Αρχείο για Φεβρουαρίου 3, 2009

Οι πόρτες του Royal Court Theater άνοιξαν διάπλατα, προ ετών, για μια 25χρονη Ρουμάνα δραματουργό, την τριαντάχρονη σήμερα κοσμοπολίτισσα σκηνοθέτιδα και θεατρική συγγραφέα Τζιανίνα Καρμπουνάριου. Το θεατρικό hit της «Κεμπάπ ή Mady-baby.edu» πρόσφατα «προσγειώθηκε» και στην Αθήνα, στη γειτονιά του Μεταξουργείου, στο «Θέατρο της Ανοιξης», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μαργαρίτη.
Η Καρμπουνάριου δεν είναι μια συνηθισμένη θεατρική προσωπικότητα. Μετά την αποφοίτησή της από την Ακαδημία Θεάτρου και Κινηματογράφου του Βουκουρεστίου αρνήθηκε να συνεργαστεί και να αφομοιωθεί από τα θεσμικά θέατρα που προδιαγράφονταν ως ο φυσικός προορισμός της. Μαζί με τρεις συνομιλήκους της συνέστησε την ομάδα «DramAcum», για να θέτει ακούραστα το ερώτημα «πώς γράφεται ένα θεατρικό σήμερα;». Η απάντηση είναι μια 100% συλλογική διαδικασία. Συχνά η ομάδα αναζητά δραματουργούς κάτω των 26 ετών, με τους οποίους συγγράφει και ανεβάζει παρέα έργα που συνδέονται με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Εξάλλου, η Καρμπουνάριου έχει μια εμμονή: οι ήρωές της είναι νεαρά άτομα, από 25 έως 30 ετών, που ταλανίζονται απ’ τα αδιέξοδα, τις συγκρούσεις της κοινωνίας τους, την ανεργία και, φυσικά, όλα τα παράγωγά της, με επικεφαλής, την ανασφάλεια.Στο «Sado Maso Blues Bar», το τελευταίο θεατρικό project της, η Καρμπουνάριου με τη χρήση βίντεο επεκτείνει τη θεατρική δράση στην πόλη. Οι ανώνυμοι περαστικοί, οι κλοσάρ, τα μέσα συγκοινωνίας, τα κτήρια, ακόμη και το μπολιτιάρισμα γίνονται πρωταγωνιστές της παράστασής της.

Το «Κεμπάπ ή Mady-baby.edu», που παρουσιάζεται σε μετάφραση Ελίνας Δούβου, με τη Μαρία Μπελιγιάννη, τον Βαγγέλη Στρατηγάκο και τον Κωνσταντίνο Λιναρδάκη, είναι ένα τυπικότατο έργο του συγγραφικού στιλ της και των δραματουργικών προβληματισμών της. Τρεις νεαροί Ρουμάνοι εγκαταλείπουν τη χώρα τους για την Ιρλανδία. Ως οικονομικοί μετανάστες στο Δουβλίνο θα πέσουν θύματα οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

«Δεν ξεκίνησα με την πρόθεση να γράψω θεατρικά έργα. Ηθελα να γράψω κάτι που θα δουλεύαμε στην ομάδα. Το κείμενο αναπτύσσεται μαζί με τους ηθοποιούς ώς την πρεμιέρα. Πριν ξεκινήσω τη «συγγραφή» έχω ήδη λάβει υπόψη μου το χώρο/σκηνικό, τους ερμηνευτές και την αισθητική της παράστασης: κείμενο και παράσταση αναπτύσσονται ταυτόχρονα».

Συνήθως οι ήρωές σας είναι νεαροί, που «δραπετεύουν» για μια καλύτερη ζωή. Οπως και στο «Κεμπάπ», που εκτυλίσσεται στη μετα-Τσαουσέσκου εποχή. Πώς γράφτηκε;

«Μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ιρλανδία. Ετυχε να προσέξω ότι ο ιρλανδικός Τύπος ασχολούνταν με μια Ρουμάνα στο Δουβλίνο που έπεσε θύμα trafficking».

Βασιστήκατε δηλαδή σε ένα αληθινό γεγονός.

«Το στόρι του έργου είναι μυθοπλασία. Στην είδηση πρόσθεσα όλες τις παρατηρήσεις μου πάνω σε νέους Ρουμάνους που συνάντησα σε ταξίδια μου στην Ευρώπη. Με το «Κεμπάπ» ήθελα να μιλήσω για ανθρώπους που δεν νιώθουν ασφαλείς στην πατρίδα τους και προσπαθούν να επιβιώσουν, μεταξύ δύο πραγματικοτήτων».

Η ανασφάλεια είναι το βασικό πρόβλημα της ρουμανικής νεολαίας;

«Είναι η παντελής έλλειψη κριτηρίων. Ο,τι κι αν κάνεις, οποιοδήποτε βιογραφικό κι αν έχεις, πρέπει διαρκώς να ξεκινάς απ’ το μηδέν. Στη Ρουμανία, όσο κι αν προσπαθείς, είναι δύσκολα. Καταλαβαίνω, δηλαδή, απόλυτα όσους επιδιώκουν να βρουν δουλειά στο εξωτερικό».

Παρά την επιτυχία σας στη δυτική Ευρώπη -έργα σας έχουν ανεβεί σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Ιρλανδία, FYROM κ.ά.- επιμένετε να ζείτε στη Ρουμανία.

«Γιατί υπήρξα τυχερή: συνάντησα τα παιδιά της ομάδας. Αισθάνομαι ότι μαζί μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα».

Το κατορθώνετε;

«Κάποιες φορές, αισθάνομαι πως ναι. Αλλες φορές απελπίζομαι -γιατί στη Ρουμανία οι αλλαγές γίνονται τρομακτικά αργά».

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι άνθρωποι του χώρου σας ποιες είναι;

«Δεν υπάρχουν πολλοί ανεξάρτητοι, εναλλακτικοί «τόποι» θεατρικής έκφρασης».

Η ομάδα σας χρηματοδοτείται απ’ την πολιτεία;

«Το ρουμανικό θέατρο παραμένει λίγο-πολύ επιχορηγούμενο από το κράτος. Αν είσαι ανεξάρτητη ομάδα, υπάρχει ένας διαγωνισμός στον οποίο κάνεις αίτηση για χρηματοδότηση. Η τελευταία παράσταση της ομάδας μας ήταν συμπαραγωγή με το στούντιο ενός θεσμικού θεάτρου. Αυτού του είδους η συνεργασία είναι μοναδική στη Ρουμανία».

Γιατί;

«Τα θεσμικά θέατρα έχουν τους δικούς τους υπαλλήλους· δεν δέχονται ξένους συνεργάτες».

Η θεατρική παράδοση της χώρας σας έλκει την καταβολή της από τη μεγάλη ρωσική. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού άλλαξαν τα πράγματα; Προσανατολίστηκε το θέατρό σας προς τη Δύση;

«Άλλαξε ο τρόπος που απευθύνεται στο θεατή. Επί κομμουνισμού συγγραφείς και σκηνοθέτες έπρεπε να βρουν ένα συμβολικό, μεταφορικό τρόπο για να μιλήσουν για την πραγματικότητα. Μετά το ’90 εξαντλήθηκε το ενδιαφέρον για αυτή τη γραφή».

Τι είδους θέατρο επικρατεί σήμερα στη Ρουμανία;

«Οι κλασικοί καταλαμβάνουν το 80% του ρεπερτορίου. Προφανώς το θέατρό μας είναι προσανατολισμένο στην παράδοση κι όχι στο σύγχρονο ρεπερτόριο. Το θέατρο, ό,τι και να ‘ναι, αν είναι καλό, μπορεί να ανάψει το δημόσιο διάλογο. Θεωρώ, όμως, ότι πρέπει να πάψει να περιμένει το κοινό του. Πρέπει να βγει έξω απ’το χώρο του και να ψάξει για τους θεατές του. Πιθανότατα μέσα στα επόμενα χρόνια να συμβεί».*

Η ελευθερία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα

Το επίπεδο της ζωής, η καθημερινότητα, έχει καλυτερεύσει μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού;

«Το ’89 ήμουν 11 χρόνων, όμως διατηρώ ζωντανές αναμνήσεις από την εποχή. Ζήσαμε -κι αυτό εν μέρει ισχύει ακόμα- μια μεταβατική περίοδο, που ήταν εξαιρετικά δύσκολη για όλους. Αλλά, υποθέτω, η ελευθερία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα. Το πρόβλημα είναι ότι μετά τον Τσαουσέσκου τα πράγματα δεν άλλαξαν γρήγορα. Οι άνθρωποι-γρανάζια του «παλιού συστήματος» συνεχίζουν μια χαρά να παραμένουν… γρανάζια και στις νέες συνθήκες».

Αισθανθήκατε στη Ρουμανία το κύμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;

«Είμαστε εκπαιδευμένοι στην κρίση εδώ και 70 χρόνια! Αυτό που διαισθάνομαι όμως είναι ότι η ύφεση θα επηρεάσει πρώτα απ’ όλα τους χώρους της τέχνης και της εκπαίδευσης».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 03/02/2009
Advertisements
Θα �λεγα όχι στον «γλυκούλη»...

Ελένη Ράντου: Εγινα πολυμήχανη για να ξεφύγω απ την γκαρσόνα. Τωρα γίνομαι εργαζόμενη γυναίκα σε περίοδο κρίσης

Ντύθηκε, στολίστηκε, φόρεσε το πιο λαμπερό της χαμόγελο και είναι πανέτοιμη να πιάσει και πάλι δουλειά στον ΑΝΤ1. Οχι, αυτήν τη φορά δεν θα υποδυθεί την «γκαρσόνα», αλλά την τυροπιτού, την περιπτερού, τη φιλόλογο, την ασφαλίστρια και οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα μπορεί να βάλει ο νους σας! Κυρίες και κύριοι, σαν… «Εργαζόμενη γυναίκα» η… πολυμήχανη και αναμφισβήτητα ταλαντούχα Ελένη Ράντου από αυτή την εβδομάδα θα χτυπά κάθε Πέμπτη βράδυ στις 10 κάρτα στους δέκτες μας.

– Λοιπόν, ήρθε η ώρα η «Εργαζόμενη γυναίκα» να χτυπήσει κάρτα στον ΑΝΤ1, πώς αισθάνεσαι;

– Μια χαρά… Δηλαδή, εργασία και χαρά. Δεν σου κρύβω, μάλιστα, πως αδημονώ για την πρεμιέρα. Θέλω η σειρά να ξεκινήσει για να μπορώ να μοιραστώ αυτήν τη νέα μου επιλογή με τον κόσμο.

Θα �λεγα όχι στον «γλυκούλη»...

– Ξέρεις αυτήν τη δουλειά την περιμένουμε όλοι να βγει στον αέρα πώς και πώς από πέρσι…

– Μη σου πω εγώ από πρόπερσι, και η αλήθεια είναι πως είχα κουραστεί λιγάκι να περιμένω. Ευτυχώς, όμως, ξεκινάμε και είμαι ενθουσιασμένη.

-Γιατί έπρεπε να μεσολαβήσει ενάμισης χρόνος για να… πιάσει δουλειά η «Εργαζόμενη γυναίκα»;

– Γιατί τη χτύπησε αλύπητα η ανεργία (γέλια). Σοβαρά τώρα, γιατί ήταν και θέμα προγραμματισμού του καναλιού, αλλά και θέμα μπάτζετ. Δεν υπήρχαν τα οικονομικά περιθώρια για να στηθεί αυτή η σειρά νωρίτερα.

– Επειδή ήρθε η συζήτηση και στους… προϋπολογισμούς, πιστεύεις πως η παγκόσμια κρίση έχει χτυπήσει κατακούτελα και την ελληνική τηλεόραση;

– Η παγκόσμια κρίση μάς έχει χτυπήσει όλους κατακούτελα, δεν θα χτύπαγε και την τηλεόραση, που έτσι κι αλλιώς είναι ο καθρέφτης της ζωής μας;

– Αυτήν τη φορά δεν θα υποδυθείς ένα μόνο πρόσωπο, μία μόνο ηρωίδα, αλλά πολλές… εργαζόμενες γυναίκες αφού πρόκειται για σειρά αυτοτελών επεισοδίων. Να υποθέσω πως αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση;

– Εννοείται… Η ιδέα πως κάθε εβδομάδα θα πρέπει να είμαι και μία διαφορετική Ελένη, με τρέλανε από την πρώτη στιγμή. Ηταν κάτι που με τσίγκλησε φοβερά.

– Παρόλη πάντως την κούραση, διαπιστώνω πως είσαι ενθουσιασμένη με αυτήν τη δουλειά.

– Η αλήθεια είναι πως τη γουστάρω πολύ. Και τη γουστάρω πολύ, γιατί αυτή η κωμωδία άπτεται κοινωνικο-οικονομικών θεμάτων. Δεν είναι μία ακόμα κομεντί, δεν είναι μία ακόμα ερωτική ιστοριούλα που ασχολείται με την… κλειδαρότρυπα. Είναι μία κωμωδία σύγχρονη, μέσα στην οποία πολλοί θα δούμε να περνούν στιγμές από την ίδια μας τη ζωή.

– Μάλλον, η Ελένη μεγάλωσε και έχει αποκτήσει κι άλλου τύπου ανησυχίες και ευαισθησίες και θέλει να τις εκφράσει μέσα από τις νέες επιλογές της.

– Ακριβώς. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει πολιτικές και πολιτειακές ανησυχίες -ασχέτως κομμάτων, το διευκρινίζω- και θέλω μέσα από τις δουλειές μου, τις ανησυχίες μου αυτές να τις εκφράζω. Ακόμα κι αν έχω για «όπλο» μου μόνο το χιούμορ. Ας πούμε, είναι φοβερό το πώς οι επαγγελματικές επιλογές και οι χρηματικές απολαβές μπορούν να καθορίσουν σήμερα τη ζωή ενός ζευγαριού και μιας οικογένειας. Αυτές είναι αλήθειες που θα φανούν μέσα από την «Εργαζόμενη γυναίκα».

– Ετσι, λοιπόν, οι επιλογές της Ελένης γίνονται πια με βάση όχι του τι θα… πουλήσει, αλλά βάσει των προσωπικών καλλιτεχνικών αναγκών της;

– Καλώς ή κακώς έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν με νοιάζει το σουξέ και ποτέ δεν με ένοιαζε. Σε όσες δουλειές έχω βουτήξει μέσα, έχω κάνει αυτήν τη βουτιά γιατί τις γούσταρα και τις πίστευα. Θα μπορούσα να κάνω ακόμα και τη μεγαλύτερη βλακεία, αν ένιωθα ότι εγώ θα είχα να πάρω και να δώσω πράγματα από όλο αυτό και ότι πάνω απ όλα δεν θα πρόδιδα την Ελένη.

– Αυτό δεν σημαίνει ότι… χόρτασες την επιτυχία…

– Ενας καλλιτέχνης δεν χορταίνει ποτέ την επιτυχία και το χειροκρότημα. Για το χειροκρότημα και για την αγάπη του κόσμου δουλεύουμε. Απλώς, αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν δουλεύω για τα ποσοστά τηλεθέασης και για τα εισιτήρια, αλλά για να κάνω δουλειές με μεράκι, με ψυχή, με αλήθεια. Δεν θα… καβαλήσει τις επιλογές μου και τα θέλω μου το 40,0% !

– Το έχει δείξει και η τηλεοπτική ιστορία. άλλωστε, το 40,0% δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε να κάνουμε και με μια καλή δουλειά…

– Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ. Είναι θέμα αυτοεκτίμησης και νομίζω πως οφείλω να εκτιμώ τον εαυτό μου. Ας πούμε, σε πολλές σειρές φετινές που κάνουν τρελό χιτ δεν θα λεγα «ναι».

– Οπως;

– Σε καμία περίπτωση για παράδειγμα δεν θα παιζα στον «Λάκη τον γλυκούλη». Δεν κατακρίνω τους συναδέλφους που το κάνουν, καλά κάνουν και το κάνουν, απλώς εγώ από τη στιγμή που δεν θα το πίστευα δεν θα χα και τα κότσια για να το υποστηρίξω. Θέλω οι δουλειές μου να πατάνε κάπου, κάπου ουσιαστικά.

– Το… φαινόμενο του «Κωνσταντίνου και Ελένης» πώς το ερμηνεύεις; Ηταν μία σειρά του 40,0%, η οποία εδώ και δέκα χρόνια παίζει ασταμάτητα σε επανάληψη και εξακολουθεί να κάνει νούμερα. Το θέμα είναι, βέβαια, αν εσένα σου κάνει κακό…

– Ολο αυτό που γίνεται, γίνεται ερήμην μου, εννοείται πως δεν μ αρέσει και δεν μπορώ να το αλλάξω ακόμα κι αν ουρλιάξω. Γι αυτό και απορώ κι εγώ πώς δεν με έχει σιχαθεί ο κόσμος… Απ ό,τι έχει δείξει ο χρόνος, πάντως, κακό δεν μου έχει κάνει. Απλώς, όλη αυτή η κατάσταση με ανάγκασε να γίνω πιο… πολυμήχανη, στην προσπάθειά μου να ξεφύγω από την «γκαρσόνα». Νομίζω πως κατάφερα να ωριμάσω και να βγάλω προς τα έξω όλες τις υπόλοιπες Ελένες που κρύβω μέσα μου, τουλάχιστον μέσα από το θέατρο.

– Και την… ακούραστη επιτυχία πώς την εξηγείς;

– Μάλλον κάθε φορά που παίζεται βρίσκει άλλο κοινό και περνάει σε άλλη γενιά. Η «γκαρσόνα» μεγαλώνει γενιές και γενιές!

– Υστερα από 20 χρόνια στο τηλεοπτικό προσκήνιο, και όχι μόνο, τι είναι επιτυχία για την Ελένη;

– Παλιότερα επιτυχία ήταν για μένα το «μπράβο» των άλλων. Τώρα επιτυχία είναι το δικό μου «μπράβο» στην Ελένη.

– Οταν κάνεις τον απολογισμό σου πώς αισθάνεσαι;

– Αισθάνομαι περήφανη, γιατί κατάφερα όλα αυτά τα χρόνια να ανεβάσω τα στάνταρ μου, και να τα ανεβάσω πολύ. Κατάφερα να μην εγκλωβιστώ στην εικόνα που είχαν ή που ήθελαν να έχουν οι άλλοι για μένα και να δημιουργήσω τη δική μου εικόνα. Κατάφερα να απεγκλωβιστώ από τη σοβαροφάνεια που επιβάλλει η υποτιθέμενη κουλτούρα, πέρασα απ όλα τα είδη και στο τέλος κράτησα μόνο την Ελένη.

  • ΝΑΝΣΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, TVΕΘΝΟΣ, 01/02/2009