Αρχείο για Φεβρουαρίου 7, 2009

Τον Σπύρο Ευαγγελάτο συναντήσαμε στο Αμφιθέατρο της Αδριανού, λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η παράσταση «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο ακαδημαϊκός, ο δάσκαλος, ο ερευνητής και πολύ γνωστός σκηνοθέτης μάς μίλησε για τη σκηνοθεσία στην Ελλάδα και το υψηλό έργο του σκηνοθέτη.

  • Σπύρο, πώς είναι δυνατόν να ξεκινήσεις ως η πιο «μαλλιαρή πρωτοπορία» και τώρα να θεωρείσαι από κάποιους «Ακαδημία και συντήρηση»;

Νομίζω ότι αυτός ο δεύτερος χαρακτηρισμός προέρχεται από εκείνους που θα ήθελαν να είμαι έτσι, να έχει λήξει η πορεία μου. Eυτυχώς για μένα, τα πράγματα δεν είναι έτσι.

  • Στη μεγάλη σου πορεία έχεις λάβει κυρίως εγκωμιαστικές κριτικές…

Η δική μου προσπάθεια επικεντρώνεται στο να μη μιμηθώ τον εαυτό μου. Αυτή είναι η δυσχέρεια έπειτα από 220 σκηνοθεσίες.

Για μένα οι σκηνοθέτες, όσοι έχουν ανεβάσει τα μεγάλα κλασικά κείμενα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους που πιστεύουν ότι τα κείμενα αυτά είναι ζωντανά και μπορούν μέσω μιας σύγχρονης διδασκαλίας να μεταφέρουν κάτι στο σύγχρονο θεατή. Και στους άλλους που θεωρούν ότι τα κείμενα αυτά είναι άχρηστα και μπορούν να τα κάνουν ό,τι θέλουν βάζοντας μπροστά το όνομα του Αισχύλου ή του Αριστοφάνη.

Εχω πει κι άλλη φορά ότι ένας δεξιοτέχνης σκηνοθέτης με τη βοήθεια καλών συντελεστών μπορεί να κάνει ένα ενδιαφέρον θέμα ακόμα και με τον τηλεφωνικό κατάλογο.

  • Μου έχεις πει ότι ένας μαέστρος δεν διανοείται να τεμαχίσει ένα κοντσέρτο…

Μα έτσι είναι, αυτό είναι αδιανόητο, από τους μεγαλύτερους μουσικούς όλων των γενεών. Ουδείς το κάνει, θα τους είχαν εκπαραθυρώσει. Γιατί, λοιπόν, μπορούμε να το κάνουμε στον Ευριπίδη…

  • Υπάρχει αυτή η δικτατορία του σκηνοθέτη σήμερα, είναι μια εμμονή της μεταμοντέρνας προσέγγισης…

Το θέμα είναι τι σημαίνει ο όρος σκηνοθέτης. Είναι ένας ο οποίος επιδεικνύει ένα θέαμα ή ένας ο οποίος ενδιαφέρεται να επιδείξει ένα θέαμα αλλά υπηρετώντας τα νοήματα του κειμένου;
Σκηνοθέτης είναι μια λέξη η οποία δεν λέει τίποτα από μόνη της.

  • Ποιους θεωρείς δασκάλους σου;

Εμμεσους δασκάλους μου θεωρώ τον Πίτερ Μπρουκ, τον Φράνκο Τζεφιρέλι και, βεβαίως, τον Στρέλερ. Από Ελληνες, τον Φώτο Πολίτη, τον Δημήτρη Ροντήρη, τον Κάρολο Κουν, τον Αλέξη Μινωτή. Αμεσοι δάσκαλοί μου είναι ο Τάκης Μουζενίδης και ο Σωκράτης Καραντινός.
Από την άλλη μεριά, κορυφαίοι δάσκαλοί μου είναι ο Αλέξης Σολωμός και ο Αγγελος Τερζάκης. Χρωστάω πάρα πολλά στον Στέλιο Βόκοβιτς, που ήταν δάσκαλός μου στην υποκριτική. Η υποκριτική είναι ένα εργαλείο που χρειάζεται απαραιτήτως ο σκηνοθέτης, πρέπει να μπορεί να παίζει στιγμές, γιατί, όταν τελειώνει η θεωρία, πρέπει να παίρνει θέση το συναίσθημα.

  • Αυτό που εσύ συνδυάζεις, την ακαδημαϊκή γνώση, την έρευνα, το ότι είσαι καλλιτέχνης έως το μεδούλι και συγχρόνως δάσκαλος με το Δ κεφαλαίο, το έχει ανάγκη ο τόπος.

Λείπει μια Ακαδημία. Επρόκειτο να ιδρυθεί η Ακαδημία Θεάτρου, στη συγκρότηση της επιτροπής δεν κάλεσαν τους δύο ανθρώπους του θεάτρου που είναι ακαδημαϊκοί. Τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και εμένα. Τελικά, αυτή η υπόθεση αποδείχθηκε μία φούσκα, γιατί δεν μπόρεσαν να βρουν ανθρώπους να διδάξουν.

  • Ποια είναι η άποψή σου για το θέατρο στην Ελλάδα;

Νομίζω πως υπάρχει ελπίδα. Μέσα από τις πάμπολλες νέες θεατρικές ομάδες κάθε τόσο ξεπηδάνε αξιόλογα πρόσωπα, αλλά η πορεία και ο χρόνος το κρίνουν αν αυτό το ζύμωμα θα φέρει κάτι καλό.
Βέβαια, είναι πάρα πολλά τα θέατρα, πάρα πολλές οι σκηνές, σπατάλη δυνάμεων και μπέρδεμα για το κοινό. Για να κατασταλάξει μέσω της φήμης και της υπερεπικοινωνιακής τακτικής ο θεατής ταλαιπωρείται.

  • Θα λάβεις φέτος μέρος στο Φεστιβάλ Αθηνών;

Από τις επαφές που είχα, δια αλληλογραφίας, δεν θα μας ανατεθεί παράσταση ούτε στην Επίδαυρο ούτε στο Ηρώδειο…

  • Τι είχες προτείνει;

«Φιλοκτήτη», αλλά δεν είναι θέμα έργου. Αν το όραμα δεν συμπεριελάμβανε Σοφοκλή, θα προτείναμε άλλο έργο.

  • Δηλαδή, δεν θέλουν το Αμφιθέατρο;

Το επιχείρημα του κ. Λούκου, με τον οποίο κατά τα άλλα έχουμε αγαθότατες σχέσεις προσωπικές, είναι ότι σε κανένα μεγάλο φεστιβάλ δεν συμμετέχουν πάντοτε τα ίδια θέατρα. Αυτό, βέβαια, δεν είναι ακριβές. Υπάρχει περίπτωση να γίνει το Φεστιβάλ της Βιέννης ή του Βερολίνου και να μη μετέχουν τα επτά, οκτώ μεγαλύτερα θέατρα ή οι ορχήστρες;

Περαστικοί είναι οι ξένοι. Kαι εμείς όταν παίξαμε σε ξένα φεστιβάλ περαστικοί ήμασταν. Δεν με βρίσκει σύμφωνο το επιχείρημα και το λέω με όλη την καλή διάθεση. Πιστεύω ότι μπορεί να εφαρμόζεται ένας σταθερός αντίλογος στις σκηνοθετικές τάσεις που επικρατούν.

  • Στη φετινή παράσταση «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», το κείμενο έχει ένα μεταφυσικό δέος και υπό την έννοια αυτή ταιριάζει πολύ στην αρχαία τραγωδία…

Είναι το πρώτο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς που ανεβάζω. Είναι το μόνο από τα μεγάλα έργα του που δεν έχει καθόλου ηθογραφικά στοιχεία και πράγματι αγγίζει την αρχαία τραγωδία.

  • Το Αμφιθέατρο είναι μια κιβωτός της θεατρικής μας παράδοσης, ποιο είναι το μέλλον του;

Ιδρύθηκε μια Τρίτη Σκηνή, την ονομάζουμε Είσοδο Κινδύνου, όπου έκανε η Κατερίνα Ευαγγελάτου μεγάλες επιτυχίες και η Σκηνή αυτή θα λειτουργήσει και φέτος. Αν είμαστε καλά και ευοδωθούν οι προσπάθειές μας, το θέατρο θα συνεχίσει.

Advertisements

«Είμαστε μια φυλή αρχηγών»

Η Δεσποινίς Μαργαρίτα, μέσα σε μια αίθουσα διδασκαλίας, παλεύει ανάμεσα στη διττή της ταυτότητα, της εκπαιδευτικού και της γυναίκας. Ο μονόλογός της είναι μια αλληγορία πάνω στη δύναμη της εξουσίας όπως τη συναντάμε σε όλες τις μορφές κοινωνικότητας. Την οικογένεια, το σχολείο, την εκκλησία, το κράτος. Το μάθημα της Δεσποινίδος Μαργαρίτας, σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης, Αντζελα Μπρούσκου, μας διδάσκει ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. «Είναι σαν να μην υπάρχετε», υπενθυμίζει στους μαθητές της.

  • Τι διδάσκει η «Δεσποινίς Μαργαρίτα»;

Άντζελα Μπρούσκου: Ουσιαστικά διδάσκει την υπακοή. Και πως αν κάποιος σού συμπεριφέρεται πατερναλιστικά, εσύ αυτόματα μπαίνεις στη θέση του μικρού παιδιού. Και τελικά εθίζεσαι σε αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς.

Ολια Λαζαρίδου: Διδάσκει δηλαδή πώς να γίνεις άβουλος και πειθήνιος.

  • Αυτό δηλαδή που μας διδάσκει και το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Α.Μπ.: Ακριβώς. Πώς να μη σκέφτεσαι, να μην αντιδράς. Ουσιαστικά σε κρατάει πάντα μικρό, ανήλικο. Να μη μεγαλώσουμε ποτέ, να μη διαμορφώσουμε ποτέ δική μας άποψη. Να ζητάμε συγγνώμη μέχρι να πεθάνουμε. Το σχολείο της «Δεσποινίδος Μαργαρίτας» δεν τελειώνει ποτέ. Δεν αποφοιτάς από αυτό.

  • Ισως γιατί τελικά δεν αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη του εαυτού του;

Α.Μπ.: Ναι, αυτό «φοριέται» πολύ εδώ. Είμαστε όλοι εξουσιαστές. Αρχηγοί. Είμαστε μια φυλή αρχηγών. Δεν είμαστε καθόλου ομαδικοί παίκτες. Επίσης, εδώ βλέπουμε πολύ σοβαρά ζητήματα να αντιμετωπίζονται επιθεωρησιακά. Δεχόμαστε για παράδειγμα τον ομοφυλόφιλο μόνο ως τραβεστί. Για να γελάμε. Και κατ’ επέκταση οι άνθρωποι κρύβονται, γίνονται δυστυχισμένοι. Aναφέρομαι στη σεξουαλικότητα, γιατί είναι ένα από τα θέματα που πραγματεύεται το έργο.

  • Στην αρχή του κειμένου η Δεσποινίς Μαργαρίτα λέει: «Το διαλέξατε να γεννηθείτε; Και βέβαια όχι!». Είναι λοιπόν a priori ανελεύθερος ο άνθρωπος;

Ο.Λ.: Εγώ δεν συμφωνώ. Για μένα το δυσκολότερο από όλα και αυτό που με εμπνέει ως άνθρωπο είναι η μάχη της ελευθερίας με τον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτός ο αγώνας είναι πάρα πολύ δύσκολος.

  • Γιατί έχεις να αντιμετωπίσεις τις ευκολίες, το συντηρητισμό, το σκοτάδι, τη βία, το κτήνος μέσα σου.

Α.Μπ.: Εχει να κάνει βέβαια και με το πού έχει τύχει να γεννηθεί κάποιος, αν είναι πλούσιος ή φτωχός. Γιατί έχεις άλλη αφετηρία αν έχεις λυμένο το ζήτημα της επιβίωσης ή της παιδείας, για παράδειγμα. Επίσης, αν γεννηθείς γυναίκα στο Αφγανιστάν ή στο Ιράν και φοράς μπούργκα ή αν θες να πας στο σχολείο και κάποιος σού πετά οξύ στο πρόσωπο, όπως διαβάσαμε τις προάλλες στις εφημερίδες, αυτά τα πράγματα δεν έχουν να κάνουν με τον προσωπικό σου αγώνα για ελευθερία.

  • Αγωνίζεται όμως ο σύγχρονος άνθρωπος; Εχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τις επιλογές και τα πιστεύω του σε μια εποχή που μπαίνει σε πρώτο πλάνο η επιβίωσή του λόγω της γενικευμένης κρίσης;

Ο.Λ.: Την έχει αλλά δεν το ξέρει.

Α.Μπ.: Με κόστος πολύ μεγάλο. Ο άνθρωπος που ξυπνάει στις 5.00 το πρωί για να πάει στη δουλειά του και θα γυρίσει το βράδυ εξουθενωμένος ψυχικά και σωματικά δεν νομίζω ότι θα κατέβει εύκολα στο δρόμο. Οταν όμως θα κατέβει, θα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι ο τρόπος που σε κρατάει το σύστημα ανενεργό, εξουθενωμένο ώστε να μην μπορείς να εξεγερθείς. Οπως ακριβώς συμβαίνει και με τη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα». Ο τρόπος που σε κουράζει, σε «ψυχαγωγεί», σε διαμορφώνει, σε κάνει να μην μπορείς τελικά να εξεγερθείς. Και βέβαια έχουμε κι ένα ζοφερό παράδειγμα, αυτό της Κωνσταντίνας Κούνεβα, που αντιστάθηκε στο σύστημα διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής και τιμωρήθηκε παραδειγματικά. Φυσικά, δεν είναι τυχαίο ότι είναι και μετανάστρια και γυναίκα. Κι εγώ ως γυναίκα έχω υποστεί ρατσιστική και σεξιστική συμπεριφορά στη δουλειά μου. Επίσης, βλέπω ότι στη δουλειά μου γίνονται αλισβερίσια μέσω της εμφάνισης και του σεξουαλικού ενστίκτου. Συχνά δηλαδή προτιμάται ο σύντομος δρόμος της σεξουαλικής ανταλλαγής από τον πιο μακροπρόθεσμο, της επένδυσης στο ταλέντο και τη σκληρή δουλειά.

  • Είναι η πολιτική της εξουσίας. Το πώς μια γυναίκα χρησιμοποιεί τη θηλυκότητά της για να πετύχει το στόχο της.

Α.Μπ.: Είναι ένας ρόλος κι αυτός. Πρωταγωνιστικός.

Η Δεσποινίς Μαργαρίτα απευθύνεται στους μαθητές της, δηλαδή στο κοινό. Η παράσταση θα είναι διαδραστική;

Α.Μπ.: Εξ ορισμού. Βέβαια όλο αυτό το θέμα με τη διάδραση έχει γίνει λίγο σούπα εδώ. Στη δική μας παράσταση δεν θα υπάρχει τίποτε καταναγκαστικό. Γιατί δεν μου αρέσει να φέρνω σε δύσκολη θέση το θεατή.

Ο.Λ.: Δεν θα συμπεριφερθούμε, δηλαδή, από θέση ισχύος.

  • Δεν συμμερίζεστε την άποψη ότι ο ηθοποιός ή ο σκηνοθέτης βρίσκονται εκ προοιμίου σε θέση ισχύος απέναντι στο κοινό, μιας και μέσω αυτών επικοινωνεί ο συγγραφέας με το θεατή;

Ο.Λ.: Υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο στη σχέση καλλιτέχνη και θεατή. Θα σου μιλήσω όμως όχι ως ηθοποιός, αλλά ως θεατής. Και ναι, το έχω νιώσει αυτό που λες. Εχω δει ηθοποιούς στη σκηνή που εκμεταλλεύονται κατά κόρον τη θέση τους πάνω στη σκηνή. Ηθοποιούς που αισθάνομαι ότι θέλουν να κλέψουν το θαυμασμό του κοινού για να τονώσουν το εγώ τους και το νιώθεις στο παίξιμό τους. Ομως αυτό έχει να κάνει με το ήθος που φέρει κανείς σε όποια δουλειά κι αν βρίσκεται. Οσον αφορά εμένα ως ηθοποιό, κάνω ό,τι έχω να κάνω στη σκηνή και μετά το ακουμπάω εκεί και βγαίνω έξω. Δεν δικαιούμαι να το φέρω και να το περιφέρω εκτός σκηνής. Δικαιούμαι να το υποστηρίξω όσο είμαι εκεί πάνω. Δεν μου ανήκει μετά. Μια δουλειά άλλωστε είναι κι αυτή του ηθοποιού. Και προσωπικά δεν μου χρησιμεύει ούτε για να τονώσω το εγώ μου, ούτε για να αποκτήσω χρήματα ή φήμη. Θεωρώ ότι η πραγματική δουλειά του ηθοποιού είναι να ακούει οδηγίες. Η δουλειά μας λοιπόν έχει πολύ κουπί. Και είτε το θες, είτε όχι, σε ταπεινώνει, όχι ηθικοπλαστικά αλλά ουσιαστικά. Και φυσικά το ίδιο ισχύει κι από την πλευρά των σκηνοθετών. Το πώς δηλαδή θα διαχειριστούν την «εξουσία» που έχουν στα χέρια τους: δημιουργικά ή σαδομαζοχιστικά.

Α.Μπ.: Αν ένας σκηνοθέτης κάνει κατάχρηση της ιδιότητάς του αυτόματα εμπλέκεται σε παιχνίδια εξουσίας. Αλλά μη νομίζεις ότι μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα αν ένας ηθοποιός δεν έχει πειστεί για το τι πρέπει να κάνει. Ο ηθοποιός μια χαρά μπορεί να βρει τρόπους να μην κάνει πράγματα που δεν θέλει ή δεν πιστεύει, ακόμα και να ασκήσει βέτο, ειδικά αν είναι γνωστός.

Ο.Λ.: Φυσικά, στις πρόβες παίζονται διάφορα ψυχοδράματα. Συχνά δε, ταυτιζόμαστε με τα κεκτημένα μας και νομίζουμε ότι είμαστε αυτά. Γιατί φοβόμαστε το ρίσκο, την αλλαγή. Δεν είμαστε όμως τα κεκτημένα μας αλλά το δυναμικό παρόν μας. Δεν βλέπεις τι συμβαίνει στην τέχνη σήμερα; Η καλλιτεχνική δημιουργία έχει γίνει συνώνυμο των δημόσιων σχέσεων. Πράγμα απαράδεκτο για μένα, καθώς ο καλλιτέχνης δεν χρειάζεται να είναι δημοσιοσχεσίτης. Οφείλει να είναι αφοσιωμένος στην τέχνη του.

Α.Μπ.: …Για να είναι η τέχνη δημιουργική, επαναστατική, επικίνδυνη, να ανανεώνεται, να διερευνά, να αυτοαναιρείται.

  • Περιγράφετε το ελληνικό θέατρο στην πραγματική ή την ιδανική του μορφή;

Α.Μπ.: Προφανώς και δεν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες γιατί δεν υπάρχει παιδεία, δεν υπάρχει όραμα. Είμαστε τόσο πολύ μέσα στην κατανάλωση πραγμάτων, στην αγωνία να βρούμε δουλειά, να αποκατασταθούμε και να καταξιωθούμε, οπότε πού καιρός να ασχοληθούμε ουσιαστικά με αυτό που μας καίει την ψυχή. Βλέπω και τα παιδιά στη σχολή, τους μελλοντικούς ηθοποιούς, πώς προσπαθούν να ενταχθούν και να δικτυωθούν σε αυτό το χαοτικό σύστημα για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Αυτό που φοβούνται τα νέα παιδιά είναι αυτό που λέει και η Δεσποινίς Μαργαρίτα, ότι θα τους κλείσουν οι πόρτες κατάμουτρα με το πρώτο στραβοπάτημα. Και είναι αλήθεια αυτό. Κλείνουν οι πόρτες. Αλλά πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε -και μιλάω από προσωπική εμπειρία- ότι και μια πόρτα να κλείσει πάνω στα μούτρα μας δεν ήρθε δα το τέλος του κόσμου! Ας πάμε στη διπλανή. Και μετά στην επόμενη. Αρκεί εμείς να έχουμε ξεκάθαρο το στόχο μας.

Ο.Λ.: Και να είμαστε όσο μπορούμε θετικοί στο μικρό χώρο που μπορούμε να ορίσουμε. Προσωπικά προσπαθώ να καλλιεργώ μέσα μου -και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο ή αυτονόητο- μια κάποια ελπίδα. Γιατί διαφορετικά, επειδή έτσι είμαι εγώ ως χαρακτήρας, δεν θα έχω λόγο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Η δική μου ψυχή έχει ανάγκη να ελπίζει.

  • Το χιούμορ βοηθάει;

Α.Μπ.: Δεν αντέχει ο άνθρωπος όλη αυτή τη σκληρότητα γύρω του. Οπότε πρέπει να τη μετασχηματίσει σε χιούμορ.

Ο.Λ.: Εμπεριέχει και σοφία το χιούμορ. Σου επιτρέπει να βλέπεις τη σχετικότητα της ζωής και του εαυτού σου.

INFO
ΑΠΛΟ ΘΕΑΤΡΟ: Χαρ. Τρικούπη 4 (πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο), τηλ.: 210-9229605, 210-9246991. Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τρ.-Τετ.-Κυρ. 21.15, Πέμ. & Σάββ. 18.15. Τιμές εισιτηρίων: €22, €18, €16 (φοιτ.).

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 07.02.09
Η Ζακλίν, ιδιοκτήτρια κοσμικού εστιατορίου στο Σεν-Τροπέ, είναι στενή φίλη του Ζορζ και του Αλμπέν, που διατηρούν το περίφημο drag queen καμπαρέ «Το κλουβί με τις τρελές». Είναι επίσης ένας πολύ χαριτωμένος ρόλος-κλειδί για την έκβαση της πλοκής στο, βασισμένο στην περίφημη ταινία του Ζαν Πουαρέ, μιούζικαλ των Χάρβεϊ Φιρστάιν και Τζέρι Χέρμαν.

Ολο το καστ του «κλουβιού», παραταγμένο πίσω απ’ τις «κυρίες» του διάσημου καμπαρέ που απ’ το Σεν-Τροπέ εγκαθίσταται… στο «Παλλάς»

Η ελληνική του εκδοχή σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, με τον ίδιο ως Αλμπέν και Ζορζ τον Γιάννη Μπέζο, θεωρείται ήδη μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεατρικές παραγωγές της σεζόν – αν και θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τις 6 Μαρτίου για να δούμε πώς αποδίδει θεατρικά ο ιδιοφυής Φασουλής και οι συνεργάτες του τις περιπέτειες του πιο χαριτωμένου γκέι ζεύγους στην ιστορία του σινεμά.

Εν τω μεταξύ, μπορούμε όμως να συναντήσουμε τη «Ζακλίν» της ελληνικής παραγωγής, τη Νέλλη Γκίνη, που την ξέρουμε με τη διττή ιδιότητα της ηθοποιού και της τραγουδίστριας. Ηταν μια μάλλον απρόβλεπτη επιλογή, αν σκεφτεί κανείς ότι έχει συνδεθεί κυρίως με το σανίδι της επιθεώρησης. Κι ωστόσο, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι και μια πολύ κατάλληλη επιλογή.

Ρωτήσατε τον Σταμάτη Φασουλή πώς σας σκέφτηκε για τον ρόλο της Ζακλίν;

«Οταν συναντηθήκαμε τον ρώτησα. Μου είπε ότι αρκετές φορές σκεφτόταν να με πάρει στο τηλέφωνο και να μου προτείνει να συνεργαστούμε, αλλά όλο κάτι γινόταν. «Γιατί δεν το έκανες πιο πριν», του είπα με παράπονο – γιατί πάντα τον εκτιμούσα πάρα πολύ».

Η πρόταση για τον ρόλο τής έγινε πριν από το καλοκαίρι με «αγγελιαφόρο» τον παλιό της φίλο, χορογράφο και συνεργάτη του Φασουλή, Δημήτρη Παπάζογλου. «Η πρόταση ήρθε σε μια στιγμή πολύ σημαντική για μένα. Είχα αποσυρθεί και ήθελα να σκεφτώ κάποια πράγματα που δεν είχα κάνει μέχρι τότε. Ηθελα να αλλάξω λίγο ρότα. Και ψυχολογικά εκείνη τη στιγμή ήμουν κάπως. Αλλά ήταν μια πολύ χαρμόσυνη είδηση», παραδέχεται η κ. Γκίνη.

Ρότα άλλαξε πολλές φορές στη ζωή της. Ξεκίνησε π.χ. ως ηθοποιός προορισμένη κυρίως για το αρχαίο δράμα, αλλά βρέθηκε και σόουγουμαν και τραγουδίστρια στην αθηναϊκή νύχτα. Τηλεοπτικά πρωτοεμφανίστηκε με τη «Γειτονιά» κι έκτοτε δεν σταμάτησε να δίνει συχνά-πυκνά το «παρών» – πιο πρόσφατα στα «Στρας», «Θανάσιμες πεθερές», «Εγκλήματα» κ.ά. Κινηματογραφικά έκανε αρκετά περάσματα, τη θυμόμαστε όμως κυρίως από μικρότερους ρόλους σε ταινίες του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Σταθερή πορεία έκανε στην επιθεώρηση. Και παρέμεινε στο θέατρο ακόμα κι όταν αποφάσισε να ξαναλλάξει ρότα και να αφήσει τη νύχτα για χάρη του γιου της, του Μάριου, που τον έχει μεγαλώσει μόνη της.

«Ευτυχώς που ήρθε στη ζωή μου ο Μάριος, γιατί και τα θέατρα είναι καλά κι οι ηθοποιοί ευλογημένα πλάσματα, αλλά και η μητρότητα είναι η μεγαλύτερη ευλογία», λέει.

Πάντα είχατε το ένα πόδι στο τραγούδι και το άλλο στο θέατρο;

«Ανέκαθεν».

Ξεκινήσατε, όμως, από το θέατρο.

«Και μάλιστα, πολύ νωρίς. Το σανίδι το πάτησα στα 12 μου χρόνια. Το μικρόβιο μου είχε όμως κολλήσει πολύ νωρίτερα. Παρακολουθούσα, θυμάμαι, με τον πατερούλη μου την ταινία της Αλίκης «Το κορίτσι με τα παραμύθια» και ξαφνικά γύρισα και του είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Μια μέρα διάβασα μια αγγελία στις εφημερίδες: «Ζητούνται παιδιά για παιδική παράσταση». Κι έτσι με πήγε ο πατέρας μου κι έμεινα 3 χρόνια κοντά στον Διονύση Χιόνη, έναν θεατράνθρωπο αφοσιωμένο στο παιδικό θέατρο».

Και μετά;

«Εδωσα στα ταλέντα και πέρασα στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Στα 15 έκανα και το πρώτο υπερατλαντικό ταξίδι μου, με τον Μιχαηλίδη και με το Athens Drama Company, ως μέλος του Χορού. Κάθισα δύο χρόνια μαζί τους, έχοντας σπουδαίους καθηγητές (τον Σεβαστίκογλου, την Αρώνη, τον Παπαμιχαήλ), αλλά μετά έκλεισε ξαφνικά η σχολή. Κι έτσι πήγα στη σχολή του Εθνικού Ωδείου, κοντά στον άλλο σπουδαίο δάσκαλο, τον Θάνο Τράγκα, κι αποφοίτησα από εκεί».

Η σχέση σας με τη μουσική;

«Ο πατέρας μου ήταν μουσικός. Μεγάλωσα ακούγοντάς τον να παίζει την κιθάρα ή το ακορντεόν του. Θυμάμαι και πολλά καλοκαίρια στην Κέρκυρα, απ’ όπου κατάγομαι, τους θειούς μου με τις καντάδες τους κι εγώ να προσπαθώ να μάθω να κάνω δεύτερη και τρίτη φωνή. Είχα, λοιπόν, από μικρή κι αυτό το μικρόβιο».

Και στην πίστα πώς βρεθήκατε;

«Για να ‘μαι κοντά στον άνθρωπο που ερωτεύτηκα: τον άντρα μου, τον Κώστα Μαυρομιχάλη, ιδιοκτήτη ενός κέντρου στη Φωκίωνος Νέγρη, που λεγόταν «Το Καραβάνι». Εκεί τον γνώρισα ένα βράδυ που είχαμε πάει να διασκεδάσουμε με τη μάνα μου κι έναν θείο μου. Επαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε υπέροχα. Δεν υπάρχει πια. «Εφυγε» το ’87. Για να ‘μαι, λοιπόν, κοντά του ξεκίνησα την πίστα. Μετά βέβαια θέλησα να σπουδάσω. Μπήκα στο Εθνικό Ωδείο κι έκανα φωνητική με δασκάλα τη Μαρία Κωνσταντάρα».

Τα πρώτα σας λαϊκά ακούσματα;

«Ξεκινάνε από τον Ζαμπέτα. Τον μόνο λαϊκό που λάτρευε ο πατέρας μου, ο οποίος ως Κερκυραίος αγαπούσε την όπερα και την οπερέτα».

Τον Ζαμπέτα τον γνωρίσατε αργότερα…

«Κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Τον γνώρισα μια σεζόν που δούλεψα στο «Στορκ» και ήταν στο σχήμα εκείνος, ο Βοσκόπουλος, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Λιδάκης, ο Πασχάλης, η Ζανίνου κι εγώ. Τότε γνώρισα και τον γιο του τον Μιχάλη. Ερωτευτήκαμε σχεδόν αμέσως, μείναμε τρία χρόνια μαζί, αρραβωνιασμένοι, και το διαλύσαμε 15 μέρες πριν τα σκαλοπάτια της Μητρόπολης. Τον Γιώργο τον Ζαμπέτα όμως τον έζησα ακόμα περισσότερο. Κάναμε και περιοδεία μαζί γυρίζοντας ολόκληρη την Αμερική».

Με ποιους άλλους συνεργαστήκατε στον χώρο του τραγουδιού;

«Με όλες τις πρωτιές. Μπιθικώτση, Κόκκοτα, Πουλόπουλο, Σακελλαρίου, Πάριο, Βοσκόπουλο, Γαβαλά, Νικολάου, Πανταζή, Γερολυμάτο, Αντζελα, σχεδόν με όλους. Το ίδιο και στο θέατρο. Εχω συνεργαστεί με τα τρία τέταρτα του ελληνικού θεάτρου».

Περάσατε κι από το σινεμά. Ποια ήταν η πρώτη σας ταινία;

«Μαθήτρια της Δραματικής Σχολής είχα κάνει το «Καινούργια μέρα χάραξε». Ημουν γύρω στα 18, ενζενούλα. Δεν είχα φτιάξει ακόμα τη μύτη μου – αυτό το έκανα αργότερα. Ούτε εγώ δεν με γνωρίζω. Με βλέπω τώρα και γελάω: ήταν λίγο δραματικός ο ρόλος κι εγώ τόσο υπερβολική! «Θεέ μου», σκέφτομαι, όμως, «τι τρέλα είχα από τότε μ’ αυτή τη δουλειά»».

Και οι ταινίες με τον Κωνσταντάρα;

«Ηταν το 1972 πια όταν μου πρότεινε ο Κώστας Καραγιάννης να παίξω ένα ρολάκι και να τραγουδήσω. Κι έτσι έπαιξα τη Δόμνα στο «Τι 30, τι 40, τι 50″ – ένα ρολάκι ήταν, κι όμως έμεινε στον κόσμο. Τότε γνώρισα τον Λάμπρο που με βοήθησε πάρα πολύ. Τον Κωνσταντάρα, τον Πρετεντέρη και τον Καραγιάννη θα τους θυμάμαι για πάντα: ήταν άνθρωποι που μου στάθηκαν και μου φέρθηκαν πολύ καλά. Με τον τελευταίο βέβαια μια εποχή δυσαρεστηθήκαμε…».

Γιατί;

«Είχαμε κάνει με τον Βόγλη μια αστυνομική περιπέτεια που λεγόταν «Κυνηγημένη». Ξαφνικά γίνεται η πρεμιέρα και, χωρίς να μας ενημερώσει, ο Καραγιάννης αλλάζει τον τίτλο και τον κάνει «Ματιές απ’ την κλειδαρότρυπα». Θυμάμαι, διάβαζε ο πατέρας μου την εφημερίδα και τον ακούω να ουρλιάζει: «Τι ‘ναι αυτά;». Εγώ δεν είχα γυρίσει τίποτα το επιλήψιμο. Μόνο σε μια σκηνή φορούσα ένα κάπως βαθύ ντεκολτέ. Κι είχαν βάλει αυτή τη φωτογραφία στη διαφημιστική καταχώρηση κι από κάτω φαρδύ-πλατύ τον τίτλο. Στενοχωρήθηκα πολύ με τον Καραγιάννη. «Δεν είχες το δικαίωμα να το κάνεις αυτό», του είπα. Ηταν μια εποχή που από τη «Γειτονιά» στην τηλεόραση είχε αρχίσει ο κόσμος να με γνωρίζει και να με αγαπάει κι αυτό μου στοίχισε. Αργότερα όμως τα ξαναβρήκαμε».

Υπήρξαν και άνθρωποι που δεν σας φέρθηκαν καλά;

«Βεβαίως, αλλά ήμουν γατόνι. Ημουν ένα νόστιμο κορίτσι, όπως έλεγαν τότε, και γι’ αυτό με κυνήγαγαν και παραγωγοί και διάφοροι άλλοι. Ξαφνικά έμπαινα σε ένα γραφείο και, παρ’ ότι είχα κι ένα όνομα πια, κλειδώνανε πόρτες… Τα έζησα κι αυτά. Είχα, όμως, έναν τρόπο να ξεγλιστράω, χωρίς να τους προσβάλλω κιόλας».

Πίστα, θέατρο, τηλεόραση, σινεμά. Πώς τα καταφέρνατε;

«Δεν είχα ποτέ προσωπική ζωή. Ούτε ώρες να κοιμηθώ. Θυμάμαι να κοιμάμαι στην καρέκλα ανάμεσα στα γυρίσματα. Ή να γυρίζω απ’ το κέντρο να κάνω ένα παγωμένο ντους και να τρέχω κατ’ ευθείαν στο πλατό. Χαιρόμουν, όμως, που το έκανα όλο αυτό. Μέχρι βέβαια που ήρθε ο γιος μου στη ζωή μου και πάτησα ένα μεγάλο φρένο. Παράτησα τα κέντρα, δυστυχώς για την τσέπη μου. Αλλά ήθελα το παιδί μου να το μεγαλώσω εγώ».

Δεν αφήσατε όμως και το θέατρο…

«Αυτό δεν θα μπορούσα με καμία δύναμη να το αφήσω. Κι ενώ στην πίστα, έχοντας τη βεβαιότητα ότι δουλεύω για τα λεφτά, τους είχα πάρει τον αέρα, το θέατρο πάντα το έτρεμα. Ισως επειδή το σεβόμουν πάρα πολύ».

Ποιους θυμάστε απ’ τους ρόλους σας στο θέατρο και στην επιθεώρηση;

«Θεωρώ ότι ακόμα δεν έχω παίξει ένα ρόλο που να ‘χει αγγίξει απολύτως την καρδιά μου. Ωριμάζοντας, κι αν θέλει ο Θεός, έχω χρόνια μπροστά μου να παίξω και νταμοκαρατερίστικους ρόλους και καρατερίστικους και ύστερα τη γιαγιά ή και την προγιαγιά…».

Είστε όμως ευχαριστημένη μέχρι εδώ;

«Πιστεύω τουλάχιστον ότι ήμουν υπεύθυνη κι αξιοπρεπής. Οχι ότι είμαι απολύτως ευχαριστημένη. Ποτέ δεν χειροκρότησα τον εαυτό μου και να πω «μπράβο, αυτό το έκανες καλά». Πάντα ήθελα και κάτι άλλο…». *

Οι γκέι μπορούν να δώσουν στα παιδιά αγάπη

Το «Κλουβί με τις τρελές» είναι πολύ επίκαιρο σε εποχές που ο γάμος των ομοφυλοφίλων και το δικαίωμά τους στην υιοθεσία πλησιάζουν να γίνουν θεσμοί

Ο Αλμπέν, στο «Cages aux folles», έχει μεγαλώσει τον γιο τού Ζορζ σαν μάνα. Και μόνο γι’ αυτό, το έργο, εκτός από εξαιρετικά χαριτωμένο, είναι και επίκαιρο.

«Εχει πολύ συγκινητικές στιγμές. Λέει π.χ. ο Αλμπέν στον Ζαν-Μισέλ: «Ποιος καρδιοχτυπούσε, ποιος ήταν πάνω από την ανάσα σου;». Βεβαίως και είναι πολύ επίκαιρο».

Εσείς είστε υπέρ του γάμου των γκέι;

«Εγώ πιστεύω ότι ένας ενήλικος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Μπορεί να επιλέξει τη ζωή του. Αλίμονο στο 2009 να λέμε «Γιατί αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι μαζί;» Γιατί έτσι θέλουν. Από τη στιγμή που δεν ενοχλούν κανένα, που δεν προσβάλλουν, δεν έχουν δικαίωμα να ακολουθήσουν αυτό που επέλεξαν;»

Και ως προς την υιοθεσία ενός παιδιού από ένα γκέι ζευγάρι;

«Γιατί να μην υιοθετήσουν και να μην το μεγαλώσουν; Αυτό λέει κι η παράστασή μας. Ενα παιδί χρειάζεται πρώτα από όλα αγάπη. Κι ο Αλμπέν έτσι μεγάλωσε τον Ζαν-Μισέλ: με αγάπη και φροντίδα».

  • Συνέντευξη στη ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/02/2009
Υπάρχει γυναίκα που δεν έχει αισθανθεί αντίζηλος με κάποια άλλη;
  • Συνέντευξη: Ράνια Οικονομίδου και Λυδία Φωτοπούλου
Δύο μεσήλικες γυναίκες, σύζυγος κι ερωμένη του ίδιου άνδρα για 25 χρόνια, βρίσκονται για πρώτη φορά μαζί. Είναι μια… ατελείωτη, επώδυνη βραδιά αυτογνωσίας. Το «φάντασμα» του άνδρα, που πλέον έχει εγκαταλείψει και τις δύο για μια πολύ νεότερη, πλανάται πάνω από το συναισθηματικό «μπρα-ντε-φερ» των ηρωίδων, που στο τέλος καταλήγει λυτρωτικό. Δίνει και στις δύο μια παρατεταμένη «Ανάσα ζωής».

«Το θέατρο μας έσωσε», λένε οι ομοιοπαθούσες στο έργο του Χέαρ, Λύδια Φωτοπούλου και Ράνια Οικονομίδου. Την πρώτη απ’ τη δειλία, τη δεύτερη απ’ τον αυτισμό

Το ομότιτλο έργο-ψυχογραφία του Ντέιβιντ Χέαρ, γραμμένο το 2002, που έγινε διάσημο προτού καν ανεβεί στη σκηνή επειδή προοριζόταν για τις σπουδαίες Βρετανίδες ηθοποιούς Τζούντι Ντεντς και Μάγκι Σμιθ, ευτυχεί αναλόγως και στην ελληνική διανομή του.

Απατημένη σύζυγος και μπεστ-σελερίστρια συγγραφέας είναι η Λυδία Φωτοπούλου. Εξίσου… απατημένη ερωμένη και διευθύντρια του Μουσείου Ισλαμικού Πολιτισμού είναι η Ράνια Οικονομίδου. Πρόκειται για μια πραγματικά εξαιρετική θεατρική συγκυρία, μια και οι δύο πρωταγωνίστριες θα μοιραστούν για πρώτη φορά τη σκηνή χάρη στον Χέαρ και φυσικά στον εμπνευστή της συνάντησής τους, τον σκηνοθέτη Αντώνη Αντύπα. Η πρεμιέρα της «Ανάσας ζωής» θα δοθεί στο «Απλό Θέατρο» στις 20 του μήνα.

Για τη συζήτηση που ακολουθεί τις βρήκα να έχουν επιστρέψει, χωρίς ποδιά βεβαίως, στα θρανία ενός σχολείου: μια αίθουσα δημόσιου Γυμνασίου, που γειτνιάζει με το «Απλό Θέατρο», έχει μετατραπεί στο σαλόνι της ερωμένης Φράνσις. Στα λίγα τετραγωνικά του, με τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Μίτσαμ υπό μάλης -αφού για χάρη των προβών αυτός είναι ο «Ιούδας» τους- η μια γυναίκα παραδίδει, με πόνο και χιούμορ, μαθήματα ενήλικης ζωής στην άλλη.

Γιατί έχουν την ανάγκη να αναμοχλεύσουν μια επώδυνη ιστορία που ανήκει στο παρελθόν;

Λυδία Φωτοπούλου: «Η σύζυγος έχει ανάγκη αυτό το ξεκαθάρισμα».

Ράνια Οικονομίδου: «Και παίρνει τη Μαντλίν ένα τηλέφωνο. Της ζητά να τη δει για λόγους «λογοτεχνικής δεοντολογίας». Υποτίθεται ότι σκοπεύει να γράψει ένα βιβλίο που θα βασίζεται στη ζωή τους. Είναι η πρόφαση».

Τζούντι Ντεντς και Μάγκι Σμιθ: οι μεγάλες κυρίες του βρετανικού θεάτρου, που πρώτες «απογείωσαν» την «Ανάσα ζωής»
Επιμένει συνεπώς η Φράνσις να ξύσει παλιές πληγές, για λόγους προσωπικούς και μόνο.Λυδία Φωτοπούλου: «Πολλές φορές το παρελθόν μέσα μας στοιχειώνει. Η ηρωίδα απελευθερώνεται μόνο αφ’ ότου μαθαίνει ότι ο άνδρας της έχει ερωμένη. Αυτό συμβαίνει καθυστερημένα. Δεν εξηγεί ο Χέαρ αν ήθελε να γίνει συγγραφέας από προσωπική ανάγκη ή επειδή η ερωμένη του ήταν δημιουργική κι ανεξάρτητη και ήθελε να τη μιμηθεί. Δεν έγινε βεβαίως φοβερή λογοτέχνις. Εγινε δημοφιλής -προφανώς, ασχολιόταν με ζητήματα που αγγίζουν τις περισσότερες γυναίκες».

Τελικά συμφιλιώνονται με την προδοσία του άνδρα; Τον δικαιολογούν; Ηρεμούν;

Ράνια Οικονομίδου: «Βιώνουμε, με κάποιο τρόπο, κι εδώ το… ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα. Αλλά, ναι, νιώθουν κι οι δύο γυναίκες ένα ξαλάφρωμα, τελειώνοντας αυτή η συνάντηση το πρωί στο Isle of Wight, όπου έχει η Φράνσις την ανάγκη να αποσυρθεί. Ηρεμούν…».

Λυδία Φωτοπούλου: «Δεν ξέρω αν το θέμα είναι: θα συγχωρήσουν τον άνδρα ή όχι. Το κέρδος από τη συνάντησή τους είναι ότι καταλαβαίνει η μία γυναίκα την πλευρά της άλλης. Και οι δύο προδόθηκαν. Και οι δύο κάτι έχασαν και κάτι κέρδισαν».

Ράνια Οικονομίδου: «Αντιλαμβάνονται, δηλαδή, την κοινή μοίρα τους, ότι ο άνδρας δεν αγαπούσε τη μία περισσότερο από την άλλη. Οι περισσότερες γυναίκες, όπως αντιλαμβάνεστε, στο έργο του Χέαρ θα δουν τον εαυτό τους. Ποια γυναίκα δεν έχει αισθανθεί παραμελημένη και αντίζηλος με κάποια άλλη; Υπάρχει γυναίκα που δεν το έχει νιώσει; Αμφιβάλλω».

Στις πρόβες δουλεύετε με… άπιστο άνδρα τον Ρόμπερτ Μίτσαμ. Εχετε τη φωτογραφία του απέναντί σας για να εμπνέεστε. Γιατί ειδικά τον Μίτσαμ;

Λυδία Φωτοπούλου: «Ο Μίτσαμ έχει αυτό το χαρακτηριστικότατο χαμόγελο. Συνεπώς μοιάζει με τον άνδρα μας, αφού συνεχώς και για τα πάντα συνήθιζε να πετάει ένα «έλα μωρέ!», «και πού είναι το πρόβλημα», «και τι έγινε!». Αυτό είναι κάτι που στο βγάζει έντονα κι ο Μίτσαμ».

Ράνια Οικονομίδου: «Η Μαντλίν θυμάται τον άνδρα «με εκείνο το βλέμμα το νωθρό, το νυσταλέο, το συννεφιασμένο». Είχε πάντα ένα χαμόγελο στα χείλη. Ολα τα έπαιρνε πολύ ελαφρά».

Λυδία Φωτοπούλου: «Φτάνει να πει στη σύζυγό του «μόνο οι δυο μας θα ζούμε; Ας έχουμε μαζί μας και κανέναν άλλο»».

Πώς καταφέρνει και εισβάλλει η καλλίγραμμη Αμερικανιδούλα στη ζωή του μεσόκοπου δικηγόρου σας, που για δεκαετίες είναι μια χαρά βολεμένος μεταξύ των δύο γυναικών;

Λυδία Φωτοπούλου: «Η ανωριμότητα του άνδρα! Είναι πάρα πολύ τρομαγμένος με το γήρας που έρχεται και γραπώνεται απ’ το κοριτσάκι. Ετσι, τα μαζεύει και φεύγει μαζί του στην Αμερική».

Ράνια Οικονομίδου: «Τον σέρνει από τη μύτη με το να μη δέχεται να κάνουν σεξ. Τον κουμαντάρει τόσο πολύ μ’ αυτό τον τρόπο, που φτάνουμε στο σημείο να τον συμπαθήσουμε».

Πώς είδε, πώς δούλεψε το έργο ο Αντώνης Αντύπας;

Λυδία Φωτοπούλου: «Εμπνέεται κι αντλεί τα πάντα μέσα από το κείμενο του Χέαρ».

Ράνια Οικονομίδου: «Δεν είναι το έργο από αυτά που μπορείς να φωτίσεις διάφορες απόψεις και πλευρές. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βγάλουν οι δύο ηρωίδες αλήθεια. Σε ένα ρεαλιστικό έργο δεν έχεις το περιθώριο για κάτι περισσότερο».

Ο ρεαλισμός της «Ανάσας ζωής» δεν έχει, δηλαδή, κάποια ειδική δυσκολία;

Ράνια Οικονομίδου: «Την πολύ δύσκολη, καθόλου συναισθηματική ή πιασάρικη γλώσσα. Είναι μια γλώσσα διανοουμενίστικη. Δεν είναι και πολύ εύκολο να την παρακολουθήσεις».

Λυδία Φωτοπούλου: «Και είναι και πάρα πολύ εγγλέζικη. Πρέπει να έχεις κατανοήσει καλά γιατί λέγονται κάποια πράγματα, ώστε να βγαίνουν καθαρά».

Με άλλα λόγια, το έργο στηρίζεται στις ερμηνείες. Αυτό προϋποθέτει καλούς ηθοποιούς. Πώς τους ορίζετε;

Ράνια Οικονομίδου: «Είναι απλό. Καλός ηθοποιός είναι ο ταλαντούχος. Πιστεύω πάρα πολύ στο ταλέντο. Δεν θεωρώ ότι μπορεί να γίνει ηθοποιός ο καθένας. Οπως εγώ δεν μπορώ να γίνω καλός επιχειρηματίας. Δεν μπορώ να γίνω Ωνάσης. Ούτε μπορώ να γίνω καλός κηπουρός ή καλός περιπτεράς. Κάθε άνθρωπος διαπρέπει εκεί που έχει ικανότητες».

Λυδία Φωτοπούλου: «Ο καλός ηθοποιός χρειάζεται μια εσωτερική κλίση. Εγώ θα ήθελα πάρα πολύ να μπορώ να παίζω ένα μουσικό όργανο, ένα βιολί, ένα πιάνο. Δεν έχω κλίση. Από εκεί και πέρα, έχοντας την κλίση χρειάζεται δουλειά. Είναι θέμα θεατρικής αντίληψης η ανάγλυφη δημιουργία ενός προσώπου μέσα από λέξεις».

Ράνια Οικονομίδου: «Χρειάζεται επιπλέον η ικανότητα όλα αυτά να βρουν μια έκφραση. Εκεί διαφέρουμε οι ηθοποιοί. Γιατί δεν πιστεύω ότι ως ηθοποιός είμαι πιο ευαίσθητη από μια κυρία που δουλεύει στην εφορία!».

Λυδία Φωτοπούλου: «Χρειάζεται όμως ψυχική ευρυχωρία. Αμα είναι πολύ έντονο το Εγώ σου, δύσκολα λιώνει μέσα στο Εγώ ενός ρόλου. Χρειάζεσαι ένα πολύ μαλακό Εγώ για να κάνεις θέατρο».

Οι ηθοποιοί συνήθως έχετε τρομακτικό Εγώ...

Λυδία Φωτοπούλου: «Το Εγώ μας εμφανίζεται μόνο στην ανασφάλεια του να υπάρξουμε και να δείξουμε πόσο καλοί είμαστε. Προσωπικά, έβρισκα πάντα πολύ θάρρος πάνω στη σκηνή. Πάνω στη σκηνή γινόμουν ξαφνικά πολύ τολμηρή -σε αντίθεση με τη ζωή».

Ράνια Οικονομίδου: «Ημουν κι εγώ ένα πολύ δειλό πλάσμα. Επειδή υπήρξα τόσο πολύ κλεισμένη στον εαυτό μου, δεν παρατηρούσα τι γινόταν γύρω μου. Δεν είχα προσλαμβάνουσες του κόσμου. Τις απέκτησα στο θέατρο. Εκεί αισθάνθηκα ότι πρέπει να υπάρχει θεία πρόνοια. Ενας φύλακας άγγελος που σε σώζει την τελευταία στιγμή απ’ τον γκρεμό. Το θέατρο βρέθηκε μπροστά μου και με έσωσε από τον αυτισμό μου».

**Η «Ανάσα ζωής» ανεβαίνει σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Πάτσα και μουσική Ελένης Καραΐνδρου.
Είμαστε ομπαμικές, τι να κάνουμε;

Τι είδατε να αλλάζει με τα χρόνια στο χώρο του θεάτρου; Τον ζείτε και οι δύο επαγγελματικά περισσότερο από τρεις δεκαετίες.

Λυδία Φωτοπούλου: «Προσωπικά δεν ξεχωρίζω το θέατρο από τους υπόλοιπους χώρους. Ζούμε σε μια εποχή ανέμπνευστη. Οπότε και το θέατρο πάσχει από έμπνευση. Η ευκολία με την οποία έχουμε μάθει να γίνονται τα πάντα, παρέσυρε κι αυτό. Γι’ αυτό χαίρομαι με την κρίση που περνάμε. Κάθομαι από απόσταση και παρατηρώ…».

Τι βλέπετε να συντελείται μέσω της κρίσης;

Λυδία Φωτοπούλου: «Αφυπνιζόμαστε από τον ύπνο των ψεύτικων αναγκών. Αργήσαμε πολύ να αντιδράσουμε. Κοντά στους νεότερους, δεν ξέρεις, μπορεί να αφυπνιστούμε και οι μεγαλύτεροι. Αυτό δεν συνέβη στο πάρκο στην Πατησίων, που κόψαν’ με βιαιότητα αιωνόβια δέντρα; Μόνο μέσα από την κρίση θα μπορέσουν να κτιστούν τα πράγματα σε νέες, υγιείς και γερές βάσεις».

Ράνια Οικονομίδου: «Η οικονομική κρίση κάποια στιγμή θα ερχόταν. Ο υπερκαταναλωτισμός εκεί θα οδηγούσε. Δεν χρειάζεται να έχουμε 300 είδη τυριών στον «Βασιλόπουλο». Μπορούμε να ζήσουμε και με τρία. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ποιότητα ζωής τη στιγμή που καίγεται η ύπαιθρος, μόνο και μόνο επειδή πηγαίνουμε και ψωνίζουμε στο «The Mall». Υπερκαταναλώνουμε, αλλά ο βασικός μισθός των ηθοποιών, όπως φυσικά και πάρα πολλών άλλων, παραμένει 700 ευρώ!».

Και οι ηθοποιοί στη γενιά των 700 ευρώ;

Λυδία Φωτοπούλου: «Φυσικά. Μην κοιτάτε το Εθνικό Θέατρο, που σκέφτεται τους ηθοποιούς και την περίοδο των προβών. Συνήθως δεν πληρώνονται ούτε και τις πρόβες τους. Και κανένας δεν μιλά».

Συνδικαλισμός στο θέατρο, που να διεκδικεί τα δίκαια του κλάδου, δεν υπάρχει;

Λυδία Φωτοπούλου: «Συνδικαλισμός στο θέατρο είναι «πόσο θα μου μειώσεις τις ώρες πρόβας» και «θα περάσω από πειθαρχικό αν κάνω μισή ώρα παραπάνω πρόβα σε ένα κρατικό θέατρο». Αυτό είναι συνδικαλισμός στη δουλειά μας. Μπορεί εγώ μια μέρα να θέλω να δουλέψω τρεις ώρες και κάποια άλλη δέκα. Απαγορεύεται».

Ράνια Οικονομίδου: «Πάντα εφευρίσκεται ένας τρόπος να «καπακώνονται» τα πράγματα. Οσο περνάνε τα χρόνια, το ανθρώπινο γένος με βάζει σε τρομερές σκέψεις».

Γιατί το λέτε αυτό;

Ράνια Οικονομίδου: «Ανάμεσα στο καλό και στο κακό, υπερισχύει πάντα το κακό. Ο άνθρωπος δεν έχει ωριμάσει ούτε το 2009 για να μην ξανακάνει πόλεμο!».

Ο Ομπάμα, για να φέρω ένα παράδειγμα, δεν είναι μια αλλαγή, που μπορεί να γεννήσει, ακόμη και με ένα σωρό επιφυλάξεις, αισθήματα αισιοδοξίας;

Λυδία Φωτοπούλου: «Εχουμε τόση ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι, που φτάνουμε στο σημείο να πιστεύουμε στον πρόεδρο της Αμερικής! Είναι τρελό. Κι εγώ φαν του είμαι!».

Ράνια Οικονομίδου: «Δεν αποκλείεται να αλλάξει μαζί του ο κόσμος. Είναι μια τεράστια ανατροπή. Οπως καταλαβαίνετε, ομπαμική είμαι κι εγώ!».

Λυδία Φωτοπούλου: «Κάνει επανάσταση και μόνο που λέει ξαφνικά «θέλω τόσα χρήματα για την αιολική και την ηλιακή ενέργεια». Ηρθε και μίλησε αμέσως για έναν πράσινο πλανήτη. Αυτό από μόνο του σ’ ανακουφίζει».

Οι άνδρες θεατές μπορεί να νιώσουν άβολα

«Η «Ανάσα ζωής» αντλεί τη δύναμή της από ένα πράγμα: τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη σεξουαλική προδοσία. Δεν τη χειρίζεται σαν μια φαντασίωση ή μηχανορραφία, αλλά σαν μια συναισθηματική πραγματικότητα», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης της Αντώνης Αντύπας. Για να προσθέσει: «Είναι ένα έργο γεμάτο εσωτερικότητα, τρυφερότητα, ποίηση, αναμνήσεις αλλά και πόνο, μοναξιά, ματαιώσεις, απογοητεύσεις και πικρίες, με κύριο δραματουργικό πυρήνα του τον απολογισμό της ζωής δύο γυναικών, συζύγου και ερωμένης».

Η γυναίκα θεατής, θέλει δεν θέλει, θα… ανακαλύψει κομμάτια του εαυτού της σε κάποια κατάσταση, συναίσθημα ή φράση. Ο άνδρας; «Τον άνδρα θεατή το έργο ενδεχομένως να τον φέρει σε πολύ δύσκολη θέση», παραδέχεται ο Αντύπας. «Στη συνάντηση των γυναικών αποκαλύπτεται τι έχει πει ιδιωτικά και στη μία και στην άλλη. Από τις εκ βαθέων εξομολογήσεις των δύο ηρωίδων βλέπουμε ότι αμφότερες τις χρησιμοποίησε».

Το έργο ευτύχησε στη διανομή. Παρ’ όλα αυτά, μια βασική δυσκολία ορθώνεται, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ενώπιον των δύο ηθοποιών του: να ειπωθεί ο λόγος σωστά και με τον ρυθμό που απαιτεί ο συγγραφέας. «Αν δεν βρεθεί ο ρυθμός, το έργο κινδυνεύει να γίνει συναισθηματικό», καταλήγει ο Αντύπας.

  • Συνέντευξη στην ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/02/2009
ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΡΟΛΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΧΕΙ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕΙ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ ΜΕΧΡΙ ΠΙΝΤΕΡ Ή ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. ΚΟΜΒΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ΄60, ΚΑΙ «ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΗ» ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑΤΙ ΑΝΑΖΗΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ, Η ΡΕΝΗ ΠΙΤΤΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΘΙΑ ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, Η ΟΠΟΙΑ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΕΜΒΑΘΥΝΕΙ ΣΤΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΠΟΥ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ. Η ΦΕΤΙΝΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΑ «ΕΞΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ ΣΕ ΕΞΙ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ» ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΟΤΙ ΤΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΕΡΓΑ ΑΠΟΓΕΙΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ
  • Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Κατάστρωμα. Αιγαίο. Κατακαλόκαιρο.

  • Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Ποιο πρωί; Μεσημέρι, και αν…

  • Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Χθες.

  • Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Η αποστασιοποίηση.

  • Το βασικό ελάττωμά σας;
Η αποστασιοποίηση.
  • Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα επαναλαμβανόμενα.

  • Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Σήμερα.
  • Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με την Ειρήνη την Αθηναία.
  • Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Η Κούνεβα, ο Φίλιππος, όλοι αυτοί που το παλεύουν με αξιοπρέπεια.

  • Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Πόλη και πάλι, ν΄ ανέβω τον Νείλο και ξανά στο Βερολίνο.

  • Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Ναμπόκοφ, Μπροχ, Ροΐδης.
  • Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Την υπευθυνότητα.
  • …Και σε μια γυναίκα;
Το ίδιο.
  • Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ο Ερκάν Ογκούρ.
  • Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Αδριανού απομνημονεύματα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.
  • Η ταινία που σας σημάδεψε;
Η «Έβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν, η «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ.
  • Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ο ανώνυμος της Κνωσού.
  • Το αγαπημένο σας χρώμα;
Τα χίλια μπλε της θάλασσας.
  • Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Τη χθεσινή μακαρονάδα.

  • Το αγαπημένο σας ποτό;
«Τέχνη αλυπίας» κόκκινο.
  • Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Και να σας πω, θ΄ αλλάξει τίποτα;

  • Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Την υποκριτική εκτός σκηνής.
  • Όταν δεν παίζετε επί σκηνής, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Να χαζεύω.

  • Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Ο ίσκιος μου.
  • Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Ο συνομιλητής ενισχύει ή ακυρώνει την επιλογή…

  • Ποιο είναι το μότο σας;
«Γαμώ τα υπουργεία σας!».
  • Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Όρθια σαν τα δέντρα.

  • Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό,τι θα θέλατε να σας πει;
Μνήσθητί μου άνθρωπε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου.

  • Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Ήπιας τρέλας.
Ποιο τραγούδι σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Το «Ι΄m singing in the rain»

ΤΗΝ ΙΖΕ, ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΖΕΙ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΛΟΝΤΕΛ «Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ», ΘΑ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕΙ Η ΑΜΑΛΙΑ ΜΟΥΤΟΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΠΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ Ο ΓΙΟΣΙ ΒΙΛΕΡ

Μόνο μία από τις προδιαγραφές των υψηλών στάνταρντ αυτής της νέας παραγωγής δεν τηρείται. Να εγκαινιάσει, όπως είχε προγραμματισθεί, την Κεντρική Σκηνή του κτιρίου Τσίλερ, επειδή το αναστηλωτικό έργο δεν έχει ολοκληρωθεί. Η πολυαναμενόμενη πρεμιέρα θα δοθεί στην «Πειραιώς 260», διατηρώντας τα υπόλοιπα στοιχεία που ανεβάζουν τον πήχυ των απαιτήσεων. Τη θαυμαστή ποιότητα του κειμένου, έναν σκηνοθέτη, τον Γιόσι Βίλερ, που διαπρέπει στην Ευρώπη κι ένα δυνατό κουαρτέτο ηθοποιών (Αμαλία Μουτούση, Νίκο Κουρή, Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Νίκο Καραθάνο). Η παράσταση, εμβαθύνοντας στην πνευματικότητα και την ποίηση του Κλοντέλ, φιλοδοξεί να δείξει πόσο ουσιαστικά μοντέρνο είναι σήμερα το έργο, γραμμένο το 1906. Τέσσερα πρόσωπα- μια γυναίκα, ο σύζυγος, ο πρώην εραστής και ο καθοριστικός τελευταίος της έρωτας- ξεκομμένα από την πραγματικότητα γύρω τους, συγκεντρωμένα στον εαυτό τους, στα αισθήματα και τις επιθυμίες τους, πλέουν προς την Κίνα, με την αχλύ ενός μυστηρίου, σχεδόν μεταφυσικού.

info

Πρεμιέρα στις 13 Φεβρουαρίου στην «Πειραιώς 260» (τηλ. 210
4838739 και http://www.n-t.gr)

Ηθοποιός με εκτόπισμα, η Αμαλία Μουτούση μιλάει για όσα την κινητοποιούν και τη συνδέουν με την ποιητική υπόσταση του έργου και την ηρωίδα. «Έργο κρυπτικό, αφορά τον άνθρωπο και την υπόστασή του στο σύμπαν. Και την ίδια στιγμή βαθιά προσωπικό και για μένα που το κάνω. Είναι αυτό το κομμάτι που σωπαίνει μέσα μου, ανεξάρτητα από τα βιώματα και τις επιλογές μου, αλλά ενδεχομένως, το μόνο αληθινό. Η Ιζέ, μια γυναίκα σπασμένη σε κομμάτια, αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο μέσα από τους άνδρες. Απολύτως κολλημένη στη ζωή, κρύβεται από τον εαυτό της. Είναι το φως που τυφλώνει και τυφλώνεται από τον ίδιο της τον εαυτό, δεμένη με τη ζωή, τη σάρκα, με τη θνητότητα. Νάρκισσος σχεδόν αυτιστικός, μέσα σε μια αφόρητη πλήξη, γιατί πώς να μην πλήττει ένας άνθρωπος όταν δεν μπορεί να ζήσει από μέσα του- κι εδώ είναι το κομμάτι του Θεού, ο πόθος για πίστη, να νιώσει την πληρότητά του μέσα από το Θείο- έζησε μια ζωή, και καθόλου δεν προετοιμάστηκε για τον θάνατο. Εγώ εδώ τη βρίσκω σπαρακτική. Γιατί με δική της επιλογή πάει να πεθάνει, ενώ φοβάται τόσο πολύ τον θάνατο. Υπάρχει μια σύγκρουση, που σε κάνει να νιώσεις βαθιά συμπόνια, γιατί δεν έζησε ποτέ τον εαυτό της, με την έννοια της δικής της υπόστασης. Μια κατάσταση αληθινή, σε σχέση με τη γυναικεία φύση και τη σημασία που μπορούμε όλοι μας και ειδικότερα η γυναίκα και ακόμα ειδικότερα εγώ που την ερμηνεύω να τη δούμε και να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει, αν συμβαίνει μέσα μας. Κι έχει σημασία να τη δούμε μέσα από την οπτική του φωτός. Το φως στον Κλοντέλ είναι ο πυρήνας του έργου. Είναι το μερίδιο του καθενός μας από τον ήλιο, που μπορεί να βγάλει από μέσα μας διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Και μπορώ πιο καλά να το καταλάβω, αν σκεφτώ το φως στη δική μου ζωή. Ξυπνάω το πρωί και μπαίνει μια δέσμη μικρή από το παράθυρό μου και μόνο που τη βλέπω, αισθάνομαι ότι συμπυκνώνεται όλη μου η ζωή. Ο “Κλήρος” μιλάει για το μεσημέρι, που σημαίνει το μέσο της ζωής. Κι εγώ είμαι στο μέσο. Σ΄ αυτό το σημείο που αρχίζω κι έχω περισσότερη χαρά, γιατί βλέπω με απόσταση τη δουλειά μου, τη ζωή μου- ένα μικρό κομματάκι σ΄ ένα μεγάλο σύμπαν. Μεγαλώνοντας μπορείς να πλησιάσεις τα πράγματα και να νιώσεις τις πραγματικές διαστάσεις που έχουν. Είναι λυτρωτικό να παρατηρείς, χωρίς να αισθάνεσαι ότι είσαι το κέντρο».

  • Η συνεργασία με ξένους σκηνοθέτες μήπως είναι επιφανειακή;

«Προηγήθηκε πολύ καλή προετοιμασία για να λειτουργήσουμε σαν ομάδα, σε έναν κοινό κώδικα. Από εκεί και πέρα η συνάντησή μου με τον Γιόσι Βίλερ με κάνει ευτυχή. Ο Γιάννης Χουβαρδάς που τον έφερε έκανε εξαιρετική επιλογή. Αν και δεν ξέρει τη γλώσσα μας, καταλαβαίνει το νόημα από το αν είναι σωστός ή λάθος ο ήχος που ακούει. Είναι πολύ βαθύς, με μια ευαισθησία, που όταν έχει ένας άντρας είναι για μένα μεγάλη ευτυχία. Δεν μου έχει τύχει ποτέ να βρίσκομαι με σκηνοθέτες επιφανειακούς. Αλλά είμαι και εγώ πολύ προσεκτική. Η μητέρα μου μού λέει ότι είμαι πολύ καλλή μάνατζερ του εαυτού μου. Γιατί, για να συμβούν ορισμένες προτάσεις, έχω δουλέψει προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Ο ηθοποιός είναι εξαρτημένος από τον σκηνοθέτη, τον συμπαίκτη του, από την όλη οργάνωση που περιβάλλει μια δουλειά, ως φιλοσοφία. Χρειάζεσαι τις κατάλληλες συνθήκες, για να μπορέσεις να ανθήσεις. Έχω ανάγκη να συμφωνώ με τον σκηνοθέτη, όχι απλώς στο τι λέει λέει η ιστορία, αλλά πώς θα την πούμε. Συνήθως καταλαβαίνω αν έχουμε κοινό ήθος, από τον τρόπο που οδηγεί τον ρόλο. Κι αυτό είναι το κομμάτι που μπορώ να εμπιστευθώ. Τώρα πια είναι και σ΄ εμένα είναι πιο ξεκάθαρο τι με ενδιαφέρει σ΄ αυτή τη δουλειά, πότε, με ποιους ανθρώπους και ποια έργα. Γιατί προσανατολίζομαι πλέον σ΄ αυτό που λέγεται ποιητικό θέατρο, που είναι οι τραγικοί μας, τα κλασικά κείμενα».

  • Οι δυσκολίες της Επιδαύρου

Ο Γκότζεφ, επίσης ξένος σκηνοθέτης, την επέλεξε για τον ρόλο της Άτοσσας, στους «Πέρσες», που θα σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο, με το Εθνικό Θέατρο.

«Σε μια εποχή που η Επίδαυρος βάλλεται, η πρώτη μου αντίδραση είχε να κάνει με μια επιφύλαξη. Η Επίδαυρος είναι ένας χώρος που έχει ειδικές δυσκολίες και που είναι σχεδόν ανέφικτο να ξεπεραστούν.

Δεν κάνεις καν πρόβες στον χώρο όπου θα παίξεις, παρά μόνο γενικές, έχεις ένα κείμενο μεταφρασμένο από τη δική σου γλώσσα που δεν ξέρεις ή δεν έχεις διδαχθεί. Δηλαδή δεν είσαι σίγουρος για τα περισσότερα, ενώ θέλεις να κάνεις μια δουλειά που να την «ελέγχεις». Να μιλάς την ίδια γλώσσα και τη θεατρική και την ελληνική. Μετά την πρώτη επιφύλαξη όμως, είδα την πρόκληση, γιατί τέτοιες συναντήσεις σπάνια συμβαίνουν».

Απόφοιτος της Σχολής του Κάρολου Κουν, η κόρη της Νόνικας Γαληνέα, ύστερα από 30 χρόνια δουλειάς και ψαξίματος από διάφορους δρόμους και παράδρομους, βρίσκεται στη λεωφόρο των σπουδαίων έργων, των μεγάλων ρόλων και των απαιτητικών ερμηνειών.

«Η πορεία μου ήταν απρόβλεπτη. Έπαιρνα διάφορα μονοπάτια, που όλα έβγαιναν σ΄ ένα δρόμο, ο οποίος ήταν από την αρχή εκεί, αλλά δεν μπορούσα να τον δω. Σαν ορμητικός ποταμός, στον οποίο εκβάλλουν άλλοι μικρότεροι, με νερά θολά, που παίρνεις, χωρίς να μπορείς να διακρίνεις ούτε τον εαυτό σου, που σε βγάζουν στα βαθιά νερά, και πάλι σε άλλους παραπόταμους και τσακ σε βγάζουν στο μεγάλο ποτάμι που σε πάει με τη δική του ορμή».

  • Γράφει η Έλενα Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009