Αρχείο για Φεβρουαρίου, 2009

«Το μεγάλο έργο, αν το πειράξεις, σε τιμωρεί»

Τον πρωτογνωρίσαμε το 2002 μέσα από το θεατρικό μονόλογο «Ο Κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Σταμάτη Φασουλή. (Με το συγκεκριμένο μονόλογο θα ξανασυναντηθεί του χρόνου ο Στ. Φασουλής «σε ένα θεατράκι 120 θέσεων», όπως ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά). Μετά, το 2003, πάλι ο Φασουλής παρουσίασε στο «Δημήτρης Χορν» «Το σπίτι φεύγει». Φέτος, ο Αντώνης Νικολής επιστρέφει εκδοτικά με το «Σκοτεινό Νησί» (Εμπειρία Εκδοτική) και θεατρικά, στη Στοά αυτή τη φορά, με τη «Λισαβόνα». Ενα έργο που εστιάζει στη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε τις διακοπές του στη Λισαβόνα, μέχρι που έχασε από μια σοβαρή ασθένεια την κόρη του. Οι εκδρομές διακόπηκαν για τέσσερα χρόνια. Τώρα όμως το ζευγάρι αποφάσισε να ξαναπάει στην αγαπημένη του πόλη.

Το έργο του Νικολή εγείρει μια σειρά ερωτημάτων:

  • Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Εχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε;
  • Ο συγγραφέας περιπλανιέται στα σοκάκια της Λισαβόνας της ψυχής του, στις εσοχές των δρόμων της, αλλά και στις λεωφόρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας, «συνομιλώντας» με κλασικούς και σύγχρονους ομότεχνούς του περί συγγραφής, αλήθειας και άλλων καινών (;) δαιμονίων.


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ «ΛΙΣΑΒΟΝΑ»

  • Ποια η αφετηρία της διαδρομής του νέου σας έργου;

Ο πόνος από την απώλεια του πιο αγαπημένου προσώπου, του μονάκριβου παιδιού, αλλά και ο φόβος για το θάνατο. Απώλεια και θάνατος στη δυνατή κόντρα τους με τη ζωή, βέβαια. Προχωρώντας συναντάμε τη διαχείριση της σύγχρονης αγωνίας: μοναξιά «ως το μεδούλι», αλλεπάλληλες απώλειες, καμιά βεβαιότητα, κανένα στήριγμα.

Το ζευγάρι, οι ήρωες του έργου, καταφεύγει στη Λισαβόνα, όπως οι παλιότεροι στα Ιεροσόλυμα, αναζητεί από την αγαπημένη πόλη να του αναπληρώσει ζωτικές απώλειες. Μην ξεχνάτε, ζούμε σε εποχή που τα σύνορα καταρρέουν, ιδιαίτερα τα σύνορα του εσωτερικού μας κόσμου. Ενα είδος πολιτιστικής αυτοδιάθεσης μας επιτρέπει να επιλέξουμε από εδώ ή από εκεί τα ποικίλα στοιχεία της ταυτότητάς μας. Παλιά ήταν μάλλον ασυνήθιστο για έναν Ελληνα να ακούει μόνο σενεγαλέζικη μουσική ή με το που πατάει το πόδι του στην Πορτογαλία όλοι οι πόροι της ευαισθησίας του να ξεχειλίζουν συγκίνηση. Είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά όλου αυτού που ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση. Αλλωστε, το ζευγάρι είναι Αιγυπτιώτες, γεννημένοι στην προ Νάσερ Αίγυπτο, Ελληνες με κοσμοπολίτικη καταγωγή, δηλαδή.

  • Σε μεταφορικό επίπεδο, τι συμβολίζει η Λισαβόνα ως τόπος για σας;

Η Λισαβόνα είναι ένας σύγχρονος λογοτεχνικός μύθος. Υπήρξε για πολλούς αιώνες το τέλος, η άκρη της Γης, έπειτα ορμητήριο για την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της κοσμοπολίτικης και λαϊκής ταυτόχρονα ατμόσφαιράς της πόλος έλξης καλλιτεχνών απ’ όλη την ήπειρο. Με συγκίνησε όχι μόνο η εικόνα της, αλλά και η αρμονία αυτής της εικόνας με τη ζωή των κατοίκων της. Μοιάζει με ένα αισθηματικό τοπίο της νοσταλγίας (υπάρχει καλύτερη λέξη, πορτογαλέζικη, αμετάφραστη, κάτι σαν τη νοσταλγία για κάτι ανέφικτο, το saudade / σαουντάντ). Είναι η ατμόσφαιρα του έργου, αλλά δεν είναι μόνο ρούχο, είναι και πετσί του έργου. Να το πω αλλιώς και ας μην παρεξηγηθώ: οπουδήποτε αλλού παίζεται το έργο, πρέπει να τιτλοφορείται «Λισαβόνα», στην ίδια τη Λισαβόνα πρέπει «saudade grega», το «ελληνικό σαουντάντ».

  • Πώς απεικονίζεται αυτό το «ελληνικό σαουντάντ», όπως το αποκαλείτε, στο σύγχρονο ελληνικό έργο, που γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση τη φετινή θεατρική σεζόν;

Κάθε κοινωνική στιγμή υπάρχει και ο θεατρικός λόγος που την αντανακλά και την αφορά. Υπάρχουν εποχές που ευνοούν συγκεκριμένα έργα. Οι συγγραφείς και τα έργα τους είναι αξίες. Από τη στιγμή που στην εποχή μας κλυδωνίζονται οι αξίες, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι επιλέγονται και τα καλύτερα έργα. Δεν αποκλείεται τα δυνατά έργα να βρίσκονται στα συρτάρια των συγγραφέων. Η ελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί από το χυδαίο τηλεοπτικό «mainstream» και ο συγγραφέας σαν να πρέπει να «εξοριστεί», να βρει τη θεματολογία του στις παρυφές της Ελλάδας, για να βρει την ελληνική ψυχή.

  • Κι εσείς τη βρήκατε στη νοτιοδυτική γωνιά της Ευρώπης, στην Πορτογαλία.

Κάπως έτσι. (γελάει) Εκεί, «συνάντησα» τη Θεανώ και τον Αντώνη, δύο ανθρώπους μόνους, δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, δίχως καμιά βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα «αλλού» της ψυχής τους: η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους. Μόνη σχεδία η σχέση τους με τον κόσμο γύρω και μέσα τους ερείπια, έτσι όπως έχουν σημαδευτεί από την πιο σκληρή απώλεια.

  • Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε αλλά στο ενδιάμεσο διάστημα φερόμαστε λες και δεν γνωρίζουμε την a priori θνησιγενή και πεπερασμένη φύση μας. Μας υπερβαίνει η συνειδητοποίηση αυτού του υπαρξιακού φόβου ή επικρατεί η διάτρητη πανοπλία της ανθρώπινης οίησης;

Η συνείδηση της θνητότητας είναι γείωση φυσικά, μας κάνει ταπεινούς, μας ξαναδίνει το μέτρο. Αλλά και η λαχτάρα της ζωής μπορεί να είναι το ίδιο ή και περισσότερο μια υπενθύμιση του πόσο παροδικοί, πόσο χωμάτινοι είμαστε. Το θάνατο δεν μας αφήνει να τον σκεφτόμαστε το ένστικτο της επιβίωσης, εικάζω, αλλά και η αδυναμία να αντιληφθούμε την περιβόητη τέταρτη διάσταση, το χρόνο δηλαδή. Στατιστικά μπορώ να ζήσω άλλα τριάντα πέντε χρόνια. Αλλά πόσο θα διαρκέσουν; Ακόμα και μια μέρα μπορεί να μου φανεί απέραντο διάστημα, και αντίθετα δέκα ολόκληρα χρόνια να γραφτούν στη μνήμη μου σαν ένα αστραπιαίο πέρασμα.

ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ…

  • «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να εκμυστηρεύονται σε ένα συγγραφέα πράγματα που σε καμία περίπτωση δεν θα μοιράζονταν με άλλους ανθρώπους». Σόμερσετ Μομ

Γιατί με το να μας βλέπουν να είμαστε συνεχώς «αλλού» (με τις αφηρημάδες, την ασταθή φωνή, τα ασυντόνιστα γέλια κ.λπ.), τους μοιάζουμε φευγάτοι, μακριά από συνάφειες, άρα φερέγγυοι. Το τι ακούς, δεν λέγεται. Απλώς κάθε λίγο θυμούνται να σε παρακαλέσουν «όμως μην το γράψεις αυτό πουθενά και με κάνεις ρεζίλι…».

  • «Είναι μάταιο να κάθεσαι να γράφεις όταν δεν σηκώνεσαι να απολαύσεις τη ζωή», είχε πει ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό.

Αλλά και κάθε φορά μετά την έξοδό σου στη ζωή, γυρνώντας στο σπίτι, στην κρυψώνα σου, νιώθεις άδειος. Μόνον αφότου μηρυκάσεις με κάποιον τρόπο ό,τι έζησες, το μεταπλάσεις μέσα σου σε δική σου αφήγηση, τότε πια ξεστομίζεις και το απίθανο ψέμα «αχ, τι ωραία που ήτανε, τι ωραία που περάσαμε τελικά».

  • «Γράφω για να μάθω τι σκέφτομαι, τι βλέπω, τι θέλω και τι φοβάμαι». Τζόαν Ντίντιον

Θα σας έλεγα, περισσότερο μ’ ενδιαφέρει αυτό που συνδέει τα πράγματα ή τα γεγονότα μεταξύ τους. Ο ειρμός τους, ο ρυθμός τους.

  • «Η συγγραφή σού δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Αλλά πρόκειται για ψευδαίσθηση καθώς ο αναγνώστης εναποθέτει τη δική του πραγματικότητα πάνω στις δικές σου λέξεις». Ντέιβιντ Σεντάρις

Βέβαια, μόνο μην τις πολυπιστεύετε τέτοιες κουβέντες από τους δημιουργούς. Αβρότητες προς τους λογής αναγνώστες. Τα έργα δεν είναι υποκειμενικές αυθαιρεσίες, είναι σταθμοί αυστηρής εκφραστικής οικονομίας. Και με τα έργα, ξέρετε, ισχύει το εξής: η αξία και ο χαρακτήρας τους είναι πράγματα αντιστρόφως ανάλογα. Το μικρό έργο είναι καλόβολο, το κάνεις ό,τι θες. Ακόμη κι αν το ανασκολοπίζεις, σου λέει και ευχαριστώ. Το μεγάλο έργο, αντίθετα, αν το πειράξεις, σε τιμωρεί. Στην καλύτερη περίπτωση, σε στερεί από την αξία του. Αν οι Ελληνες είχαμε διαβάσει σωστά τους «Αλεξανδρινούς βασιλείς» του Καβάφη, θα είχαμε αποφύγει το 1922. Πλησιάζει βραδυφλεγές το 2022 και ούτε τώρα τους διαβάζουμε.

  • «Οι συγγραφείς θα πρέπει να διαβάζονται αλλά δεν θα πρέπει ούτε να τους ακούς ούτε να τους βλέπεις». Δάφνη ντε Μοριέ

Πράγματι, σπάνια αξίζει να μας κάνει άνθρωπος παρέα. Αφού ούτε η ζωή μας υπάρχει, προτού την κάνουμε κι αυτήν μία από τις αφηγήσεις μας. Φανταστείτε, όταν συναντιόμαστε μεταξύ μας οι συγγραφείς, μοιάζει να συναντιούνται σελίδες μεταξύ τους.

  • «Να είσαι γενναίος, να είσαι λεπτολόγος αλλά πάντα να κυνηγάς το βραβείο». Χένρι Τζέιμς

Το να εργαζόμαστε πολύ και καλά, να είμαστε λεπτολόγοι, είναι αυτονόητο. Για τα άλλα δύο, τις έννοιες γενναιότητα και βραβείο, αυτές αποκτούν το νόημα που τους επιφυλάσσουν η εκάστοτε εποχή και ο τόπος. Μην ξεχνάτε ότι ζούμε σε μία κοινωνία και γλωσσική κοινότητα όπου καμιά λέξη δεν ησυχάζει μέχρι να πάρει την ακριβώς αντίθετή της σημασία. Αναλογιστείτε τι ονομάζουμε πια προοδευτικό ή τι καλλιτεχνικό. Δεν μπορείς να πεις κάτι τολμηρό σε έναν που πεισματικά κρατάει κλειστά μάτια κι αφτιά. Ούτε να πάρεις βραβείο από μια κοινωνία που έκανε υπέρτατη αξία της την ισοπέδωση.

INFO

«Λισαβόνα», ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ
Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ. 210-7702830.
Ημέρες & ώρες παραστάσεων:
Τρ., Παρ., Σάβ. στις 21.30, Τετ. & Κυρ. 19.00.
Τιμές εισιτηρίων:
€22, €15 (φοιτ., λαϊκή, παιδικό).
  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 28.02.09

ΕΝΑΝ ΚΛΑΣΙΚΟ «ΕΛΛΗΝΑΡΑ» ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΙ ΣΤΟΝ «ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗ ΔΥΣΗ», ΤΗ ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΑ, Ο ΙΕΡΟΚΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΠΟΥ ΖΕΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣΕΙ.

«Έγινα ηθοποιός από το πάθος που είχα για τον κινηματογράφο, έβλεπα τρεις με τέσσερις ταινίες την ημέρα» μας λέει. Στο πέρασμά του από τον «Παράδεισο στη Δύση» του Κώστα Γαβρά «γράφει» ως κλασικός, κονομημένος Ελληνάρας, που με τη σύζυγό του (Άννυ Λούλου) τσακώνονται διαρκώς, μαζεύουν τον νεαρό μετανάστη της ταινίας και τον πετάνε από το τζιπ τους στο πουθενά, στα χιονισμένα βουνά της Ελβετίας, όπου έχουν πάει για σκι!

  • Πόσο αντιπροσωπευτικό δείγμα του σημερινού Έλληνα είναι ο Ελληνάρας που παίζετε στο φιλμ του Κώστα Γαβρά;

Πρόκειται για αντιπροσωπευτικό δείγμα του εύπορου και αμόρφωτου Έλληνα, που έχασε την αυθεντικότητα του λαϊκού ανθρώπου επειδή τα κονόμησε, έγινε ανάλγητος, χωρίς να τον ενδιαφέρει τίποτα. Δεν έχει ιδεολογία. Είναι ένας λούμπεν που έγινε κατάσταση πραγμάτων, μεσαία τάξη στην ελληνική κοινωνία. Αντιπροσωπεύει τη λούμπεν μικροαστική κοινωνία, αλλά δεν είναι σε άνθηση!

  • Ποιο είδος είναι σε άνθηση, οι γιάπηδες;

Διανύουμε ένα μεταβατικό στάδιο, όσο για τους Έλληνες γιάπηδες είναι μια θλιβερή συνομοταξία γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχε το οικονομικό υπόβαθρο για να αναπτυχθεί το είδος. Έτσι, οι Έλληνες, που το παίζουν γιάπηδες όπως οι ξένοι, είναι φτωχομπινέδες μαϊμούδες- γιάπηδες. Είναι θλιβερό θέαμα, αν υπάρχουν κιόλας…

  • Πόσο έχει γίνει Ευρωπαίος ο Έλληνας ύστερα από 30 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Αφού δεν έχει γίνει Ευρώπη η ίδια η Ελλάδα, πώς να γίνει Ευρωπαίος ο Έλληνας; Από τη Δύση πήραμε την οικονομία τους, χωρίς να πάρουμε τίποτα από την οργάνωση και το καθημερινό αίσθημα περί συλλογικότητας και υπευθυνότητας. Θέλουμε να είμαστε και ανατολίτες, και αναρχικοί, αλλά και χλιδάτοι. Ε, κάτι τέτοιο το μόνο που μπορεί να δημιουργήσει είναι εξαμβλώματα, γιατί είναι αφύσικο. Γι΄ αυτό είναι αφύσικος ο σημερινός Έλληνας! Η βασική αιτία που έγινε ηθοποιός ήταν ο κινηματογράφος, παραδέχεται ο 49χρονος Θεσσαλονικιός Ιεροκλής Μιχαηλίδης. Ξεκινώντας από τους Άγαμους Θύτες, δεν «κόλλησε» και προχώρησε στο θέατρο παίζοντας έργα Τένεσι Ουίλιαμς, Ιάκωβου Καμπανέλλη, Γρηγορίου Ξενόπουλου, Άντον Τσέχοφ, Εντουάρντο Ντε Φιλίπο και Αριστοφάνη. «Μα η μαγεία της σκοτεινής αίθουσας και κατόπιν αυτή των γυρισμάτων των ταινιών δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο» παραδέχεται. «Παλιά έβλεπα 6-7 ταινίες τη βδομάδα, τώρα ντρέπομαι που δεν βρίσκω τον καιρό, κι είναι ζήτημα αν βλέπω 5-6 τον χρόνο» λέει, ενώ από δίπλα μας περνάει ο Κώστας Γαβράς «μέσα από τον οποίο ταξίδευσα στον παράδεισο του κινηματογράφου του», ψιθυρίζει με τη γνωστή αμεσότητα του ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης. Κι όταν του επισημαίνω πόσο εντυπωσιασμένος είμαι από την απλότητα και την ανθρώπινη ζεστασιά του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη, παρατηρεί πως «οι σημαντικοί άνθρωποι είναι απλοί, για να είσαι απλός, πρέπει να είσαι ευφυής, η απλότητα είναι επιλογή ζωής».

  • Πώς βλέπετε τον ελληνικό κινηματογράφο σήμερα; Το γεγονός ότι πολλές ελληνικές ταινίες, κυρίως κωμωδίες, σκίζουν στα ταμεία, τι σημαίνει;


Να ξεκαθαρίσω ότι οι όροι «εμπορικές» ή «ποιοτικές» ταινίες δεν είναι αντίθετες έννοιες, μπορεί κάλλιστα να συνυπάρξουν σε μια ταινία όπως η «Πολίτικη κουζίνα». Αλλά, η πλειοψηφία των ελληνικών ταινιών που κάνουν εμπορική επιτυχία είναι τηλεοπτικής αντίληψης, άρα, απλώς ψυχαγωγικά φιλμ χωρίς καλλιτεχνική αξία».

Έτσι, όμως, μπορεί να… παρεξηγηθείτε τολμάω να πω, αλλά με κόβει: «Ξέρω, ξέρω, από την άλλη πλευρά και για πολλά χρόνια, πλήθος ελληνικών ταινιών ήταν δήθεν ποιητικά ή βαθυστόχαστα φιλμ μιμούμενα το έργο μεγάλων ξένων σκηνοθετών, με αποτέλεσμα να γίνονται βαρετά…».

Ύστερα από 25 χρόνια στο θέαμα, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης για ένα είναι πάνω από όλα ευχαριστημένος: «Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που κάνω πράγματα που αγαπάω. Δεν μπορώ να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει. Ή άσπρο ή μαύρο, γκρίζο δεν υπάρχει στη δουλειά μου».

Το όνειρο της σκηνοθεσίας

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από κωμικούς ρόλους, αλλά δεν παίζει συχνά καθαρά κωμικούς ρόλους: «Μου αρέσουν οι ρόλοι στους οποίους συνυπάρχουν και το κωμικό και το δραματικό, το πικρό και το σαρκαστικό στοιχείο», διευκρινίζει. Και όταν τον ρωτώ αν πίσω από αυτό το πάθος του για το σινεμά- έχει παίξει σε έξι ταινίες με πιο γνωστή την «Πολίτικη κουζίνα»- κρύβεται ένας νέος σκηνοθέτης, ξαφνιάζεται ευχάριστα και παραδέχεται: «Σχεδόν το έχω δρομολογήσει αυτό! Είμαι αυτοδίδακτος στο σινεμά, στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε σχολή κινηματογράφου. Υπάρχει έτοιμο σενάριο, όχι δικό μου, που συνδυάζει δραματικά με κωμικά, ειρωνικά, σαρκαστικά στοιχεία. Γι΄ αυτό βρήκα και πολύ ενδιαφέροντα τον ρόλο στον «Παράδεισο στη Δύση». Πιστεύω ότι λίαν συντόμως θα πάρει τον δρόμο της η ταινία που ονειρεύομαι. Και μόνο η πρόκληση της σκηνοθεσίας με κινητοποιεί τρομερά, μου δίνει μεγάλη χαρά και ενέργεια». Στη ΤV, πάντως, εμφανίζεται- έχει παίξει σε 12 σειρές!- αλλά έχει ξεκάθαρη άποψη γι΄ αυτήν: «Η τηλεόραση δεν είναι τέχνη, είναι ένα ψυχαγωγικό μέσο. Σαν τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ ενός μυθιστορήματος με λογοτεχνική αξία κι ενός αφηγήματος. Κι αφού δεν μπορώ να κάνω πολύ σινεμά, κάνω τηλεόραση που είναι υποκατάστατο του σινεμά, ο καλύτερος τρόπος να κάνω καθημερινή εξάσκηση. Και τα χρήματα, βέβαια-, οι Έλληνες ηθοποιοί από την τηλεόραση ζούμε!».

ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

1960: Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου.

1982: Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

1983-1989: Ιδρυτικό μέλος δύο μικρών θεατρικών σχημάτων της Θεσσαλονίκης όπου έπαιξε σε 14 έργα.

1990: Δημιουργεί με άλλους ηθοποιούς και μουσικούς το σατιρικό μουσικοθεατρικό σχήμα «Άγαμοι θύται» στο οποίο συμμετέχει γράφοντας, παίζοντας και σκηνοθετώντας για επτά χρόνια.

1991-1996: Συνεργασία με το ΚΘΒΕ και την «Πειραματική Σκηνή Τέχνης» σε 8 έργα.

1997: Έρχεται στην Αθήνα.

2000: Βραβείο β΄ ρόλου στην ταινία «Πίσω πόρτα» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου.

2003: Παίζει στην «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσσου Μπουλμέτη.

2006: Πρωταγωνιστεί στις «Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα» στην τηλεόραση.

Με δυο λόγια

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

Σινεμά ίσον: «Ταξίδι δημιουργίας. Μεγάλη παρηγοριά»

Τηλεόραση ίσον: «Η μεθαδόνη, ο χορηγός του σινεμά»

Θέατρο ίσον: «Η μάνα της υποκριτικής. Η μήτρα των άλλων δύο»

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

  • Γράφει ο Παύλος Θ. Κάγιος, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΘΗΚΕ, ΑΠΟΘΕΩΘΗΚΕ, ΒΡΑΒΕΥΤΗΚΕ, ΔΕΧΤΗΚΕ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΤΣΟΥΒΑΛΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ «ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ». Η ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ, ΑΦΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ. ΦΕΥΓΕΙ ΓΙΑ ΕΞΩ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΝΕΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

Ποιος το περίμενε από αυτή την εικοσιοχτάχρονη, που δέχεται τη μία πρόταση μετά την άλλη, να τα παρατήσει όλα και να ετοιμάζει βαλίτσες για νέες εξερευνήσεις στις μητροπόλεις Λονδίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη. Προηγουμένως όμως έχει να παίξει στο έργο του Ουαζντί Μουαουάντ «Διψασμένοι» που σκηνοθετεί ο Μανόλης Μαυροματάκης και η Τζένη Αργυρίου στο Εθνικό Θέατρο, κατόπιν στην παράσταση που ετοιμάζει ο Γιάννης Χουβαρδάς ανεβάζοντας τον «Εφιάλτη της ευτυχίας» της Γιουστίνε ντελ Κόρτε, το καλοκαίρι στον Χορό των «Περσών» που θα σκηνοθετήσει το Ντίμιτερ Γκότσεφ στην Επίδαυρο, να τελειώσει τα γυρίσματα του σίριαλ «Χαρά αγνοείται» και μετά να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές σπουδές. Παθιασμένη με το θέατρο, άρχισε να αντιλαμβάνεται σε βάθος το μέγεθος και την ποιότητα της εμπειρίας, της συνεύρεσης ηθοποιών – θεατών. Ίσως γι΄ αυτό να μην είναι το τυπικό δείγμα καλής ηθοποιού.

«Τό ΄χω πάρει πάρα πολύ σοβαρά το θέατρο. Αντιμετωπίζω τη δουλειά του ηθοποιού ως προσφορά». Προσωπικότητα που ενσωματώνει θερμότητα και ψυχρότητα, ένα σύνολο πάθους, χιούμορ, αθωότητας και ανησυχίας, ανοίγεται σε μεγάλες ελευθερίες και ταυτόχρονα πειθαρχεί. «Βίωσα εγκαίρως το ανεξάντλητο της τέχνης. Το θέμα της αυτοαναίρεσης. Δεν είσαι γιατί σου αρέσει αυτό που είσαι. Είσαι στην υπηρεσία κάποιου. Ό,τι κάνεις το κάνεις για να είσαι σε σύνδεση με τον άλλον».

Πριν από δύο χρόνια έκανε την πιο θεαματική και ηχηρή είσοδο που έγινε από νέα ηθοποιό στο θέατρο. Βούτηξε κατ΄ ευθείαν στα βαθιά, με την κατά Στάιν «Ηλέκτρα» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η ερμηνεία της μας κατέλαβε εξαπίνης. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι γι΄ αυτήν την έκρηξη ταλέντου. Με τους επόμενους ρόλους της στη νουβέλα του Γκοτιέ «Ερωτευμένη νεκρή», στους κατά Λιγνάδη «Βάτρα-Χ», στον «Πρίγκιπα του Χόμπουργκ», στο χοροθέαμα «Βossa Νova» του Κωνσταντίνου Ρήγου, ξεπρόβαλε ένας οργανωμένος τεχνίτης. Αυτή την περίοδο, πρωταγωνιστεί στους «Διψασμένους», παραγωγή που εγκαινιάζει τη νεανική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Η δεκαεφτάχρονη Νορβέζ, φανταστικό πρόσωπο το οποίο έχει επινοήσει ο ήρωας- συγγραφέας, κινείται σε ελεύθερη πτήση ανάμεσα στην ανεμελιά και την ενηλικίωση, στο όνειρο και τα περικαλλή φτερά της τέχνης. Γι΄ αυτό και παίζει τον ρόλο γλιστρώντας σε όλη την παράσταση πάνω σε πατίνια, ενώ λέει τον τελευταίο μονόλογο ισορροπώντας πάνω τους.

«Είμαι χαρούμενη μ΄ αυτή την εμπειρία. Όχι μόνο για τη συνεργασία ή για τον ρόλο, αλλά και για τις προοπτικές της παράστασης. Θα παιχτεί σε σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, σε νυχτερινά σχολεία, σε φυλακές ανηλίκων. Απευθύνεται σε παιδιά που δεν έχουν καταφέρει να ενταχθούν ακόμα σωστά, θέτοντας τον προβληματισμό τι κρατάς και τις χάνεις από τη μετάβαση στην ενηλικίωση».

  • Τι σε συνδέει με τους περιθωριακούς;

Είναι η πολιτική μου ματιά. Είναι η σχέση μου με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν μπορώ να φανταστώ μια κοινωνία που δεν τα σέβεται. Μια περίοδο πήγα στους Γιατρούς του Κόσμου και δίδασκα ελληνικά στους μετανάστες. Διψάνε να έρθουν κοντά μας. Οι ευκαιρίες δεν είναι ίσες σε όλους τους ανθρώπους. Είμαστε τόσο προκατειλημμένοι. Κι εμείς που έχουμε, έστω τα επιφανειακά, τις δουλειές μας, τις οικογένειές μας, τους φίλους μας, έχουμε την υποχρέωση να συνδεθούμε μαζί τους, να μοιραστούμε κάτι.

  • Η θεατρική σου ενηλικίωση πέρασε από δύσκολα στάδια;

Απέτυχα την πρώτη φορά που έδωσα στη Σχολή του Εθνικού. Με τη δεύτερη, μπήκα από τους τελευταίους. Στο δεύτερο έτος πήρα το αριστείο και συμμετείχα το καλοκαίρι στον Χορό της «Πενθεσίλεια» που έκανε ο Στάιν. Στο τρίτο έτος έφυγα, για να παίξω τη μουγκή κόρη στη «Μάνα Κουράγιο» στο Ρicolo Τheatro δίπλα στη Μανταλένα Κρίπα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έδωσα μάχη για να ξαναμπώ στη σχολή. Αλλά η πιο αποκαλυπτική στιγμή για μένα ήταν συμμετοχή μου στην «Αντιγόνη» του Βογιατζή (σ.σ.: ερμήνευσε τον Τειρεσία). Αναθεώρησα τη σχέση με τον εαυτό μου, τον ακκισμό μου, με τα κείμενα, με την άγνοια που κουβαλούσα… Όταν μου είπε ο Λευτέρης «δεν αγαπάς αυτό που κάνεις» ήταν το πρώτο υπαρξιακό μου ζήτημα. Ένα σημείο ρίσκου, του να υπάρχεις ή όχι στη σκηνή. Αυτή η αυτοαναίρεση είναι επώδυνη, γιατί πρέπει να αρνηθείς τον εαυτό σου. Να γίνεις αγωγός στο κοινό. Θέλει αυτοσυνείδηση, εξαντλητική δουλειά με το κείμενο, για να φθάσεις σε τέτοιο βάθος, ώστε να χάσεις το επιφανειακό, να χωθείς στο χάος.

Απόδραση στο εξωτερικό

  • Διαφέρει η σκέψη, η αντιμετώπισή σου σήμερα από τότε που ήσουν νεώτερη;

Αναθεώρησα την αυτοπεποίθηση, τις ευκολίες που είχα. Σήμερα δεν μπορώ τίποτα να θεωρήσω δεδομένο. Κι επειδή η τέχνη είναι ανεξάντλητη, θέλω, οφείλω, να πάω έξω, να γνωρίσω κι άλλους τρόπους, να γίνω πλουσιότερη ως ηθοποιός. Ήδη κάποια πανεπιστήμια με έχουν δεχτεί για σεμινάρια θεάτρου- κινηματογράφου. Αν δεν το κάνω τώρα, θα μου μείνει απωθημένο. Σε έναν χρόνο θα γυρίσω.

  • Η συμμετοχή σου στη σειρά «Χαρά αγνοείται», τι σου προσφέρει;

Κάνω το σίριαλ για τρεις λόγους. Για την αυτοχρηματοδότησή μου, ώστε να μπορέσω να φύγω στο εξωτερικό. Γιατί το σενάριο και ο ρόλος έχουν ενδιαφέρον. Και για την εμπειρία τη χρησιμοποιώ σαν άσκηση.

  • Το μέλλον χτίζεται. Εσύ με ποιους κανόνες θυσίες προχωράς;

Όταν κάνεις αυτό με το οποίο είσαι ευτυχισμένος και χαρούμενος, δεν αισθάνεσαι ότι στερείσαι κάτι». Το είπε η Σιλβί Γκιγιέμ και το οικειοποιούμαι. Δεν έχω θυσιάσει τίποτα ώς τώρα. Η εμπλοκή στη χαρά δεν σου στερεί κάτι, δεν σου αναιρεί τίποτα. Όταν στο τρίτο έτος της Σχολής ερωτεύτηκα, το έζησα 100%. Του έδωσα τη σημασία που ένιωθα, χωρίς να σκεφτώ το τίμημα.

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΡΥΒΟΜΑΙ»

function openWindow(theTarget, windowName, Properties){
var newWin = window.open(theTarget, windowName, Properties);
newWin.focus();
}

  • Πίσω από το προφανές του ταλέντου σου, υπάρχουν συγκρούσεις;

Έχω διαρκώς μια υπερβάλλουσα όρεξη που πρέπει να ελέγχω. Οι δυνατότητές μου είναι τόσο εύκολες- η μεγάλη μου δύναμη είναι το σώμα μου- που στον παραμικρό κίνδυνο θα τις χρησιμοποιήσω. Αυτό προσπαθώ να αποφύγω, εξισορροπώντας τα εύκολα με τα δύσκολα. Στη σκηνή μπορώ να αλωνίσω, στην πραγματική ζωή έχω ανασφάλεια με την εμφάνισή μου. Θέλω να κρύβομαι. Διατηρώ μια παιδικότητα κι έναν παρορμητισμό, για το καλό και το κακό.

  • Θεωρείς διαβατήριο την μεγάλη επιτυχία της «Ηλέκτρας»;

Θεωρώ καλή μου τύχη το γεγονός πως με πίστεψε ο Στάιν, επέμενε, μ΄ εμπιστεύθηκε και μου έδωσε αυτή τη σπάνια ευκαιρία. Του τη χρωστάω. Μου έμαθε πολλά πάνω στη σύνθεση του κειμένου, στη σημασία της ατάκας. Κοντά του έμαθα να ανακαλύπτω την ομορφιά της βόλτας στη φύση. Να πηγαίνεις με τον άνεμο.

  • Συγκρίνεται η επιτυχία της Επιδαύρου με οποιαδήποτε άλλη;

Με την επιτυχία στη ζωή. Να ΄χεις τρία παιδιά, ένα ωραίο κτήμα στη θάλασσα και νά ΄χεις κάνει την επιτυχία στην Επίδαυρο.

  • Γράφει η Έλενα Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

info: «Οι διψασμένοι» στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» (Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210 3455020), ώς τις 8 Μαρτίου.

ΜΕ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΑΤΤΙΣ», ΜΕ ΤΙΣ ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΣ
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΣΕ ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΞΕΝΕΣ ΣΚΗΝΕΣ, Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ ΕΧΕΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΩΣ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΠΡΕΣΒΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ. ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΘΡΕΜΜΕΝΟΣ, ΜΕ ΕΝΑ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΠΟΥ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ ΕΩΣ ΤΟΝ ΜΠΕΚΕΤ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΑΪΝΕΡ ΜΙΛΕΡ ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ΄80, ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΜΗ ΣΚΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΜΙΑ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Η θεραπεία μιας ασθένειας.

  • Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η ευθύνη.

  • Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Όταν διάβασα αυτήν την ερώτηση.

  • Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σαςείναι;

Η ταχύτητα.

  • Το βασικό ελάττωμά σας;

Η υπερεργατικότητα.

  • Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα ερωτικά λάθη.

  • Η τελευταία φορά που κλάψατε;

Όταν είδα ένα μικρό παιδί στη Γάζα να κλαίει.

  • Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Με καμιά. Αποφεύγω τις ταυτίσεις.

  • Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Οι αντιήρωες.

  • Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Στη Μόσχα, στη Μόσχα.

  • Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι, ο Σάμουελ Μπέκετ, ο Χάινερ Μίλερ.

  • Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Την ευθύτητα.

  • και σε μια γυναίκα;

Την τρυφερότητα.

  • Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Ο Γκούσταβ Μάλερ.

  • Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Δε σφυρίζω.

  • Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Έγκλημα και Τιμωρία του Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι.

  • Η ταινία που σας σημάδεψε;

Το «Θεώρημα» του Πιερ Πάολο Παζολίνι.

  • Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Ο Φρανθίσκο Γκόγια.

  • Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το μαύρο.

  • Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Αυτή που θα έρθει.

  • Το αγαπημένο σας ποτό;

Το νερό.

  • Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Που δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα της ευτυχίας.

  • Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;

Την τεμπελιά.

  • Όταν δεν σκηνοθετείτε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Η κηπουρική.

  • Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Οι δημόσιες υπηρεσίες.

  • Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Στον έρωτα.

  • Ποιο είναι το μότο σας;

Δουλειά.

  • Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Χαμογελαστός.

  • Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Να μου χαμογελάσει.

  • Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Νηφάλια.

Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Ο Φρανθίσκο Γκόγια

Στιγμιότυπο από τους «Εχθρούς εξ αίματος», με τον Λαέρτη Μαλκότση (στον ρόλο του παχέος εντέρου) στη μέση. Αριστερά του ο Παντελής Δεντάκης και δεξιά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου

Oταν πρωτοδιάβασε τους «Εχθρούς εξ αίματος», το έργο του Αρκά που παίζεται με επιτυχία στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Λαέρτης Μαλκότσης φοβήθηκε μήπως και η παράσταση βγει «λίγο καρτουνίστικη». Το αποτέλεσμα, ευτυχώς, τον διέψευσε. Και ας κουράζεται πολύ, όπως ομολογεί, «μια που είμαι διαρκώς επί σκηνής, χωρίς να μπορώ να αφεθώ ούτε λεπτό». Ο Λαέρτης είναι το παχύ έντερο, το πιο συναισθηματικό από τα όργανα στη σκηνή. Και το απολαμβάνει. Οπως απόλαυσε και την προετοιμασία, η οποία ξεκίνησε «από πολύ νωρίς. Δεν βρεθήκαμε ξαφνικά το φθινόπωρο. Κάναμε πολλές αναγνώσεις, πολλές συζητήσεις. Γιατί από μόνο του το έργο είναι δύσκολο και διαθέτει μια μεγάλη υπερβολή: οι ήρωές του είναι όργανα που μιλούν σαν άνθρωποι. Στις πρόβες κάναμε πολλούς αυτοσχεδιασμούς και κάποια στιγμή, σαν μυστική συνεννόηση, ο καθένας μας βρήκε την κίνηση και τη θέση του. Εκτός από την καθοριστική βοήθεια και συμβολή του σκηνοθέτη, η κινησιολογία της Αγγελικής Στελλάτου έπαιξε ρόλο την κατάλληλη στιγμή».

Τριάντα πέντε ετών σήμερα, ο Λαέρτης Μαλκότσης μετρά ήδη 14 χρόνια στο θέατρο. Τελείωσε τη σχολή του Εθνικού και ξεκίνησε να παίζει αμέσως μετά τη θητεία του στο Ναυτικό, όταν τον κάλεσε η Ξένια Καλογεροπούλου στη Μικρή Πόρτα για την «Ελίζα». Στο ίδιο θέατρο επανήλθε το 2004 με τον «Ελαφοβασιλιά» και έκτοτε άρχισε να ερμηνεύει «ρόλους», όπως λέει ο ίδιος. Εχει συμμετάσχει σε παραστάσεις στο Μουσούρη, στο Αμόρε (γι΄ αυτό και λυπήθηκε πολύ με το κλείσιμό του), στο Εθνικό. Ξεχωρίζει τις συνεργασίες με τον «θεατρικό του μπαμπά» Γιώργο Μιχαλακόπουλο , με τον Γιάννη Χουβαρδά και φυσικά με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο , με τον οποίο δουλεύει μαζί τα τελευταία τρία χρόνια: «Μου αρέσει που προχώρησα σιγά σιγά. Δεν βιαζόμουν, ούτε βιάζομαι. Εχω κάνει κοντάρι, έχω συμμετάσχει σε χορούς αρχαίας τραγωδίας, έχω παίξει πολλούς μικρούς ρόλους». Παιδί ηθοποιών, λατρεύει με πάθος τη μουσική, κάνει, παράλληλα με το θέατρο, μεταγλωττίσεις και ηχητικά εφέ (η φωνή του ακούγεται σε αρκετές διαφημίσεις), χορεύει και γυμνάζεται πολύ. «Από τότε δε που ξύρισα το κεφάλι μου, η δουλειά πολλαπλασιάστηκε. Τρέχω και δεν φτάνω» καταλήγει.

  • ΜΥΡΤΏ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009
Από την περασμένη  άνοιξη άρχισε την  προετοιμασία του για τον  τηλεοπτικό «Καρυωτάκη»  ο Δημοσθένης  Παπαδόπουλος. «Είναι η  πρώτη φορά που  εργάζομαι για κάτι  μπροστά σε κάμερα,  σαν να ήταν θεατρικός  ρόλος. Ασχολούμαι από  τον Απρίλη καθημερινά,  επί ώρες. Ο
Σαν να κινείται σε ένα παράλληλο σύμπαν ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος με αφορμή τη σειρά «Καρυωτάκης».
«Ζούμε σε μια εποχή που ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκφραστεί. Μια εποχή φθήνιας και συμφερόντων», λέει
Σε ένα ασταθές πολιτικά περιβάλλον στις αρχές του περασμένου αιώνα, με ίντριγκες, ευμετάβλητους πολιτικούς συσχετισμούς, με αιματηρά επεισόδια, ο Κώστας Καρυωτάκης δεν επέλεξε το «το σιγάν κρείττόν εστι του λαλείν», αλλά χρησιμοποίησε πύρινη γλώσσα, αντιμετωπίζοντας με κυνισμό τα πράγματα. «Ο Καρυωτάκης είναι ένα πρόσωπο που, μέσα στη βρωμιά και τη σαπίλα, σου δίνει μια ελπίδα. Μιλά για μια αλήθεια, με ουσία, με τρόπο ταυτόχρονα αστείο και κυνικό. Ήταν εκφραστής μιας αλήθειας, πρότεινε τρόπους για να υλοποιηθεί κι έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν ήταν καθόλου ποιητής, υπό αυτή την έννοια. Δεν ήταν άνθρωπος που είχε ακαδημαϊκή προσέγγιση στα πράγματα. Ζούσε, κι αυτό έκανε την ποίησή του να είναι αληθινή».

  • Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που εκφράζουν την αλήθεια;

«Αποκλείεται να μην υπάρχουν. Το θέμα είναι αν τους προσφέρεται βήμα. Νομίζω πως είναι στο περιθώριο. Εκτιμώ ότι πληρώνουμε το κόστος να είμαστε καπιταλιστική κοινωνία. Η σειρά του Τάσου Ψαρρά έρχεται και «κουμπώνει» με τα σημερινά γεγονότα. Στον «Καρυωτάκη» βλέπουν δύο ανθρώπους της διανόησης στο ίδιο ταραγμένο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον. Πολιτική αστάθεια, οικονομικο-πολιτικά συμφέροντα είναι στην πρώτη γραμμή».

Μέσα σε ένα ρευστό πολιτικοοικονομικό περιβάλλον το κατεστημένο της εποχής εκείνης προσπαθεί να καλύψει τη φωνή του Καρυωτάκη. «Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στις μέρες μας. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εκφραστεί. Τώρα η διαφθορά έχει μπει και στα σπίτια. Ο κόσμος συμμετέχει στις πορείες από τον καναπέ του. Ήταν πολύ λίγοι εκείνοι που βγήκαν στους δρόμους μαζί με τα 15χρονα. Η διαφθορά έχει περάσει και σε ατομικό επίπεδο. Η εποχή προβάλλει το επιφανειακό, το επιδερμικό. Υπάρχει έλλειψη παιδείας».

  • Ποια είναι η δυσκολία του ρόλου;

«Να φύγει ο ηθοποιός από την έννοια του σπουδαίου. Αν υπάρχει ο φόβος ότι παρουσιάζει κάτι σπουδαίο, τότε μπορεί να χάσει το παιχνίδι. Το σημαντικό σε τέτοιες δουλειές είναι να δεις τον άνθρωπο. Διότι, κατά τη γνώμη μου, κανένας από αυτούς που εμείς έχουμε για πολύ σπουδαίους δεν θεωρούσε ότι είναι σπουδαίος, αλλά αντιθέτως ήταν άνθρωποι με αδυναμίες».

Έχει υφάνει την επαγγελματική του πορεία μέσα από ρόλους ρεπερτορίου αλλά και σύγχρονα έργα. Σαν από σύμπτωση ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος έχει υποδυθεί κι άλλες μορφές της ποίησης, της μουσικής και του θεάτρου. Έχει παίξει, παλαιότερα, τον Μότσαρτ και τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, από τους ανανεωτές του νεοελληνικού θεάτρου αλλά συνάμα φιγούρα με τραγικότητα, σαν αυτή του Καρυωτάκη. Ο Χρηστομάνος ήταν ο πρώτος σημαντικός ρόλος του 25χρονου τότε Δημοσθένη Παπαδόπουλου σε μια βραχύβια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου (σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου). Κάποιοι μίλησαν για αποτυχία. Εκείνος δεν συμφωνεί.

«Τη θεωρώ από τις μεγάλες μου επιτυχίες. Μέχρι στιγμής δεν μετράω επιτυχίες και αποτυχίες σε σχέση με την προσέλευση του κόσμου ή τα χρήματα, αλλά με το τι κερδίζω εγώ. Τα κέρδη λοιπόν είναι πολύ περισσότερα στις αποτυχίες παρά στις επιτυχίες. Η αποτυχία σε προχωράει. Η επιτυχία έχει τον φόβο να επαναπαυθείς».

  • Πώς σας προχώρησε;

«Έβγαλα εις πέρας έναν σημαντικό και δύσκολο ρόλο σε πολύ νεαρή ηλικία. Εξελίχθηκα υποκριτικά δουλεύοντας με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, με την οποία είχαμε συνεργαστεί προηγουμένως μια φορά στο “Αμόρε”.

Γενικώς από τους ανθρώπους κερδίζεις και είχα αρκετούς που με προχώρησαν πολύ».

«Έγινε σημαία η εφήμερη δημοσιότητα»

«Το «Τέλος εποχής» έδωσε ώθηση στο ελληνικό σινεμά, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα», πιστεύει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος για την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση.

  • Υπάρχει συνέχεια, κρίνοντας από τις ταινίες «Πολίτικη κουζίνα», «Νύφες», «Εl Greco», «Το λιβάδι που δακρύζει»;

«Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αναφέρατε ταινίες μεγάλων δημιουργών, όπως είναι ο Βούλγαρης, ο Σμαραγδής, ο Μπουλμέτης, ο Αγγελόπουλος. Μα έπειτα από εκείνους δεν έχουν βγει άλλοι δημιουργοί να σε κάνουν να πεις: Αχ και να κάνω ταινία μαζί τους. Δεν διαφαίνονται συνεχιστές. Ευθύνεται όμως και η κοινωνία που δεν αποζητά μεγάλους δημιουργούς. Διότι για να αναδειχθεί ένας τέτοιος, πρέπει να τον έχει ανάγκη το κοινό. Σήμερα όμως είναι σημαία η εφήμερη δημοσιότητα».

  • Εφτά σταθμοί
1996: Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στο «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου
1996: Στο Θέατρο Αμόρε με τις «Μικρές τραγωδίες» του Πούσκιν
1998: Στο Εθνικό ως Κ. Χρηστομάνος στο «Η αυλαία πέφτει» του Α νδρέα Σ τάικου
2000: Στο «Γλάρο» του Τσέχωφ στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας
2001: Σκηνοθετεί «Τα ορφανά» του Κέσλερ στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας
2002: Μαζί με τη Μάγια Λυμπεροπούλου σκηνοθετεί (και παίζει) το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ
2003: Σκηνοθετεί τον «Επαγγελματία πυγμάχο» στο «Κεφαλληνίας»
  • Του Χρήστου Ν.Ε. Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Ενας σπουδαίος ηθοποιός σε ένα μεγάλο ρόλο. Ηρθε το πλήρωμα του χρόνου ο Νικήτας Τσακίρογλου να συναντηθεί με τον βασιλιά Λιρ του Σέξπιρ. Η πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης παράστασης, που σκηνοθετεί στο Κρατικό Θεάτρο Βορείου Ελλάδος ο Στάθης Λιβαθινός, είναι μεθαύριο Σάββατο (Βασιλικό Θέατρο).

«Ο «Λιρ» του Λιβαθινού είναι ένα νέο εγχείρημα, που θα συζητηθεί πολύ – είτε θετικά είτε αρνητικά. Κάνει μια ροκ παράσταση, με ροκ μουσική. Μια παράσταση που μιλά στη γλώσσα της εποχής μας», μας προλαμβάνει ο Τσακίρογλου, που γνώριζε πολύ καλά τη σεξπιρική τραγωδία: ήταν ο Εντμοντ στον Λιρ-Αλέξη Μινωτή (1957-58) και στον Λιρ -Θάνο Κωτσόπουλο (’69). «Η γλώσσα της εποχής είναι πλέον το επιθυμητό για τα κλασικά έργα», επιμένει.

  • Θέλατε να απαντήσετε εμπράκτως σε όσους σας κατηγορούν για συντηρητισμό;

«Το αν μια παράσταση είναι συντηρητική, φοβάμαι πως δεν εξαρτάται από τον διευθυντή του θεάτρου. Ποτέ δεν έχω πει σε σκηνοθέτη «Κάνε την παράσταση έτσι ή αλλιώς»».

  • Γιατί επιλέξατε τον Λιβαθινό για την επιστροφή σας στη σκηνή με τον μέγιστο, ίσως, σεξπιρικό ρόλο; Δεν έχετε ξανασυνεργαστεί.

«Ο Λιρ είναι ένας ρόλος-ορόσημο. Ηθελα να τον κάνω. Και τον κάνω όταν βρήκα τον κατάλληλο σκηνοθέτη για να ακουμπήσω επάνω του».

  • Πώς ακριβώς δούλεψε το κείμενο ο Λιβαθινός;

«Εχει μια μεθοδολογία, από τη θητεία του στη Ρωσία, διαφορετική από τη δική μας. Ξεκινά με εργαστηριακή δουλειά. Γι’ αυτό κι αρχίσαμε τις πρόβες τον Νοέμβριο. Δεν μπορώ να πω ότι έστησε μια μεταμοντέρνα παράσταση. Πάτησε πάνω στη νέα, ευθύβολη μετάφραση του Διονύση Καψάλη και στη ροκ μουσική του Θοδωρή Αμπατζή. Το βασικό στην παράστασή του είναι το ότι δεν υπάρχουν ρόλοι».

  • Δηλαδή;

«Τελειώνει ένας ηθοποιός το ρόλο του και παίζει έναν άλλο. Υποδύεται τον τρελό ή τον Εντγκάρ, αλλά αργότερα μπορεί να τον δεις να κάνει τον στρατιώτη. Είκοσι άνθρωποι επωμίζονται συνολικά το έργο».

  • Αφεθήκατε τελείως «ανοικτός» στα κελεύσματά του ή κάποιες στιγμές «κλότσησαν» το ένστικτο και η πολύχρονη πείρα σας;

«Είμαι πάντοτε ανοιχτός όταν διακρίνω ότι έχω να κερδίσω υποκριτικά. Και το έζησα σ’ αυτή την περιπέτεια. Με τον Λιβαθινό βγαίνω από τα νερά μου, από όλα όσα γνώριζα ώς σήμερα. Ηταν όμως βαθιά και η δική μου θέληση να φύγω από κάθε συμβατικότητα και να αποβάλω κάθε ευκολία μου. Επειδή ρόλοι σαν τον Λιρ είναι ρόλοι πρωταθλητισμού πρέπει να περάσεις τα όριά σου. Και για να τα περάσεις χρειάζονται άλλες δυνάμεις, άλλο μυαλό. Αν δεν ήταν τα πράγματα τόσο ερεθιστικά δεν θα τον σκεφτόμουν τον Λιρ. Δεν βρέθηκα στο «τιμόνι» του ΚΘΒΕ για να ικανοποιήσω τις δικές μου φιλοδοξίες. Γιατί τότε κάθε χρόνο θα έκανα, όπως επιτρέπει ο νόμος, δύο σκηνοθεσίες ή δύο ερμηνείες».

  • Ο Λιρ παραμένει στην παράστασή σας τραγικός ήρωας;

«Ο Λιρ είναι τραγικό πρόσωπο, γιατί για να κερδίσει τη γνώση πρέπει να φτάσει από το μεγαλείο στην τέλεια ταπείνωση. Ο σεξπιρικός, δηλαδή, ήρωας συναντά τον Κρέοντα και τον Οιδίποδα Τύραννο. Παθός μαθός! Στον Λιρ βλέπουμε τη νοοτροπία των γηρατειών: μπορεί να τα δίνει όλα, αλλά τα δίνει τσιγκούνικα. Δεν θέλει να απολέσει τα εξουσιαστικά προνόμια. Το έργο αφορά και τη σύγκρουση των γενεών, που κρύβει αρκετό θυμό. Κάτι που μας φέρνει στη σημερινή εποχή και ιδιαίτερα στα τελευταία επεισόδια που τράβηξε ο τόπος μας».

  • Εχετε καθόλου αγωνία για το αποτέλεσμα;

«Πάντα. Εδώ όμως δεν είναι η αγωνία του ηθοποιού, αλλά του διευθυντή. Θέλω να δουλέψει το ταμείο. Είναι άκρως σχιζοφρενικό να συνδυάζονται τα διευθυντικά καθήκοντα με την ηθοποιία!». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/02/2009