Αρχείο για Φεβρουαρίου 14, 2009

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ [Τα Νέα, Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009]

ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΙΔΡΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΨΥΧΩΤΗΣ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΣΕ ΤΗΝ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ (ΚΑΙ) ΤΟΥ ΝΕΟΛΑΙΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ «ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ΤΟΥ Β. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΡΕΙΣ ΣΚΗΝΕΣ ΟΠΟΥ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΟΝΤΑΙ ΝΕΟΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΙ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ. Ο ΙΔΙΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΚΑ «ΕΧΘΡΟΙ ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΣΥΝ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Στην Άνδρο, ηλιοβασίλεμα, με την Κοραλία.

Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Το ότι ξύπνησα.

Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Ευτυχώς, ακόμα γελάω κάθε μέρα.

Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σαςείναι;

Η πληθωρικότητα.

Το βασικό ελάττωμά σας;

Ότι συχνά χάνω το μέτρο μ΄ αυτή την πληθωρικότητα.

Σε ποια λάθη δείχνετε τη με γαλύτερη επιείκεια;

Στα αθώα.

Η τελευταία φορά που κλάψατε;

Με την ερμηνεία του Γιάννη Τσορτέκη στη Μαύρη Γαλήνη του Μαρωνίτη.

Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

… με το Καταραμένο Φίδι.

Ποιοι είναι οι ήρωές σας σή μερα;

Οι νέοι που ξεσηκώθηκαν το Δεκέμβρη. Οι Δαβίδ όλου του κόσμου.

Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Από την Κωνσταντινούπολη ώς την Καππαδοκία.

Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ο Σαίξπηρ. Αλλά και η Μέλπω Αξιώτη. Και ο Στρατής Τσίρκας.

Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Τη γενναιοδωρία

Και σε μια γυναίκα;

Τη γενναιοδωρία.

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Μάνος Χατζιδάκις.

Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θα σ΄ τα κάνω φορεσιά…

Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Ο Κοινός Λόγος της Έλλης Παπαδημητρίου.

Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Ο Μιχαήλ Άγγελος (και ως γλύπτης).

Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το κόκκινο.

Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το ότι είναι ακόμα μαζί μου τριάντα ολόκληρα χρόνια η Κοραλία.

Το αγαπημένο σας ποτό;

Το κόκκινο κρασί.

Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για όσες φορές έχω πληγώσει ανθρώπους από επιπολαιότητα.

Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;

Τον καθωσπρεπισμό.

Όταν δεν σκηνοθετείτε,ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Πολλά πράγματα με ξεκουράζουν: να κολυμπάω τον χειμώνα στο κολυμβητήριο, το καλοκαίρι στη θάλασσα. Οι βόλτες σε αρχαιολογικούς χώρους. Να περπατάω στην Αθήνα και να παρατηρώ τους ανθρώπους.

Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Να πάθω άνοια, να χάσω την αξιοπρέπειά μου και να κουράζω τους γύρω μου.

Ποια είναι ταινία που σας σημάδεψε;

Η «Μάμα Ρόμα» του Παζολίνι

Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Όταν προσπαθώ (μάταια) να καλύψω ένα λάθος μου.

Ποιο είναι το μότο σας;

Το πιο πρόσφατο, ένα σύνθημα που διάβασα σε τοίχο «Οι άσχημες πόλεις όμορφα καίγονται».

Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Από ανακοπή, κατά προτίμηση κολυμπώντας ή χορεύοντας.

Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Τίποτα. Τον προτιμώ σιωπηλό.

Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Μετέωρη. Μάλλον μού χρειάζεται ν΄ αρχίσω πρόβες.

Advertisements

«Ο Κάρολος Κουν  εξ�πεμπε μία  μαγεία και  εν�πνεε βαθύτατο  σεβασμό. Είχε �να  όραμα, �να πάθος,  μία τελειομανία.  Δημιουργούσε μία  μυσταγωγία που  σε παρ�συρε. Το  κλίμα όμως που  επικρατούσε στο  θ�ατρο με  κρατούσε σε μία  απόσταση», λ�ει ο  σκηνοθ�της  Αντώνης Αντύπας  για τον Κουν και  το «Θ�ατρο  Τ�χνης» στο οποίο  �μεινε, αφού  τελείωσε τη σχολή  του, μ�χρι το ΄71
ΜΕ ΠΟΡΕΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΩΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΠΡΩΤΑ, ΩΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΥΠΑΣ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΕΒΑΣΕΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΧΕΑΡ «ΑΝΑΣΑ ΖΩΗΣ»

Το θέατρο το ανακάλυψε στην Τετάρτη Δημοτικού- από μία συμμαθήτριά του που το αγαπούσε. Αλλά άργησε να δει θεατρική παράσταση- αν και η γιαγιά του ήταν θεατρόφιλη.

Γεννημένος στον Βύρωνα στα Προσφυγικά- από μάνα Σμυρνιά και πατέρα Κεφαλονίτη, μεγαλωμένος στο Χαλάνδρι όπου έζησε μέχρι το ΄65, ο Αντώνης Αντύπας άργησε να πάρει και την απόφαση να πάει στο θέατρο- κι ας κλωθογύριζε στο μυαλό του. Χρειάστηκε να ξεκινήσει σπουδές στην Ανωτάτη Βιομηχανική και μόνο στο δεύτερο έτος τα παρατάει και δίνει εξετάσεις στη δραματική σχολή του «Θεάτρου Τέχνης»- κρυφά από τους γονείς του.

Θα φύγει στο Λονδίνο για σεμινάρια με αντικείμενο τη σκηνοθεσία, επιστρέφοντας θα συνεχίζει ως ηθοποιός και, όταν ιδρύσουν με τον Χρήστο Πολίτη το «Απλό Θέατρο», θα βρει την ευκαιρία να αρχίσει να σκηνοθετεί.

Σήμερα έχει το θίασό του- το επιχορηγούμενο «Φάσμα»-, έχει ένα θέατρο- το «Απλό»- με δύο Σκηνές όπου καλεί και άλλους, νεώτερους, άξιους ή πολλά υποσχόμενους, να σκηνοθετήσουν, έχει στο ενεργητικό του σκηνοθεσίες που κοντεύουν τις πενήντα- μερικές εξαιρετικές. Και έχει κάνει όνομα ως ένας από τους άξιους του θεάτρου μας, που ξέρει πάντα να επιλέγει ενδιαφέροντα, τουλάχιστον- και συχνά άγνωστα- έργα και συγγραφείς και καλούς συνεργάτες. Όνομα συνδυασμένο με χαμηλούς τόνους.

info:  «Ανάσα ζωής» από 27 Φεβρουαρίου στο «Απλό Θέατρο»/ Κεντρική Σκηνή (Χ. Τρικούπη 4, πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, τηλ. 210-9229.605, 210-9246.991).

  • Έχετε υλοποιήσει τα όνειρά σας;

«Ποτέ δεν είχα μεγαλεπήβολα σχέδια. Τα πράγματα με πήγαιναν. Με ενδιέφερε η σκηνοθεσία, αγαπώ τους ηθοποιούς πάρα πολύ και θέλω να διεισδύω στις προσωπικότητές τους ώστε να βρω τα στοιχεία που θα τα χρησιμοποιήσω στις παραστάσεις μου. Αυτά».

  • Ανήκετε στους σκηνοθέτες που δεν «πειράζουν» τα έργα που ανεβάζουν. Από σεβασμό ή από ατολμία και συντηρητισμό;

«Το βρίσκω συνεπές μ΄ αυτά που πιστεύω. Με ενδιαφέρει να διεισδύσω στο κείμενο, να εξερευνήσω σε βάθος το λόγο, τους χαρακτήρες, τον τρόπο σκέψης του καθενός- τι θέλει να πει ο συγγραφέας. Και με ενδιαφέρουν τα ερεθίσματα που θα δώσει η παράσταση στο κοινό για να σκεφτεί και να αισθανθεί. Δεν με αφορούν οι έννοιες «σεβασμός» και «συντηρητισμός». Αυτό το «πειράζω», πάντως, κάποιες φορές το βρίσκω απλώς αλαζονική πρόθεση του σκηνοθέτη. Που μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων».

  • Αυτό σημαίνει σκληρή δουλειά με τους ηθοποιούς; Σας κατατάσσουν στους βασανιστικούς σκηνοθέτες…

«Με τα χρόνια αυτό έχει αμβλυνθεί. Συνειδητοποίησα πως ήταν πιο εγωιστικό απ΄ όσο χρειάζεται και ματαιόδοξο. Δεν υπάρχει πια πίεση αλλά μεγαλύτερη συνεργασία. Έχω μάθει να τους εκμαιεύω αυτό που θέλω σε καλή ατμόσφαιρα».

  • Τους λογαριασμούς με τον ηθοποιό Αντύπα τους έχετε κλείσει οριστικά;

«Όχι. Νομίζω πως σκηνοθετώντας άλλους έχω προχωρήσει εγώ πάρα πολύ ως ηθοποιός. Και το σκέφτομαι- κάποια στιγμή να παίξω. Αν δεν είχα όλες τις ευθύνες που έχω, θα ήταν μια μεγάλη, μεγάλη πρόκληση για μένα. Γι΄ αυτό προσπαθώ να διατηρώ τον εαυτό μου σε φόρμα, έχω κόψει το τσιγάρο…».

Έχει ανεβάσει επτά έργα του Χάρολντ Πίντερ, που χάθηκε πρόσφατα, σε πέντε παραστάσεις ενώ στο «Απλό» παρουσίασε ένα ακόμη σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Και συνδέθηκε φιλικά με τον σπουδαίο συγγραφέα.

  • Τι κρατάτε από τη σχέση σας μαζί του;

«Το ΄67, επειδή ήξερα καλά αγγλικά, ο Κουν που ανέβαζε τον «Γυρισμό» του με είχε φωνάξει να κρατάω το κείμενο του πρωτότυπου και να του επισημαίνω πού ο Πίντερ ζητούσε παύση και πού σιωπή. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το έργο του. Έτσι άρχισε να γεννιέται μέσα μου και το ενδιαφέρον για τη σκηνοθεσία. Ήταν τύχη να τον συναντήσω: έναν άνθρωπο που θαύμαζα και που τον ήξερα καλά πριν τον γνωρίσω. Από το έργο του. Μιλήσαμε, όμως, περισσότερο για την πολιτική και λιγότερο για το θέατρο- ήταν ένα πολιτικό όν».

  • Ζείτε αρμονικά με τη γυναίκα σας, την Ελένη Καραΐνδρου, πάνω από είκοσι χρόνια. Ποιο είναι το μυστικό της- ασυνήθιστης…- επιτυχίας στη σχέση δύο καλλιτεχνών;

«Οι σχέσεις αυτές οικοδομούνται μέρα με τη μέρα. Πρέπει να τις συντηρείς. Ένα κυρίαρχο στοιχείο σ΄ εμάς είναι ο θαυμασμός και ο σεβασμός του ενός προς τον άλλο. Από την άλλη ο καθένας έχει την αυτονομία της προσωπικότητάς του- δεν εξαρτάται από τον άλλο. Είμαστε μαζί συνέχεια αλλά είμαστε και αυτάρκεις. Και, ταυτόχρονα, ο ένας ασχολείται με τα θέματα που απασχολούν τον άλλο στην τέχνη του και τον συμβουλεύεται. Υπάρχει μία ιερή εμπιστοσύνη».

«Ανοιχτός λογαριασμός»

Αυτή τη στιγμή ετοιμάζει, με πρωταγωνίστριές του τη Ράνια Οικονομίδου και τη Λυδία Φωτοπούλου, το έργο του Ντέιβιντ Χέαρ «Ανάσα ζωής»- ένα κομμάτι του 2002 για δύο γυναίκες ηθοποιούς: η Φράνσες, η σύζυγος, και η Μαντλίν, ερωμένη ενός ώριμου άντρα που εγκατέλειψε και τις δύο για μία νεώτερη, συναντιούνται.

  • Τι σας τράβηξε στο έργο;

«Είχα ένα ανοιχτό λογαριασμό με τον Ντέιβιντ Χέαρ αφότου διάβασα το πρώτο του έργο. Έχει μία πυκνότητα, μία αφαιρετικότητα στο λόγο του… Στο συγκεκριμένο έργο με ενδιαφέρει εξαιρετικά ο τρόπος που βλέπει τη σχέση των δύο γυναικών μεταξύ τους αλλά, μέσα από τα λεγόμενά τους, και με τον απόντα από τη σκηνή άντρα. Με τον οποίο σχετίστηκαν και ο οποίος είχε ανάγκη και τις δύο: ένα τρίγωνο που διάρκεσε κάπου είκοσι πέντε χρόνια».

  • Τι επιδιώξατε με την παράσταση;

«Βασικό μου μέλημα, ο τρόπος που θα ακουστεί ο λόγος. Ο ρυθμός της κάθε φράσης, η μουσικότητά της. Να μην υπάρχει καμία συναισθηματικότητα. Προσπάθησα να στήσω έναν αγώνα πυγμαχίας- επειδή οι δύο γυναίκες αντιπαρατίθενται, αναμετρώνται, η μία ψάχνει να δει τι κρύβεται στο μάτι της άλλης…».

ΔΕΚΑ ΣΤΑΘΜΟΙ

1941. Γεννιέται στον Βύρωνα.
1963. Στη Δραματική σχολή του «Θεάτρου Τέχνης» (απόφοιτος 1966).
1964 (12 και 13 Μαΐου). Η πρώτη του εμφάνιση: στον Χορό των Ορνίθων με το «Θέατρο Τέχνης» στο θέατρο «Όλντουιτς» του Λονδίνου.
1971. Στο Λονδίνο για σπουδές σκηνοθεσίας (έως το 1972).
1974. Ιδρύουν με τον Χρήστο Πολίτη το «Απλό Θέατρο». Σκηνοθετεί για πρώτη φορά«Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ σε περιοδεία τους.
1982. Εγκατάσταση του «Απλού» στο ομώνυμο θέατρο- ένα γκαράζ που το μετατρέπουν σε θέατρο. Έναρξη με «Τα γούστα του κυρίου Σλόαν».
1990. Διαλύεται η εταιρεία «Απλό Θέατρο». Δημιουργεί τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Φάσμα» που παραμένει στο ίδιο θέατρο το οποίο διατηρεί το όνομα «Απλό».
2000. «Νεκρή ζώνη» του Πίντερ: η πρώτη παράσταση που θεωρεί σταθμό του. Ο Πίντερ έρχεται στην Αθήνα και τη βλέπει. Συνδέονται φιλικά.
2001. «Τρωάδες» στην Επίδαυρο: η δεύτερη παράσταση που θεωρεί σταθμό του.
2006. Μιλάει στο Τορίνο για τον Πίντερ όταν απονέμεται στον συγγραφέα το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου.
  • Γράφει ο Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Aλέκα Παΐζη: η τελευταία της συνέντευξη στον «Ταχυδρόμο»

Από την Κατερίνα Κόμητα, Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης, ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009, Web-Only

Λίγο καιρό πριν πεθάνει, η πρωταγωνίστρια του θεάτρου μας (και ορισμένων εξαιρετικών κινηματογραφικών ταινιών) παραχώρησε μια μεγάλη συνέντευξη, όχι μόνο για την τέχνη της, αλλά και για την τέχνη της ζωής. Της ζωής που την έζησε με γενναιοδωρία και, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία της, απολάμβανε ακόμα και στις πιο δύσκολες, τις πιο ζοφερές στιγμές της: στα Δεκεμβριανά, στη Μακρόνησο αλλά και στις μεγάλες επαγγελματικές και οικογενειακές φουρτούνες της.

Συνάντησα την Αλέκα Παΐζη τον περασμένο Ιούνιο. Σκοπός, μια συνέντευξη με αντικείμενο τη συμμετοχή της στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Ιστορίες από το δάσος της Βιένης» του Χόρβατ, που, σκηνοθετημένη από τον Γιάννη Χουβαρδά, ανέβηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ήταν η τελευταία παράστασή της. Πριν από τη συνάντησή μας, της είχα μιλήσει αρκετές φορές στο τηλέφωνο και κάθε φορά εισέπραττα άρνηση: «Παιδί μου, εγώ δεν δίνω συνεντεύξεις, δεν μιλάω. Κι εξάλλου, δεν έχω καθόλου χρόνο. Έχω συνέχεια πρόβες». Ήξερα καλά ότι μιλούσε σπάνια, όμως ήταν τέτοια η επιθυμία μου να τη συναντήσω, που επέμεινα ευγενικά –σχεδόν τη φλέρταρα–, ώσπου μια μέρα, αναπάντεχα, δέχτηκε. Συναντηθήκαμε απόγευμα στο διαμέρισμά της, στην οδό Αριστοδήμου στο Κολωνάκι, κι αφού με κέρασε γλυκό και καφέ αρχίσαμε να συζητάμε. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η συζήτηση μετατράπηκε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση.

Παρατηρούσα αυτή τη φινετσάτη, γεμάτη νεανική χάρη γυναίκα, ερωτική –παρ’ όλα τα ενενήντα της χρόνια–, να μου μιλά (με εκείνη την υπέροχη φωνή) σαν χείμαρρος για τη ζωή της και δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχα κάνει για να αξίζω αυτό το πολύτιμο δώρο. Αρχίσαμε από την αρχή: «Η ταυτότητά μου γράφει “1919”. Λογάριασε τώρα, λοιπόν, εσύ και πες “και πάλι καλά”», μου είπε γελώντας και ξεδίπλωσε το κουβάρι της ζωής της. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης κι αργότερα, όταν χάθηκε η μεγάλη οικογενειακή περιουσία, ήρθε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1941 με το Εθνικό στο έργο «Βεντάλια» του Γκολντόνι. Μαζί με το θέατρο ήρθε και η ένταξη στην Αριστερά. Λόγω των πολιτικών φρονημάτων της, το 1945 εντάχθηκε στον εαμικό θίασο «Ενωμένοι Καλλιτέχνες». Ακολούθησε έντονη πολιτική δράση, διωγμοί και εξορίες. Στο σπίτι της στην Αγία Ελεούσα τυπώθηκε παράνομα το πρώτο φύλλο του «Ριζοσπάστη», ενώ στη διάρκεια της χούντας έμεινε αυτοεξόριστη στην Ιταλία. Και μέσα σ’ όλα αυτά, το θέατρο ήταν πάντα κομμάτι της καθημερινότητάς της.

Είχε νυχτώσει όταν, συναινετικά, αποφασίσαμε να τελειώσει αυτή η συνομιλία – σε λίγο θα ερχόταν το αγόρι που τη βοηθούσε να προβάρει το ρόλο της. Συμφωνήσαμε να ξανασυναντηθούμε μετά το τέλος των παραστάσεων. Την ώρα του αποχαιρετισμού, όμως, γύρισε και μου είπε: «Κοίτα, είμαι και μεγάλη γυναίκα. Σήμερα είμαι εδώ, αύριο μαθαίνεις ότι έφυγα…» Δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ. Η Αλέκα Παΐζη πέθανε τα ξημερώματα της Τετάρτης 4 Φεβρουαρίου 2009 σε ηλικία 90 ετών. Προσωπικά, μου έμεινε η γλυκιά ανάμνηση εκείνης της συνάντησης και τέσσερις κασέτες με λόγια. Απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Ιδού μερικά αποσπάσματα από εκείνη τη στιχομυθία.

Πείτε μου δυο λόγια για τα παιδικά σας χρόνια

Γεννήθηκα στο Ηράκλειο της Κρήτης από πατέρα Ιθακήσιο και μητέρα Σφακιανή. Ήμουν το πέμπτο και τελευταίο παιδί μιας εύπορης οικογένειας καπνοβιομηχάνων. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την Κατοχή, ο πατέρας μου είχε χάσει όλη του την περιουσία.

Με ποιο πρόσωπο της οικογένειάς σας δεθήκατε περισσότερο;

Με τη μητέρα μου, την οποία αναζητώ διαρκώς ακόμα και σήμερα. Γιατί ήταν πολύ σχετική μου φύση. Θα σου πω ένα περιστατικό για να καταλάβεις. Μια φορά με κρατούσαν στην Ασφάλεια για να υπογράψω (σ.σ. τη δήλωση κοινωνικών φρονημάτων). Oι ασφαλίτες είχαν φέρει τη μητέρα και την πίεζαν, με απειλές, να με πείσει να κάνω τη δήλωση. Θυμάμαι πως στεκόμασταν η μία απέναντι στην άλλη μέσα στον κόσμο, όταν εκείνη ξεκινάει να μου λέει: «Αλεξάνδρα, παιδί μου, κάνε κι εσύ μια δή…» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Ξέρεις, εγώ, ως νέα, ήμουν πολύ εκρηκτική. Αρχίζω λοιπόν να ουρλιάζω: «Ξέρεις τι μου ζητάς; Αν κάνω δήλωση, θα αυτοκτονήσω…» Μεμιάς μαζεύτηκαν γύρω μας οι φύλακες και μ’ άρπαξαν φωνάζοντας: «Χώστε την αμέσως μέσα!» Τότε η μαμά μου σήκωσε ψηλά το μπαστούνι της και φώναξε σε όλους – με εκείνη την κρητική προφορά της που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της: «Μη μου ξαναπείτε να τσι πω να πάει να κάμει ένα πράμα που δεν το θέλει. Και στο κάτω-κάτω δεν τη θέλω να γίνει και σκατά…»

Το θέατρο πώς ακριβώς μπήκε στη ζωή σας;

Νομίζω πως το θέατρο μπαίνει στη ζωή ολονών μας. Από παιδιά παίζουμε, παριστάνουμε κάτι. Για να πω την αλήθεια, όταν έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό, δεν ήμουν αποφασισμένη ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Γι’ αυτό και δεν πήγα να δω τα αποτελέσματα. Είχα και τα προσωπικά μου εκείνη την εποχή, τα ερωτικά μου… Έτσι, αντί για μένα, πήγε η αδερφή μου. Κι όταν ρώτησε αν είχα περάσει, της απάντησαν: «Μα πρώτη μπήκε…»

Νομίζω ότι στα χρόνια της σχολής κάνατε και τον πρώτο σας γάμο. Ναι. O πρώτος μου άντρας λεγόταν Παπαδάκης. Τον ήξερα από την Κρήτη. Ήταν ανιψιός του Τσουδερού κι έπαιζε πολύ ωραίο πιάνο. Εγώ δεν είχα σκοπό να παντρευτώ, αλλά, να, έναν καιρό ήθελα να φύγω από το σπίτι. Πήγα λοιπόν και παντρεύτηκα στα κρυφά. Μόνο η αδερφή μου το ήξερε, οι υπόλοιποι το έμαθαν αργότερα. Για μένα δεν ήταν έρωτας. Ένα φλερτ ήταν, μια καλή παρέα. Μάλιστα, πριν παντρευτούμε, του μήνυσα ότι δεν ήμουν παρθένα. Κι εκείνος μου μήνυσε πίσω: «Δεν πειράζει. Φοβόμαστε τα αίματα…» Αργότερα χωρίσαμε. Έχω την εντύπωση ότι του κόστισε πολύ ο χωρισμός. Παραμονές της χούντας, αρρώστησε σοβαρά. Πήγα να τον δω· του κρατούσα ένα λουλουδάκι. Πέθανε την άλλη μέρα. Η αδερφή του μου είπε ότι, πριν πεθάνει, τους είπε: «Πάρτε τα όλα κι αφήστε μου μόνο αυτό το λουλουδάκι της γυναίκας μου». Ήταν ένας άνθρωπος που με αγάπησε, που με βοήθησε να βγάλω τη σχολή, χωρίς ποτέ να μου ζητήσει το παραμικρό.

Στην εξορία κινδυνέψατε;

Είναι πολλές οι ιστορίες της εξορίας. Θα σου πω μία που είναι, ας το πούμε, και λιγάκι αστεία. Εγώ, που λες, είχα αποκτήσει από τις περιοδείες μου ένα γούνινο παλτό αστρακάν. Κι όταν μια φορά με πιάσανε, έτυχε τελικά να φύγω με αυτό στη Μακρόνησο. Ήξερα βέβαια καλά ότι με ένα τέτοιο ρούχο θα με «μαρκάρανε» στα σίγουρα. Έτσι είπα να το βάλω από την ανάποδη, από την πλευρά της φόδρας, και τύλιξα και ένα κασκόλ στο κεφάλι μου. Κάποια στιγμή, λοιπόν, εκεί στο νησί περιτριγυρίζει εμάς τις γυναίκες η Α.Μ. που θα πει «Αστυνομία Μακρονήσου». Εμένα με παραλαμβάνει ένας σπαθάτος αλφαμίτης, μου δίνει μια και μου λέει: «Τρέχα!» Ξέρεις, δεν είναι καθόλου εύκολο να τρέχεις ξημερώματα με το παλτό σου ανάποδα βαλμένο, σκοντάφτοντας σε χώματα και πέτρες. Έτρεχα λοιπόν κι εκείνος ερχόταν από πίσω και με χτυπούσε στο σβέρκο με κάτι μεγάλα πέτσινα γάντια. Από το φόβο μου, ως φαίνεται, κι επειδή φορούσα και το γούνινο παλτό, δεν πονούσα πολύ. Καθώς έτρεχα, άκουγα μόνο ένα μεγάλο θόρυβο, ένα «πλαφ, πλαφ, πλαφ». Τρέχοντας έτσι, φτάσαμε σε μια άδεια σκηνή, σε μεγάλη απόσταση από το στρατόπεδο. Γύρω ερημιά πρωινή και από μακριά ακούγονταν οι κραυγές των γυναικών που τις χτυπούσαν. Κατόπιν με βάζει μέσα στη σκηνή κι ακολουθεί παρατεταμένη σιωπή. Κι ύστερα κάνει μια απότομη κίνηση, μου βγάζει το κασκόλ που φορούσα στο κεφάλι, με κοιτάζει και μου κάνει «μμμ…», σαν να πεις «καλούλα είσαι…».

Σαν απειλή… Ναι. Και ακολουθεί διάλογος επικίνδυνος. «Δεν είναι κρίμα να χτυπήσω μια κοπέλα σαν εσένα;» μου λέει. Αποφασισμένη κι εγώ, του κολλάω μια ατάκα: «…και ντροπή!» (Το λέει με τόνο βαρύ, θεατρικό) «Μια μάνα θα έχεις, ένα κορίτσι που αγαπάς θα έχεις. Πώς θα μπορέσεις να τις αντικρίσεις στα μάτια, όταν εμένα θα με έχεις σακατέψει;» Καταλαβαίνεις, βέβαια, ότι από μέσα μου έτρεμα. Μετά από λίγο, εκείνος δίνει μια και βγαίνει απ’ τη σκηνή. Κάνει μια βόλτα πάνω, κάνει μια βόλτα κάτω κι ύστερα γυρίζει και μου λέει: «Εσύ με σακάτεψες… Κοίταξε, εγώ θα φύγω τώρα, αλλά, αν έρθουν, να πεις ότι σε χτύπησα». Κάποτε, χτυπάει προσκλητήριο. Βγαίνω από τη σκηνή κι αρχίζω και περπατώ προς τα εκεί που ήξερα ότι είναι οι άλλες γυναίκες. Σε λίγη ώρα με ξαναπιάνουν κι αρχίζει πάλι το ίδιο νταβαντούρι και μετά ξανά και ξανά. Αυτό γινόταν μέχρι τη μία μετά τα μεσάνυχτα. Αργά τη νύχτα, δεν άντεξα άλλο και τους είπα: «Έβαλα το παλτό μου από την ανάποδη για να μη με σταμπάρετε κι εσείς με κυνηγάτε από το πρωί. Ε, ας το βάλω τώρα πια κι εγώ από την καλή…»

Είναι υπέροχο το πώς μπορείτε να γελάτε, ενώ περιγράφετε πολύ τραγικά γεγονότα.

Ξέρεις, εγώ στη ζωή μου είχα πάντα ένα «γελαστό μάτι». Μπορώ να βλέπω λίγο και τη διασκεδαστική πλευρά των πραγμάτων, τα οποία τις περισσότερες φορές ήταν πολύ άγρια…

Έτυχε ποτέ να σας βοηθήσει κάποιος σε κρίσιμη στιγμή;

Στα Δεκεμβριανά, βρισκόμασταν με τον άντρα μου και άλλους σε ένα αυτοκίνητο, όταν, ξαφνικά, άρχισαν να μας βομβαρδίζουν. Μέσα στο χαμό σκορπίσαμε και χαθήκαμε. Βρίσκομαι, λοιπόν, με ένα μικρό καλάμι να περπατώ μόνη. Πού; Δεν ξέρω. Κάπου έξω από την Αθήνα… δεν θυμάμαι περιοχή. Εκεί που περπατούσα, με προσπερνάει ένας νέος άντρας με τραγιάσκα που πήγαινε καβάλα σε ένα γάιδαρο. Σταματάει, βγάζει ένα κουτί γάλα εβαπορέ, το τρυπάει με ένα καρφί και μου λέει: «Πιες». Φαίνεται, θα ’χα το χάλι μου… Πίνω απ’ το γάλα και μετά με αρπάζει, με σηκώνει και με φορτώνει στα καπούλια του γαϊδάρου. Κι έτσι, μ’ αυτό το παιδί που δεν μου είπε άλλη λέξη, μπαίνω στο Κακοσάλεσι (σ.σ. η Αυλώνα). Εκεί με ξεπέζεψε και με άφησε. Δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν, πού πήγαινε…

Αισθάνεστε τυχερή ή άτυχη στη ζωή σας;

Τίποτε από τα δύο. Αντιμετώπισα τη ζωή μου όπως μου παρουσιάστηκε, σύμφωνα με αυτό που μου έλεγε το δικό μου το μυαλό και τα δικά μου τα αισθήματα. Δεν γύρισα την πλάτη μου στη ζωή. Το βασικό είναι πως, παρότι αντιμετώπισα άγρια πράγματα, δεν κάκιωσα. Το δηλητήριο αυτό δεν το ’χω. Μπορεί να θυμώσω, να τσακωθώ, να γίνει το σώσε, αλλά τέτοιου είδους κακά ζουμιά εγώ μέσα μου δεν τα κρατώ. Τα διώχνει ο οργανισμός μου.

Πιστεύετε στον Θεό;

Αχ, αυτός ο Θεός… Θυμάμαι πως μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια, πριν κοιμηθώ, έλεγα ένα «Πάτερ ημών» κι ύστερα κόλλαγα κάτι αιτήματα δικά μου. Ένα ισχυρό αίτημα που ήταν και πολύ στη μόδα την εποχή εκείνη ήταν τα σγουρά μαλλιά. Εγώ μικρή είχα ίσια μαλλιά. Έτσι, κάθε φορά που τελείωνα την προσευχή μου έλεγα: «Θεέ μου, κάμε μου σγουρά μαλλιά…» Και πράγματι, σε λίγο καιρό, τα μαλλιά μου άρχισαν να γίνονται σπαστά. Κι έτσι, με αυτόν τον τρόπο, εδραιώθηκε η πίστη μου στον Θεό, για ένα διάστημα τουλάχιστον…

Γιατί; Τι συνέβη μετά;

Όπως σου είπα, γεννήθηκα σε μια πλούσια στιγμή του πατέρα μου. Ήταν περίοδος Χριστουγέννων, λοιπόν, όταν ένα πρωινό χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας ένα παιδάκι. Άνοιξα εγώ. Το παιδί δεν μου είπε τίποτε. Απλά μου άπλωσε το χέρι του. Τότε στην Κρήτη συνήθιζαν στις γιορτές να απλώνουν από το πρωί στην τάβλα (σ.σ. μεγάλο τραπέζι) ξηρούς καρπούς και γλυκά. Πήγα λοιπόν κι έβαλα ό,τι μπόρεσα στην ποδίτσα μου και τα έδωσα στο παιδί. Κι ύστερα, όταν έφυγε, ξέσπασα σε απαρηγόρητα κλάματα. Θυμάμαι πως φώναζα: «Γιατί αυτό το παιδί δεν έχει να φάει;» Αυτό το περιστατικό «έγραψε» μέσα μου και πολύ γρήγορα άρχισε να με «τρώει» η ανισότητα του κόσμου.

Εσείς δεν κάνατε παιδιά. Ήταν απόφασή σας ή δεν έτυχε;

Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Από τη μια δεν ήθελα να κάνω παιδιά γιατί ήταν πάρα πολύ άθλιες και επικίνδυνες οι συνθήκες της ζωής μου. Ίσως πάλι δεν είχα και δεσμό τέτοιο που να με ωθήσει προς τα εκεί. Βέβαια, έπαιξαν το ρόλο τους και γεγονότα ιατρικής φύσεως. Πρέπει να ξέρεις ότι εκείνο τον καιρό της Κατοχής, λόγω της αβιταμίνωσης, στις περισσότερες κοπέλες κόπηκε για καιρό η περίοδος. Το έπαθα κι εγώ αυτό. Ωστόσο, πρέπει να πω πως δεν μου δημιουργήθηκε ποτέ η λαχτάρα να κάνω ένα παιδί. Παρότι αγαπώ πολύ τα παιδιά, δεν είπα ποτέ «αχ, ας είχα ένα παιδάκι». Κι επίσης, δεν θα μπορούσα ποτέ να πω ότι «παίρνω» ένα παιδί για να το έχω μαζί μου όταν θα έχω ανάγκη.

Σκέφτεστε το θάνατο; Τον φοβάστε;

Όπως όλοι. Δεν με ταρακουνά όμως γιατί, ειλικρινά, δεν έχω αισθανθεί πόσο μεγάλη είμαι. Πότε-πότε, βέβαια, το σκέφτομαι. Λέω «για στάσου» κι έπειτα μου φεύγει. Δεν είναι κάτι που με κυριεύει. Ξέρεις, παρότι έχουν φύγει φίλοι μου, κόσμος πολύ πιο νέος από μένα, δεν έχω δημιουργήσει μέσα μου την απόσταση από όλους αυτούς. Έχω μια αοριστία ως προς το θάνατο. Κι όμως δεν πρέπει. Είναι φορές που σκέφτομαι πως πρέπει να γίνω πιο πρακτική. Να πω: «Κοίτα, είσαι εδώ, στις καλύτερες συνθήκες ως προς την υγεία σου, κι έχεις να ζήσεις ακόμα ένα πολύ περιορισμένο διάστημα. Τι θα ήθελες να κάνεις;» Αυτό το πράγμα δεν το έχω οργανώσει ακόμα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω ξανά σε μέρη όπου έζησα – πάντα για λίγο, γιατί πάντα κάτι γινότανε.

Ακούστε ηχητικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη σε μορφή Mp3 στα παρακάτω Link:

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

Σχετικά Άρθρα
Σχετικές Συνδέσεις
Εχει περάσει πλέον ο καιρός που ο Ματίας Λάνγκχοφ ανήκε στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, ωστόσο κάθε νέα δουλειά του αποτελεί πάντα γεγονός. Πόσο μάλλον όταν ανεβάζει έναν σχεδόν πεντάωρο «Αμλετ», ανακοινώνοντας ήδη στον υπότιτλο πως πρόκειται για καμπαρέ.

Οι θεατές κάθονται σε τραπεζάκια, που ο Λάνγκχοφ έχει στήσει πάνω στη σκήνη. Τρία διαφορετικά περιστρεφόμενα σκηνικά και βίντεο με πολεμικά επίκαιρα συμπληρώνουν το ευφάνταστο θεατρικό του σύμπαν

Η παράσταση, που έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο της Ντιζόν, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές, ήρθε πριν από λίγες μέρες κοντά στο Παρίσι, σε μια μικρή πόλη του βορρά, τη Σαρτρουβίλ. Δεύτερη δουλειά του Γερμανού καλλιτέχνη στη Γαλλία αυτό τον καιρό, αφού υπογράφει παράλληλα στο παρισινό Τεάτρ ντε Λα Βιλ τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και το βίντεο μιας «δύσκολης» παράστασης, αφιερωμένης στα «Ασματα του Μαλντορόρ» του Λοτρεαμόν με πρωταγωνιστή τον Αντρέ Βιλμς.

Στη Σαρτρουβίλ οι ταξιθέτριες μας καλωσορίζουν προτείνοντάς μας μια θέση πάνω στη σκηνή, σε ένα από τα τραπεζάκια που έχουν στηθεί μέσα στο σκηνικό. Οι προθέσεις του σκηνοθέτη και σκηνογράφου Λάνγκχοφ είναι προφανείς. Οταν κάνει λόγο για καμπαρέ, το εννοεί κυριολεκτικά. Το πολυτοπικό σκηνικό αποτελεί την πρώτη αρετή της παράστασης: τρεις σκηνές, μία περιστρεφόμενη με τη μορφή κοχυλιού όπου παίζουν οι μουσικοί και εμφανίζεται κατά διαστήματα ένα (αληθινό) άλογο, μία δευτερεύουσα κρυμμένη πίσω από ένα παλιό διαφημιστικό πανό για το υγιεινό τυρί της Δανίας, και μία τρίτη, στην οποία λαμβάνουν χώρα όλες οι «εσωτερικές» σκηνές της σαιξπηρικής τραγωδίας.

Μία πασαρέλα επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινούνται με άνεση ανάμεσα στους καθισμένους στην πλατεία θεατές δίνοντας την αίσθηση ενός θεάτρου μέσα στο θέατρο. Η διακοπή της δράσης από «σεξπιρικά» τραγούδια όπως το «Να ζεις ή να μην ζεις», που μετατρέπεται σε στιχάκι του Summertime και διασκευάζεται σε ύφος ροκ, ποπ κ.λπ. δίνει μπρεχτικό ύφος στην παράσταση, φέρνοντας στο νου τα πρώτα βήματα του Λάνγκχοφ στο βερολινέζικο Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Στην «αποστασιοποίηση» συμβάλλει και το ίδιο το κείμενο, που αποτελεί απόδοση στα γαλλικά της μετάφρασης που είχε κάνει ο ίδιος ο Λάνγκχοφ μαζί με τον Χάινερ Μίλερ πριν από τριάντα χρόνια στα γερμανικά. Το κείμενο παραμένει στην ουσία άθικτο, ωστόσο ο λόγος ηχεί διαφορετικά….

Στις ευτυχείς στιγμές της παράστασης ανήκει το βίντεο με πολεμικά επίκαιρα και αναγνωρίσιμες στιγμές από τη σύγχρονη ιστορία, που παρεμβαίνει εύστοχα όταν ο Αμλετ αναχωρεί για την Αγγλία. Η ματαιότητα του πολέμου αποτελεί μία από τις όψεις του σεξπιρικού μύθου που φώτισε ο Λάνγκχοφ, δίνοντας πολιτική διάσταση στην παράσταση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει τέλος η μεταστροφή των ρόλων. Ο Λάνγκχοφ αποφάσισε να αναθέσει τον ρόλο του Αμλετ στον Φρανσουά Σατό, ηθοποιό και διευθυντή του Θεάτρου της Ντιζόν, που έφερε στην επιφάνεια το αμείλικτο χιούμορ του ήρωα με μια θαυμαστή οικονομία των εκφραστικών του μέσων. Ο μονόλογός του στο σκοτάδι της πλατείας, κάτω από το φως μιας λάμπας, ανήκει στις σκηνές που θα μείνουν στη μνήμη του θεάτρου.

Ηλικιακά ο Αμλετ είναι ωστόσο κατά πολύ μεγαλύτερος από τη μητέρα του, Γερτρούδη, καθώς και από τον Κλαύδιο, που τον υποδύεται ένας νεαρός μαύρος ηθοποιός, ο Ανατόλ Κοαμά από την Μπουρκίνα Φάσο. Αντίστοιχη μεταστροφή, η δεύτερη πιο σημαντική, είναι ο θηλυκός Οράτιος, ο πιστός φίλος του Αμλετ, που ερμηνεύει με ευαισθησία η Ανιές Ντεβίτ, παλιά συνεργάτιδα του Λάνγκχοφ.

Περασμένα μεσάνυχτα μετά το τέλος της θεατρικής αυτής εμπειρίας, συναντάμε τον σκηνοθέτη στο φουαγιέ του θεάτρου για μία σύντομη κουβέντα.

  • Ανεβάζετε «Αμλετ» τριάντα σχεδόν χρόνια μετά τη μετάφραση που κάνατε μαζί με τον Χάινερ Μίλερ…

«Ναι, γιατί τώρα βρήκα το κουράγιο. Ακόμα και μετά από τόσους Σαίξπηρ… Χρειάζεται κουράγιο για να ανεβάσει κανείς Αμλετ!»

  • Πώς προέκυψε η ιδέα του καμπαρέ;

«Αναζητούσα μια ανοιχτή φόρμα. Οπου το κωμικό να μπορεί συνυπάρξει με το τραγικό, η μουσική με τα τραγούδια. Είδα τον Αμλετ σαν ένα καμπαρέ που έχει απλώς… άσχημη κατάληξη, αλλά που αυτό δεν το εμποδίζει να είναι καμπαρέ. Η ιδέα των θεατών πάνω στη σκηνή υπακούει σε αυτήν ακριβώς τη συνθήκη».

  • Αν και ακολουθείτε πιστά το κείμενο, το έργο υπονομεύεται. Τα περισσότερα πρόσωπα δεν έχουν την αναμενόμενη ηλικία ή το αναμενόμενο φύλο…

«Ο Αμλετ είναι μεγαλύτερος από τη μητέρα του αλλά λίγο… νεότερος από μένα! Οσο για τη θηλυκοποίηση του Οράτιου είναι, πιστεύω, λογική. Η σχέση του Αμλετ με τον Οράτιο είναι μια σχέση αγάπης, αλλά αγάπης όχι φυσικής. Ο Αμλετ έχει προβλήματα με όλους, εκτός από τον Οράτιο… Δεν μπορούσα να δω στο ρόλο του Οράτιου κάποιον άλλον από την Ανιές Ντεβίτ». *

  • Της ΚΑΤΙΑΣ ΑΡΦΑΡΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/02/2009

Συνέντευξη: Ακύλλας Καραζήσης

Ενας Ελληνας ταβερνιάρης στη Χαϊδελβέργη, ο Γιώργος Κοζομπόλης, και μία ψυχίατρος, η Ζωή Σιλλάτ, θα βρίσκονται από το επόμενο Σάββατο (21/2) στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας). Θα υποδύονται τους εαυτούς τους.

Με την πινακίδα του πρώτου προορισμού ανά χείρας, ο Ακύλλας Καραζήσης παρασύρει τον θίασο της παράστασης σε μια φυγή προς τη Δύση, την ελευθερία

Τα τελευταία χρόνια ο Ακύλλας Καραζήσης ανατρέπει όλες τις θεατρικές μας νόρμες. Στη νέα παράστασή του «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς – Cannabis indica-patria graeca», φέρνει πάνω στη σκηνή το αληθινό του βίωμα. Και παρ’ ότι ξεκίνησε τη συγγραφή του έργου από την προσωπική περιπέτεια της μετανάστευσής του στη Χαϊδελβέργη, δεν θα υποδυθεί στην παράσταση -που σκηνοθετεί κιόλας- τον εαυτό του. Κι ας μας λέει: «Μια παρέα φίλων στην ουσία τη στήνει. Ποτέ δεν με ενδιέφερε ο επαγγελματισμός».

Η παράσταση ξεκινά σαν ένα τυπικό road movie: ένα Toyota διασχίζει τους ορεινούς όγκους των Αλπεων. Ο νεαρός Ελληνας οδηγός που φεύγει για τα ξένα, αγνοεί ότι θα περάσει αμέτρητα βράδια του μέλλοντός του σε μια ελληνική ταβέρνα της Χαϊδελβέργης με γύψινους κίονες, μεθώντας με μια ετερόκλητη τρελοπαρέα (Μαρία Σκουλά, Ευθύμης Θέου, Θεανώ Μεταξά, Αλκηστις Πουλοπούλου και Γιώργος Τζαβάρας).

  • Πώς ξεκίνησε η ιδέα του έργου;

«Το εφαλτήριο ήταν η διπλή μου ταυτότητα. Εχω ζήσει πάνω από 15 χρόνια στη Γερμανία, 18 χρόνια στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα…».

  • Επομένως, είναι αυτοβιογραφικό.

«Καθόλου. Ολοι γράφουν για πράγματα τα οποία έχουν ζήσει. Το ντοκουμέντο ή το αυτοβιογραφικό υλικό καταλήγει φιξιόν. Το έργο είναι δηλαδή μυθοπλασία. Τα «ντοκουμέντα» του είναι τρεις άνθρωποι. Ενας φίλος μου, ο Γιώργος Κοζομπόλης, που είχε μια ελληνική ταβέρνα στη Χαϊδελβέργη όπου ζούσα, και θα είναι ο εαυτός του. Η Ζωή Σιλλάτ, ψυχοθεραπεύτρια, φίλη μου από την παρέα των Ελλήνων στη Γερμανία στα μέσα του ’70. Κι εγώ».

  • Τα πεπραγμένα της παρέας θα παρακολουθούμε στο έργο;

«Τη διαδρομή ενός νέου ανθρώπου -που ήμουν κάποτε εγώ- από τον νότο προς τον βορρά. Είναι ένα εσωτερικό και εξωτερικό ταξίδι, η αόριστη λαχτάρα φυγής που νιώθει κανείς πολύ συχνά στη ζωή του – ερωτικά, φαντασιακά, κοινωνικά. Στην ταβέρνα του Κοζομπόλη συνδυάζονταν πράγματα που στην Ελλάδα απαγορεύονταν».

  • Δηλαδή;

«Αίρονταν οι ταξικές διαφορές. Ημασταν όλοι Ελληνες σε μια ξένη χώρα. Ημασταν μια παρέα διανοούμενοι, που είχαν περάσει όλη τη χούντα χωρίς διαβατήρια στη Χαϊδελβέργη, που είχαν πάρει μέρος στο ’68, χαρτοπαίκτες, νταβατζήδες και εργάτες. Αλλοι μετά το γλέντι πήγαιναν στα εργοστάσια, άλλοι στις ροκ ντίσκο. Ζούσαμε τη ζωή των freaks του ’68, με τον rock’n’roll way of life».

  • Η ροκ μουσική επικρατεί στην παράσταση;

«Εχουμε περισσότερο αυτοσχεδιαστική μουσική. Ολοι μας διαρκώς τραγουδούμε και παίζουμε όλα τα μουσικά όργανα. Στο πιάνο είναι η Λόλα Τότσιου. Η μουσική έχει ψήγματα κλασικής μουσικής που είναι η Γερμανία, λαϊκής που είναι η ταβέρνα, και ροκ που ήταν η ζωή μας- για μένα εξακολουθεί να είναι. Το κέντρο της παράστασης είναι ένα μεγάλο γλέντι στην ταβέρνα του Ελληνα φίλου, που ήταν ένα είδος τοπικού Ζορμπά».

  • Επιχειρείτε την κοινωνικοπολιτική καταγραφή των δεκαετιών που διατρέχετε;

«Οχι. Το έργο είναι short stories για την αόριστη λαχτάρα φυγής προς το άγνωστο. Και θα μπορούσε να έχει πολλούς υπότιτλους. Για παράδειγμα: Η νότια παρέα στην καρδιά μιας γερμανικής πόλης μεθάει και χορεύει κάθε βράδυ επί 10 χρόνια. Η γνωριμία και η ερωτική σχέση ενός Ελληνα με μια Σουηδέζα για δύο χρόνια. Η απομάκρυνση από το όνειρο της νεότητας…».

  • Πώς ξεκινάτε;

«Με μια μουσική διαδρομή μέσα από τη Γιουγκοσλαβία, στην ευθεία απ’ τους Ευζώνους στο Ζάγκρεμπ, προς την πολιτισμένη Ευρώπη. Είναι η είσοδος του νεαρού ήρωα σε έναν άλλο κόσμο, μια εποχή τελείως μεταιχμιακή. Πηγαίνει στη Γερμανία, σε μια ιμπεριαλιστική μητρόπολη που θαυμάζει. Μέσα από το κομφούζιο των ιδεολογιών και των αισθητικών βρίσκεται σε ένα μέρος ευνοϊκό».

  • Γιατί η Γερμανία ήταν τότε ευνοϊκή;

«Σε αντίθεση με την Ελλάδα που είχε πολύ συντηρητικές δομές, εκεί ήταν φρέσκος ο Μάης του ’68».

  • Μιλήσαμε για το περιεχόμενο αλλά όχι για τη φόρμα του έργου. Ποιο είναι το ύφος του;

«Δεν έχω γράψει ένα θεατρικό, αλλά ένα άλμπουμ με τραγούδια. Το έργο έχει 10 τραγούδια και δέκα σκηνές, που μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη. Εχουν μια χρονολογική σειρά αλλά και μια μουσική λογική, ή τη λογική ενός ποιήματος. Η παράστασή μας είναι κάτι μεταξύ ενός μεγάλου τραγουδιού-χορικού που εμβολίζεται από πάρα πολλά στιγμιότυπα».

  • Και ο προκλητικός τίτλος; Ωραία το «Ο χορός μιας μοναχικής καρδιάς». Το «cannabis indica» όμως;

«Είναι η συμβολική μορφή του δρόμου προς τα μέσα. Δεν εννοεί τίποτα». *

Η Λυρική και το Εθνικό δεν είναι για κατάληψη
  • Οι καταληψίες της Λυρικής Σκηνής «απείλησαν» ότι θα ‘ρθουν να καταλάβουν το Εθνικό.

«Χωρίς να θέλω να παραβιάσω ανοιχτές θύρες ή να μιλήσω για τα αυτονόητα, ζούμε υπό καθεστώς καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Οτιδήποτε αντιτίθεται σ’ αυτό, χωρίς να αφαιρεί ανθρώπινη ζωή, κάθε μορφή αντίστασης με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Όσον αφορά όμως τις καταλήψεις, πιστεύω ότι υπάρχουν χώροι πιο κατάλληλοι από τη Λυρική και το Εθνικό».

  • Δηλαδή;

«Ακόμη και αν διαφωνούμε με τη μορφή τέχνης που παράγουν, τέχνη παράγουν. Οπότε μιλάμε για χώρους εκ των προτέρων ευάλωτους. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αντιστέκονται στην καπιταλιστική λαίλαπα. Αν κάποιος θέλει όμως να ριζοσπαστικοποιηθεί, πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσει πρώτα τις μορφές της ζωής του. Δεν μπορεί ένα μικροαστικό ζευγάρι να βγει να πετάει πέτρες! Δεν νομίζω ωστόσο ότι το πρόβλημα είναι η Ελλάδα. Είναι συνολικότερη η κατάσταση της βαρβαρότητας».

  • Σας ενοχλεί η παγκοσμιοποίηση;

«Με ενοχλεί η καπιταλιστική βαρβαρότητα τού να τρέχουμε και να δουλεύουμε από φόβο μην απολυθούμε. Με ενοχλεί το ότι δεν έχουμε το δικαίωμα στην ελεύθερη σκέψη, στη σχόλη, ακόμη και στην τεμπελιά. Κι αν πεις κάτι εγκάρδιο, λένε «α μωρέ, τον μαλάκα». Αυτή είναι η ελληνική και η γερμανική αρρώστια. Ο κυνισμός και η ειρωνεία. Πρέπει να βρούμε ξανά την εγκαρδιότητα. Αυτό το είχε εν μέρει ο Δεκέμβρης, κι ας ήταν μια μορφή αφελούς ουτοπίας».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/02/2009

«Δεν είμαι μηχανή»

Δώσαμε ραντεβού στο θέατρο Διάνα. «Ξέρεις, ήταν όνειρό μου από παιδί να παίξω εδώ. Εχω παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις παραστάσεις, ειδικά της Ελένης Ράντου». Το βλέμμα του είναι τόσο έντονο που αδυνατεί να κρύψει τον ενθουσιασμό και τη λαχτάρα του για ό,τι συμβαίνει στη ζωή του τους τελευταίους μήνες. Και να που τελικά τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. Στα 23 του μόλις χρόνια, ο Νεκτάριος Λουκιανός έχει κάνει το διπλό μπαμ. Ντεμπούτο στον κινηματογράφο με το «Πεθαίνω για σένα» της Ελένης Ράντου, στο ρόλο ενός εφήβου που ψάχνει την ερωτική του ταυτότητα, ντεμπούτο και στο θέατρο με το «Βροχοποιό», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, στο ρόλο του μικρού γιου του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, που περιμένει αγωνιωδώς να βρέξει για να λυτρωθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά η οικογένειά του από την ξηρασία. «Και μετά τι έπεται;», τον ρωτώ. «Το κεφάλι χαμηλά και πολλή δουλειά», μου απαντά. Οπως του είπε κι ένας θεατής που τον επισκέφθηκε στο καμαρίνι του θεάτρου, «είσαι σε καλό δρόμο, προχώρα»…

  • Μέσα σε 4 σχεδόν μήνες ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή σου. Κινηματογράφος, θέατρο, συνεργασία με σημαντικά ονόματα του χώρου…

Είναι αλήθεια. Αλλαξε όλη μου η ζωή. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έπαιζα σε ταινία και η Μάρθα Καραγιάννη θα έκανε τη γιαγιά μου! Νιώθω τυχερός και ευγνώμων που οι άνθρωποι αυτοί με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσω τα πρώτα μου βήματα στο χώρο.

  • Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την ηθοποιία;

Αρχικά, ήθελα να γίνω ταχυδακτυλουργός. Ενα καλοκαίρι στην Πάτμο είδα ένα magic show με ένα μάγο από το εξωτερικό. Εκανε διάφορα κόλπα με τα χέρια του. Εντυπωσιάστηκα. Ηθελα να πάω σε σχολή ανιματέρ να μάθω την τεχνική. Στην πορεία αποφάσισα να πάω σε δραματική σχολή, που είναι κάτι ανάλογο και προσφέρει εμπειρία στη σκηνική παρουσία. Τελικά, εκεί βρήκα το δρόμο μου και μια τέχνη να με εκφράζει απόλυτα, την ηθοποιία.

  • Η συμμετοχή σου στην ταινία «Πεθαίνω για σένα» πώς προέκυψε;

Ενας φίλος μου άκουσε ότι γίνεται οντισιόν και μου το είπε. Η Ελένη Ράντου είναι αγαπημένη μου ηθοποιός. Την παρακολουθούσα από παιδί στην τηλεόραση και το θέατρο. Πήγα με αρκετό άγχος και τελικά πέτυχα την ευτυχή συγκυρία να με πάρουν αμέσως για το ρόλο.

  • Ερμηνεύεις έναν έφηβο ο οποίος στην αναζήτηση της σεξουαλικής του ταυτότητας καταλήγει να ερωτευτεί τον καθηγητή του, με τον οποίο συνάπτει παράνομο δεσμό η μητέρα του. Δυσκολεύτηκες στην ερμηνεία του ρόλου;

Θα ήταν ψέμα να το αρνηθώ. Στην αρχή αρκετά. Ξέρεις, είναι λεπτές οι ισορροπίες και εγώ είμαι νέος ηθοποιός, μου λείπει η εμπειρία. Ολοι όμως με αγκάλιασαν και με βοήθησαν, ώστε η ερμηνεία μου να είναι αξιοπρεπής και φυσική.

  • Φοβήθηκες;

Οχι. Είναι ένας σωστά δομημένος ρόλος. Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στην Ελένη Ράντου και τους ανθρώπους που δούλεψαν για την ταινία. Δεν θα έβγαζαν ποτέ μια καρικατούρα γκέι, έναν ήρωα έτσι, για να γελάσουν οι θεατές με το γκεϊλίκι του. Αντιθέτως, έψαξαν το ρόλο πιο βαθιά και προσεκτικά, επειδή ακριβώς πρόκειται για έναν έφηβο που βρίσκεται σε τρυφερή ηλικία.

  • Εξάλλου, αυτή δεν είναι και η πρόκληση για έναν ηθοποιό; Να μεταμορφώνεται σε χαρακτήρες που απέχουν αρκετά από τον ίδιο;

Φυσικά. Τέτοιοι ρόλοι αποτελούν πάντα πρόκληση για έναν καλλιτέχνη. Σου δίνουν την ευκαιρία να δοκιμάσεις τις δυνατότητές σου, να δουλέψεις περισσότερο και να ανακαλύψεις ενδιαφέροντα στοιχεία στον ψυχισμό και την ψυχοσύνθεσή τους.

  • Επί δύο μήνες το καλοκαίρι βρισκόσουν σε γυρίσματα. Τι αποκόμισες από αυτή την εμπειρία;

Εντυπωσιάστηκα από την αγάπη και το πάθος των ανθρώπων αυτών για τη δουλειά τους και τη λαχτάρα τους να την κάνουν καλά. Ηταν ανεκτίμητη εμπειρία. Ουσιαστικά είδα πώς φτιάχνεις μια ταινία από την αρχή και μου φάνηκε γοητευτικά δύσκολο.

  • Θέατρο ή κινηματογράφος;

Αγαπώ πολύ και τα δύο, αλλά προτιμώ το θέατρο. Ο κινηματογράφος σε κάνει μεν γνωστό και αναγνωρίσιμο, που είναι σημαντικό, αλλά το θέατρο σου προσφέρει άμεση επαφή με το κοινό και τη δυνατότητα να βελτιώνεις καθημερινά τον εαυτό σου και ως ηθοποιό και ως άνθρωπο. Επίσης, οι σχέσεις που αναπτύσσεις με τους συναδέλφους ηθοποιούς είναι πιο δυνατές και σίγουρα έχεις να κερδίσεις πολλά, ειδικά όταν είσαι νέος, από αυτές τις συνεργασίες. Το θέατρο αποτελεί πρόκληση να γίνομαι κάθε μέρα καλύτερος!

  • Και το άγχος της σκηνής πώς το αντιμετωπίζεις;

Αυτό ακριβώς είναι το ρίσκο του θεάτρου, αλλά και η μαγεία του. Αγωνία πάντα υπάρχει, ακόμα και τώρα που έχω πάρει την πρώτη κρυάδα. Απλά, συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι είμαι άνθρωπος και όχι καλορυθμισμένη μηχανή που παράγει συναισθήματα, οπότε θέλοντας και μη θα κάνω λάθη. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα επαναπαυτώ, αλλά θα δω τις αδυναμίες μου, θα τις διορθώσω και θα βελτιωθώ.

  • Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα συνεργάστηκες με σημαντικούς ανθρώπους του χώρου. Θυμάσαι κάποια χαρακτηριστική συμβουλή που σου έδωσαν;

Κάθε βράδυ πριν από την έναρξη της παράστασης ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος μας λέει: «Ρυθμό, ρυθμό… απολαύστε το!». Είναι ό,τι καλύτερο έχω ακούσει. Αν δεν απολαμβάνεις αυτό που κάνεις, τότε γίνεσαι μίζερος κι είναι μάταιο. Ειδικά σ’ αυτή τη δουλειά που είναι ψυχικά ωφέλιμη. Σου προσφέρει μια ζωογόνο ανάσα για να συνεχίσεις να αναπνέεις.

  • Η αναγνωρισιμότητα σε τρομάζει;

Αυτή τη στιγμή όχι, γιατί είναι σε πολύ μικρό βαθμό. Αν και εξαρχής πρέπει να τη χειριστείς σωστά, διαφορετικά εγκυμονεί κινδύνους. Η επαφή με τον κόσμο είναι πολύ όμορφη, αλλά με ενδιαφέρουν κι άλλα πράγματα πιο ουσιαστικά από τη βιτρίνα της δημοσιότητας.

  • Οπως;

Να εξελίσσομαι στη δουλειά μου, να γυρνάω το βράδυ στο σπίτι έπειτα από παράσταση ευτυχισμένος και ικανοποιημένος από τον εαυτό μου, να έχω την υγεία μου, τους φίλους και την οικογένειά μου πάντα στο πλάι μου και να πάω στο Λας Βέγκας να παρακολουθήσω σεμινάρια ταχυδακτυλουργών. Α, και τα καλοκαίρια μου στην Πάτμο! Είναι ο προσωπικός μου παράδεισος. Χωρίς αυτήν θα ένιωθα στριμωγμένος μέσα στην πόλη.

  • Από τη Χριστίνα Φαραζή, φωτό Στέλιος Αξιώτης, ET AGENDA, Σάββατο, 14.02.09

«Είμαστε αναίσθητοι, υποκριτς, βολεμνοι»

Στο θέατρο, στο έργο του Κλοντέλ «Ο κλήρος του μεσημεριού», ο Νίκος Κουρής ταξιδεύει στη μέση του ωκεανού, σε ένα υπερωκεάνιο με προορισμό την Κίνα, όπου θα συγκρουστεί με τον εαυτό του και θα βιώσει έναν καταστροφικό έρωτα. Στη ζωή του έχει αποδεχθεί τη συγκρουσιακή φύση των πραγμάτων, απολαμβάνει το ρόλο του πατέρα και απορεί με τα εν υπνώσει κοινωνικά αντανακλαστικά μας.

  • Από το Δεκέμβριο και μετά οι στίχοι του Αγγελάκα, «Βάλε φωτιά σε ό,τι σου καίει την ψυχή / μας περιμένουν άδειες μέρες, ραγισμένοι ουρανοί», είναι η πραγματικότητά μας.

Οντως, τα έχει πει όλα σε ένα στίχο. Οι δυτικές κοινωνίες έως σήμερα θεωρούσαν ότι είχαν λύσει το θέμα της επιβίωσης και πλέον μπορούσαν να μιλάνε για πολιτισμό, πνευματικότητα, καλύτερη ζωή. Αυτό όμως δεν έχει διασφαλιστεί για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Κι εδώ και πολλά χρόνια νιώθω να επικρατούν η αδικία, η αναξιοκρατία, η έλλειψη πνευματικότητας, η απουσία αλληλεγγύης προς το συνάνθρωπο. Δεν υπάρχει καμία συλλογική κοινωνική συνείδηση. Είμαστε βαθιά αδιάφοροι χρόνια τώρα. Και η γενιά των 50-60 ακόμη περισσότερο από τη δική μας. Η περιβόητη γενιά της Μεταπολίτευσης είναι πια η μεγάλη πληγή. Γιατί έχουν και το μαχαίρι και το καρπούζι και θέλουν να φάνε όλα τα κομμάτια. Δεν ορρωδούν προ ουδενός προκειμένου να μη χάσουν σπιθαμή από τα κεκτημένα τους. Μιλάμε για ένα φαταουλισμό και καταναλωτισμό άνευ προηγουμένου. Στις αγορές, στο φαγητό, στην ψυχαγωγία, στην τέχνη, στις σχέσεις, στα συναισθήματα, παντού. Εχουμε μπλοκαριστεί στις σύγχρονες επιταγές της ζωής. Πρέπει να είμαστε συνέχεια σε πυρετό, στις 2.000 στροφές. Δεν υπάρχει καθόλου ηρεμία, καθόλου ψυχραιμία, καμία εσωτερική διαδικασία. Αυτούς που έχουν μια υγιή και ισορροπημένη σχέση με τον εαυτό τους η κοινωνία τούς πετάει έξω, δεν τους αξιοποιεί, γιατί είναι αλλιώς στημένο το παιχνίδι.

  • Προβάλλομαι, άρα υπάρχω, δηλαδή.

Ακριβώς. Η κοινωνία του φαίνεσθαι και όχι του είναι. Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος. Και, δυστυχώς, το μόνο βέβαιο είναι ότι θα αντιδράσουμε μόνο όταν καεί το δικό μας το τομάρι. Στις πρόσφατες πορείες για τα γεγονότα στη Γάζα ήμασταν στο δρόμο μόνο περίπου 5.000 άνθρωποι. Ολους τους άλλους δεν τους αφορά; Εχουμε μπει σε μια πολύ περίεργη λούμπα. Είμαστε τελικά αναίσθητοι, υποκριτές, βολεμένοι. Αλλά πολύ, όμως. Και θα το εισπράξουμε. Το εισπράττουμε.

  • Μίλησες προηγουμένως για τη γενιά της Μεταπολίτευσης. Η δική μας γενιά τι στοίχημα έχει να βάλει με τον εαυτό της;

Οσον αφορά σε εμένα, ποτέ στη ζωή μου δεν έκανα κατάχρηση των ευκαιριών και των ρόλων που μου δόθηκαν στη ζωή ή στη σκηνή. Και νομίζω πως αν ο καθένας μάς ανταπόδιδε ό,τι καλό τού έχει συμβεί ή δοθεί, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα για όλους μας. Πιστεύω επίσης ότι αν κάποιος συμπεριφέρεται με μια τιμιότητα και καθαρότητα απέναντι στα πράγματα, δεν υπάρχει περίπτωση αυτό να μην το εισπράξει κάποια στιγμή. Πιστεύω στη δικαιοσύνη της Φύσης, του Σύμπαντος. Κι αν οι άνθρωποι σε αδικήσουν, δεν πειράζει. Ολα για κάποιο σκοπό γίνονται. Το θέμα είναι εσύ να είσαι ανοιχτός και καλός. Και να μη φοβάσαι μη χάσεις τη θεσούλα σου, το ρολάκι σου, το βόλεμά σου.

  • Χρειάζεται, βέβαια, και μια επιμονή στο στόχο σου.

Το θέμα, βέβαια, σήμερα είναι ότι δεν υπάρχουν στόχοι. Κι έτσι όπως είμαστε χαμένοι, διασαλεύονται η αισθητική, τα όνειρα, οι φιλοδοξίες του ανθρώπου. Δημιουργούνται περίεργα, αρρωστημένα συμπλέγματα μέσα του, που θέλουν να πραγματοποιηθούν τώρα, αμέσως, αυτή τη στιγμή. Ετσι καταλήγουμε σε στρεβλές, άρρωστες και αντιαισθητικές συμπεριφορές. Δεν βλέπεις πώς «ξεπετάμε» πράγματα κι ανθρώπους; Οτι δεν αφιερώνουμε χρόνο σε ό,τι διατεινόμαστε πως αγαπάμε; Στη γυναίκα μας, στο παιδί μας, στη δουλειά μας; Είναι πολύ δύσκολο πια στις μέρες μας να βρεις κανονικούς, υγιείς ανθρώπους. Ανθρώπους που να τα έχουν καλά με τον εαυτό τους, που είναι ήρεμοι μέσα σε αυτό που κάνουν, που είναι έτοιμοι να δοθούν σε έναν έρωτα. Σήμερα η υπέρτατη αξία είναι το αύριο. Ολη η αγωνία του ανθρώπου είναι το αύριο. Για το σήμερα υπάρχει ένας απόλυτος μηδενισμός. Κανένα όραμα, καθόλου ρομαντισμός σε αυτή την εποχή. Εγώ πιστεύω πολύ στο ρομαντισμό, στο όνειρο που έχεις ανάγκη, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να αντέξεις καμία πραγματικότητα.

  • Αυτό δεν πραγματεύεται και το έργο του Κλοντέλ;

Το έργο του Κλοντέλ είναι ένας ερωτικός γρίφος που «σκάβει» βαθιά στις περιοχές του πάθους, της προδοσίας, της ενοχής, της πίστης, της μάχης με τις δυνάμεις μέσα σου, στον κόσμο, στον Θεό. Στην περίπτωση του Μεζά, του συμβαίνει μια κατάληψη από τον Θεό. Προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μέσα σε αυτό και την ίδια στιγμή συναντά μια γυναίκα, την Ιζέ (Αμαλία Μουτούση), που είναι σαν τον Θεό.

  • «Δεν έχω τρόπο να σου προσφέρω την ψυχή μου», λέει ο Μεζά στην Ιζέ.

Το αίσθημα του έρωτα, αυτή η ανάγκη να θέλεις να διοχετευθείς ολόκληρος μέσα σε έναν άνθρωπο, είναι τόσο πολύπλοκο. Ενέχει την ντροπή, την ενοχή, την ευθύνη απέναντι στον εαυτό σου και τον άλλον, την αναζήτηση κι εκπλήρωση της επιθυμίας σου. Ο έρωτας είναι η επιθυμία που μας ξεπερνά.
Αυτό συμβαίνει και στον «Κλήρο του μεσημεριού».

  • Στους τελευταίους τρεις ρόλους σου, στη «Σάρα», στις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» και τώρα στον «Κλήρο του μεσημεριού», υποδύεσαι έναν άντρα με τον οποίο μια γυναίκα ξεφεύγει από τη μέχρι τώρα πορεία της.

Κοίτα, εγώ επηρεάζομαι πάρα πολύ από τους ρόλους μου. Εχω πρόβλημα να συνταιριάξω τη ζωή μου στην πραγματικότητα και τη ζωή του ρόλου μου σε ένα έργο. Είμαι πάντα κάπου ανάμεσα. Σκέψου, όταν έπαιζα στις «Ιστορίες», όπου κάποια στιγμή γίνομαι πατέρας, το ίδιο συνέβη και στην πραγματική μου ζωή.

  • Πώς νιώθεις ως πατέρας πια;

Το παιδί είναι ένα δώρο. Είναι ένα πρωτόγνωρο και απρόβλεπτο γεγονός. Με την Ελενα (Τοπαλίδου) δεν είχαμε σχεδιάσει να γίνουμε γονείς. Προέκυψε. Και καλώς προέκυψε, τελικά. Στην αρχή μένεις ενεός. Μετά γεμίζεις με όλα τα συναισθήματα του κόσμου: αγάπη, ευθύνη, φόβο, χαρά, αγωνία, ευτυχία. Ενα παιδί είναι μια καθοριστική αλλαγή στη ζωή σου. Σου δίνει πολύ μεγάλη δύναμη για να αντιμετωπίσεις πια και τη δική σου ζωή. Αποκτάς νέο νόημα. Επίσης, συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις καμία απάντηση για τα περισσότερα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου. Αγωνιάς, φυσικά, για τον κόσμο μέσα στον οποίο έχει έρθει, έναν κόσμο που έχει χάσει την πίστη και τη ρότα του, αλλά αισιοδοξείς ότι κάτι καλό θα φέρει σε αυτόν τον κόσμο μια νέα ζωή. Εγώ δεν θέλω το παιδί μου να γίνει «επιτυχημένο». Θέλω να είναι φωτεινό, ευτυχισμένο και με ευθύνη προς τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Γιατί όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω ότι η επικοινωνία με το περιβάλλον μας, με τους ανθρώπους, είναι το πιο σημαντικό πράγμα αλλά ταυτόχρονα και το πιο δύσκολο. Δεν μιλάμε καν την ίδια γλώσσα μεταξύ μας. Φιλτράρουμε και ξαναφιλτράρουμε τους κώδικές μας ορθώνοντας όλο και μεγαλύτερα τείχη μεταξύ μας.

  • Είναι μια έκπληξη ο εαυτός μας; Και γιατί πολλές φορές μιλάμε αφοριστικά, με απόλυτους όρους, για ό,τι νομίζουμε πως συνθέτει την ύπαρξή μας;

Εχουμε μια ανάγκη να ξέρουμε ποιοι είμαστε. Γι’ αυτό εφευρίσκουμε κάποιες σιγουριές, κάποιες αποφάσεις για τον εαυτό μας, για να μη χαθούμε.

  • Μόνο και μόνο για να διαψευσθούμε στην πορεία.

Οπως μόνο η ζωή, ο έρωτας ή ο θάνατος μπορεί να μας διαψεύσει. Αλλά ακόμη και τότε αντιστεκόμαστε σθεναρά γι’ αυτό που έχουμε αποφασίσει ότι είμαστε, αυτό που ξέρουμε ότι είμαστε. Γιατί αυτό που ξέρουμε είναι και το πιο αναπτυγμένο μας κομμάτι. Αλλά υπάρχουν δεκάδες άλλα που αγνοούμε.

  • Εσύ ποια κομμάτια σου φοβάσαι;

Αυτά που με ξεπερνούν. Γιατί δεν μπορώ να τα ελέγξω και μπορεί να αποβούν καταστροφικά.

  • Για τον εαυτό σου ή τους άλλους;

Για τους άλλους. Η σχέση μου με τον εαυτό μου είναι πάντοτε ταραγμένη. Αλλά το έχω συνηθίσει. Ποτέ δεν ήμουν ήσυχος μέσα μου. Ξέρω ότι είμαι δύσκολος άνθρωπος και με αρκετά κλειστά κομμάτια. Οι άλλοι πάντα με κρατάνε στη γη. Οι άνθρωποι που έχω επιλέξει να είναι δίπλα μου. Αυτοί με βοηθούν στο να μη χάνομαι, να προσδιορίζομαι και να κρατιέμαι εδώ, στην πραγματικότητα. Και, βέβαια, ο καθένας έχει γύρω του τους ανθρώπους που του αξίζουν.

  • Και τη ζωή που του αξίζει.

Προσωπικά με ενδιαφέρει ο πηλός που γεννάει τη ζωή. Την ομορφιά, την ασχήμια, την ηδονή, τον πόνο. Αυτά είμαστε.

info
«Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ» ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟΠΕΙΡΑΙΩΣ 260 (Χώρος Η),
τηλ. 210-4838739, 210-3305074, 210-7234567 (μέσω πιστωτικής κάρτας)
και στο http://www.n-t.gr.
Ημέρες & ώρες παραστάσεων:
Τετ.-Σάβ. 21.00, Κυρ. 19.00.
Τιμές εισιτηρίων:
€26, €23, €20, €16, €13 (φοιτ.).

  • Από την Ιωάννα Μπλάτσου, φωτό: Χρήστος Κισατζεκιάν, ET AGENDA, Σάββατο, 14.02.09