Αρχείο για Φεβρουαρίου 1, 2009

Ο Ντανιέλ Οτέιγ ετοιμάζεται να περάσει στον χώρο της θεατρικής σκηνοθεσίας το 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Ντανιέλ Οτέιγ έρχεται στην Αθήνα με το «Σχολείο γυναικών» του γάλλου κλασικού και μιλάει για την πορεία του, για τα χαρίσματά του και για τις γυναίκες

«Είναι αλήθεια ότι έχετε γεννηθεί στις 24 Ιανουαρίου;» τον ρώτησα μετά τις αρχικές συστάσεις.

«Ναι» μου απάντησε. «Κι εγώ» του είπα. «Ε, τότε, είναι σαν να σας ξέρω λίγο». Κι άξαφνα η απόσταση μειώθηκε. Ο Ντανιέλ Οτέιγ, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, αφέθηκε στη συνέντευξη με τον επαγγελματισμό ενός καλλιτέχνη που ξέρει να κάνει τη δουλειά του και με την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου που αγαπάει πολύ αυτό που κάνει. Με αφορμή τις δύο παραστάσεις που θα δώσει στην Αθήνα με το έργο του Μολιέρου «Σχολείο γυναικών» σε σκηνοθεσία Ζαν-Πιερ Βενσάν, στο Παλλάς, στις 11 και 12 Φεβρουαρίου, ο γάλλος ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου έδειξε διατεθειμένος να μιλήσει για όλα: το σινεμά και τις γυναίκες, το σανίδι και τον Ομπάμα, τα σχέδιά του, το Χόλιγουντ, την Αθήνα…

«Πώς είναι ο καιρός; Ηλιόλουστος;» με ρώτησε με μια σχετική αγωνία. «Εγώ είμαι στην Γκρενόμπλ και βρέχει…Το βράδυ έχω παράσταση». «Στην Αθήνα πότε θα έρθετε;» συνέχισα. «Δεν ξέρω ακριβώς. Περιμένω από μέρα σε μέρα να γεννήσει η μεγάλη μου η κόρη το πρώτο μου εγγόνι και θα ήθελα, όσο μπορώ, να είμαι εδώ».

Γεννημένος στο Αλγέρι, το 1950, ο Ντανιέλ Οτέιγ μεγάλωσε στην Αβινιόν, την κατεξοχήν θεατρική πόλη της Γαλλίας, με γονείς τραγουδιστές της όπερας. Η αγάπη του για το θέατρο δεν άργησε να τον οδηγήσει στο Κονσερβατουάρ, στο Παρίσι. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 πρωτοανέβηκε στο σανίδι και το 1974 έκανε το πρώτο πέρασμα στη μεγάλη οθόνη. Σιγά σιγά αρχίζει να παίζει στην τηλεόραση. Το 1986 με τον ρόλο του Υγκολέν στο δίπτυχο του Κλοντ Μπερί «Ζαν ντε Φλορέτ» και «Μανόν των πηγών», βασισμένο στο έργο του Μαρσέλ Πανιόλ, ξεχωρίζει πλάι στον Υβ Μοντάν και τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και κερδίζει το πρώτο Σεζάρ. Υστερα ήρθαν δεκάδες ταινίες, ένα βραβείο ερμηνείας στις Κάννες, το 1996, για την ταινία «Η όγδοη μέρα».

Ερμηνευτής-χαμαιλέων όπως τον έχει χαρακτηρίσει η γαλλική κριτική, ο Οτέιγ έχει υποδυθεί από ιστορικές προσωπικότητες (όπως ο Ναπολέων ή ο Ερρίκος Ε Δ ) ως κοινούς εγκληματίες, ιδιόρρυθμους άνδρες και γοητευτικούς ερωτευμένους. Εκτός από τον Ντεπαρντιέ, έχει παίξει με τις Κατρίν Ντενέβ, Ιζαμπέλ Αντζανί, Εμμανυέλ Μπεάρ (με την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη). Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Αντρέ Τεσινέ, Πατρίς Σερό, Κλοντ Σοτέ, Πατρίς Λεκόντ, Ολιβιέ Μαρσάλ, Νικόλ Γκαρσιά, Αλέν Κορνό κ.ά.

Στο θέατρο δεν παίζει συχνά: έχει έναν ακόμη Μολιέρο στο ενεργητικό του (ερμήνευσε προ δεκαεπτά χρόνων τον Σκαπίνο στις «Κατεργαριές» του, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Πιερ Βενσάν), ενώ στο ρεπερτόριό του συναντάμε τον «Βόιτσεκ» του Μπίχνερ, Σνίτσλερ, Χόροβιτς και σύγχρονους. Το «Σχολείο γυναικών» έκανε πριν από έναν χρόνο πρεμιέρα στο θέατρο Οντεόν, στο Παρίσι και φέτος περιοδεύει.

– Κύριε Οτέιγ, είναι η δεύτερη φορά που παίζετε έργο του Μολιέρου. Πώς προσεγγίζετε τον Αρνόλφ, τον ήρωα του «Σχολείου γυναικών»;

«Το γεγονός ότι ο Μολιέρος τον ερμήνευσε θέλοντας να καυτηριάσει τον ίδιο τον Αρνόλφ αλλά και να προκαλέσει τον τρόπο σκέψης της εποχής μού επιτρέπει να τον πλησιάσω με έναν τρόπο αρκετά πολιτικό, στο μέτρο που ο 21ος αιώνας το επιτρέπει. Κάποιες από τις σκέψεις του Αρνόλφ ισχύουν και σήμερα. Ήθελα επίσης να προκαλέσει ηχηρό γέλιο, γιατί είναι γκροτέσκος και παθητικός μαζί και παράλληλα τόσο σίγουρος για τον εαυτό του».

– Η χειραγώγηση μιας γυναίκας με τον τρόπο που την ασκεί ο Αρνόλφ στο «Σχολείο γυναικών» δεν ισχύει στις μέρες μας. Η επιβολή εξουσίας του δυνατού προς τον αδύνατο όμως παραμένει ισχυρότατη…

«Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια προεργασία στη χειραγώγηση. Όταν η ευφυΐα συναντήσει τη ζωή, πολλά αλλάζουν. Τι έκανε λοιπόν ο Αρνόλφ; Πήρε ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών και ζήτησε να το μεγαλώσουν ώστε να γίνει όσο πιο χαζή γίνεται για να μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει. Αυτού του είδους η χειραγώγηση δεν φαίνεται σήμερα, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει. Και όσο λιγότερο τη βλέπουμε τόσο πιο ισχυρή είναι».

– Κάνουν χρήση οι πολιτικοί;

«Ακόμη κι αν δεν θέλουμε να φθάσουμε ως εκεί, είναι αλήθεια ότι μας κυβερνούν οι αντιθέσεις: πλούσιοι εναντίον φτωχών, καλλιεργημένοι εναντίον λιγότερο ή περισσότερο αγράμματων. Ανέκαθεν οι κυβερνώντες επέλεγαν και επιλέγουν τις αντιπαραθέσεις για να κυβερνούν».

– Η παράστασή σας είναι με κοστούμια εποχής, μέσα σε ένα λιτό σκηνικό…

«Ναι. Τοποθετείται στον 17ο αιώνα. Φοράω το κοστούμι που φορούσε ο Μολιέρος όταν έπαιζε τον ρόλο. Το αντιγράψαμε από έναν πίνακα στην Κομεντί Φρανσέζ που αναπαριστά τον Μολιέρο στον ρόλο του Αρνόλφ. Το μόνο που άλλαξα είναι το καπέλο, γιατί έτσι όπως γίνονται οι φωτισμοί, δεν θα με έβλεπε το κοινό. Το σκηνικό είναι πράγματι αυστηρό. Η σκηνοθεσία είναι επικεντρωμένη στους ηθοποιούς, στο κείμενο, στο νόημα. Το θέμα είναι να ακουστεί το έργο σαν να ήταν η πρώτη του φορά, κι ας βρισκόμαστε στο 2009».

– Για σας ποιο είναι το ενδιαφέρον να έρθετε να παίξετε στην Αθήνα;

«Καταρχήν συμφώνησα να κάνω περιοδεία με το “Σχολείο γυναικών”. Όμως θεωρώ πολύ μεγάλη τύχη για μένα να έρθω να παίξω στην Αθήνα, όπως και για όλο τον θίασο. Πιστεύω ότι είναι χαρά και τιμή να παρουσιάσουμε το μεγάλο γαλλικό θέατρο. Δεν είμαι σοβινιστής αλλά νιώθω υπερήφανος που θα παίξω Μολιέρο στην Αθήνα. Μου φτιάχνει τη διάθεση».

– Έχετε ξανάρθει στην Αθήνα;

«Έχω ξανάρθει για γυρίσματα- στο “Κορίτσι στη Γέφυρα”. Κρατώ ένα δυνατό συναίσθημα από αυτή την πόλη. Θυμάμαι ότι στους περιπάτους μου υπήρχαν άνθρωποι που με αναγνώριζαν και με έκαναν να νιώθω πολύ οικεία. Μου αρέσει τόσο πολύ να περπατώ μόνος στις πόλεις. Θα έπρεπε οι ταινίες μου να περνούν μια βόλτα από την Αθήνα, πού και πού».

– Νιώθετε ηθοποιός του θεάτρου ή του κινηματογράφου;

«Του κινηματογράφου, του κινηματογράφου. Κι ας ήταν το θέατρο στην αρχή στις προτεραιότητές μου. Αν τώρα έπρεπε να διαλέξω- ευτυχώς που δεν μου το ζητάει κανείς-, λατρεύω με πάθος το σινεμά».

– Και το θέατρο;

«Στο θέατρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η δέσμευση είναι φυσική, ηθική και ψυχολογική. Κάνω λιγότερο θέατρο- το ελέγχω περισσότερο. Εκεί είμαι και επαγγελματίας και καλλιτέχνης. Στο θέατρο, με τον τρόπο που το κάνω- όχι και τόσο συχνά, είναι αλήθεια- με κυνηγά το φάντασμα των απαιτήσεων. Νιώθω υπεύθυνος για τα πάντα και πάνω απ΄ όλα για τον εαυτό μου».

– Σκηνοθετείτε και γράφετε επίσης.

«Έγραψα ένα βιβλίο και σκηνοθέτησα άπαξ. Αν είχα περισσότερο χρόνο… Ευτυχώς όμως που δεν έχω πιο πολύ χρόνο για γράψιμο. Οσο ελεύθερο χρόνο διαθέτω, τον θέλω για να ζω, να είμαι ελεύθερος και ευτυχισμένος με τους ανθρώπους που αγαπώ. Λατρεύω να μην κάνω τίποτε. Αν είχα περισσότερο χρόνο θα έκανα περισσότερα πράγματα, οπότε καλύτερα έτσι. Η ζωή μου είναι αυτή- είναι γραφτό μου να παίζω».

– Είναι καλλιτεχνική η ζωή σας, με γονείς του μουσικού θεάτρου, συζύγους ηθοποιούς (σ.σ.: έχει κάνει τρεις γάμους με τις ηθοποιούς Αν Ζουσέ, Εμμανυέλ Μπεάρ, Μαριάν Ντενικούρ και έχει δύο κόρες), ενώ η τωρινή σας σύντροφος, Οντ Αμπροζί, είναι εικαστικός.

«Οταν γνώρισα την Οντ δεν ήξερα ότι ήταν καλλιτέχνης. Φορούσα κράνος, ήμουν πάνω στη μηχανή και έβαζα βενζίνη. Ούτε εκείνη με αναγνώρισε, καθώς είναι γεννημένη στην Κένυα. Ηταν η μοίρα μας λοιπόν…».

– Είστε περιτριγυρισμένος από γυναίκες. Σας αγαπούν και τις αγαπάτε,φαντάζομαι…

«Φυσικά, αφήνομαι στις γυναίκες. Μου αρέσει ιδιαίτερα η συντροφιά τους. Βαριέμαι την ανδρική παρέα».

– Ξέρατε από παιδί ότι θα γίνετε ηθοποιός;

«Είναι αλήθεια πως τόσο οι γονείς μου όσο και η Αβινιόν, όπου μεγάλωσα, έπαιξαν τον ρόλο τους. Η ζωή μου, σαν να ήταν προγραμματισμένη, είχε κατεύθυνση το θέατρο. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο. Δεν στράφηκα στην όπερα γιατί δεν διέθετα κατάλληλη φωνή, αλλά και γιατί πίστευα ότι η οπερέτα ανήκει στο παρελθόν. Και η Αβινιόν, με το φεστιβάλ της, με την εικόνα του Ζεράρ Φιλίπ τριγύρω, με επηρέασαν. Και απ΄ ό,τι κατάλαβα αργότερα, η αγάπη για τον Ζεράρ Φιλίπ ή τον Λουί Ζουβέ είναι γιατί πέρασαν μέσα από το σινεμά. Τότε δεν ήξερα, τώρα το έμαθα, ότι το σινεμά για μένα είναι ένα μεγάλο πάθος. Για τη μαγεία που ασκεί επάνω μου, είτε ως θεατή είτε ως υποκριτή. Την πρώτη φορά που πήγα στη Ρώμη αναζητούσα μια πλατεία και ένα εστιατόριο που είχα δει σε μια ταινία του Φελίνι. Έψαχνα κάτι που δεν υπήρχε, αλλά αυτή είναι και η δύναμη του σινεμά. Φτιάχνεται ένα σκηνικό και την άλλη μέρα το πρωί δεν έχει απομείνει τίποτε.».

– Είστε περισσότερο Ευρωπαίος ηθοποιός- σαν να μη σας αρέσει το Χόλιγουντ.

«Οι Αμερικανοί ανακάλυψαν το σινεμά, οπότε ξέρουν να το κάνουν. Και προτιμώ μια μεγάλη επιτυχημένη αμερικανική παραγωγή από μια γαλλική ταινία ενός κακού Γάλλου σκηνοθέτη. Δεν κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Δεν τάσσομαι υπέρ των αντιθέσεων, δεν αντιπαραθέτω τους μεν με τους δε. Σπουδαίες ταινίες και αποτυχίες γίνονται παντού…».

– Θα θέλατε να κάνετε μια ταινία στο Χόλιγουντ;

«Ναι, για το ταξίδι. Εχω κάνει ταινίες στην Ιταλία, στην Αγγλία, αλλά όχι στο Χόλιγουντ. Εχω αρνηθεί πολλές φορές, γιατί οι ρόλοι ήταν λιγότερο ενδιαφέροντες από αυτούς που κάνω στην Ευρώπη. Αλλά θα με ενδιέφερε πολύ το ταξίδι, η διαδρομή».

– Εχετε βραβευθεί, είστε διάσημος, μπορείτε και κάνετε τις επιλογές σας. Τι άλλο ονειρεύεστε;

«Μα να συνεχίσει όλο αυτό που περιγράφετε. Τίποτε δεν είναι ποτέ αρκετό. Θέλεις πάντα κάτι παραπάνω. Τι να μου ευχηθώ; Να έχω υγεία για να μπορέσω να συνεχίσω και σε άλλες περιπέτειες. Να σκηνοθετήσω, για παράδειγμα, στον κινηματογράφο».

– Το θέλετε;

«Προς το παρόν θα σκηνοθετήσω στο θέατρο το 2010 ένα σενάριο από μια ταινία του Μαρσέλ Πανιόλ που λέγεται “Η κόρη του πειρατή”».

– Ταλέντο,δουλειά- πολλή δουλειά είναι συστατικά που οδηγούν στην επιτυχία;

«Και τύχη… Χρειάζεται πολλή δουλειά, αφοσίωση και τύχη. Με το ίδιο ταλέντο είμαστε όλοι όσοι. Τη διαφορά την κάνει η τύχη».

  • Θέατρο Οντεόν: σημείο αναφοράς

Στιγμιότυπο από την παράσταση που θα δούμε στο θέατρο Παλλάς

Χτισμένο σύμφωνα με την αρχιτεκτονική του 18ου αιώνα, το θέατρο Οντεόν, στο Παρίσι, προοριζόταν να στεγάσει την Κομεντί Φρανσέζ. Εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου του 1782 και έμελλε να παίξει έναν καθοριστικό ρόλο, όχι μόνον στη Γαλλία αλλά και στην Ευρώπη, αρχικά ως Θέατρο των Εθνών (1789) και στη συνέχεια ως Θέατρο της Ισότητας (1794). Η σημερινή μόνιμη πλέον ονομασία του ισχύει από το 1796. Μετά τις πυρκαϊές και τις καταστροφές που υπέστη στα χρόνια που μεσολάβησαν, το Οντεόν ανακαινίστηκε και έγινε σημείο αναφοράς για το ρεπερτόριο και τις θεατρικές του προτάσεις, με καλλιτεχνικούς διευθυντές θεατρανθρώπους όπως ο Αντρέ Αντουάν, ο Φιρμέν Ζεμιέ και ο Ζαν-Λουί Μπαρό – ο τελευταίος το ξαναβάφτισε Θέατρο της Γαλλίας και επί των ημερών του (1959- 1968) πρότεινε ένα σύγχρονο για την εποχή ρεπερτόριο, με έργα των Μπέκετ, Ζενέ, Ντυράς. Τότε ήταν που πλάι στην κεντρική αίθουσα εγκαινιάστηκε και μια μικρότερη- το Μικρό Οντεόν που σήμερα ακούει στο όνομα Ροζέ Μπλεν, η οποία και φιλοξένησε όλη την πρωτοπορία.

Μετά τα γεγονότα του 1968 ο Μπαρό απομακρύνθηκε και το 1971 τη θέση του ανέλαβε ο Πιερ Ντυξ, διευθυντής της Κομεντί Φρανσέζ, με τον οποίο μετονομάστηκε σε Εθνικό Θέατρο του Οντεόν. Από το 1983 και με τον Τζιόρτζιο Στρέλερ στο τιμόνι η λειτουργία του διαφοροποιήθηκε και στο Θέατρο της Ευρώπης ανέβαιναν γαλλικές και διεθνείς θεατρικές παραγωγές, ενώ στο Οντεόν παραγωγές υπό τη διεύθυνση του Φρανσουά Μπαρασέν. Τρία χρόνια αργότερα το καθεστώς αλλάζει και πάλι και ο διευθυντής του είναι ο ίδιος με εκείνον της Κομεντί Φρανσέζ- όπως ο Ζαν Λε Πουλέν και ο Αντουάν Βιτέζ. Μόλις το 1990 το Οντεόν αποκτά την πλήρη αυτονομία του και διευθύνεται αυτόνομα- σήμερα τη θέση κατέχει ο 44χρονος σκηνοθέτης Ολιβιέ Πυ.

Το έργο του Μολιέρου «Σχολείο γυναικών» με τον Ντανιέλ Οτέιγ σε σκηνοθεσία Ζαν-Πιερ Βενσάν, σε παραγωγή του θεάτρου Οντεόν, θα φιλοξενηθεί στο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, στις 11 και 12 Φεβρουαρίου. Τηλ. 210 3213.100. Με ελληνικούς υπέρτιτλους. Πληροφορίες: Αττική Πολιτιστική Εταιρεία: τηλ. 210 722 5.469, http://www.tbb.gr, http://www.attiki-cultural.org

  • της μυρτως λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Advertisements

ΥΠΟΔΥΕΤΑΙ τη μητέρα της Χαράς στη δραματική σειρά του Μega «Χαρά: αγνοείται». Η Μαρία Καβογιάννη ανατρέπει την τηλεοπτική εικόνα της και περνάει από την κωμωδία, όπου την είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, στο δράμα. Η ίδια δηλώνει ότι απολαμβάνει το ρίσκο και την επιτυχία της σειράς κάνοντας ένα διαφορετικό comeback απολύτως συνειδητά.

– Περιμένατε την υψηλή τηλεθέαση της σειράς και κυρίως στο νεανικό κοινό;

«Δεν είμαι σίγουρη να σας πω για τέτοια επιτυχία, αλλά μου αρέσει που οι νέοι το αγκάλιασαν, γιατί είναι σειρά αληθινή και μια πολύ καλή δουλειά. Τα νεανικά κοινά ταυτίζονται με αυτές τις ηλικίες, γι΄ αυτό και δεν ήταν έκπληξη η αποδοχή. Το βλέπω και από το παιδί μου που τώρα είναι μαθητής Γυμνασίου».

– Δεν σας προβλημάτισε ότι είναι η μοναδική δραματική σειρά σε τηλεοπτικό περιβάλλον αμιγώς κωμικό, όπως είναι αυτό του Μega;

«Νομίζω ότι αυτό ήταν πρόκληση τελικά. Από συζητήσεις που είχα κάνει με ανθρώπους εντός και εκτός χώρου είχα την αίσθηση ότι περίμεναν μια δραματική σειρά. Ενα έργο που θα μπορούσε να τους ευαισθητοποιήσει, να προκαλέσει αγωνία για την εξέλιξη. Το εισέπραττα ότι υπήρχε ανάγκη. Ηταν σοφό από την πλευρά του καναλιού να το κάνει».

– Εσείς είχατε την ανάγκη να κάνετε στροφή στο δράμα ύστερα από πολύχρονη θητεία στην κωμωδία;

«Ναι, και μάλιστα μεγάλη. Δεν ήθελα να αποδείξω κάτι, αλλά είχα ανάγκη να κάνω κάτι που θα με ευαισθητοποιούσε με άλλον τρόπο. Το δράμα σού δίνει άλλα στοιχεία πολύ σημαντικά. Φυσικά μέτρησαν και οι παράγοντες: το σενάριο, οι συντελεστές και ειδικά ο σκηνοθέτης, αλλά και το καστ. Είχε μια ατμόσφαιρα κινηματογραφική η δουλειά αυτή, έχει ανέβει ο πήχης».

– Δεδομένου ότι η σειρά ασχολείται με το θέμα της εξαφάνισης,θεωρείτε «επικίνδυνο» να αγγίζει η τηλεόραση τέτοια σοβαρά ζητήματα;

«Οταν τα αντιμετωπίζει σοβαρά, με αξιοπρέπεια και σεβασμό, ναι μπορεί. Και φυσικά αν το δώσει όχι με τρόπο προκλητικό αλλά σαν ρεαλιστικό γεγονός. Πρέπει να υπάρχει η διάθεση για τέχνη και η σοβαρότητα σε τέτοια θέματα».

– Υπάρχει σοβαρότητα στην τηλεόραση και ειδικά στα σίριαλ συνολικά;

«Υπάρχουν δουλειές που γίνονται με προχειρότητα και άλλες που γίνονται πολύ καλά. Εγώ αυτή τη σειρά την είχα δει στην ισπανική εκδοχή και θεωρώ ότι η ελληνική εκδοχή είναι πολύ καλύτερη. Εμείς ως Ελληνες έχουμε πολλές δυνατότητες. Ευκαιρίες δεν έχουμε πολλές».

– Τι εννοείτε; Οτι δεν γίνονται δουλειές;

«Δεν υπάρχουν ευκαιρίες να γίνουν πολλές δουλειές, δεν υπάρχουν σενάρια και παραγωγές. Στα σενάρια έχουμε πρόβλημα, πάει ένας να κάνει κάτι, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν πολλοί».

– Κάνετε πρεμιέρα και στη «Φουρκέτα» της Ελένης Γκασούκα στο θέατρο. Επιλογή σας ήταν να κάνετε επανεκκίνηση ταυτόχρονα;

«Κατά κάποιον τρόπο ναι. Αν και δεν περίμενα ότι τα γυρίσματα θα συνέπιπταν, απ΄ ό,τι φαίνεται θα τα έχω όλα μαζί. Νιώθω σαν να ξαναπηγαίνω στο Θέατρο Τέχνης. Εχω τον ίδιο ενθουσιασμό, είναι μοναδικό το συναίσθημα».

– Δεν διστάζετε να μείνετε εκτός χώρου. Είναι θέμα ποιότητας δουλειάς ή υπάρχουν και άλλα κριτήρια;

«Δεν είναι εύκολο να μένεις εκτός. Αν κάτι δεν μπορώ να το πιστέψω, δεν μπορώ και να το υπηρετήσω. Γι΄ αυτό πολύ συχνά είμαι εκτός. Υπάρχουν δουλειές που πιστεύω ότι δεν μου ταιριάζουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχω πάντα δίκιο. Εχω πέσει και έξω και έχω μετανιώσει γι΄ αυτό».

  • Συνέντευξη στην ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009