωνική Αγγλία. Εστιάζουμε επίσης στο πώς οργανώνονται οι δολοφονίες στη λέσχη ώστε να μοιάζουν με ατυχήματα. Μας ενδιέφερε η συνθήκη της σκοτεινής ανδρικής λέσχης».
  • Διερευνούν την υπαρξιακή και φιλοσοφική πλευρά του ζητήματος, υπάρχει όμως και η ακραία κωμική εκδοχή του! Η παράσταση, που δεν είναι σκηνές ατάκτως ερριμμένες, αλλά ένα κείμενο με αρχή, μέση και τέλος, «έχει, σε κάποια σημεία, πολύ χούμορ», αποκαλύπτει η Ευαγγελάτου. «Θέλουμε να φανούν και οι δύο πλευρές του νομίσματος και έτσι ξεκινάμε σαν σε ένα… παιχνίδι. Εξ ου και η «Λέσχη» μας θα είναι μια περιπλάνηση σε όλους τους χώρους του «Αμφι-θεάτρου»».

Τι σας ενεργοποιεί στη θεατρική πράξη;

    • «Το ταξίδι του θεατή σε ένα διαφορετικό σύμπαν. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτό -ή όχι- με αφορά. Με αφορά εξαιρετικά και η χρήση της γλώσσας, ο ελληνικός λόγος πάνω στη σκηνή. Είτε είναι ένα κείμενο που γράφουμε εμείς, μόνοι μας, είτε ένα έργο με άρτιο ελληνικό λόγο, όπως ο «Βόλφγκανγκ» του Μαυριτσάκη, με τον οποίο παλέψαμε για να καταφέρουμε να αποδοθεί. Μαζί με τη γλώσσα, με απασχολεί και η αιθητική. Ομως πάντα αυτό που μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά είναι η έρευνα και το πείραμα με τους ηθοποιούς και τους συντελεστές. Ως μια πορεία. Δεν είναι το αποτέλεσμα που μετράει. Γι’ αυτό τον λόγο επιδιώκω οι πρόβες να κρατάνε πάντα πολύ, παραπάνω από δύο μήνες, έχοντας και τους ίδιους συνεργάτες: τον σκηνογράφο -ενδυματολόγο Κωσταντίνο Ζαμάνη, τον συνθέτη Σταύρο Γασπαράτο και τη φωτίστρια Μελίνα Μάσχα».

    Η επόμενη δουλειά σας;

      • «Θέλω να κάνω τον «Αμλετ». Είναι ένα κείμενο που έχω στο μυαλό μου εδώ και πάρα πολύ καιρό».*
      • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/03/2009