Αρχείο για Φεβρουαρίου 8, 2009

«Η Τχνη “ακούει” την κοινωνία»

Με μια μικρού μήκους παράσταση – δώρο στους θεατές, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός παρουσίασε το «29 λεπτά το φως», ένα «σιωπηλό» προάγγελο της κανονικής παράστασης που θα κάνει πρεμιέρα σε λίγες μέρες. Το νέο project, με γενικό τίτλο «Βίοι (ζωές) Αγίων», έχει ως πυρήνα της θεατρικής έρευνας ιερά κείμενα, συναξάρια, θαύματα, αφηγήσεις αλλά και προσωπικές εξομολογήσεις. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός μιλάει στον ΕΤ.Κ για τη νέα παράσταση, τους 16χρονους και το Μάη του ‘68 .

  • Μισή ώρα παράσταση! Είναι κάτι σαν demo, σαν trailer;

Οχι, δεν είναι demo ούτε trailer. Είναι μια αυτόνομη παράσταση, μικρού μήκους, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην επόμενη που θα είναι η κανονική. Η μεγάλου μήκους, που θα κάνει πρεμιέρα στις 10 Φεβρουαρίου, είναι διαφορετική από αυτή που είδατε. Βέβαια, τα ζητήματα που αντιμετωπίζονται είναι τα ίδια, όπως και τα βασικά υλικά: τα πρόσωπα, ο χώρος… Εχει, όμως, μια ειδοποιό διαφορά: αυτή είναι η σιωπηλή παράσταση και η άλλη η παράσταση με λόγο.

  • Ο τίτλος είναι «Βίοι Αγίων»;

Το «Βίοι Αγίων» είναι ο γενικός τίτλος, αφορά και τις δύο. Η πρώτη λέγεται «29 λεπτά το φως», η άλλη «Βίοι, ζωές Αγίων».

  • Ο πυρήνας, ας πούμε, ο κορμός της παράστασης ποιος είναι; Γιατί αυτό το «Βίοι Αγίων»…

Τι σας κάνει εσάς;

  • Δεν ξέρω… Βίοι Αγίων…

Προσθέστε μια λέξη: «Βίοι, ζωές Αγίων».

  • Μου θυμίζει κάτι από βία. Μάλλον πέφτω έξω…

Οχι… είναι περίεργο… γιατί ένα κεφάλαιο της μεγάλης παράστασης λέγεται «Βία Αγίων». Ισως να αναγνωρίσατε κάτι, γιατί φυσικά σπέρματα της μεγάλης παράστασης υπάρχουν και σ’ αυτή που είδατε.

  • Ο λόγος της δεύτερης παράστασης, μιας και αυτή ήταν σιωπηλή, προέρχεται από συγκεκριμένα κείμενα ή από αυτοσχεδιασμό; Ή μάλλον… διορθώνω τον όρο «αυτοσχεδιασμό», εννοώ από έρευνα και δική σας και των ηθοποιών;

Εγώ έχω έναν όρο -γιατί φαίνεται ότι είμαι από τους πρώτους που εισήγαγα αυτού του είδους τη γραφή-, τον όρο «Η σκηνοθεσία ως δραματουργία». Το έργο γράφεται φυσικά κατά τη διάρκεια της πρόβας, έχει μέρη που είναι ήδη γραμμένα, είτε από μένα είτε από άλλους που είναι καλύτεροι από μένα, φυσικά και από τους ηθοποιούς, που η συμμετοχή είναι πολύ μεγάλη… Εχουν έναν κρίσιμο ρόλο γιατί είναι άγγελοι, εξάγγελοι πραγμάτων που φέρνουν μέσα από πολύ καθορισμένες συνθήκες. Σωστά διορθώσατε τη λέξη «αυτοσχεδιασμός», δεν είναι από αυτές που χρησιμοποιώ.

  • Και το κοινό σ’ αυτή την παράσταση; Εδώ και καιρό έχετε βάλει το κοινό στο παιχνίδι, το καλείτε… πώς να το πω, να παρέμβει; Να «παίξει»; Εχω μια δυσκολία να βρω τη σωστή λέξη…

Και είναι πολύ φυσική αυτή η πάλη με τη γλώσσα και τις έννοιες. Κι εμείς δεν ξέρουμε πώς να το διατυπώσουμε με σαφήνεια. Γενικά, θεωρώ ότι το κοινό, η συλλογική σκέψη και εμπειρία όλων μας, είναι το υπόστρωμα πάνω στο οποίο γράφεται η παράσταση. Είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε όρους όπως, ας πούμε, «διαδραστικότητα».

  • …interactive επικοινωνία;

Ναι, μπράβο! Προτιμώ να απουσιάζουν από το λεξιλόγιό μου.

  • Μιας και λέγαμε πριν για βία, ζήσαμε το Δεκέμβριο μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Εσείς ανοίγετε εύκολα τις πόρτες του θεάτρου για να βγουν οι ηθοποιοί στο δρόμο ή καλείτε εύκολα το κοινό στη σκηνή. Πόσο σας επηρέασε αυτή η ατμόσφαιρα;

Τις μέρες των γεγονότων έλαβα ένα mail από την Πολωνία, στην οποία παίχτηκε το «Πεθαίνω σαν χώρα», και μου έγραφαν: «Συγχαρητήρια για τη 2η πρεμιέρα του έργου στους δρόμους της Αθήνας!». Η Τέχνη έτσι ή αλλιώς είναι προφητική, γιατί αφουγκράζεται τα τύμπανα που ηχούν κάτω από την κοινωνία, είναι κομμάτι της ιστορικότητας. Και φυσικά επηρεάζεται από όσα συμβαίνουν. Πιστεύω σε μια Τέχνη που δεν είναι κουφή απέναντι στην ιστορικότητα, απέναντι σ’ αυτά που τρέχουν. Είμαστε αυτά που συμβαίνουν και είμαστε μέσα σ’ αυτά που συμβαίνουν.

  • Αν, λοιπόν, εισέβαλλε στο Θησείον μια ομάδα σπουδαστών ηθοποιών-διαδηλωτών, όπως έγινε σε άλλα θέατρα, πώς θα αντιδρούσατε;

Κάποιοι από τους εισβολείς είναι μαθητές μου στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

  • Πώς θα θέλατε να αντιδράσουν οι ηθοποιοί σας σε μια τέτοια εισβολή εν ώρα παράστασης; Να συνεχίσουν να παίζουν; Να σταματήσουν; Να ανοίξουν διάλογο;

Δεν έχει νόημα τι θα ήθελα και πώς. Δεν έχει νόημα να απαντήσω σε ένα δυνητικό μέλλοντα. Θα δούμε… θα βλέπαμε.

  • Είναι αυτό επαναστατικό; Ή είναι μεγάλη κουβέντα;

Νομίζω ότι είναι αυτό που είναι, χαίρομαι γι’ αυτό που είναι και προτιμώ να μην έχω άγχος απέναντι στους όρους του πράγματος. Απλά, αυτό που συμβαίνει, όσο κι αν μας ταράζει, νομίζω είναι ελπιδοφόρο επί της ουσίας.

  • Κάποιοι, προσπαθώντας να το ονομάσουν, το βάφτισαν «νέο Μάη του ‘68» ή «νέα Δεκεμβριανά». Σωστή ή λάθος η σύγκριση;

Είναι ωραίοι όροι, κρύβουν όμως από πίσω ένα άγχος σύγκρισης, μια απόπειρα των προηγούμενων γενεών να το ονομάσουν, να το διατυπώσουν γιατί νομίζουν ότι έτσι μπορούν να το καταλάβουν καλύτερα. Ούτε ο Μάης του ‘68 ούτε τα Δεκεμβριανά είχαν άγχος πώς θα ονομαστούν όταν συνέβαιναν, απλά συνέβαιναν. Οπως και τα πρόσφατα γεγονότα συνέβησαν και έχουν τη δική τους αυτονομία και τη δική τους γραφή, αν θέλετε… Οσον αφορά την Τέχνη, θέλω να αναφέρω μια φράση του Σάββα Μιχαήλ. Τον είχαν ρωτήσει «Πιστεύετε ότι η Τέχνη περνάει κρίση;» και είχε απαντήσει «Η Τέχνη δεν περνάει κρίση γιατί η Τέχνη είναι Κρίση. Κι αν δεν είναι Κρίση, τότε δεν είναι Τέχνη».

  • Μιας και θα μας μυήσετε σε «Βίους Αγίων», ποια είναι η σχέση σας με την πίστη;

Οταν δεν πιστεύω παλαβώνω, γιατί δεν ξέρω πού να πάω. Απλό είναι.

  • Αυτό, φαντάζομαι, δεν έχει σχέση μόνο με τον Θεό…

Εχει σχέση με κάποιο θεό, με κάτι… αλλά δεν θέλω να μπω σε τέτοια ζητήματα… Θα γίνουμε κοινότοποι ή γραφικοί.

  • Της Γιούλας Ράπτη, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 08.02.09
Advertisements

Η θεία της, Θεώνη Βαχλιώτη-Ολντριτς, είχε σχεδιάσει τα κοστούμια για το «Κλουβί με τις τρελές» στο Μπρόντγουεϊ. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η ανιψιά υπογράφει ενδυματολογικά την ελληνική εκδοχή

Με αυτό το ονοματεπώνυμο το μυαλό συνειρμικά πηγαίνει στα Οσκαρ: Η Ντένη Βαχλιώτη, που σχεδιάζει περί τα 350 κοστούμια για ένα πραγματικό υπερθέαμα, «Το κλουβί με τις τρελές», το οποίο ανεβάζει στο Παλλάς ο Σταμάτης Φασουλής, έχει δύο παγκοσμίως διάσημες θείες και είναι κληρονόμος μιας δυσθεώρητης παράδοσης στην ενδυματολογία.

Από τη μία είναι η θρυλική στο Χόλιγουντ Θεώνη Βαχλιώτη-Ολντριτς (Οσκαρ για τον «Μεγάλο Γκάτσμπι») και από την άλλη η Ντένη Βαχλιώτη («Ποτέ την Κυριακή», «Φαίδρα»- έργα που της χάρισαν υποψηφιότητες στα Οσκαρ). Η Ολντριτς είχε σχεδιάσει τα κοστούμια για το πρώτο παγκοσμίως ανέβασμα του «Κλουβιού με τις τρελές» στο Μπρόντγουεϊ (1983) κερδίζοντας και το Τόνι.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η ανιψιά της υπογράφει τα κοστούμια για την πρώτη παράσταση του έργου του Ζαν Πουαρέ στην Ελλάδα.

Σύμπτωση ή φυσική εξέλιξη; «Εχεις ένα ευκολότερο πέρασμα στον χώρο αλλά το πόσο θα αντέξεις είναι στο χέρι σου. Ας πούμε,η πρώτη μου συνάντηση με τον Χουβαρδά έγινε στο σπίτι της Ντένης Βαχλιώτη στο Κολωνάκι. Αυτό είναι φοβερό προνόμιο. Κανένας όμως δεν επιβιώνει “φορετός”». Εξάλλου η Ντένη είναι απόφοιτος Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας της περίφημης σχολής Central St. Μartin΄s College of Αrt & Design του Λονδίνου και η ίδια προσθέτει ότι «έχει δουλέψει πολύ σκληρά».

Η ακάματη και ευφάνταστη Ντένη Βαχλιώτη (που είναι επίσης κόρη του αλησμόνητου σκηνοθέτη και καθηγητή του θεάτρου Χρήστου Βαχλιώτη, ενώ η αδελφή της Ειρήνη είναι βραβευμένη σκηνοθέτις του κινηματογράφου) δεν αρκείται μόνο σε ένα θεατρικό είδος. Εφέτος έντυσε τους ηθοποιούς της παράστασης «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» (ανέβηκε τον Οκτώβριο), ενώ η σφραγίδα της είναι ορατή και στους «Δύο τρελούς τρελούς παραγωγούς», που συνεχίζονται για δεύτερη σεζόν (με 300 κοστούμια!). «Τον τελευταίο καιρό με έχει τραβήξει η ενδυματολογία» προσθέτει εκείνη. Στα πρώτα της βήματα όμως είχε ξεχωρίσει και ως σκηνογράφος: το σκηνικό στα «Εφτά κουτιά της Πανδώρας» βραβεύθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ως το καλύτερο της χρονιάς (1997).

Η «Ιοκάστη» και οι «Κλουβινέλες» (όπως λέγεται στην αργκό το έργο του Πουαρέ) και τα δύο σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή- δουλεύονταν ταυτόχρονα ολόκληρο το καλοκαίρι. Εργα άλλης εποχής, άλλης γεωγραφικής προέλευσης, άλλου ύφους. Αν και έπρεπε να διχάζει τις σκέψεις της ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, διατήρησε την ψυχραιμία της: «Ο πραγματικός καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολύ οργανωμένος. Είναι λίγο μύθος ότι ο καλλιτέχνης ζει στον κόσμο του. Ειδικά όταν εργάζεσαι ταυτόχρονα σε διαφορετικά πράγματα, πρέπει να είσαι πολύ προγραμματισμένος. Να αποστασιοποιείσαι από το ένα έργο και με ένα κλικ στο μυαλό σου να περνάς στο άλλο».

Ενα υπερθέαμα με 350 κοστούμια είναι μια δουλειά ιδιαίτερα αβανταδόρικη για τον ενδυματολόγο. Μήπως όμως ο ενδυματολόγος καταξιώνεται με απαιτητικές δουλειές μικρής κλίμακας; «Σε μιούζικαλ όπως το “Κλουβί με τις τρελές” έχεις τεράστια γκάμα επιλογών. Ισως να μην απαιτείται τόσο ψάξιμο όσο σε ένα μικρότερο έργο με βαθύτερα νοήματα: εκεί μπορεί να έχεις ένα κοστούμι αλλά αυτό το ένα κοστούμι να πρέπει να τα λέει όλα, να εκφράζει ακριβώς τον ρόλο και τις συνιστώσες του χωρίς να υπερτιμά ή να υποτιμά τη σημασία του. Τα κοστούμια στις “Κλουβινέλες” δημιουργούν μια πανδαισία. Αλλά ένα κοστούμι που δεν ταιριάζει με τη συνολική αισθητική θα πετάξει όλο το θέαμα εκτός κέντρου. Οι δόσεις του κιτς και της υπερβολής πρέπει να είναι μετρημένες. Οπως και στην “Ιοκάστη”, πρέπει να υπάρχει κάτι το τραβηγμένο αλλά ως έναν βαθμό. Αυτό το σημείο όπου λες “στοπ” είναι κρίσιμο και το στοίχημα είναι να μπορέσεις να το εντοπίσεις».

Αρτι αφιχθείσα από το Λονδίνο, πήρε ερεθίσματα παρακολουθώντας την «αειθαλή» παράσταση «Το φάντασμα της όπερας» (23 ετών). Η Μαρία Μπιόνσον, εξετάστριά της στο Central St. Μartin΄s, είναι η ενδυματολόγος του μιούζικαλ. Η Ντένη τη θυμάται ντυμένη στην τρίχα να αποκαλύπτει στους φοιτητές τα μυστικά του αγγλικού συστήματος: Ορισμένοι κατασκευαστές (π.χ. οι μοδίστρες) διατηρούν εργαστήρια κάτω από τη σκηνή. Ολοι οι συντελεστές διαθέτουν δεκάδες βοηθούς αλλά και δικαιώματα από τις παραστάσεις: «φανταστείτε τι περιουσίες έχουν χτίσει». Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο ενδυματολόγος πληρώνει έναν βοηθό από την τσέπη του. «Δεν πειράζει, μου αρέσει να τρέχω και μόνη μου, είμαι τελειομανής».

Η συνεργασία της με τον Σταμάτη Φασουλή υπήρξε πάντα μια ευτυχής θεατρική συγκυρία. Πρώτη φορά συναντήθηκαν το 2003 στο «Full Μonty». Συχνά αρκεί μια λέξη του για να της δώσει τη γενική κατεύθυνση. «Μάλλον είμαστε in tune» παρατηρεί…

  • της κατερινας δαφερμου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Σήμερα τα ένοχα DVD πάνε κι έρχονται ως αποδεικτικά στοιχεία σε επιτροπές και δικαστήρια. Στη Ρωσία του 1868 τέτοια ντοκουμέντα κυκλοφορούσαν σε ημερολόγια… Μ’ ένα τέτοιο στην τσέπη απειλεί θεούς κι… αριστοκράτες δαίμονες ο ήρωας στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι, που ανεβάζει το Εθνικό Θέατρο το Σάββατο, στη σκηνή «Κοτοπούλη».

Ο νεαρός Γκλούμοφ (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος), ένας επιδέξιος απατεώνας, στοχεύει πολύ ψηλά με πρόγραμμα και μέθοδο. Απάτες και σκάνδαλα της υψηλής κοινωνίας, είναι καταγεγραμμένα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο τεφτέρι του.

Γύρω του περιστρέφεται ένας χορός ανθρώπων βουλιαγμένων στην ηθική παρακμή: ο υπηρέτης του (Γ. Οικονόμου), η μητέρα του (Σ. Σεϊρλή), ο ανερμάτιστος θείος του (Δημ. Πιατάς) με τη σύζυγό του (Φιλ. Κομνηνού), η οποία και τον αποπλανά. Μια θρησκευόμενη βαρόνη (Ελ. Κοκκίδου), με την κόρη (Κ. Καρβούνη), τον υπηρέτη (Γεν. Πάτσης) και τις θεούσες ακόλουθές της (Ευγ. Ζέκερη, Χρ. Μαντζουράνη). Ενας ουσάρος (Λ. Βασιλείου), ένας τυχοδιώκτης (Σ. Τσακομίδης), οι κρατικοί λειτουργοί (Γ. Νταλιάνης-Θεμιστοκλής Πάνου) και μια μάντισσα της κακιάς ώρας (Μ. Τσιμά).

Η παράσταση ανεβαίνει σε ατμόσφαιρα εποχής (κοστούμια Ελ. Μανωλοπούλου-σκηνικό Μαν. Παντελιδάκη-μουσικές Ιάκ. Δρόσου).

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας, στην πρώτη του συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, μας μιλάει για την παράσταση και άλλα πολλά: «Το έργο δεν είναι κωμωδία αλλά σάτιρα χωρίς καλούς και κακούς. Δαιμονικά αστείο, με κείνη την ανεξέλεγκτη τρέλα της ρώσικης ψυχής σατιρίζει με έξοχο τρόπο την κοινωνική υποκρισία και τις κανιβαλιστικές σχέσεις των ηρώων. Η παράσταση με κλασική όψη, δημιουργεί ρωγμές πρωτοποριακού θεάτρου αναμειγνύοντας νέο και παλιό, χτες και σήμερα μέσα στο ίδιο έργο».

– Αργησε το Εθνικό να σας προτείνει να συνεργαστείτε μαζί του;

«Δεν άργησε λίγο; Αν εξαιρέσουμε πάντως τα πρώτα χρόνια που μόλις είχα έρθει από το Λονδίνο κι έψαχνα δουλειά, δεν χτύπησα ποτέ την πόρτα του. Εστω και τώρα, απολαμβάνω την εμπειρία».

– Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξατε προσεκτικός. Είπατε ναι σε εμπορικά σχήματα στο θέατρο αλλά και σε τηλεοπτικά ριάλιτι.

«Θέλω να είμαι όσο πιο απρόσεκτος γίνεται… Γιατί ν’ αφήσω το κλισέ να καθήσει στο σβέρκο μου; Φυσικά υπάρχουν όρια και κάποτε δεν μου βγήκε. Ομως, έχει πλάκα να διατηρείς ψηλά την αδρεναλίνη, να ρισκάρεις».

– Πώς τα βρίσκετε με συναδέλφους που δεν μιλάτε την ίδια γλώσσα;

«Ξέρετε, μερικές φορές, αυτοί με τους οποίους μιλώ την ίδια γλώσσα είναι αφάνταστα πληκτικοί. Αγαπώ το θέατρο γενικά – όχι ειδικά. Κι επειδή σ’ αυτό δεν υπάρχει μόνον η Σάρα Κέιν ενδιαφέρομαι για την ποιότητά του σε πολλά είδη: επιθεώρηση, μπουλβάρ, κλασικό, σύγχρονο, φάρσα».

– Αναλάβατε δουλειές μόνο για τα λεφτά;

«Τη δεύτερη φορά που σκηνοθέτησα τη Μιμή Ντενίση δεν έπαιξε ρόλο το οικονομικό, αλλά η μνήμη μιας καλής συνεργασίας. Στη «Θεοδώρα» είχα περάσει πολύ καλά. Δεν επαναλήφθηκε…».

– Του χρόνου κλείνετε τριάντα χρόνια σκηνοθεσίας. Παγοποιείο Φιξ, Τεχνοχώρος, ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Και μετά;

«Μετά το χάος, η απόλυτη έννοια του εκκρεμούς. Εχω κάνει εβδομήντα θεατρικές παραστάσεις, αλλά μαζί με ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές υπερβαίνουν τις εκατό. Από την πρώτη περίοδο του Παγοποιείου, που ξεχωρίζω, μέχρι την τελευταία των μεγάλων παραγωγών, μεσολαβεί η ενδιαφέρουσα φάση του Τεχνοχώρου. Τώρα αναζητώ το ρίσκο που θα με ανανεώσει: ξανά ομαδική δουλειά σε στούντιο, με νέους ηθοποιούς, διαφορετική ματιά και στόχο παραστάσεις».

– Σκηνοθετήσατε και υπερπαραγωγές… Βγάλατε λεφτά;

«Λεφτά έβγαλα και βγάζω, αλλά τα σκοτώνω. Δεν πίνω, δεν καπνίζω κι όμως δεν έχω καμιά οικονομία. Μοναδικά πάθη μου είναι η γυναίκα μου Φρόσω, το θέατρο και τα ταξίδια. Δεν έχω τίποτα στο όνομά μου – ούτε σπίτι, ούτε αυτοκίνητο, ούτε κινητό. Σπούδασα την κόρη μου, αναλαμβάνω οτιδήποτε χρειάζονται οι άνθρωποί μου, αλλά για λόγους προσωπικής ευκινησίας δεν θέλω βαρίδια στα πόδια μου».

– Το ίδιο θα συμβουλεύατε και τα παιδιά σας;

«Τα αγαπώ με τρόπο καθαρό, έτσι όπως θ’ αγαπούσα πολύ ένα φίλο. Αυτή η στάση «έγραψε» πολύ στην κόρη μου που είναι 23 χρόνων και τώρα κάνει το ντεμπούτο της ως χορεύτρια στη Γαλλία. Τον επτάχρονο γιο μου, που θέλει να γίνει και ηθοποιός, τον συμβουλεύω να βρίσκεται σε εγρήγορση και να μη φοβάται τίποτα. Γιατί ο νέος κίνδυνος είναι ο φασισμός που λέγεται φόβος».

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ- φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 08/02/2009
Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές της γενιάς του, ετοιμάζεται να σαλπάρει… Αν η τελευταία του ταινία «Ομηρος» πήγαινε με λεωφορείο, η καινούρια θα πραγματοποιηθεί εν πλω μέσα σε δεξαμενόπλοιο. Μέχρι τότε, όμως, θα… δέσει στο θέατρο «Χώρα» γιατί εκεί, στη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του στο θέατρο, ανεβάζει το έργο του Μάριους φον Μάγενμπουργκ «Eldorado». Μια μαύρη κωμωδία με πρωταγωνιστές τα μέλη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που βουλιάζει εξαιτίας της φιλοδοξίας του απατεώνα γαμπρού, καταμεσής ενός εμφυλίου πολέμου.

Ο σκηνοθέτης στήνει μια σύγχρονη παράσταση και με κυνικό τρόπο υπογραμμίζει την τραγικότητα των ηρώων (Θάνος Σαμαράς, Γιώτα Φέστα, Διόνη Κουρτάκη, Λεωνίδας Καλφαγιάννης, Γιούλη Τάσιου, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος) και τη γελοία ειρωνεία της πτώσης τους. Ο Κ. Γιάνναρης έχει τον δικό του τρόπο επικοινωνίας. Είρων, κυνικά ειλικρινής, άμεσος, μερικές φορές ωμός αλλά και συναισθηματικός. Να η πρώτη του κουβέντα: «Εφη… Και μένα με λένε Εφη. Βγαίνει από το Εφιάλτης!»…

– Καλύτερα επικοινωνείτε με γυναίκες ή με άντρες;

«Με γυναίκες. Ζούμε σε μητριαρχική κοινωνία. Οι άντρες αποτελούν πάντα το περικάλυμμα, ευνουχισμένοι από μητέρες, γιαγιάδες, θείες. Στην Ελλάδα έχουμε πολλή Μήδεια, πολύ μαχαίρι»…

– Η πρώτη σας θεατρική δουλειά ήταν στο «Σφενδόνη» μ’ ένα τρίπτυχο βασισμένο σε κείμενα των Μπέκετ – Κοκτό – Ντίκινσον. Πώς τα πήγατε με την Αννα Κοκκίνου;

«Θαυμάσια. Βέβαια, επιμηκύνθηκε ο χρόνος προετοιμασίας της παράστασης και μετά δυσκολευόταν να με πληρώσει. Σ’ αυτό το θέμα είμαι λίγο δύσκολος… Απείλησα ότι θα της καταστρέψω το σκηνικό αν δεν καταβάλει την αμοιβή μου, και το έκανε το επόμενο πρωί».

– Γιατί διαλέξατε το «Ελντοράντο» στη δεύτερη θεατρική σκηνοθεσία σας;

«Επειτα από τρία χρόνια απομόνωσης και γραψίματος, ήθελα ν’ αποκτήσω ξανά επαφή με ηθοποιούς. Μου άρεσε το έργο. Καλογραμμένο, χωρίς σκηνοθετικές οδηγίες, αφήνει χώρο στο σκηνοθέτη να μαντέψει πράγματα. Μερικές φορές αυτή η ελευθερία είναι εκνευριστική… Ηρωας είναι ένας συμπαθής, αποτυχημένος απατεωνίσκος μιας ιστορίας που παραπέμπει στα τελευταία γεγονότα της Αθήνας, της Βαγδάτης, της Γάζας, της Αμερικής… Γεγονότα που στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουμε με την ελαφρότητα του ελληνικού πολιτικού λόγου συμπυκνωμένη σε μια σειρά κλισέ. Δες στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων πόσο μελό, πόσο τετριμμένες εκφράσεις… Πάντως με τον Ομπάμα, αρχίζεις και ελπίζεις. Και μόνο που ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις έναν φυσιολογικό άνθρωπο στον Λευκό Οίκο, χωρίς την ταξική προέλευση των προκατόχων του, ικανό να σχηματίσει μια πρόταση, αναθαρρεύεις. Τι θέλει και τι μπορεί να κάνει, είναι άλλο θέμα».

– Στις ταινίες σας πραγματεύεστε οργισμένα κοινωνικά ξεσπάσματα. Τι σκέψεις κάνατε παρακολουθώντας τις κινητοποιήσεις των νέων στο κέντρο της Αθήνας;

«Ηταν μια νεωτεριστική πράξη έξω από οποιοδήποτε πολιτικό και κομματικό προηγούμενο σε ποιότητα και ένταση. Ακόμα κι αυτοί οι τσίφτηδες οι αναρχικοί έμειναν απέξω… Τις χάρηκα, αλλά φοβάμαι ότι δεν προοιωνίζονται καμιά πολιτική λύση σε εθνικό επίπεδο. Απ’ την άλλη γελάω με τη στοχοποίηση της αστυνομίας. Πολλοί ξεπλένουν έτσι τις δικές τους αμαρτίες για τις κομπίνες, τον εύκολο πλουτισμό. Ποιοι στελεχώνουν τα ΜΑΤ; Παιδιά χωρίς γνώση, παιδεία, πειθαρχία, κακοπληρωμένοι προλετάριοι που τρύπωσαν σε μια δουλειά. Και τώρα, παραταγμένοι στην Πανεπιστημίου, δεν πιστεύουν αυτά που βλέπουν τα ματάκια τους».

– Εσείς είστε αριστερός ή αναρχικός;

«Ελπίζω να μη συνδέετε την αριστερά με κομμουνιστικές ανοησίες, Στάλιν κ.λπ. Διότι υπάρχει κόσμος που ακόμα υπερασπίζεται τέτοια πράγματα. Δεν ήμουν ποτέ ΚΚΕ. Στην Αγγλία ανακάλυψα μια ελευθεριότητα που αφορούσε ιδέες και σώμα και ξεμπλόκαρα. Κανείς δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει το εργαλείο της σοσιαλιστικής κοσμοθεωρίας. Ομως, βρίσκω λανθασμένες τις αναρχικές ιδέες, παρά την οργή που νιώθω. Το κράτος δεν είναι μόνον κατασταλτικός μηχανισμός αλλά και ωφέλιμη κοινωνική σύμβαση».

– Το μυαλό σας, δηλαδή, είναι προς τη σοσιαλδημοκρατία;

«Μάλλον ναι. Οχι, βέβαια, προς αυτήν του Μπλερ. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ευρώπη είναι ότι τα τελευταία χρόνια εξαντλήθηκε κι αυτός ο περίφημος τρίτος δρόμος. Αριστερές και δεξιές πολιτικές εφάπτονται στην ουσία. Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κενό και αμφιβάλλω αν μελλοντικά θα γεμίσει με αριστερό περιεχόμενο».

  • Με το χιούμορ συγχωρείς τα πάντα

– Σε τι θεό πιστεύετε;

«Είμαι μαχητικά άθεος. Μ’ αρέσει η καμπάνια στα λεωφορεία του Λονδίνου: «Μάλλον δεν υπάρχει θεός. Οπότε ηρεμήστε και χαρείτε τη ζωή σας». Κάποιοι μάλιστα το ήθελαν πιο ξεκάθαρο. Μέχρι τη στιγμή που θ’ αποδειχτεί ότι υπάρχει, θα δηλώνω θαρραλέα άθεος».

– Τι δίνει ελπίδα στη ζωή σας;

«Το πάθος, το σεξ, η ανάγκη ν’ αγαπήσω και να επικοινωνήσω, η οργή μου με τις αδικίες, κυρίως τις μικροαδικίες».

– Περιγράφετε καταστάσεις διέγερσης…

«Είναι η απεγνωσμένη ζωτικότητά μου… Μεγαλώνοντας προσπαθώ να γίνω λίγο συντηρητικός – το επιβάλλει και η φύση. Αλλά δεν μου βγαίνει. Μπορείς να πεις ότι πρόκειται για μια ψυχονοητική ανωμαλία».

– Τι εκτιμάτε στους άλλους;

«Το ειρωνικό χιούμορ. Αν το διαθέτει κάποιος, του συγχωρώ τα πάντα. Ακόμα κι αν είναι δεξιός, παλαιοημερολογίτης, αστός».

– Και τι φοβάστε;

«Κυρίως φοβάμαι το φόβο μου. Καταστάσεις που σωματοποιούνται όπως οι κρίσεις που με πιάνουν στο μετρό, ειδικά στο σταθμό της Ομόνοιας, στα έγκατα της γης. Νιώθω ασφυξία, σαν να είμαι θαμμένος στην πυραμίδα του Φαραώ. Το αντιμετωπίζω με χάπια και ψυχανάλυση. Οπως και τη μανιοκατάθλιψη, τις αγορακλειστοφοβίες που έχουν να κάνουν με τις τεράστιες ενοχές μου και χαμηλή αυτοεκτίμηση».

– Σκέφτεστε και το θάνατο;

«Κάθε μέρα. Την αυτοκτονία την έχω σκεφτεί πολλές φορές, όχι όμως το τελευταίο διάστημα».

– Λένε ότι είστε πνεύμα αντιλογίας: εριστικός, επιθετικός. Σκεφτήκατε ποτέ να αλλάξετε στάση;

«Για την αλήθεια σου, όποια κι αν είναι, μάχεσαι. Δεν μπορώ να μείνω άλαλος. Αλλά είμαι καλό παιδί, συναισθηματικός, συμπονετικός, με κατανόηση. Βέβαια δεν γίνεται να υποφέρουμε κάθε μέρα. Θα λιώσουμε. Θα μας καταβροχθίσει το κλισέ του πόνου μας και θα γίνουμε υποκριτές»…

– Πώς επιβιώσατε δουλεύοντας στη διαφήμιση;

«Ηταν μια περίοδος τριών χρόνων που δούλεψα πολύ κερδίζοντας λεφτά, αλλά κατάφερε να με διαβρώσει. Είναι χώρος που κάνει κακό στο σκηνοθέτη. Το καταλαβαίνεις βλέποντας μια ταινία γυρισμένη από ρεκλαματζή».

– Είχατε πρότυπα στο ξεκίνημά σας;

«Μου άρεσε το αμερικάνικο σινεμά στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ξεχωρίζω όμως και τον Κακογιάννη και τον Δαμιανό, παρόλο που υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα για την εποχή που δούλεψε ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Μου άρεσε και το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη. Ωραία γκαγκς, υπερβολική βωμολοχία αλλά θα μου πεις έτσι μιλούν οι Ελληνες. Δεν με αφορούν τα φαντάσματα του παρελθόντος στο χώρο του σινεμά. Βλέπω τι καλό φέρνουν οι νεότερες γενιές».

– Απ’ την άλλη βρίσκεστε δίπλα δίπλα με την Αντζελα Δημητρίου σε τηλεοπτική εκπομπή…

«Στην εκπομπή των Μπακοδήμου-Σεργουλόπουλου με αφορμή τη δουλειά μου. Είχε ξεσπάσει όλο αυτό το σαχλό ομοφοβικό κύμα με τους γάμους των γκέι στην Τήλο. Μετά από μένα είχε σειρά η Αντζελα κι έτσι βρεθήκαμε μαζί στον καναπέ. Ηθελα να την γνωρίσω. Μ’ αρέσει η φωνή της, έχω βάλει μάλιστα, τραγούδια της σε ταινίες μου. Οταν χρειάζεται να διαφημιστεί μια δουλειά μου, πηγαίνω στην τηλεόραση. Φυσικά όλοι ξέρουμε πώς λειτουργεί το σύστημα: ως φερέφωνο της κυβέρνησης τα κρατικά κανάλια, ως μοχλοί πίεσης για οικονομικά συμφέροντα τα ιδιωτικά».

– Την άνοιξη ξεκινάτε την προετοιμασία νέας ταινίας και το φθινόπωρο γυρίσματα.

«Με θέμα τα όρια της ανεκτικότητας και της «ανεξιθρησκίας»: Ο καπετάνιος ενός δεξαμενόπλοιου που πλέει σε διεθνή ύδατα διασώζει 30 εφήβους, ναυαγούς από εμπόλεμη χώρα. Δεν μπορεί να τους αποβιβάσει πουθενά γιατί δεν τους δέχεται κανείς. Η στοργική σχέση που είχε αναπτύξει με τα παιδιά αρχίζει να μεταλλάσσεται. Μ’ αρέσουν οι κλειστοφοβικοί χώροι, καζάνια που βράζουν, με χαρακτήρες εγκλωβισμένους σε αυτοκίνητα, λεωφορεία, πλοία».

– Οι κριτικές σάς επηρεάζουν;

«Δεν υπάρχουν σοβαροί κριτικοί κινηματογράφου στην Ελλάδα, δεν γνωρίζουν το αντικείμενο. Δεν μπορούν να ξεχωρίσουν έναν 85άρη φακό από έναν 135άρη. Αν είσαι τυχερός και διαβάσεις μια ενδιαφέρουσα κακή κριτική για τη δουλειά σου, μαθαίνεις. Δεν μου έχει συμβεί»…

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 08/02/2009
Στο κατάστρωμα ενός υπερωκεάνιου τρεις άντρες παραπαίουν ζαλισμένοι γύρω από μία γυναίκα. Ο Μεζά (Νίκος Κουρής), ο Αμαλρίκ (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), ο Ντε Σιζ (Νίκος Καραθάνος) έχουν χάσει τον άξονα ισορροπίας, τα σωθικά τους ανακατεύονται. Τέσσερις… αθώοι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν προς την άγνωστη, λαγγεμένη Ανατολή, που όμως την έχουν κιόλας συναντήσει, εκεί στο πλοίο, καταμεσής του Ινδικού Ωκεανού, στο πρόσωπο της μοιραίας Ιζέ (Αμαλία Μουτούση).

«Ο κλήρος του μεσημεριού», το απολύτως αυτοβιογραφικό έργο του Πολ Κλοντέλ, ανεβαίνει την Παρασκευή από το Εθνικό Θέατρο στην Πειραιώς 260 σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη και σκηνοθεσία Γιόσι Βίλερ. Πρόκειται για το αναπάντεχο ερωτικό δράμα που έζησε ο συγγραφέας από το 1900 μέχρι το 1905. Η δύναμη της σχέσης του με τη γοητευτική σύζυγο ενός διπλωμάτη τον έφερε σε σύγκρουση όχι μόνο με ανθρώπους αλλά και με την πίστη του.

Το έργο παίζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα στην αυθεντική του εκδοχή. Ενα παράξενο κουαρτέτο σ’ ένα επικίνδυνο παιχνίδι πόκερ που διαδραματίζεται σε τρεις πράξεις: η πρώτη εν πλω, η δεύτερη σ’ ένα κινεζικό νεκροταφείο για Ευρωπαίους και η τρίτη σ’ ένα πολεμικό καταφύγιο στο Χονγκ Κονγκ.

«Οι ήρωες καταστροφικοί, αυτοκαταστροφικοί, φέρουν μέρη της προσωπικότητας του συγγραφέα», λέει η Μουτούση. «Δεν ξέρουν γιατί και πώς ζουν, πότε χωρίζουν, πότε παντρεύονται. Ο έρωτας της Ιζέ και του Μεζά σκοτώνει τους ίδιους κι όποιον βρεθεί δίπλα. Το αίσθημα του Κλοντέλ είναι ακατέργαστο. Ολα είναι γυμνά, ευάλωτα, εκτεθειμένα. Το φινάλε επίσης διαφέρει απ’ αυτό της τελευταίας γραφής. Οι ήρωες, βουτηγμένοι στο ναρκισσισμό τους, σκοτώνονται σαν ο θάνατος να είναι ο μοναδικός τρόπος ένωσής τους. Κι αν αυτό ακούγεται ρομαντικό, στο έργο είναι απίστευτα ωμό».

– Το έργο έχει συχνές αναφορές στο Θεό, στην αμαρτία.

«Ο Κλοντέλ είχε αληθινή πίστη, όχι θρησκοληψία. Οι ήρωες προκειμένου να ζήσουν τις επιθυμίες τους δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους και μοιραία κάνουν κακό. Πάντα θα κάνουμε λάθη. Μέσα απ’ αυτά μαθαίνουμε τον εαυτό μας, αλλά κάποτε πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη τους αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί με τη ζωή μας».

– Πώς υποδύεστε αυτή τη μοιραία γυναίκα;

«Προσπαθώ να την καταλάβω απ’ τα πολλά δικά της λόγια, αλλά και των άλλων γι’ αυτήν. Θέλω να την υποστηρίξω, όχι να την κρίνω».

– Σας είναι ξένη ως προσωπικότητα;

«Δεν θέλω να προσποιηθώ ότι τη γνωρίζω. Συνεχώς συμπεριφερόμαστε λες και ξέρουμε καλά ποιοι είμαστε εμείς και οι άλλοι. Μην παριστάνουμε τους έξυπνους. Οσο πιο πολύ δουλεύω, τόσο περισσότερο πλησιάζω δικά μου πράγματα που σχετίζονται μ’ αυτήν όπως ο έρωτας, η πίστη στο θεό και πώς αυτά μπορεί να συνυπάρξουν».

– Ο Μεζά βρήκε το Θεό στο πρόσωπο της Ιζέ. Εσείς θ’ αναγνωρίζατε το Θεό στο πρόσωπο ενός άντρα;

«Σε μια ιδανική κοινωνία; Γιατί αν μιλάμε γι’ αυτήν που ζούμε, το πρόσωπο του Θεού είναι εξορισμένο. Στον κόσμο μας ο έρωτας και η αγάπη είναι πράγματα άγρια, αυτοκαταστροφικά. Ο Μεζά ψάχνει το Θεό απεγνωσμένα γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν. Οταν τον προδίδει η Ιζέ, νιώθει ότι ο Θεός τον απορρίπτει δεύτερη φορά. Δεν ξέρω πόσο θα βγουν στην παράσταση αυτά τα διαφορετικά βλέμματα. Το έργο, παρά το έντονα μεταφυσικό στοιχείο, μιλάει για την ευθύνη των ανθρώπων κι όχι του Θεού».

– Η απιστία τι θέση έχει στη ζωή σας;

«Εχω μεγάλο πόθο για την πίστη και εξαιτίας του, η απιστία δεν μου έχει κάνει καλό ούτε θα μου κάνει… Και μιλάω για οποιαδήποτε μορφή απιστίας. Ως ανθρώπινα όντα συγκρούονται μέσα μας, συχνά, διαφορετικές επιθυμίες. Την ίδια στιγμή που αναζητούμε την πίστη, μας τραβά η απιστία. Είναι το βάσανο της καθημερινότητάς μας: να προσπαθούμε να φέρουμε βόλτα τις ανάγκες του σώματος και συγχρόνως να ταΐζουμε την ψυχή μας. Ευτυχώς, μερικές φορές, χωρίς να το περιμένεις, νιώθεις ότι σώμα και πνεύμα γίνονται ένα, λες και φύσηξε ένα αεράκι και σ’ έκανε ολόκληρο, ενιαίο».

– Στο έργο υπάρχει ένα παραλήρημα λόγου κι απ’ τους τέσσερις ήρωες.

«Το οποίο κορυφώνεται απ’ τον Μεζά. Ακόμα και στην τελευταία πράξη, που ο πόλεμος μαίνεται, το ζευγάρι είναι αυτιστικά απασχολημένο με το δράμα του. Ο επικείμενος θάνατος για τον Μεζά είναι λύτρωση – θα συναντήσει το Θεό. Για την Ιζέ είναι τρόμος, δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω απ’ το σώμα της».

– Πιστεύετε ότι σήμερα μιλάμε πολύ;

«Φλυαρούμε όταν δεν πρέπει κι όταν πρέπει να μιλήσουμε στεκόμαστε βουβοί. Το έζησα στην πρεμιέρα του «Ρομπέρτο Τσούκο» στο Εθνικό Θέατρο. Τα παιδιά διέκοψαν την παράσταση λέγοντας: «Ελάτε έξω, η βία του Τσούκο είναι στους δρόμους»… Εκείνη την ημέρα χρειάζονταν τα λόγια κι όμως δεν είπε κανείς λέξη. Είχα ανάγκη ως θεατής να ρωτήσω το διπλανό μου τι σκέφτεται γι’ αυτό. Ν’ αποφασίσουμε κάτι: θα μείνουμε ή θα πάμε στους δρόμους όπου βρίσκεται ο Ρομπέρτο Τσούκο;.. Με πάγωσε η παγωμάρα όλων. Μέσα σε πέντε λεπτά βγήκαν όλοι και κατευθύνθηκαν στο μπαρ για σάντουιτς και καναπεδάκια. Θύμωσε κανείς με τη διακοπή; Σκέφτηκε κανείς ν’ ακολουθήσει τα παιδιά έξω; Καμιά σκέψη, καμιά ανησυχία, κανένας διάλογος. Θέλω την επόμενη φορά να είμαι πιο έτοιμη, πιο τολμηρή».

– Τι είναι αυτό που δεν σας αρέσει στη δουλειά σας;

«Ο ναρκισσισμός. Τα τελευταία χρόνια βλέπω πολλούς καλλιτέχνες με ξεχωριστή αξία και έργο που όμως αντιστρατεύονται μεταξύ τους».

– Παίρνετε θέση σ’ αυτό;

«Και μόνο που το αναφέρω παίρνω θέση. Μέσα σε δύο χρόνια ο Γιώργος Λούκος έφερε παραστάσεις που ποτέ δεν θα φανταζόμασταν ότι θα απολαύσουμε. Και τώρα μιλάμε για απειλή της εθνικής μας ταυτότητας! Αν όντως απειλούνταν, θα ήθελα κι εγώ να τη στηρίξω. Αλλά ποιος θα ορίσει την ελληνικότητα; Ας συνεργαστούμε καλύτερα να χαράξουμε μια πολιτική. Αν δεν μας αρέσει ό,τι γίνεται στην Επίδαυρο, να την κλείσουμε για πέντε χρόνια και σ’ αυτό το διάστημα να οργανώσουμε, συνέδρια όπου θα συμμετέχουν όλοι ώστε να κατατεθούν προτάσεις».

– Πιστεύετε ότι αυτοσχεδιάζουμε υπερβολικά;

«Υπάρχει πανεπιστήμιο για τις τέχνες; Αν είσαι τυχερή, πέφτεις σ’ ένα σκηνοθέτη και μαθαίνεις κάτι σωστό. Αν είσαι άτυχη, πέφτεις σε κάποιον και τα μαθαίνεις. Αν είσαι τυχερότερη, μαθαίνεις και κάτι μόνη σου. Κι έτσι πορευόμαστε. Θέλω να είμαι ενεργή στο θέατρο. Η δουλειά μου δεν είναι μόνο να κάνω τη μοιραία Ιζέ. Οταν ανοίγω τον υπολογιστή και βλέπω το κομμένο κεφάλι ενός παιδιού στην Παλαιστίνη, πρέπει κάτι να κάνω».

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – Φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 08/02/2009

Η φωνή με έπεισε. Την πρώτη φορά που κάθισα απέναντί του, τον κοίταξα και προσπάθησα να αφομοιώσω όλα εκείνα τα γνώριμα χαρακτηριστικά τα οποία έχουν σφραγίσει τη συλλογική κινηματογραφική μας μνήμη. Παρότι φανερά γερασμένος πλέον, ήταν όλα εκεί. Από το έντονο σκοτεινό βλέμμα, μέχρι το αβίαστο χαμόγελο και τα κατάμαυρα ρούχα. Το πουκάμισό του ανοιχτό μέχρι τη μέση του στήθους και τα μανίκια ανεβασμένα σαν να ήταν έτοιμος για κάποια βαριά χειρωνακτική εργασία. Και απ’ ό,τι κατάλαβα αργότερα, μπορεί όντως να ήταν έτοιμος. Αλλά η φωνή ήταν αυτό που τελικά με γείωσε. Εκείνη η διάσημη χροιά, η οποία εκτός από τον μεταδοτικό ηλεκτρισμό της, αποτέλεσε και την αδιόρατα θερμή δύναμη που τελικά μετέτρεψε το γνώριμο σε οικείο.

Λος Αντζελες, Νοέμβριος 2007. Η καθηγήτριά μου της υποκριτικής με πήρε τηλέφωνο και μου εξήγησε ότι γίνονται ακροάσεις για ένα θεατρικό «πείραμα», στο οποίο πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης είναι ο κύριος Αλ Πατσίνο. Μου είπε ότι έψαχνε για νέους ηθοποιούς που μιλούν κάποια αρχαία ξένη γλώσσα και ότι έδωσε το τηλέφωνό μου στη βοηθό του. Υστερα από λίγες ώρες το τηλέφωνο χτύπησε και με δυσπιστία άκουσα τη φωνή να μου λέει «σας περιμένουμε αύριο στο θέατρο Wadsworth να γνωρίσετε τον κύριο Πατσίνο». Σημείωσα τη διεύθυνση σε μια χαρτοπετσέτα (την οποία φυσικά έχω κρατήσει).

Το θεατρικό πείραμα είχε να κάνει με τη «Σαλώμη», την τραγωδία που έγραψε το 1891 ο Οσκαρ Ουάιλντ βασισμένος στη βιβλική ιστορία της Σαλώμης και του Ιωάννη του Προδρόμου. Λίγο πριν από την πρεμιέρα του έργου στο Λονδίνο, δόθηκε εντολή να σταματήσουν οι προετοιμασίες διότι το περιεχόμενο κρίθηκε ακατάλληλο και «βλάσφημο». Ο κύριος Πατσίνο μάς εξήγησε ότι το προκλητικό περιεχόμενο και ο μύθος τον είχαν απασχολήσει για αρκετά χρόνια, αλλά ότι πρόσφατα ανακάλυψε πως ήταν πλέον έτοιμος να δώσει τη δική του ερμηνεία. Ετσι και έκανε. Μεταμορφωμένος σε βασιλιά Ηρώδη, παρουσίασε τη «Σαλώμη» στη Νέα Υόρκη αλλά και σε άλλες πόλεις της ανατολικής ακτής και γύρισε πίσω στην Καλιφόρνια, θέλοντας να ανεβάσει ακόμα δύο τελευταίες παραστάσεις.

Αυτή τη φορά όμως ήθελε να το κάνει με καινούργιο θίασο, για ένα μικρό κοινό που θα αποτελούνταν από προσωπικούς του καλεσμένους. Οι ηθοποιοί δεν θα φορούσαν κοστούμια εποχής και θα διάβαζαν το κείμενο μέσα από το βιβλίο την ώρα της παράστασης. «Α! Επίσης γυρίζω και μια ταινία για τη Σαλώμη. Οποιοι από εσάς κάνετε την παράσταση μαζί μου, πολύ πιθανόν να έχετε και κάποιον ρόλο στη ταινία», πρόσθεσε. Είχαμε μείνει άναυδοι με την ευκαιρία που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μας.

Την επόμενη μέρα μαζευτήκαμε για τη ακρόαση – για την οποία μας είχαν πει να μην προετοιμάσουμε τίποτα, και ότι ο κύριος Πατσίνο θα επέλεγε τους ηθοποιούς «με βάση τη διαίσθησή του». Οταν ήρθε η σειρά μου, με κοίταξε διερευνητικά και μου ζήτησε να διαβάσω μία παράγραφο από το έργο μεταφράζοντάς τη στα ελληνικά, γιατί του άρεσε πολύ να ακούει «αυτή τη γλώσσα». Με ευχαρίστησε θερμά και εγώ του το ανταπέδωσα, σκεπτόμενη ότι μάλλον αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα. Το ίδιο απόγευμα όμως έμαθα τα καλά νέα και οι πρόβες άρχισαν κατευθείαν.

Η Σαλώμη στην έρημο

Στις πρόβες, παρότι πάντα καθυστερημένος και φαινομενικά αποπροσανατολισμένος, δεν έπαψε να έχει τον αέρα του αεικίνητου μαέστρου. Δεν υπήρχε στιγμή που κάποιο μέρος του σώματός του δεν βρισκόταν σε εγρήγορση. Από το νευρικό κούνημα του γονάτου μέχρι τις διαχυτικές χειρονομίες. Δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε. Χαλούσε και έφτιαχνε. Αλλαζε γνώμη αλλά διατηρούσε την απολυτότητά του. Εχανε την ψυχραιμία του και μετά αστειευόταν. «Είμαι και ποιητής και κλόουν!» μας έλεγε.

Λίγο πριν από την παράσταση, πάντα χαμογελαστός και εκδηλωτικός με όλους μας, με ένα άγγιγμα, μία αγκαλιά ή ένα αστείο σφράγιζε τη σχέση του μαζί μας, την οποία θα μετέφερε μετά από λίγα λεπτά επί σκηνής. Οι παραστάσεις τον ικανοποίησαν αρκετά ώστε να δώσει σε μερικούς κάποιους μικρούς ρόλους και στην ταινία, της οποίας τα γυρίσματα είχαν ήδη αρχίσει. Για άλλη μια φορά, χωρίς πολλές πληροφορίες γίναμε πειραματόζωα και φύγαμε για την έρημο της Καλιφόρνιας, τρεις ώρες νοτιοανατολικά του Λος Αντζελες.

Αυτή τη φορά υπήρχαν καμιά δεκαριά τρέιλερ, πολυμελές συνεργείο, τρεις καμήλες και ο κύριος Πατσίνο με μαύρο κοστούμι, αυτοσχέδιο τουρμπάνι στο κεφάλι, γυαλιά ηλίου και σανδάλια! «Καλώς ήρθατε! Απ’ ό,τι βλέπετε τώρα έχουμε σκηνικά και κοστούμια εποχής… Είμαι σίγουρος ότι σας έχω μπερδέψει λίγο με το πείραμά μου… Η αλήθεια είναι ότι θα πρέπει να με ξέρετε τουλάχιστον πενήντα χρόνια για να καταλάβετε τι στο καλό συμβαίνει στο μυαλό μου… Α! Και να προσέχετε τις καμήλες. Μην τις πειράζετε γιατί μπορεί να σας φτύσουν. Με μένα δεν τα βάζουνε, γιατί ξέρουν ότι είμαι από το Μπρονξ!»

Τα γυρίσματα ήταν αρκετά δύσκολα, αφενός λόγω της αφόρητης ζέστης, αλλά και λόγω των απαιτήσεων του Αλ (επέμενε να τον φωνάζουν όλοι με το μικρό του όνομα αλλά σε κανέναν δεν πήγαινε να κάνει κάτι τέτοιο), ο οποίος δοκίμαζε την κάθε σκηνή με διαφορετικούς τρόπους και με τρομερή σχολαστικότητα ως προς τη λεπτομέρεια. «Ολα έχουν σημασία, από το πιο μικρό ώς το πιο μεγάλο», έλεγε. Οταν έβλεπε κάποιον να κουράζεται, του έλεγε: «Η ηθοποιία είναι αθλητισμός, ο πιο προπονημένος κερδίζει!»

Οι κάμερες δεν σταμάτησαν να «τραβάνε» ακόμα και την ώρα των διαλειμμάτων. Υπήρχε μια διάχυτη ατμόσφαιρα σουρεαλισμού εκείνη την ημέρα, όσο συνειδητοποιούσαμε ότι βρισκόμασταν στην έρημο, φορώντας χιτώνες μαζί με τον Αλ Πατσίνο για αρχηγό. Καθώς ο ήλιος έδυε πάνω από τα ψεύτικα ερείπια, μία κοπέλα κρύωσε και ο κύριος Πατσίνο σηκώθηκε από την καρέκλα του σκηνοθέτη, έριξε το μαύρο του σακάκι στους ώμους της και την πήρε αγκαλιά. Η θέρμη της χειρονομίας του ζέστανε και τους υπόλοιπους. Γυρίσαμε τέσσερις σκηνές από το έργο (σε μία εκ των οποίων μίλησα τελικώς και ελληνικά!), μέχρι που ο παγωμένος αέρας της ερήμου και το σκοτάδι έγιναν ανυπέρβλητο εμπόδιο.

Το πείραμα είχε τελειώσει. Εμενε στον σκηνοθέτη πλέον να ολοκληρώσει το αρχικό του όραμα. Το οποίο απ’ ό,τι μας πληροφόρησε ο ίδιος θα έπαιρνε τουλάχιστον ενάμιση χρόνο, επειδή έπρεπε να αρχίσει γυρίσματα επειγόντως για την καινούργια του ταινία «88 λεπτά». Μας υποσχέθηκε όμως ότι θα έκανε ένα μεγάλο πάρτι, στο οποίο θα είμαστε όλοι καλεσμένοι και ότι θα έχει μία έκπληξη.

Ο Τόνι Μοντάνα

Οντως, ύστερα από περίπου δύο μήνες έλαβα μία πρόσκληση για το πάρτι, στο θέατρο Wadsworth. Καθυστερημένος για μία ακόμα φορά, έφτασε με το μαύρο του κοστούμι (και με τις χρυσές του αλυσίδες στον λαιμό) και μας αποκάλυψε την έκπληψη της βραδιάς. «Δεν φανταζόμουν την απήχηση που θα είχε αυτός ο ρόλος όταν τον κέρδισα σε αυτήν την ταινία ανεξάρτητης παραγωγής το 1983… Αυτός ο ρόλος άλλαξε τη ζωή μου για πάντα. Φέτος, η ταινία αυτή επανεκδίδεται σε dvd, αυτή τη φορά όμως με σύγχρονης ποιότητας ήχο και εφέ. Σας την παρουσιάζω απόψε για πρώτη φορά αφ’ ότου ξαναμιξαρίστηκε, και νομίζω ότι ο Κουβανός γκάνγκστερ είναι πιο σύγχρονος τώρα παρά ποτέ!»

Ολοι μας είχαμε ξαναδει τον «Σημαδεμένο» στο παρελθόν και μερικοί ίσως είχαν και την ασπρόμαυρη αφίσα στο δωμάτιό τους ως έφηβοι. Κάθε λεπτομέρεια της ταινίας μέτραγε λίγο πιο πολύ όμως εκείνο το βράδυ, όχι λόγω των εκσυγχρονισμένων εφέ, αλλά λόγω του πλέον λίγο πιο οικείου Τόνι Μοντάνα, του σύγχρονου γκάνγκστερ με τα σανδάλια και το μαύρο κοστούμι που καθόταν δύο σειρές μπροστά μου.

Μήνες αργότερα κατάφερα να του αποσπάσω δεκαπέντε λεπτά, για να του κάνω πέντε ερωτήσεις.

«Στόχος μου να σαγηνέψω το κοινό»

— Ο τρόπος που γυρίσατε τη «Σαλώμη» έχει πολλά στοιχεία ντοκιμαντέρ. Είναι ένα ρεαλιστικό είδος κινηματογράφου, το οποίο σας αποκαλύπτει στο κοινό όχι μόνον ως ηθοποιό και σκηνοθέτη αλλά και ως ιδιοσυγκρασία. Τι γνώμη σχηματίσατε για τον εαυτό σας αφού σας είδατε σε μερικές από τις λήψεις;

— Οτι είμαι αρκετά εριστικός τελικά! Πάντα ήξερα ότι είχα πολύ έντονο «ιταλικό» ταμπεραμέντο, το οποίο μπορεί να παρεξηγηθεί, αλλά στην πραγματικότητα σιχαίνομαι τη βία. Είμαι απλώς πολύ έντονα εκφραστικός σαν άνθρωπος. Παίρνω φωτιά όταν παθιάζομαι με κάτι και δεν το κρύβω. Ελπίζω όμως τελικά οι γύρω μου να με θεωρούν γλυκό σαν χαρακτήρα… (παύση) Γιατί είμαι. Επίσης κατάλαβα ότι όταν υπάρχουν κάμερες γύρω μου, ακόμα και όταν δεν υποδύομαι κάποιο ρόλο, τελικά και πάλι «παίζω». Δεν είμαι σίγουρος ποιος ακριβώς είναι ο πραγματικός μου εαυτός. Οποιος και να είναι πάντως, αισθάνομαι ότι είμαι πιο κοντά του τώρα παρά ποτέ.

— Γιατί τώρα;

— Λόγω της εμπειρίας τόσων ετών. Η εμπειρία είναι αυτή που με φέρνει όλο και πιο κοντά στον πραγματικό μου εαυτό… Πολλοί δεν το πιστεύουν, αλλά είμαι πολύ ντροπαλός εκ φύσεως.

— Η ταινία έρχεται να συμπληρώσει το καλλιτεχνικό όραμα που είχατε για τη θεατρική παράσταση της «Σαλώμης» ή να το ενισχύσει;

— Υπάρχει σίγουρα ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο, αλλά ακόμα δεν είμαι σίγουρος ποιος είναι αυτός. Και ίσως να μη θέλω να μάθω γιατί έτσι θα χαλάσω το μυστήριο της δημιουργίας. Λέω πάντα την ίδια ιστορία για τον αγαπημένο μου ζωγράφο, τον Τζάκσον Πόλοκ, ο οποίος είπε το εξής: «Με το που αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί ζωγραφίζω αυτό που ζωγραφίζω, το καταστρέφω γιατί δεν είναι πλέον μέρος του υποσυνείδητού μου». Η ταινία, όπως και το θεατρικό, είναι κομμάτια δικά μου και καθρεφτίζουν το πώς αντιλαμβάνομαι εγώ τον κόσμο γύρω μου. Αυτό που προσπάθησα να κάνω με το θεατρικό και αυτό στο οποίο γενικά στοχεύω, είναι να σαγηνέψω το κοινό. Να τους κάνω να ενδιαφερθούν γι’ αυτά που έχουμε να πούμε εμείς στη σκηνή. Χωρίς φανταχτερά κοστούμια εποχής, αλλά με τρόπο απλό και προσιτό. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο τρόπος είναι και επικοινωνιακά ο πιο αποτελεσματικός.

— Εχετε μια προφανή αγάπη για το κλασικό θέατρο. Εχετε κάποιον αγαπημένο κλασικό μονόλογο ή ρόλο;

— Ναι. Κάποιος μου έθεσε πρόσφατα αυτήν την ερώτηση και έπρεπε να σκεφτώ αρκετά. Κατέληξα ότι το αμλετικό «To be or not to be» είναι σίγουρα ο αγαπημένος μου μονόλογος. Είναι για μένα ο πλέον ανεξάντλητος μονόλογος και κάθε φορά που τον διαβάζω με εντυπωσιάζουν τα επίπεδα στα οποία λειτουργεί, καθώς και το βάθος που εμπνέει… Οσον αφορά έναν κλασικό ρόλο, σίγουρα αυτός του βασιλιά Ηρώδη. Νομίζω ότι θα μπορούσα να παίζω αυτόν το ρόλο για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

— Είναι αλήθεια ότι η Παραμάουντ δεν ήθελε να σας δώσει τον ρόλο του Μάικλ Κορλεόνε στον «Νονό»; Πώς πήρατε τον ρόλο τελικά;

— Ναι, είναι αλήθεια! (γέλιο) Οι παραγωγοί δεν με ήξεραν καλά και δεν τους γέμιζα το μάτι. Μάλλον προτιμούσαν τον Ντάστιν Χόφμαν για τον ρόλο, ο οποίος εκείνο τον καιρό ήταν ήδη διάσημος για τον ρόλο του στον «Πρωτάρη». Αλλά ούτε και εγώ ο ίδιος πίστευα ότι μου άξιζε ο Κορλεόνε. Σκεφτόμουν ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι ηθοποιοί που θα τα κατάφερναν καλύτερα από εμένα. Είχα όμως μια πολύ καλή σχέση με τον Κόπολα, ο οποίος επέμενε να προσλάβουν εμένα. Τελικά, ο Κόπολα έδειξε στους παραγωγούς οκτώ λεπτά από την ταινία μου «Panick In Needle Park». Αυτά τα οκτώ λεπτά φάνηκε ότι τους έπεισαν…

-Η ταινία «Σαλώμη» βρίσκεται στο στάδιο του μοντάζ, με πιθανή ημερομηνία προβολής το καλοκαίρι του 2009.

  • Συνέντευξη στην Ελενη Χαρμπιλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/02/2009