Αρχείο για Φεβρουαρίου 20, 2009

Είναι από τους ηθοποιούς που βλέπουμε κυρίως σε δευτεραγωνιστικούς ρόλους. Ο Τάσος Κωστής όμως πάντα βρίσκει τρόπο να κάνει τους μικρούς ρόλους μεγάλους. Ας σταθούμε στον πιο πρόσφατο, αυτόν που έχει στη νέα ταινία του Κώστα Γαβρά «Παράδεισος στη Δύση». Υποδύεται έναν απατεώνα, που κλέβει τον μετανάστη Ηλία (Ρικάρντο Σκαμάρτσιο) και τον αφήνει αβοήθητο στη μέση τού πουθενά. Ο διάσημος σκηνοθέτης μάλιστα ξεχώρισε σε συνέντευξή του στην «Ε» τον καλό ηθοποιό.
Εμείς βέβαια τον είχαμε ήδη ανακαλύψει. Γιατί από το πλατό του Γαβρά μέχρι τις πρώτες του εμφανίσεις σε «πλατφόρμες τρακτέρ, πλατείες, εξέδρες, και αυλόγυρους εκκλησιών δίπλα σε χαράδρες» έχουν μεσολαβήσει 37 χρόνια και αμέτρητοι ρόλοι- κομμάτια ενός ψηφιδωτού φτιαγμένου από τη στόφα των καλών κωμικών ηθοποιών. Φέτος, παίζει κι ένα ρόλο που του πάει γάντι, στον θεατρικό «Μπακαλόγατο» του Πέτρου Φιλιππίδη. Κάνει τον μπακάλη που έχει στη δούλεψή του τον Ζήκο.

  • Πώς νιώσατε που εκφράστηκε εγκωμιαστικά για εσάς ο Κώστας Γαβράς;

«Μόλις διάβασα στην «Ε» τι είπε για μένα, έκλαψα. Είδε ένα dvd με δουλειές μου και με επέλεξε. Κάναμε ένα ραντεβού και μου είπε ότι με θέλει για ένα μικρό ρόλο. Μου ζήτησε, μάλιστα, συγγνώμη. Εγώ βέβαια απάντησα ότι και πέρασμα θα έκανα σε ταινία του».

  • Πώς ήταν η συνεργασία;

«Αυτοί που είναι «μεγάλοι» στη δουλειά, στο μυαλό και στην ψυχή, είναι εύκολοι άνθρωποι. Δύσκολοι είναι οι «μικροί». Με τον κύριο Γαβρά ήταν τέλεια. Δεν κατάλαβα καν πώς έγινε το γύρισμα. Χωρίς πολλές αναλύσεις μού είπε δύο πράγματα. Το βασικότερο ήταν ότι δεν προσπάθησε να μας δείξει ποιος ήταν. Αν ο σκηνοθέτης έχει το στιλ «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», δεν αποδίδει ο ηθοποιός. Αν με έκανε να σκεφτώ ότι είχα απέναντί μου τον Γαβρά, θα με είχε φάει το άγχος. Εγώ έβλεπα ένα φίλο, έναν άνθρωπο στέρεο που μου άφηνε ελευθερία».

  • Οι Ελληνες σκηνοθέτες είναι έτσι;

«Παλιότερα ήταν πιο δικτάτορες, με τεράστιο εγώ. Ηθοποιοί με προσόντα εγκλωβίστηκαν, γιατί περίμεναν να κάνουν αυτό που θα τους έλεγε ο σκηνοθέτης. Υπάρχουν σκηνοθέτες που παίζουν οι ίδιοι μια σκηνή και περιμένουν να τους μιμηθεί ο ηθοποιός. Είναι σαν να δείχνει ένας διευθυντής ορχήστρας στον Λεωνίδα Καβάκο πώς να παίζει βιολί».

  • Αλλάζει κάτι στα στάνταρντ σας μετά τη συνεργασία με τον Γαβρά;

«Ξέρετε, είμαι πολύ ξεροκέφαλος. Εχω παίξει και σε βιντεοκασέτες, για να ζήσω. Επαιζα το ίδιο, όπως στην ταινία του Γαβρά ή όπως θα έπαιζα σε ταινία του Σπίλμπεργκ. Αυτή τη δουλειά ξέρω να κάνω και δεν έχω πρόβλημα να δουλέψω οπουδήποτε. Προσπαθώ να είμαι καλός μάστορας και να καλυτερεύω. Αυτή τη νοοτροπία είχα πάντα, ακόμα και σε άσχετες δουλειές. Οταν έβαζα ξύλινα πατώματα, 18 χρονώ ήμουν ήδη μάστορας, ενώ ο βοηθός μου ήταν 45. Ηξερα ότι δεν θα το έκανα για πολύ, αλλά το αγαπούσα για να μη βαρυγκομώ».

  • Γιατί πιστεύετε ότι έργα όπως ο «Μπακαλόγατος» είναι διαχρονικά;

«Είναι αληθινά. Το χιούμορ τους δεν είναι δήθεν ή εξυπνακίστικο, βασισμένο σε ευφυολογήματα. Οι χαρακτήρες τους είναι καθημερινοί άνθρωποι, σαν τους γείτονές μας. Επίσης, απευθύνονται στη ζωή του ανθρώπου, όχι στο μυαλό του. Μπορεί να έχουν αλλάξει τα ήθη, αλλά όχι τα συναισθήματα. Αγαπάμε, μισούμε, κλαίμε και χαιρόμαστε το ίδιο. Τα συναισθήματα δεν είναι εθνικά, αλλά παγκόσμια. Γι’ αυτό βλέπουμε τις αμερικάνικες ταινίες και κλαίμε. Με τις ελληνικές δεν κλαίμε πια».

  • Τι τους λείπει;

«Η ψυχή. Φοβόμαστε να ερωτευτούμε και να τσαλακωθούμε. Οι Ελληνες δεν έχουν χιούμορ. Κάνουν μόνο πλάκες και δουλεύονται μεταξύ τους. Το χιούμορ είναι για τους Εγγλέζους. Γενικά, πάσχουμε από ωραίους παραμυθάδες και απλές ιστορίες, που να είναι όμως ζωντανές και να συνδυάζουν γέλιο, δράμα και σασπένς».

  • Γιατί έχουν χάσει οι Ελληνες «παραμυθάδες» αυτές τις ποιότητες;

«Δεν ξέρω. Τα παλιά έργα πάντως γράφτηκαν από πονεμένους ανθρώπους. Εβγαιναν από έναν πόλεμο. Είχαν ζήσει στην ανέχεια και την πείνα. Υπήρχε ένα όνειρο για καλύτερο μέλλον. Ηταν στο ναδίρ και το τόξο έδειχνε προς τα πάνω. Τώρα δεν δείχνει πουθενά. Ο κόσμος σήμερα είναι απολιτίκ. Ούτε καν οι πολιτικοί δεν καταλαβαίνουν από πολιτική».

  • Λέγατε πριν για τις κωμωδίες. Μήπως η τηλεόραση έχει αλλάξει τα δεδομένα;

«Η τηλεόραση είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο και έχει συνεχώς ανάγκη από υλικό. Αλλο πράγμα να πρέπει να γράψεις 10 ταινίες, και άλλο 10 σίριαλ. Αλλά μη νομίζετε, πάντα υπήρχε κακή ποιότητα. Επί Φίνου γίνονταν ταινίες που δεν τολμούσαν να κάνουν πρεμιέρα στην Αθήνα. Τώρα γίνονται πάρα πολλά και χάνεται και το καλό. Θα σας πω μια φράση του Γούντι Αλεν για την τηλεόραση που μου αρέσει πολύ: «Το Μανχάταν είναι πολύ καθαρή πόλη γιατί έχουν βάλει τα σκουπίδια στην τηλεόραση»».

  • Συνήθως παίζετε δευτεραγωνιστικούς ρόλους. Αυτό σας δημιουργεί μία πικρία;

«Οχι, βέβαια. Αν δεν υπήρχε ο δεύτερος ρόλος, δεν θα υπήρχε και ο πρώτος. Ολοι οι ρόλοι είναι κολόνες της ίδιας οικοδομής. Αν βγάλεις τον Παπαγιαννόπουλο από μία ταινία όπου πρωταγωνιστεί η Βουγιουκλάκη, δεν θα είναι ίδια. Δεν ήταν πρωταγωνιστής ο Παπαγιαννόπουλος;».

  • Είστε ευχαριστημένος με την πορεία σας;

«Από μικρός έλεγα «τα στερνά να είναι τα καλύτερα». Εχω περάσει πολλά, αλλά είχα επιμονή. Δεν είμαι καστοστάρης, αλλά μαραθωνοδρόμος. Στενοχωριέμαι όταν βλέπω συναδέλφους, με τους οποίους ξεκινήσαμε μαζί, να είναι άνεργοι. Είμαι στη δουλειά 37 χρόνια. Μπορεί να μην ανεβαίνω, αλλά είμαι σταθερός. Υπάρχω στον χώρο και νιώθω σημερινός και χρήσιμος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία». *

Ο Τάσος Κωστής με τον Πέτρο Φιλιππίδη στον «Ηλία του 16ου»
  • Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 20/02/2009
Advertisements
Είκοσι έξι χιλιάδες εισιτήρια έχουν προπωληθεί για τις παγέτες, τα φτερά, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τις περούκες, τα ερωτικά ναζάκια, τις ζήλιες, τις παρεξηγήσεις, τον ξέφρενο χορό, το τραγούδι και τον σκηνικό ίλιγγο που μας υπόσχεται ο Σταμάτης Φασουλής στο μιούζικαλ του Ζαν Πουαρέ «Το κλουβί με τις τρελές». Η φιλόδοξη παραγωγή κάνει πρεμιέρα στις 6 Μαρτίου στο «Παλλάς», με τον Σταμάτη Φασουλή, εκτός από σκηνοθέτη, στον ρόλο της ναζιάρας drug show queen Ζαζά και τον Γιάννη Μπέζο στον ρόλο του Ζοζό, συμβίου του και συνιδιοκτήτη τού τραβεστί καμπαρέ «Κλουβί με τις τρελές» στο Σεν-Τροπέ. Η παράσταση πήρε παράταση ώς τις 10 Μαΐου -μην εκπλαγείτε αν συνεχίσει και μετά το καλοκαίρι…
Φαίνεται πως ο κόσμος εμπιστεύεται εν λευκώ το θεατρικό ένστικτο του Φασουλή, που, πιστέψτε μας, ερμηνεύει τον ρόλο της ζωής του. Είναι συγχρόνως προφανές ότι έχει ανάγκη από τη λάμψη ενός χορταστικού υπερθεάματος, τη χαρά ενός έργου που ισορροπεί με δεξιοτεχνία μεταξύ χιούμορ, αυτοσαρκασμού και συγκίνησης. Το βραβευμένο με 8 Tony «Κλουβί με τις τρελές» μπορεί να γίνει μια χαρούμενη ανάσα στην ταραγμένη καθημερινότητά του.

«Δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεβάσουμε ξαφνικά όλοι Μπρεχτ και να βγάλουμε από το σεντούκι τα αμπέχονα και τις κόκκινες σημαίες», λέει με νόημα ο Φασουλής. «Η ζωή συνεχίζεται με όλες τις αντιφάσεις της. Αλίμονο! Τι θα έπρεπε, δηλαδή, να ανεβάσουμε στο «Παλλάς»; Το «κομμουνιστικό μανιφέστο»;».

  • Αντουανέτα και μελισσούλα

Πάντως, στις πυρετώδεις πρόβες ως Αλμπέν δίπλα στον Μπέζο-Ζορζ (είναι τα επίσημα ονόματα του ζεύγους), ο πρωταγωνιστής πείθει και τον τελευταίο κακόπιστο πως άξιζε τον κόπο να ξανοιχτεί στο υπερφιλόδοξο εγχείρημα. Δεν είναι τόσο για την πρόκληση της μεταμόρφωσης -ως «βασίλισσα» των drug shows θα αλλάζει τη μια αστραφτερή τουαλέτα μετά την άλλη, θα γίνεται από Μαρία Αντουανέτα μέχρι… μελισσούλα. Ο Φασουλής, χωρίς να καταφεύγει στο γκροτέσκο μιας τραβεστί, δημιουργεί έναν μέχρι… συγκίνησης αληθινό χαρακτήρα.

«Είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει», παραδέχεται. «Εχω παίξει τον γκέι. Ο Αλμπέν δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος. Είναι δύσκολος συναισθηματικά. Εδώ είναι τρέλα, είναι σχιζοφρένεια. Ο τραβεστί έχει άλλου είδους προβλήματα. Ολη η ηδονή του βρίσκεται στη μεταμφίεση. Η εικόνα πιστεύει ότι τα λέει όλα. Γι’ αυτό κι οι τραβεστί τη μία κάνουν τις γλυκές, την άλλη τις τρελές κι άλλοτε τις επιθετικές. Ολοι αυτοί οι ρόλοι, που παίζει από ατάκα σε ατάκα η Ζαζά, με δυσκόλεψαν αφάνταστα».

Αν δεν είχε τον Γιάννη Μπέζο δίπλα του, δεν θα τολμούσε να ανεβάσει το έργο. «Ηταν ο μοναδικός όρος που έθεσα», αποκαλύπτει. «Πρώτον, γιατί μπορεί να γίνω ρεζίλι στα μάτια του, χωρίς να έχω ενδοιασμό. Δεύτερον, γιατί μπορεί να κρατηθεί σε ένα πολύ ψηλό επίπεδο. Είδα τη σοβαρότητα, το βάθος και το χιούμορ του στο «Βίρα τις άγκυρες». Μου δίνει ασφάλεια στη σκηνή».

Μερίδιο στη σκηνική πρόκληση διεκδικούν και οι υπόλοιποι ερμηνευτές: ο Θοδωρής Κατσαφάδος, που δεν ξέρεις αν είναι ο μπάτλερ τους ή η σέξι καμαριέρα. Ο υπερσυντηρητικός και ομοφοβικός πολιτικός Αλέξανδρος Μυλωνάς, που η κόρη του (Σοφία Φαραζή) πρόκειται να παντρευτεί τον γιο του Μπέζου-Ζορζ, Μέμο Μπεγνή, καρπό νεανικού ετεροφυλοφιλικού… ολισθήματος. Αλλά και η Νέλλη Γκίνη, ιδιοκτήτρια του πιο ακριβού εστιατορίου του Σεν-Τροπέ.

  • Ούτε ξεφωνημένη ούτε σοβαροφανής

Η τρελή προπώληση αιφνιδίασε και τον Φασουλή. «Δεν έχει ξαναγίνει στο θέατρο», λέει. «Θα ήμουνα ευτυχισμένος με 4-5 χιλιάδες εισιτήρια. Και δεν σας λέω ψέματα». Την απήχηση μιας δουλειάς με αισθητική, όπως λέει, «ούτε ξεφωνημένη ούτε σοβαροφανή», την αποδίδει στην «επιτυχία των προϋποθέσεων»: «Στο έργο, στο δίδυμο Μπέζος – Φασουλής, στον χώρο, στο «πακέτο» ενός υπερθεάματος. Σας τα λέω αυτά γιατί δεν έχω καμία μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Εχω μια μόνιμη αγωνία. Οχι από ταπεινοφροσύνη, αλλά γιατί είμαι πολύ επηρμένος. Δεν κρατιέμαι. Θέλω πολύ υψηλά πράγματα. Οπότε δεν περνάω τον τελευταίο καιρό καλά. Ετσι κι αλλιώς, νομίζω ότι έχω κάνει καριέρα κατά λάθος. Δεν έχω την αίσθηση ότι με περιμένει ο κόσμος».

Παρ’ ότι φοβάται, δεν δείλιασε μπροστά στο τεράστιο «άνοιγμα» που απαιτεί η κλίμακα του «Παλλάς». «Η παράσταση δεν έβγαινε αλλού», δικαιολογεί την επιλογή του χώρου. «Πρέπει να έχεις γύρω στους 1.000 θεατές τη μέρα για να έρθει μία η άλλη. Μόνο τη ζωντανή ορχήστρα να βάλεις και το 15% για τα δικαιώματα του έργου, αντιλαμβάνεσαι ότι με 500 θέσεις δεν θα έβγαινε».

Κάθε βράδυ το «Κλουβί» θα έχει τουλάχιστον 1.300 άτομα. Τι θέλει να τους προκαλέσει με την παράστασή του; «Θέλω να ξαναγεννιούνται μπροστά στα μάτια τους τα πράγματα από την αρχή. Από το τίποτα!».

* Χορογραφίες Δημήτρη Παπάζογλου, κοστούμια Ντένης Βαχλιώτη, σκηνικά Γιώργου Γαβαλά, μουσική Τζέρι Χέρμαν με στίχους της Αφροδίτης Μάνου και ενορχήστρωση Αλ. Πρίφτη. *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 20/02/2009