Αρχείο για Φεβρουαρίου 15, 2009

Tο θατρο είναι τα ταξίδια μου στον κόσμο!

O Aντώνης Aντύπας είναι ένας άνθρωπος… απλός, επειδή διαθέτει πολλές όψεις και κυρίως επειδή διαθέτει ένα ευρύ… φάσμα προβληματισμών και αναζητήσεων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που όταν πριν από είκοσι χρόνια ίδρυσε τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Φάσμα» και τόλμησε να ανοίξει το θέατρο του ανάμεσα σε συνεργεία αυτοκινήτων, μακριά από τις γνωστές θεατρικές πιάτσες, το παράτολμο ήταν για τον ίδιο πολύ λογικό. Tο Φάσμα και το Aπλό Θέατρο ήρθαν και έμειναν και ο Aντώνης Aντύπας συνεχίζει να ταξιδεύει και να ονειρεύεται.

Όλα αυτά τα χρόνια ανεβάζει έργα τολμηρά, προτείνοντας ένα ρεπερτόριο που κέρδισε το ενδιαφέρον του κοινού. Έτσι το Aπλό Θέατρο πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο δημιούργησε μια νέα θεατρική πιάτσα και το σεβασμό των θεατών, των κριτικών αλλά και των ανθρώπων του συναφιού του. Aυτή τη χρονιά μετά την επανάληψη της περσινής του επιτυχία «Tαξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» του O’ Nιλ, και τις παραστάσεις «Bερολίνο 1989, ιστορίες μιας πόλης», βασισμένο στο βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη, σε δραματουργική επεξεργασία του σκηνοθέτη Aρη Tρουπάκη στη Nέα Σκηνή, ανεβάζει την «Aνάσα ζωής» του Nτέιβιντ Xέαρ με τις Pάνια Oικονομίδου και Λυδία Φωτοπούλου, ενώ στη Nέα Σκηνή η Oλια Λαζαρίδου ερμηνεύει τη «Δεσποινίδα Mαργαρίτα» του Pομπέρτο Aτάιντε, σε σκηνοθεσία της Aντζελας Mπρούσκου. H «Aνάσα ζωής» ανεβαίνει σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Πάτσα και μουσική Eλένης Kαραΐνδρου.

Tι σημαίνουν για σένα όλες αυτές οι παραστάσεις… όλα αυτά τα έργα… οι συγγραφείς… Eίναι ταξίδια; Στόχοι; Περιπέτειες;

Tο θατρο είναι τα ταξίδια μου στον κόσμο!

Περιπέτειες σίγουρα. Tαξίδια σίγουρα. Διαδρομές σημαντικές. Aυτό που κάποιος περιπετειώδης άνθρωπος αναζητά με τα ταξίδια στον κόσμο εγώ το έχω μεταλλάξει και το πραγματοποιώ μέσα στο θέατρο. Bέβαια σ’ αυτά όλα δεν είναι μόνον οι παραστάσεις ή οι συγγραφείς αλλά και ο τρόπος που αντιμετωπίζω τα πράγματα. Mε λίγα λόγια, όταν θέλω να ανεβάσω ένα έργο, με ενδιαφέρει να μάθω τα πάντα γι’ αυτό και για τον συγγραφέα. Eρευνώ τη ζωή του, τις σκέψεις του, τις συνθήκες που το έγραψε, την ψυχολογική του κατάσταση. Aναρωτιέμαι γιατί ασχολούνται με συγκεκριμένα θέματα. Γνωρίζοντάς τους επί της ουσίας, μπορώ να ανιχνεύσω τους χαρακτήρες που δημιουργούν και να τους παντρέψω με τους κατάλληλους ηθοποιούς».

  • Yπάρχουν συγγραφείς που σου τα λένε όλα με το έργο τους και άλλοι που πρέπει πολύ να ψάξεις για να βρεις την αλήθεια των όσων λένε και κυρίως όσων δεν λένε;

Για μένα πάντα υπάρχει κάτι πίσω από τα λόγια τα γραμμένα. Tο πιστεύω βαθιά και το αναζητώ πάντα. Aυτό μάλιστα με γοητεύει ιδιαίτερα και γι’ αυτό αναζητώ και αυτούς τους συγγραφείς που θα με βάλουν στο παιχνίδι της έρευνας, ξεκινώντας βέβαια από τον Xάρολντ Πίντερ.

  • Kαι τα βρίσκεις στον συγγραφέα με τον οποίο αυτή τη στιγμή ασχολείσαι, τον Nτέιβιντ Xέαρ;

Tον Xέαρ τον γνώριζα από τα έργα του ήδη από το 1970. Kι όμως παρά τις κάποιες προσπάθειες δεν μεταφράστηκε και δεν ανέβηκε. Tο έφερε η… συγκυρία τώρα μετά από τόσα χρόνια να βρίσκομαι σε μια πολύ όμορφη περίοδο, να αναζητώ τι κρύβει πίσω από τις λέξεις του. Kαι να μπορώ όχι μόνον να ανακαλύψω αλλά και μεταφέρω στη σκηνή, έχοντας μαζί μου την Λυδία Φωτοπούλου και τη Pάνια Oικονομίδου, που έχουν το ταλέντο και την ευαισθησία να παρακολουθήσουν αυτό το… παιχνίδι. Συνεργαστήκαμε στενά με τις δύο ηθοποιούς, άλλωστε πρόκειται για ένα γυναικείο έργο και ως σκηνοθέτης είχα μεγάλη βοήθεια από τον τρόπο που μια γυναίκα αντιμετωπίζει το έργο. Πώς αντιμετωπίζει μια ερωτική προδοσία. Θέλω άλλωστε να είναι πάντα συνένοχος ο ηθοποιός. Γιατί έτσι και ο ηθοποιός θα δώσει το μάξιμουμ των δυνατοτήτων του.

  • Tο έργο του Nτέιβιντ Xέαρ, γραμμένο το 2002, διαθέτει εκτός των άλλων μια πολύ ξεχωριστή γλώσσα…

O Xέαρ ουσιαστικά έχει γράψει ένα ποιητικό έργο. Δηλαδή πέρα από την καθημερινότητα των χαρακτήρων βγάζει μια ποίηση. O λόγος του είναι αφαιρετικός. Kάποιος θα μπορούσε να πει ότι η γλώσσα του είναι διανοουμενίστικη. Δύσκολη. Όμως διαθέτει μια μουσική απαράμιλλη. Kαι είναι ευτύχημα που αυτή η γλώσσα βρίσκεται στο στόμα δύο σπουδαίων ηθοποιών.

  • Σταματά η δουλειά του σκηνοθέτη όταν ανέβη η παράσταση;

Ποτέ. Παρακολουθώ τις παραστάσεις κάθε βράδυ. Θέλω να είμαι παρών, ώστε να αποφεύγουμε όσο μπορούμε τη φυσική φθορά αλλά και την τάση που ο ηθοποιός έχει να αναπαύεται στις ευκολίες του.

  • Yστερα από είκοσι χρόνια τι κρατάς, ως οδηγό στη ζωή σου;

Aναζητώ διαρκώς το αύριο. Δεν σταματώ ποτέ. Eίμαι ευτυχής με όσα έχουμε πετύχει αλλά η μεγάλη ευτυχία είναι στο ταξίδι. Στη διαδικασία. Στην αναζήτηση.

  • Για τη σκηνοθεσία

Παρακολουθώ τις παραστάσεις κάθε βράδυ. Θέλω να είμαι παρών, ώστε να αποφεύγουμε όσο μπορούμε τη φυσική φθορά αλλά και την τάση που ο ηθοποιός έχει να αναπαύεται στις ευκολίες του.

  • Για το έργο

O Xέαρ ουσιαστικά έχει γράψει ένα ποιητικό έργο. Δηλαδή πέρα από την καθημερινότητα των χαρακτήρων βγάζει μια ποίηση. O λόγος του είναι αφαιρετικός.

  • Συνέντευξη στην Τέα Βασιλειάδου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 14/02/2009

Advertisements
«Ο Φάουστ είναι σαν την ανακάλυψη της Αμερικής»

«Κόβει» στα πέντε και «παίζει» με το αριστούργημα του Γκαίτε, μία ομάδα από σκηνοθέτες και ηθοποιούς της νέας γενιάς, στη «Νέα Σκηνή-Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού

«Φάουστ» επί πέντε ισούται με μία παράσταση. Κι αν αυτού του τύπου τα μαθηματικά σας ακούγονται κάπως «περίεργα», το Εθνικό Θέατρο τα κάνει πράξη με ένα εγχείρημα που συνδυάζει το ρίσκο και την τόλμη του πειραματικού με την ουσία του κλασικού, όπως αυτό υπογραμμίζεται μέσα από το κείμενο του Γκαίτε. Στην παράσταση της «Νέας Σκηνής-Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, ο «Φάουστ» έχει διαιρεθεί σε πέντε μέρη και παρουσιάζεται μέσα από πέντε διαφορετικές αλληλοδιαδοχικές προσεγγίσεις.

«Ο Φάουστ είναι σαν την ανακάλυψη της Αμερικής»

Σημείο συνάντησης είναι ένας σύγχρονος προβληματισμός: το αδιέξοδο της γνώσης και του ορθολογισμού, η επιστροφή στην αθωότητα, η μαγεία του έρωτα, η ροπή προς το απόλυτο και οι σπαρακτικές αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης.

Ο Γιώργος Γάλλος, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ο Αργύρης Ξάφης, η Ομάδα Blitz (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής) και η Αργυρώ Χιώτη στον διπλό ρόλο σκηνοθέτη – ηθοποιού μαζί με άλλους ηθοποιούς -όλοι της νέας γενιάς- συγκροτούν τη 12μελή ομάδα που επιχειρεί να αποδώσει το κλασικό κείμενο με μια ζωντανή και σύγχρονη σκηνική γλώσσα.

«Περιπέτεια επικών διαστάσεων. Είναι σχεδόν η… ανακάλυψη της Αμερικής (!) σαν εμπειρία. Να μάθεις να συνεργάζεσαι με ανθρώπους, πού να κάνεις πίσω, πού μπροστά. Είναι διδακτικό και για τον εγωισμό του καθενός και για τη δυναμική της ομάδας», υποστηρίζει ο Αργύρης Ξάφης. «Το να συνεννοηθούν πέντε σκηνοθέτες δεν ήταν τόσο δύσκολο. Εχουμε διαφωνήσει πολλές φορές, αλλά συζητάμε και τελικά συμφωνούμε σε κάτι που μας εκφράζει. Αδύνατο δεν είναι» για την Αγγελική Παπούλια.

«Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές προσωπικότητες. Γοητευτικό αλλά και δύσκολο. Αναμετρώμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με το τι σημαίνει εγώ, φιλοδοξίες, συνεργασία, τι σημαίνει υπομονή. Αυτή ήταν η λέξη-κλειδί για μένα… Αλλά όλα γίνονταν με χαρά», λέει η Αργυρώ Χιώτη. «Το σημαντικότερο είναι ότι ο ένας βοηθάει τον άλλο χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς κανένα κόμπλεξ, χωρίς να έχουμε στο κεφάλι μας κανένα καλλιτεχνικό κόλλημα…», σύμφωνα με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου. «Η συνεργασία είναι ό,τι πιο κλασικό νέο πράγμα ζούμε αυτό τον καιρό», προσθέτει ο Αργύρης Ξάφης. Και ο Βασίλης Μαυρογεωργίου υπερθεματίζει: «Εχω την αίσθηση μιας οικογένειας…Υπάρχει ένας λόγος να είσαι με άλλους ανθρώπους, συναντιέσαι κάθε μέρα μαζί τους. Να μοιράζεσαι πράγματα. Μια ανθρώπινη επικοινωνία με δικαιολογία… Αν και μας κινεί όλους το αποτέλεσμα, η διαδρομή είναι αυτή που μας γεμίζει».

Το κείμενο, ύστερα από έναν χρόνο ενασχόλησης της ομάδας, θα παρουσιαστεί σε ενιαία παράσταση διάρκειας δυόμισι ωρών, με «ξαφρίσματα», σε ένα ρεζουμέ 2.800-3.000 στίχων (από περίπου 4.500), μια και «μπορούσε να κοπεί γιατί υπήρχαν σκηνές γραφικότητας οι οποίες αναπαριστούσαν παρά εξέλισσαν τη δραματουργία», διευκρινίζει ο Αργύρης Ξάφης.

Εχει μισή ώρα ο κάθε σκηνοθέτης στη διάθεσή του και η πρόκληση είναι το κοινό να βλέπει μια ιστορία. «Εχουμε δουλέψει έτσι ώστε το ύφος να εξελίσσει την ιστορία. Να έρχεται το αντίστοιχο ύφος του συγκεκριμένου σκηνοθέτη στο σημείο που χρειάζεται. Είναι πολύ δύσκολο, απίστευτα προκλητικό και πολύ δημιουργικό». Μη φανταστείτε όμως… κανείς δεν αποκαλύπτει ποιο είναι το κομμάτι του, αφού αυτό που θέλουν να παρουσιάσουν είναι μια δουλειά συνόλου κι όχι να κάνουν «διαγωνισμό» για το ποιος είναι ο καλύτερος.

Οι Φάουστ αλλάζουν πρόσωπο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Οπως και οι Μαργαρίτες και οι Μεφιστοφελήδες. «Στην ιστορία μας έχουμε βάλει στοιχεία για να το καταλαβαίνει το κοινό αλλά δεν έχουμε υπογραμμίσει τα πάντα. Γιατί υπάρχει η τέχνη ενδιάμεσα που πρέπει να σου αφήνει κάποια πράγματα ανοιχτά. Εμείς έχουμε κάνει ό,τι θεωρούμε στο μέτρο του δυνατού για να είναι αυτά τα πράγματα καθαρά», καταλήγει ο Αργύρης Ξάφης.

  • Περί «Φάουστ»

Βασίλης Μαυρογεωργίου: Ο Φάουστ κοιτάζει προς τα πάνω και κατά μία έννοια τα έχει βάλει με τον Θεό. Ουσιαστικά τον προκαλεί. Κλείνει συμφωνία με τον Μεφιστοφελή μέσα από την αγωνία, την ανασφάλεια, την έλλειψη απαντήσεων κι επειδή ο «πανταχού παρών» δεν παρουσιάζεται ποτέ… «Αν σε μια στιγμή πω μείνε στιγμή η ομορφιά σου με μεθάει… τότε έχασα» είναι το στοίχημα με τον Μεφιστοφελή. Στήνει ένα παιχνίδι με κριτή τον εαυτό του… Αν νικάει τελικά ο Φάουστ; Οπως κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αν υπάρχει Θεός ή όχι, νομίζω ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι τόσο ξεκάθαρη. Ο καθένας μπορεί να φύγει με τα δικά του συμπεράσματα.

  • Ομάδα «Βlitz» (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής):

Χρήστος Πασσαλής: Η σύγκρουση θρησκείας κι επιθυμίας υπάρχει στον Φάουστ, μαζί με ένα θεολογικό σύμπαν με το οποίο κοντραριζόμαστε. Το βασικό ερώτημα είναι το ζήτημα του Θεού. Αν δίνει λύσεις στη ζωή. Ο Φάουστ πιστεύει πως δεν δίνει. Ακόμη κι αν υπάρχει, είναι σιωπηλός.

Γιώργος Βαλαής: Και ταυτόχρονα βγάζει μια έλλειψη. Από κει ξεκινάει όλο. Προβάλλει την ανθρώπινη έλλειψη σε σχέση με τη ζωή… Ο Φάουστ βρίσκεται σε μια αναμονή.

Αγγελική Παπούλια: Μετά το στοίχημα με τον Μεφιστοφελή προχωράει στη ζωή με πιο γρήγορα βήματα, με πράξεις.

Χρήστος Πασσαλής: Αμφι-σβητεί δρώντας. Η απελπισία του είναι δραστικής φύσης.

Γιώργος Βαλαής: Υπάρχει μια απαισιοδοξία στον ήρωα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Αλλά αυτή η απαισιοδοξία είναι η απαισιοδοξία ενός καλά ακονισμένου μυαλού. Δεν είναι η απαισιοδοξία ενός ανθρώπου που έχει κατάθλιψη ή τα βιβλία τού χάλασαν το γούστο ή ξέχασε τι σημαίνει πρωινό, τι σημαίνει μια βουτιά στη θάλασσα… Υπάρχει απόφαση να προχωρήσει ταυτόχρονα με τη συνειδητοποίηση ότι είναι ένα τίποτα. Κουβαλάει όλη την ενεργητικότητα και ταυτόχρονα όλη την απαισιοδοξία της ανθρωπότητας.

Αργύρης Ξάφης: Ο «Φάουστ» είναι ένα κείμενο αποκαλυπτικό. Το θέμα του δεν είναι ένας γέρος που γίνεται νέος και κλέβει την καρδιά μιας νεαρής και την καταστρέφει. Είναι πολύ πιο πολύπλοκο, σύνθετο και βαθιά ανθρώπινο. Είναι το θέμα του θανάτου και πώς το αντιμετωπίζουμε. Ο Φάουστ είναι ένας άνθρωπος που συνειδητά διαπράττει ύβρι, κλείνοντας συμφωνία με τον διάβολο. Περιμένει μια απάντηση, η οποία δεν έρχεται, κι αναγκάζεται να συνθηκολογήσουμε με τους Σατανάδες γύρω του, πάντα προκαλώντας αυτόν που δεν έχει δώσει την απάντηση. Εχουμε αρκετά επικεντρωθεί στο θέμα της πίστης, μας απασχολεί η αναζήτηση του ατόμου προς το θείο, η ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάει προς τα πάνω ψάχνοντας, γνωρίζοντας, παρακαλώντας, προκαλώντας.

Αργυρώ Χιώτη: Δεν είναι εφησυχασμένος ούτε με τη φύση του, ούτε με τη γνώση του, ούτε με τον θάνατο, ο Φάουστ.

Είναι ένας άνθρωπος που δεν είναι συμφιλιωμένος με αυτά που έχει ή μπορεί να έχει ή με τον θάνατο που έρχεται.

Είναι σαν να λέει «θέλω κι άλλο, παραπάνω, αυτό που δεν μπορώ να έχω». Κι αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση μας… Το άλλο ζήτημα είναι οι αντικρουόμενες δυνάμεις, κόσμος αισθήσεων με κόσμο του πνεύματος, ή λογική και σκέψη με συναίσθημα. Υπάρχει μία αντίθεση καταγεγραμμένη πολύ ισχυρά στον Φάουστ. Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά. Πώς ένας άνθρωπος κλεισμένος στη μοναξιά του, στη σκέψη του, στο πνεύμα, καλείται να ζήσει, να ζήσει εμπειρίες, βίωμα, λαχτάρα, πόθο, στιγμή. Να καταφέρει μία στιγμή μόνο να αισθανθεί απόλυτη ολοκλήρωση. Να πει «μείνε στιγμή γιατί η ομορφιά σου με μεθάει». Που σημαίνει να υπάρξει μία σύζευξη της γνώσης με την καρδιά. Τώρα είμαι ολόκληρος. Εκεί βρίσκεται η ουσία του στοιχήματος.

  • Ο Μεφιστοφελής

Γιώργος Βαλαής: Κι αν δεν υπάρχει Μεφιστοφελής και τον έχει επινοήσει ο Φάουστ και είναι απλά η επιθυμία του; Αποτέλεσμα μιας διαιρεμένης επιθυμίας;

Βασίλης Μαυρογεωργίου: Ο Μεφιστοφελής μοιάζει με τον Ιάγο, παίζει με το δικό του υλικό, την επιθυμία. Επίσης, αν ο Θεός επιλέγει τον Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιλέγει τη Μαργαρίτα.

Αργύρης Ξάφης: Εγώ θα τον χαρακτήριζα ως τον Αλλο, τον οποίο από την τωρινή μου εμπειρία τον συναντώ στον Διόνυσο. Ο Μεφιστοφελής κάνει στον Φάουστ ό,τι κάνει ο Διόνυσος στον Πενθέα. Με λίγα λόγια, του κάνει αυτό που θα ήθελε να κάνει ο ίδιος ο Φάουστ.

Αγγελική Παπούλια: Λειτουργεί απελευθερωτικά.

  • Ποιος είναι o Φάουστ σήμερα

Βασίλης Μαυρογεωργίου: Την εποχή του «Φάουστ» η μοναχική ενασχόληση με κάτι ήταν η μελέτη. Σήμερα είναι το Ιντερνετ. Τότε η «αμαρτία» περνούσε μέσα από την κοινωνικοποίηση, σήμερα μπορεί κανείς πολύ εύκολα να αναλώνεται με τον εαυτό του, να διασκεδάζει μόνος του. Με αυτήν την έννοια, της ακηδίας, έχουμε άπειρους Φάουστ στη σημερινή εποχή, νομίζω.

Αργύρης Ξάφης: Οντως υπάρχουν άπειροι Φάουστ σήμερα. Αν δεις τους εικοσάρηδες έχουν πάρα πολλές γνώσεις και καμία εμπειρία. Απίστευτες εμπειρίες για το τι συμβαίνει από το Facebook, το Ιντερνετ, τις απόλυτες πληροφορίες, αλλά καμία εμπειρία γιατί οι εμπειρίες τους είναι διαμέσου.

Γιώργος Βαλαής: Είναι διαμεσολαβημένες εμπειρίες. Κι ο Φάουστ είναι απομακρυσμένος από τη ζωή. Νομίζω ότι κατά μία έννοια όλοι το βιώνουμε αυτό.

Γιώργος Γάλλος

Η συγκεκριμένη συνεργασία ήρθε ως συνέχεια στην ανάγκη να συμμετέχω σε δουλειές που ως κύριο χαρακτηριστικό έχουν την άκρα ομαδικότητα. Το μοντέλο που χρησιμοποιείται και στις πρόβες του «Φάουστ», ενώ αποτελείται από επιμέρους αυτόνομες μονάδες, έχει την ιδιαιτερότητα ότι πολλοί αποφασίζουν και έχουν όλοι τους ίσο μερίδιο ευθύνης για το τελικό αποτέλεσμα. Αρα, είναι βασικό θέμα να αντιλαμβάνεσαι πώς συνδυάζεις την ατομική σκέψη με τη συλλογική, πότε οδηγείς και πότε ακολουθείς, πώς διαφορετικοί χαρακτήρες ανθρώπων πρέπει να καταλήξουν σε κοινό χαρακτήρα κειμένου, ποια είναι τα όρια της διαφωνίας και της συμφωνίας, πότε σταματάω και πότε επιμένω.

Εχω την αίσθηση ότι η τριβή όλων μας μ αυτές τις αντιθέσεις λειτούργησε ως εξάσκηση για τη μελέτη και κατανόηση των μεγάλων αντιθέσεων που υπάρχουν στο έργο του Γκαίτε, όπως η πίστη και η μη πίστη, οι επίγειες απολαύσεις και η σύνδεση με το θείο, η εμβάθυνση στον κόσμο του πνεύματος, της γνώσης, αλλά και η ανάγκη για άμεση εμπειρία ζωής, το αιώνιο και το εφήμερο.

Στην παράστασή μας ο Μεφιστοφελής δεν έχει ούτε κέρατα ούτε ουρά. Είναι ένα πρόσωπο που μοιάζει πολύ με ένα κομμάτι της ψυχής του Φάουστ που είναι ικανό να φτάσει στα άκρα, να θυσιάσει ακόμα και να σκοτώσει. Ετσι, αφαιρούμε απ τον Φάουστ το άλλοθι του θύματος, τον κάνουμε πιο υπεύθυνο για τις πράξεις του και πιο συνειδητοποιημένο κυνηγό της «υπέρτατης στιγμή», εκείνης για την οποία θα άξιζε να παραδώσει την ψυχή του ακόμα και στον διάβολο.

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Φάουστ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε: Ο Φάουστ ασφυκτιά στο σκοτεινό του σπουδαστήριο. Εμαθε τα πάντα, αλλά δεν ξέρει τίποτα. Θέλει να ζήσει την ολοκληρωτική εμπειρία, να γνωρίσει την πραγματική ευτυχία. Ενας σκοτεινός επισκέπτης, ο Μεφιστοφελής, του προσφέρει μια ριψοκίνδυνη λύση. Ο Φάουστ βάζει μαζί του στοίχημα. Αν ζήσει έστω και μια στιγμή απόλυτης ευτυχίας, τότε χάνει την ψυχή του. Με τον παράξενο συνοδό του, ξεκινά ένα ταξίδι στον κόσμο, όπου οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η κορύφωση της δοκιμασίας του έρχεται όταν ο Φάουστ αναμετράται με την πρόκληση του έρωτα, όπως αυτός εξιδανικεύεται μέσα από την παρουσία της Μαργαρίτας.

Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης. Σκηνοθεσία/Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Γάλλος, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Αργύρης Ξάφης, Ομάδα Blitz (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής), Αργυρώ Χιώτη. Δραματουργική συνεργασία: Ελενα Καρακούλη. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Κυριακή Τσίτσα. Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ. Παίζουν: Γιώργος Βαλαής, Γιώργος Γάλλος, Δέσποινα Κούρτη, Αριάν Λαμπέντ, Χρήστος Λούλης, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Αργύρης Ξάφης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Γιάννος Περλέγκας, Εύη Σαουλίδου, Αργυρώ Χιώτη.

Εθνικό Θέατρο (Κτίριο Τσίλερ – Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»). Πρεμιέρα: 25/02

  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, Φωτογραφίες: Δ. Ψαρρός, ΕΘΝΟΣ, 15/02/2009

Πρωταγωνιστεί στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Οστρόφσκι που παρουσιάζεται στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ

Πριν από λίγες ημέρες ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος έκλεισε τα τριάντα του χρόνια και ο πρώτος απολογισμός του περιλαμβάνει ήδη μία δεκαετία και κάτι στο σανίδι, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τη διαφήμιση και- το σημαντικότερο – τον τρίχρονο γιο του. Τώρα πρωταγωνιστεί στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Οστρόφσκι που ανεβάζει ο Γιάννης Κακλέας στην παραγωγή του Εθνικού, στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ. Είναι ο Γκλούμοφ, ένας φιλόδοξος νεαρός που κινείται ανάμεσα στην υψηλή κοινωνία της Ρωσίας του 19ου αιώνα και είναι αποφασισμένος να πετύχει με κάθε τρόπο. Σε ένα κρυφό ημερολόγιο κρατά τις σημειώσεις για όλα όσα κάνει αλλά και για όλα όσα συμβαίνουν στον μικρόκοσμο που κινείται.

«Οχι, δεν είναι σατανικός ο Γκλούμοφ, ούτε απατεωνίσκος. Είναι βαθύς απατεώνας» είναι οι πρώτες του κουβέντες για τον ήρωά του. «Είναι αποφασισμένος και συνειδητοποιημένος, είναι ξεκάθαρος απέναντι στην κοινωνία και, κυρίως, είναι πολύ ξεκάθαρος απέναντι στην έννοια της ηθικής. Δεν παίζει παιχνίδια με τον εαυτό του, δεν τον απασχολεί το καλό ή το κακό. Είναι απενοχοποιημένος. Ούτε ανήθικος είναι- δεν πιστεύει στην ηθική. Για τον Γκλούμοφ νομίζω ότι η ηθική είναι μια κατασκευή· την επικαλούνται οι ανήθικοι. Δεν είναι επαναστάτης, ούτε θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Θέλει να γίνει ένα σεβαστό και άρχον μέλος της κοινωνίας του. Ο Γκλούμοφ είναι αυτό που θέλετε να είναι». Και όπως επισημαίνει ο ίδιος «από εκείνη την εποχή, στη Ρωσία, ως σήμερα, είναι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε και κανείς…».

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος εγκατέλειψε την ιδέα να γίνει μάγειρας και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Φοίτησε στο Θέατρο Τέχνης και προτού ακόμη τελειώσει τη σχολή, συμμετείχε στη «Νύχτα της κουκουβάγιας» του Διαλεγμένου με τον Λευτέρη Βογιατζή. Επειτα όλα πήραν τον δρόμο τους, με τη φυσικότητα του νερού που κυλάει. Τύχη, ταλέντο, δουλειά, γνωριμίες και συνεργασίες: Ολοι και όλα συνέβαλαν σε αυτό. «Μου αρέσει πολύ αυτή η δουλειά και μου αρέσει υγιώς, με κάνει και αισθάνομαι καλά.Θα κάνω τα αδύνατα-δυνατά για να περάσω καλά σε μια δουλειά,ουσιαστικά.Για μένα μετράει πόσο επικοινωνώ με αυτό που κάνω,πόσο κα λή επαφή έχω με τους συναδέλφους μου, πόσο δημιουργικά περνάμε, πόσο κοινό όραμα έχω με τον σκηνοθέτη, πόσο- στ΄ αλήθεια- μου αρέσει το έργο. Δεν έχει σημασία ο ρόλος αυτός καθεαυτός» εξηγεί για τις επιλογές του. «Αλλωστε, προτού αρχίσω να μελετώ έναν ρόλο, μόνον να υποψιάζομαι το ενδιαφέρον του μπορώ. Μετά καταλαβαίνω ότι κάτι μου λέει. Για κάποιους λόγους, κάθε φορά, κάτι μου δημιουργεί την ανάγκη να αναλάβω έναν ρόλο. Δεν το ψάχνω ιδιαίτερα. Κάθε χώρος έχει προτερήματα και ελαττώματα και εμένα με ενδιαφέρει όλο το ρεπερτόριο. Οσο μου επιτρέπει ο εαυτός μου προσπαθώ να κάνω αυτά που θέλω. Πιστεύω ότι κάνω τη δουλειά μου τίμια, με φιλότιμο. Δεν θεωρώ ότι είμαι μεγάλος ηθοποιός, δεν θεωρώ ότι είμαι ασήμαντος- είμαι κανονικός». Και αν δεν ονειρεύεται ρόλους και έργα, θα ήθελε μεγαλώνοντας να γίνει σαν κάποιους συναδέλφους του που «με τα χρόνια ανοίγονται, γίνονται γενναιόδωροι και θετικοί απέναντι στη ζωή. Μου αρέσει να κάνεις τη δουλειά σου με ησυχία, με ισορροπία».

Αυτοχαρακτηρίζεται «ηθοποιός της σεζόν», γιατί του αρέσει να παίζει τους ρόλους του τουλάχιστον έξι μήνες. «Υστερα από δύο μήνες αρχίζω να ανακαλύπτω πράγματα που δεν περιμένω. Και αυτό μου δίνει τη χαρά του μικρού παιδιού.Με την τριβή βρίσκω καινούργια πράγματα». Του αρέσει να κυνηγάει τα πράγματα, αλλά απολαμβάνει και την έκπληξη του μη αναμενόμενου. «Δεν έχω μέθοδο και τρόπο δουλειάς, προτιμώ να “μετακινούμαι” λίγο κάθε φορά» παραδέχεται. Και το ταλέντο; «Είναι το πλέον απαραίτητο για να γίνεις ηθοποιός. Αν δεν είσαι φτιαγμένος γι΄ αυτό δεν αρκεί να δουλέψεις πολύ. Οχι ότι αρκεί το ταλέντο- απλώς είναι προαπαιτούμενο. Τι σημαίνει ταλέντο; Γνώση των δεξιοτήτων σου». Ο ίδιος διαθέτει; «Φαντάζομαι πως έχω,ναι…». Και για μπαμπάς; «Εφόσον έχεις γίνει μπαμπάς, δεν χωρά συζήτηση περί ταλέντου- είναι μεγάλη επιπολαιότητα». Γι΄ αυτό και το καλοκαίρι δεν σκοπεύει να δουλέψει. Θα απολαύσει τον γιο του. Αλλωστε τα γυρίσματα για το «Τέσσερα» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, στο οποίο παίζει, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί καθώς η σειρά θα βγει στον αέρα του χρόνου (στο Μega). «Είναι το ίδιο δύσκολο να κάνεις μια καλή δουλειά στην τηλεόραση, στο σινεμά ή στο θέατρο. Απλώς, κάθε είδος έχει τις δικές του απαιτήσεις και σύμφωνα με αυτές πρέπει να κρίνεται» καταλήγει.

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Οστρόφσκι παρουσιάζεται στη σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.

  • της μυρτως λοβερδου | το βημα, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009