Αρχείο για 1 Μαρτίου, 2009

  • Μπορεί να υποδύεται τον emo, αλλά δεν τα βλέπει όλα μαύρα ο Γιώργος Γεροντιδάκης. Τουλάχιστον όταν δεν μιλάει για πολιτική και πολιτικούς…

Στα 7 του χρόνια έκανε το πρώτο του δοκιμαστικό και στα 10 του έπαιξε στην πρώτη του ταινία, το «Peppermint» του Κώστα Καπάκα. Μετά, για 4 χρόνια βρέθηκε στα πλατό της σειράς «Τα φτερά του έρωτα» της Ακρίτα και του Κυρίτση, έπειτα σε άλλα σίριαλ, όπως η «Βέρα στο δεξί», ενώ φέτος τον βλέπουμε στην επιτυχημένη σειρά του ΑΝΤ1 «Το σόι μου μέσα». Ο Γιώργος Γεροντιδάκης ενθουσιάστηκε αμέσως με το κάστινγκ της σειράς και με τον νέο του ρόλο, αυτόν του υιού emo μιας αστικής οικογένειας – αν και αρχικά, όπως μας λέει, είχε έναν μικρό ενδοιασμό.

-Ποιος ήταν αυτός ο ενδοιασμός;

«Οτι πέφτουν τα μαλλιά και καλύπτουν το μισό μου πρόσωπο. Φοβόμουν πως δεν θα φαινόταν ότι είμαι εγώ, αλλά τελικά όλα πήγαν καλά. Νομίζω, μάλιστα, πως ο κόσμος προσέχει περισσότερο τα ακραία. Μέσα σε ένα σύνολο κανονικών ανθρώπων θα δει ένα emo και θα κολλήσει σ’ αυτό».

-Δεν είσαι αληθινό emo, λοιπόν.

«Δεν είμαι emo, αλλά δεν το υπερπαίζω κιόλας. Η ιδεολογία τους είναι εντελώς διαφορετική από τη δικιά μου. Μπορεί να έχουν έναν συγκεκριμένο τρόπο να εκφράζουν κάποια συναισθήματα, αλλά τα εκφράζουν έντονα και υπερβολικά, σε σημείο κατάθλιψης. Οτι όλα είναι μαύρα. Εντάξει, η ζωή δεν είναι εύκολη, αλλά δεν θα τα βάψουμε και μαύρα».

-Υπήρξες στην εφηβεία σου οπαδός κάποιου άλλου ρεύματος;

«Εγώ μεγάλωσα ανάμεσα σε δυο διαφορετικές εποχές. Η μία ήταν το ’90, που τα πράγματα με τους μεγαλύτερους ήταν πολύ σκληρά. Δηλαδή, με ναρκωτικά και με συμμορίες γινόταν της τρελής. Και σε μια πιο σύγχρονη κατάσταση, με υπολογιστές, πλέι στέισον και τέτοια… Τέλος πάντων, έχω δει τι γίνεται γύρω και δεν με έχει συνεπάρει κάτι συγκεκριμένο».

-Πώς τα βγάζει πέρα ένα αγόρι στην ηλικία που ξεκολλάει από το σπίτι και τη μαμά, και βλέπει γύρω του ναρκωτικά και συμμορίες;

«Εγώ ήμουν από μικρός ανεξάρτητος και στα γυρίσματα πήγαινα μόνος μου, όχι με τη μάνα μου. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι άμα θέλεις μπλέκεις. Κι εγώ δεν ήθελα. Δεν είμαι ακραίος τύπος και δεν κάνω καφρίλες».

-Γιατί πιστεύεις ότι αυξάνεται η εφηβική παραβατικότητα;

«Νομίζω ότι τα παιδιά πάνε κόντρα σε κάτι που ίσως και να μην υπάρχει. Να είναι μέσα στο μυαλό τους».

-Και γιατί δεν βγάζουν πιο δημιουργικά την όποια αγωνία τους και την αντίδρασή τους απέναντι στο σύστημα;

«Δεν έχουν κίνητρο και δεν έχουν όνειρα. Δεν έχουν τρόπο να εκφραστούν και δεν βλέπουν ελπίδα από πουθενά. Τους παρασύρει ένα σύνολο και πηγαίνουν».

-Η πολιτική δεν βοηθάει για να αλλάξει ο κόσμος;

«Δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Δεν υπάρχει προοπτική. Δεν με εκφράζει να ασχολούμαι με κάποιους ανθρώπους που δεν λένε τίποτε».

-Δεν σου δημιουργεί άγχος, όμως, το ότι τελικά κάποιος, και με τη δική σου την ανοχή, θα κυβερνήσει;

«Μα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ένας και από μια παράταξη που κυβερνάει. Είναι ένα σύνολο. Οταν αυτό το σύνολο τρώει τα πάντα…»

-Σύνολο εννοείς τους εκπροσώπους των κομμάτων που είναι στη Βουλή;

«Ναι, γενικά όλη η Βουλή. Οταν δεν υπάρχει συνεννόηση και όταν οι πολιτικοί κλέβουν τα πάντα, γιατί εγώ να πιστέψω σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Επειδή αυτοί τα φάγανε όλα και τώρα χρωστάνε στη μισή Ευρώπη, θα τα πληρώσω εγώ; Αυτή, άλλωστε, είναι η δική μας οικονομική κρίση. Και μου τη σπάει γιατί στην Ελλάδα είναι όλα ακραία. Παρόλο που καταλαβαίνουν τι γίνεται, πάνε και τους ψηφίζουν».

-Ναι, αλλά η μη συμμετοχή δεν βοηθάει να αλλάξει τίποτε.

«Δεν ρίχνω και άκυρο, απλώς ψηφίζω Πράσινους, αν και ξέρω ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Απλώς ψηφίζω, για να δείξω ότι είμαι κόντρα. Οτι δεν παραμυθιάζομαι. Δεν καταλαβαίνω όσους παραμυθιάζονται. Είμαστε λίγο ηλίθιοι στην Ελλάδα. Γι’ αυτό γίνονται τα παιδιά αφασικά».

-Αφασικά;

«Αφασικός είναι αυτός που είναι στον κόσμο του. Εχει όνειρα και δεν ξέρει πώς να τα πλησιάσει. Δεν ασχολείται με όλα τα υπόλοιπα. Δεν βλέπει ότι δεν υπάρχει γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτόν και στα όνειρά του».

-Εσύ τι όνειρα έχεις;

«Μου αρέσει αυτό που ζω τώρα και δεν ξέρω για αργότερα».

-Τι δεν θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις, λοιπόν;

«Δεν θέλω να καταντήσω παλιομοδίτικος και μονότονος».

-Το θέαμα που παράγει η τηλεόραση σε ικανοποιεί;

«Γενικά, ό,τι βλέπουμε τώρα στην TV είναι λίγο σάπιο. Κάνεις κάτι για να έχεις δουλειά. Εγώ το έλεγα και στη σχολή. Αλλοι λέγανε «εμείς μόνο θέατρο» και τέτοια, αλλά ενέδωσαν αμέσως. Τελικά, όλοι θέλουν να κάνουν τηλεόραση για να φαίνονται».

-Και τα ξοδεύεις εύκολα τα χρήματα που βγάζεις;

«Οταν ξοδεύω τα χρήματα που μου δίνουν οι άλλοι, είμαι πολύ λαρτζ. Τα δικά μου τα προσέχω περισσότερο. Ξοδεύω, πάντως, χρήματα κυρίως για να χαίρονται και οι άλλοι μαζί μου. Για να βγω με τους φίλους ή με την κοπέλα μου».

-Εσύ βγάζεις από την τηλεόραση πολλά χρήματα, σε μια εποχή που οι άλλοι στην ηλικία σου ζήτημα είναι να παίρνουν 700 ευρώ. Σου δημιουργεί ενοχές αυτό;

«Εντάξει, αισθάνομαι άσχημα που υπάρχουν ανισότητες, αλλά βλέπεις ότι δεν γίνεται. Πρέπει να κοιτάς και το εγώ σου. Εμένα έχει ιδρώσει η μπλούζα μου από τότε που ήμουνα μικρός, γιατί να μη χαρώ κάποια πράγματα; Οχι ότι βάζω τον εαυτό μου πάνω απ’ όλα, αλλά όταν έχεις δουλέψει από πολύ μικρός, με ένα σωρό προβλήματα, και φτάνεις τώρα να βλέπεις ότι έχεις δουλειά και ότι σε θέλουνε, γιατί να μην το ευχαριστηθείς;»

-Οι εκτός χώρου φίλοι σου σε θαυμάζουν;

«Οι φίλοι μου γνωρίζουν κορίτσια όταν βγαίνουμε μαζί».

-Από συναδέλφους έχεις νιώσει και ζήλια εκτός από ανταγωνισμό;

«Και ζήλια υπάρχει, και φθόνος… και στη σχολή υπήρχε, αλλά… εντάξει. Νομίζω ότι αν αξίζεις δεν χάνεσαι. Αμα το έχεις, θα το δείξεις. Με το να σε μειώνει κάποιος, δεν θα καταφέρει κάτι».

-Τι βοηθάει έναν νέο ηθοποιό να εξελιχθεί και να πετύχει;

«Αυτό που έχω μάθει είναι ότι δεν χρειάζεται να πουλάς κάτι που δεν είσαι. Επίσης, έχει πολύ μεγάλη σημασία το πόσο κόβεσαι γι’ αυτό και πόσο συνεργάσιμος είσαι. Οταν πηγαίνεις σ’ ένα συνεργείο και έχεις καλές σχέσεις με όλους, θα σε έχουν υπόψη τους. Για παράδειγμα, στις «7 θανάσιμες πεθερές» δεν έχουνε κάνει ρόλο πολλές ηθοποιοί λόγω του ότι έχουν κακό χαρακτήρα. Το συνεργείο δεν μπορούσε να συνεργαστεί».

-Πιστεύεις ότι θα κάνεις καριέρα;

«Αν σου απαντήσω ναι, θα είμαι υπερφίαλος. Πάντως, αγαπάω αυτήν τη δουλειά και έχω βλέψεις».

-Τι κάνει κακό σε έναν νέο ηθοποιό;

«Η απότομη επιτυχία. Εκεί αλλάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος».

-Υπάρχουν τόσοι πολλοί νέοι που γίνονται ηθοποιοί, ίσως περισσότεροι από ποτέ. Με ποιο κίνητρο, λες;

«Η πλειονότητα των νέων ηθοποιών κάνει υποκριτική για τη δόξα. Με τους μεγαλύτερους δεν είναι έτσι… Υπάρχουν ηθοποιοί που έχουν κατάθλιψη και νιώθουν καλύτερα με την υποκριτική. Ξεφεύγουν από τον πραγματικό κόσμο και ζούνε μέσα από το ρόλο που υποδύονται».

  • WHO IS WHO

* Κατάγεται από τα Χανιά, έχει μεγαλώσει στη Γλυφάδα.

* Παλιότερα έπαιζε στόπερ σε μια τοπική ποδοσφαιρική ομάδα. Τώρα παίζει συχνά μπάλα για να εκτονώνεται.

* Προτιμάει την ελληνική μουσική.

* Εχει 4 μικρότερα αδέρφια.

* Αγαπημένη του ατάκα από το σίριαλ: «Σ’ εμάς θα πάθετε την ταφόπλακά σας».

  • Επιμέλεια: Σωτήρης Τσαγδής. Συνέντευξη: Αθηνά Γκόρου, Φωτ.: Γεράσιμος Δομένικος, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ON OFF – 01/03/2009
  • Η ηθοποιός παίζει στο «Κλουβί με τις τρελές» που κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή στο Παλλάς σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

Ηταν ένα φτωχοκόριτσο που ακολούθησε το όνειρό του να γίνει ηθοποιός. Στον δρόμο της συνάντησε δυο-τρεις ανθρώπους που τη βοήθησαν. Για να πετύχει έπαιξε και ρόλους που δεν την ικανοποιούσαν. Ενας μεγάλος έρωτας την οδήγησε στο τραγούδι και η παράλληλη πορεία στην πίστα τη βοήθησε να βάλει κάποια χρήματα στην άκρη. Αργότερα έκανε ένα παιδί, το μεγάλωσε μόνη της και παραμέρισε για λίγο την καριέρα της. Σήμερα, χωρίς να μετανιώνει για τις επιλογές της, νιώθει τυχερή και ευτυχής που τα κατάφερε. Και αν όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι τα συστατικά ενός μελό σεναρίου, η ζωή της Νέλλης Γκίνη έρχεται να επιβεβαιώσει την αλήθεια τους. Τόσο απλά.

Τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση- στη «Γειτονιά μας» του Κώστα Πρετεντέρη- ανεβαίνει στη σκηνή του Παλλάς για να παίξει τη Ζακλίν στο «Κλουβί με τις τρελές», μετά την «ανέλπιστη πρόταση» που της έκανε ο Σταμάτης Φασουλής μέσω του χορογράφου Δημήτρη Παπάζογλου. «Πώς και με σκέφθηκες;» ήταν το πρώτο που ρώτησε τον σκηνοθέτη. «Καιρό σε είχα στο μυαλό μουκαι να που τώρα ήρθε η στιγμή» της απάντησε.

«Και γιατί δεν το ΄κανες πιο πριν…» του είπε με παράπονο.

Παραμονές πρεμιέρας και η Νέλλη Γκίνη νιώθει πραγματικά πολύ χαρούμενη με όλο αυτό που της συμβαίνει, με όλο αυτό που ζει. Ερμηνεύει τη Ζακλίν, την ιδιοκτήτρια ενός κοσμικού εστιατορίου στο Σεν Τροπέ και φίλη του ζεύγους Ζορζ- Αλμπέν (Ζαζά) που παίζει έναν καθοριστικό ρόλο στην ευτυχή κατάληξη της ιστορίας.

Η ίδια παίζει, τραγουδά και χορεύει, θυμίζοντας όλα όσα ήξερε πάντα να κάνει. Συνδυάζοντας την καριέρα της ηθοποιού και της τραγουδίστριας, με μπόλικες παραστάσεις στο ενεργητικό της- επιθεώρηση και πρόζα-, συνεργάστηκε με ονόματα όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Θανάσης Βέγγος και ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Η αρχή έγινε με τον ρόλο της Μαρίνας στη «Γειτονιά μας»: «Θυμάμαι ότι ήταν να εμφανιστώ σε ένα επεισόδιο και τελικά έμεινα τέσσερα χρόνια σχεδόν στη σειρά.Χρωστάω πολλά στον Πρετεντέρη- και τηλεοπτικά και θεατρικά. Με στήριξε. Οπως πολύ αργότερα με βοήθησε και ο Θοδωρής Πετρόπουλος και έπαιξα στα “Εγκλήματα”». Προηγουμένως είχε συμμετάσχει στη σειρά «Στρας» των Ακρίτα- Κυρίτση, μεταξύ άλλων.

«Ναι,έκανα και πράγματα που δεν μου άρεσαν στο θέατρο- όχι όμως πράγματα για τα οποία να ντρέπομαι. Δεν έρχονται πάντα όλα όπως τα θες. Όταν όμως χρειάστηκε,παράτησα το τραγούδι- ποτέ το σανίδι. Μεγάλωσα μόνη μου τον γιο μου, που είναι σήμερα 22 ετών.  Όσο για τα τελευταία χρόνια,έμεινα συνειδητά απ΄ έξω γιατί δεν έβρισκα τίποτα να με γεμίζει. Έχω δουλέψει πολύ και έχω χορτάσει στη ζωή μου. Έχω νιώσει την αγάπη του κόσμου- αυτό είναι κάτι που δεν μου έλειψε ποτέ,ακόμη και τις εποχές που απείχα. Τώρα πια ψάχνω να βρω πράγματα που να με ικανοποιούν. Αλλιώς προτιμώ να μη δουλέψω. Θέλω να κάνω και κάποιους άλλους ρόλους, όχι μόνο αυτές τις γυναίκες με ταμπεραμέντο που έχω παίξει ως τώρα και για τις οποίες μου έχουν βάλει την αντίστοιχη ταμπέλα». Ποιους σκέπτεται; «Τις ηρωίδες του Τενεσί Γουίλιαμς, για παράδειγμα» μου απαντά. «Ηρωίδες πολύ ανθρώπινες, με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς».

Η Νέλλη Γκίνη ξεκίνησε άλλωστε από μαθήτρια του Κωστή Μιχαηλίδη, ο οποίος την προετοίμαζε για ένα άλλο ρεπερτόριο- είχε κάνει και μουσικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών. «Ομολογώ πως θα ήθελα να τα έχω κάνει όλα,και στη ζωή και στη δουλειά, λίγο καλύτερα. Πιστεύω ότι κάποια στιγμή είχα τη δυνατότητα να κάνω μια στροφή, να πάω προς το κλασικό ρεπερτόριο.  Δεν έγινε. Ίσως γίνει τώρα. Νομίζω ότι θα μπορούσα, νομίζω ότι το ΄χω». Δεν ξέρει όμως αν οι άλλοι τη βλέπουν έτσι, αν οι άλλοι μπορούν να παρακολουθήσουν τις δικές της αλλαγές και ανάγκες. «Πιστεύω πολύ σε σκηνοθέτες όπως ο Σταμάτης Φασουλής που σου βγάζουν από μέσα σου με έναν φυσικό τρόπο ό,τι έχεις. Χωρίς πίεση». Και καταλήγει: «Θέλω να παραμείνω ρομαντική, ευσυγκίνητη και ευάλωτη. Αν κάποιος σήμερα με πληγώσει, θα κάτσω στη γωνιά μου- δεν μπορώ να αλλάξω πια, μεγάλωσα. Και άλλωστε δεν έκρυψα ποτέ τις αλήθειες μου». Τώρα πια θέλει να τις αντιληφθούν και οι άλλοι.

Το μιούζικαλ «Το κλουβί με τις τρελές» ανεβαίνει στο θέατρο Παλλάς, με τους Σταμάτη Φασουλή, Γιάννη Μπέζο, Αλέξανδρο Μυλωνά, Μέμο Μπεγνή, Νέλλη Γκίνη, Νταίζη Σεμπεκοπούλου, Σοφία Φαραζή. Πρεμιέρα την Παρασκευή, στις 21.00.

  • της μυρτως λοβερδου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

«Γεννήσαμε τον πολιτισμό, αλλά...»

Πέρσι ερμήνευε τη σκληρή και γεμάτη γωνίες κυρία Μπόρκμαν στο έργο του Ιψεν «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Φέτος υποδύεται τη φλογερή και γεμάτη χυμούς Κλεοπάτρα στο έργο του Αλεξάντρ Οστρόφκσι «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Φέτος, επίσης, είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται στην κωμωδία.

  • Το είπατε και την κάνατε. Την κωμωδία, εννοώ. Πού σας έχουν βγάλει τα βήματά σας σε αυτή τη νέα σας περιπέτεια;

Κάθε περιπέτεια, κάθε ταξίδι σε άγνωστα εδάφη -όπως είναι τώρα η κωμωδία για μένα- δημιουργεί φόβους και ανασφάλειες. Αλλά καμιά φορά τραβάς επίτηδες το δίχτυ ασφαλείας, για να προκαλέσεις το αίσθημα του κινδύνου. Αλλά, για να εξηγηθώ, δεν μπήκα στον πειρασμό, δεν θα το ήθελα εξάλλου, να δημιουργήσω ρόλο ποντάροντας στην κωμική ατάκα που θα πλασαριστεί κατάλληλα για να βγάλει γέλιο. Οταν ως θεατής «διαβάζω» την πρόθεση του ηθοποιού, όταν δηλαδή το αστείο χάνει την αθωότητά του, δεν γελάω. Με ενοχλεί να με εξαναγκάζουν.

  • Σε προηγούμενη συνέντευξή μας μου λέγατε πως αναζητάτε «τον κίνδυνο και την τρέλα πάνω στη σκηνή» γιατί σας «πνίγει το πολύ “καθώς πρέπει”, το αποστειρωμένο στην τέχνη» σας. Φέτος κάνετε κάτι «τρελό», «επικίνδυνο» και καθόλου «καθώς πρέπει»;

Αυτό ακριβώς είναι ο ρόλος μου. Η Κλεοπάτρα είναι μια τρελή κοσμικιά, καθόλου καθώς πρέπει, «με φλογερό ταμπεραμέντο» -έτσι τη χαρακτηρίζει ο άντρας της- κι επικίνδυνη βέβαια όταν ανακαλύπτει ότι ο Γκλούμοφ την κορόιδεψε. Παρόλο που προσωπικά με γοητεύουν οι ρόλοι που κρύβουν μυστικά και σκοτεινιά, ο συγκεκριμένος ρόλος με την εξωστρέφειά του με οδηγεί σε σκηνικούς ακροβατισμούς που μέχρι τώρα δεν είχα δοκιμάσει. Και δεν σας κρύβω ότι μου αρέσει ιδιαίτερα να ανακαλύπτω πάνω στη σκηνή ένα πιο ανάλαφρο κομμάτι του εαυτού μου.

  • «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» έκανε πρεμιέρα στις 14 Φεβρουαρίου. Είναι ο έρωτας τελικά μια απατεωνιά, ένα τερτίπι στους χαλεπούς καιρούς της συναισθηματο-πιστωτικής κρίσης;

Μα, στον έρωτα όλα είναι αλήθεια κι όλα είναι ψέμα και απάτη ή μάλλον αυταπάτη. Είναι παιδί της αυταπάτης ο έρωτας. Η αθωότερη μορφή διαπλοκής. Και ταυτόχρονα η μόνη σταθερή αξία στο χρηματιστήριο της ζωής, όταν οι μετοχές αξιών εκπίπτουν και χρεοκοπούν. Η μόνη μηχανή επιβίωσης.

  • Ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, ο Γκλούμοφ, είναι ένας απατεώνας ο οποίος καταγράφει στο ημερολόγιό του τα ανομήματα και τις διαπλοκές της ρωσικής υψηλής κοινωνίας. Γιατί οι Γκλούμοφ κάθε εποχής είναι αναγκαίοι στο σύστημα;

Είναι αναγκαίοι γιατί με την ευφυΐα και τον αμοραλισμό που διαθέτουν λαδώνουν καλύτερα τα γρανάζια της εξουσίας. Οσο υπάρχουν φιλόδοξοι νέοι, πρόθυμοι να πουλήσουν τον εαυτό τους για να αναρριχηθούν και να εισχωρήσουν στο σύστημα, ο γκλουμοφισμός θα θριαμβεύει. Κι ο Οστρόφσκι αυτό ακριβώς επισημαίνει. Οτι το σύστημα, ακριβώς επειδή χρειάζεται τέτοιους τύπους, θα βρει τρόπους να τους αφομοιώσει σε περίπτωση που απειληθεί από αυτούς, να τους «ξεδοντιάσει» κάνοντάς τους επίτιμα μέλη του. Σε αυτό το επικίνδυνο bra de fer που παίζει κανείς με τους μηχανισμούς της εξουσίας είναι αφελές να πιστεύει ότι θα νικήσει εύκολα το σύστημα. Εδώ το έχει καταφέρει με ιδεολόγους επαναστάτες που πολεμώντας το τέρας έγιναν οι ίδιοι στο τέλος τέρατα, δεν θα το πετύχει με καιροσκόπους τυχοδιώκτες;

  • Ο Οστρόφσκι στηλιτεύει στο έργο του την κενότητα, την ανοησία και τη ματαιοδοξία της εποχής του. Ενας σύγχρονος Οστρόφσκι τι θα κατέγραφε;

Την κενότητα, την ανοησία και τη ματαιοδοξία της εποχής μας. Διαχρονικές «αξίες» τελικά, ε; Το εκρηκτικό υλικό που πυροδότησε το έργο του Οστρόφσκι είναι το ίδιο δυστυχώς με το σημερινό.

  • Κατά τη διάρκεια των νέων Δεκεμβριανών, δύο μήνες πριν, η παλαιά και κραταιά τάξη πραγμάτων ήρθε σε σύγκρουση με την ανάγκη της νέας γενιάς να ονειρεύεται και να ελπίζει. Τώρα επικρατεί μια περίεργη σιωπή. Αυτό ήταν λοιπόν; Ή μήπως, απλώς, το καζάνι σιγοβράζει λίγο πριν ξαναεκραγεί;

Θα ήθελα να σας μεταφέρω κάποιες σκέψεις των ίδιων των παιδιών και μαθητών μου: «Θέλουμε να προλάβουμε να μη γίνουμε ίδιοι με αυτό που μας έκανε “αφασικούς”. Ξέρουμε ότι το σύστημα θα προσπαθήσει να αγκαλιάσει την απεγνωσμένη κίνησή μας ώστε να την αφομοιώσει και να τη μεταλλάξει σε κίνημα μόδας… Ακόμα κι αν μας κοιμίσετε, ο ύπνος μας θα είναι ανήσυχος».

Μιλούσα τις προάλλες με μια μαθήτριά μου που πήρε μέρος στις πορείες. Κάποια στιγμή κινδύνεψε να φάει ξύλο από τα ΜΑΤ. Μπήκαν όμως μπροστά της τα άλλα παιδιά σαν ασπίδα προστασίας και τη γλίτωσε. «Εάν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε ήδη νεκροί» μου είπε. «Πού τον ξέρεις τον Λειβαδίτη» τη ρώτησα απορημένη. «Τον ανακάλυψα αυτές τις μέρες» μου απάντησε. Και μου αρέσει πολύ που στον περιρρέοντα κυνισμό της εποχής οι νέοι αντιπαραβάλλουν την ποίηση. Δεν ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα. Μου αρκεί ότι τα παιδιά βγήκαν από την αφασία τους.

  • Εσάς τι θα σας κατέβαζε στους δρόμους; Για τι θα διαδηλώνατε;

Αισθάνομαι ότι σαν λαός δεν έχουμε συγκεκριμένη ταυτότητα. Μετέωροι μια ζωή ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Αμήχανοι με την πολιτιστική μας κληρονομιά. «Γεννήσαμε» βέβαια τον πολιτισμό, αλλά φοβάμαι ότι το «παιδί» το υιοθέτησαν άλλοι. Κάποια παράσταση στην Επίδαυρο ή η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων φροντίζουν να μας το θυμίζουν, αλλά επί της ουσίας πόσο μοιάζουμε στους προγόνους μας; Στην αγωνία μας να ανήκουμε κάπου, γίναμε ξενομανείς με ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους Ευρωπαίους. Και ξέρετε, ένας λαός που δεν έχει αυτοσεβασμό και ταυτότητα, παραπαίει και λειτουργεί ευκαιριακά, με τη λογική της αρπαχτής. Και δεν φταίει αυτός πάντα. Δεν τον έχουν εμπνεύσει οι ηγέτες του να λειτουργεί μακροπρόθεσμα επενδύοντας στο μέλλον.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 01.03.09