Αρχείο για Φεβρουαρίου 27, 2009

Στιγμιότυπο από τους «Εχθρούς εξ αίματος», με τον Λαέρτη Μαλκότση (στον ρόλο του παχέος εντέρου) στη μέση. Αριστερά του ο Παντελής Δεντάκης και δεξιά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου

Oταν πρωτοδιάβασε τους «Εχθρούς εξ αίματος», το έργο του Αρκά που παίζεται με επιτυχία στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Λαέρτης Μαλκότσης φοβήθηκε μήπως και η παράσταση βγει «λίγο καρτουνίστικη». Το αποτέλεσμα, ευτυχώς, τον διέψευσε. Και ας κουράζεται πολύ, όπως ομολογεί, «μια που είμαι διαρκώς επί σκηνής, χωρίς να μπορώ να αφεθώ ούτε λεπτό». Ο Λαέρτης είναι το παχύ έντερο, το πιο συναισθηματικό από τα όργανα στη σκηνή. Και το απολαμβάνει. Οπως απόλαυσε και την προετοιμασία, η οποία ξεκίνησε «από πολύ νωρίς. Δεν βρεθήκαμε ξαφνικά το φθινόπωρο. Κάναμε πολλές αναγνώσεις, πολλές συζητήσεις. Γιατί από μόνο του το έργο είναι δύσκολο και διαθέτει μια μεγάλη υπερβολή: οι ήρωές του είναι όργανα που μιλούν σαν άνθρωποι. Στις πρόβες κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς και κάποια στιγμή, σαν μυστική συνεννόηση, ο καθένας μας βρήκε την κίνηση και τη θέση του. Εκτός από την καθοριστική βοήθεια και συμβολή του σκηνοθέτη, η κινησιολογία της Αγγελικής Στελλάτου έπαιξε ρόλο την κατάλληλη στιγμή».

Τριάντα πέντε ετών σήμερα, ο Λαέρτης Μαλκότσης μετρά ήδη 14 χρόνια στο θέατρο. Τελείωσε τη σχολή του Εθνικού και ξεκίνησε να παίζει αμέσως μετά τη θητεία του στο Ναυτικό, όταν τον κάλεσε η Ξένια Καλογεροπούλου στη Μικρή Πόρτα για την «Ελίζα». Στο ίδιο θέατρο επανήλθε το 2004 με τον «Ελαφοβασιλιά» και έκτοτε άρχισε να ερμηνεύει «ρόλους», όπως λέει ο ίδιος. Εχει συμμετάσχει σε παραστάσεις στο Μουσούρη, στο Αμόρε (γι΄ αυτό και λυπήθηκε πολύ με το κλείσιμό του), στο Εθνικό. Ξεχωρίζει τις συνεργασίες με τον «θεατρικό του μπαμπά» Γιώργο Μιχαλακόπουλο , με τον Γιάννη Χουβαρδά και φυσικά με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο , με τον οποίο δουλεύει μαζί τα τελευταία τρία χρόνια: «Μου αρέσει που προχώρησα σιγά σιγά. Δεν βιαζόμουν, ούτε βιάζομαι. Εχω κάνει κοντάρι, έχω συμμετάσχει σε χορούς αρχαίας τραγωδίας, έχω παίξει πολλούς μικρούς ρόλους». Παιδί ηθοποιών, λατρεύει με πάθος τη μουσική, κάνει, παράλληλα με το θέατρο, μεταγλωττίσεις και ηχητικά εφέ (η φωνή του ακούγεται σε αρκετές διαφημίσεις), χορεύει και γυμνάζεται πολύ. «Από τότε δε που ξύρισα το κεφάλι μου, η δουλειά πολλαπλασιάστηκε. Τρέχω και δεν φτάνω» καταλήγει.

  • ΜΥΡΤΏ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009
Advertisements
Από την περασμένη  άνοιξη άρχισε την  προετοιμασία του για τον  τηλεοπτικό «Καρυωτάκη»  ο Δημοσθένης  Παπαδόπουλος. «Είναι η  πρώτη φορά που  εργάζομαι για κάτι  μπροστά σε κάμερα,  σαν να ήταν θεατρικός  ρόλος. Ασχολούμαι από  τον Απρίλη καθημερινά,  επί ώρες. Ο
Σαν να κινείται σε ένα παράλληλο σύμπαν ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος με αφορμή τη σειρά «Καρυωτάκης».
«Ζούμε σε μια εποχή που ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκφραστεί. Μια εποχή φθήνιας και συμφερόντων», λέει
Σε ένα ασταθές πολιτικά περιβάλλον στις αρχές του περασμένου αιώνα, με ίντριγκες, ευμετάβλητους πολιτικούς συσχετισμούς, με αιματηρά επεισόδια, ο Κώστας Καρυωτάκης δεν επέλεξε το «το σιγάν κρείττόν εστι του λαλείν», αλλά χρησιμοποίησε πύρινη γλώσσα, αντιμετωπίζοντας με κυνισμό τα πράγματα. «Ο Καρυωτάκης είναι ένα πρόσωπο που, μέσα στη βρωμιά και τη σαπίλα, σου δίνει μια ελπίδα. Μιλά για μια αλήθεια, με ουσία, με τρόπο ταυτόχρονα αστείο και κυνικό. Ήταν εκφραστής μιας αλήθειας, πρότεινε τρόπους για να υλοποιηθεί κι έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν ήταν καθόλου ποιητής, υπό αυτή την έννοια. Δεν ήταν άνθρωπος που είχε ακαδημαϊκή προσέγγιση στα πράγματα. Ζούσε, κι αυτό έκανε την ποίησή του να είναι αληθινή».

  • Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που εκφράζουν την αλήθεια;

«Αποκλείεται να μην υπάρχουν. Το θέμα είναι αν τους προσφέρεται βήμα. Νομίζω πως είναι στο περιθώριο. Εκτιμώ ότι πληρώνουμε το κόστος να είμαστε καπιταλιστική κοινωνία. Η σειρά του Τάσου Ψαρρά έρχεται και «κουμπώνει» με τα σημερινά γεγονότα. Στον «Καρυωτάκη» βλέπουν δύο ανθρώπους της διανόησης στο ίδιο ταραγμένο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον. Πολιτική αστάθεια, οικονομικο-πολιτικά συμφέροντα είναι στην πρώτη γραμμή».

Μέσα σε ένα ρευστό πολιτικοοικονομικό περιβάλλον το κατεστημένο της εποχής εκείνης προσπαθεί να καλύψει τη φωνή του Καρυωτάκη. «Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στις μέρες μας. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκφραστεί. Τώρα η διαφθορά έχει μπει και στα σπίτια. Ο κόσμος συμμετέχει στις πορείες από τον καναπέ του. Ήταν πολύ λίγοι εκείνοι που βγήκαν στους δρόμους μαζί με τα 15χρονα. Η διαφθορά έχει περάσει και σε ατομικό επίπεδο. Η εποχή προβάλλει το επιφανειακό, το επιδερμικό. Υπάρχει έλλειψη παιδείας».

  • Ποια είναι η δυσκολία του ρόλου;

«Να φύγει ο ηθοποιός από την έννοια του σπουδαίου. Αν υπάρχει ο φόβος ότι παρουσιάζει κάτι σπουδαίο, τότε μπορεί να χάσει το παιχνίδι. Το σημαντικό σε τέτοιες δουλειές είναι να δεις τον άνθρωπο. Διότι, κατά τη γνώμη μου, κανένας από αυτούς που εμείς έχουμε για πολύ σπουδαίους δεν θεωρούσε ότι είναι σπουδαίος, αλλά αντιθέτως ήταν άνθρωποι με αδυναμίες».

Έχει υφάνει την επαγγελματική του πορεία μέσα από ρόλους ρεπερτορίου αλλά και σύγχρονα έργα. Σαν από σύμπτωση ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος έχει υποδυθεί κι άλλες μορφές της ποίησης, της μουσικής και του θεάτρου. Έχει παίξει, παλαιότερα, τον Μότσαρτ και τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, από τους ανανεωτές του νεοελληνικού θεάτρου αλλά συνάμα φιγούρα με τραγικότητα, σαν αυτή του Καρυωτάκη. Ο Χρηστομάνος ήταν ο πρώτος σημαντικός ρόλος του 25χρονου τότε Δημοσθένη Παπαδόπουλου σε μια βραχύβια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου (σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου). Κάποιοι μίλησαν για αποτυχία. Εκείνος δεν συμφωνεί.

«Τη θεωρώ από τις μεγάλες μου επιτυχίες. Μέχρι στιγμής δεν μετράω επιτυχίες και αποτυχίες σε σχέση με την προσέλευση του κόσμου ή τα χρήματα, αλλά με το τι κερδίζω εγώ. Τα κέρδη λοιπόν είναι πολύ περισσότερα στις αποτυχίες παρά στις επιτυχίες. Η αποτυχία σε προχωράει. Η επιτυχία έχει τον φόβο να επαναπαυθείς».

  • Πώς σας προχώρησε;

«Έβγαλα εις πέρας έναν σημαντικό και δύσκολο ρόλο σε πολύ νεαρή ηλικία. Εξελίχθηκα υποκριτικά δουλεύοντας με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, με την οποία είχαμε συνεργαστεί προηγουμένως μια φορά στο “Αμόρε”.

Γενικώς από τους ανθρώπους κερδίζεις και είχα αρκετούς που με προχώρησαν πολύ».

«Έγινε σημαία η εφήμερη δημοσιότητα»

«Το «Τέλος εποχής» έδωσε ώθηση στο ελληνικό σινεμά, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα», πιστεύει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος για την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση.

  • Υπάρχει συνέχεια, κρίνοντας από τις ταινίες «Πολίτικη κουζίνα», «Νύφες», «Εl Greco», «Το λιβάδι που δακρύζει»;

«Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αναφέρατε ταινίες μεγάλων δημιουργών, όπως είναι ο Βούλγαρης, ο Σμαραγδής, ο Μπουλμέτης, ο Αγγελόπουλος. Μα έπειτα από εκείνους δεν έχουν βγει άλλοι δημιουργοί να σε κάνουν να πεις: Αχ και να κάνω ταινία μαζί τους. Δεν διαφαίνονται συνεχιστές. Ευθύνεται όμως και η κοινωνία που δεν αποζητά μεγάλους δημιουργούς. Διότι για να αναδειχθεί ένας τέτοιος, πρέπει να τον έχει ανάγκη το κοινό. Σήμερα όμως είναι σημαία η εφήμερη δημοσιότητα».

  • Εφτά σταθμοί
1996: Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στο «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου
1996: Στο Θέατρο Αμόρε με τις «Μικρές τραγωδίες» του Πούσκιν
1998: Στο Εθνικό ως Κ. Χρηστομάνος στο «Η αυλαία πέφτει» του Α νδρέα Σ τάικου
2000: Στο «Γλάρο» του Τσέχωφ στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας
2001: Σκηνοθετεί «Τα ορφανά» του Κέσλερ στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας
2002: Μαζί με τη Μάγια Λυμπεροπούλου σκηνοθετεί (και παίζει) το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ
2003: Σκηνοθετεί τον «Επαγγελματία πυγμάχο» στο «Κεφαλληνίας»
  • Του Χρήστου Ν.Ε. Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009