Αρχείο για 31 Ιανουαρίου, 2009

Ο Μάθιου Μπορν μιλάει στην «Κ»

Μια σπουδαία ταινία και ένα διάσημο όνομα του χορού και του θεάτρου συνδυάζονται στην παράσταση «Εντουαρντ ο Ψαλιδοχέρης», που ανέβηκε αυτή την εβδομάδα στο θέατρο Badminton. Ο Μάθιου Μπορν, ο Βρετανός χορογράφος και σκηνοθέτης, που έγινε ένα από τα βασικά ονόματα στο παγκόσμιο θέατρο με την ξεχωριστή του παράσταση της «αντρικής» «Λίμνης των κύκνων», γοητεύτηκε από τον «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, επέμεινε για να πείσει τον σκηνοθέτη να παραχωρήσει τα δικαιώματα και τελικά, με τη συνεργασία της Κάρολιν Τόμπσον, συν–σεναριογράφου του «Ψαλιδοχέρη», έστησε τη δική του εκδοχή, σε μια παραγωγή που απευθύνεται περισσότερο στο οικογενειακό κοινό. Από το Λονδίνο, όπου συντονίζει την ομάδα «New Adventures», ο Μπορν απάντησε στις ερωτήσεις μας για τη ματιά του πάνω στο έργο του Μπάρτον.

– Τι σας φάνηκε ιδιαίτερα ελκυστικό στην ταινία του Τιμ Μπάρτον, ώστε να θελήσετε να τη μεταφέρετε σε μια χορευτική παράσταση;

– Πάντα ήμουν οπαδός της δουλειάς του Τιμ Μπάρτον και ειδικά αυτής της ταινίας. Λατρεύω τον τρόπο που η ταινία αφηγείται μια τόσο συγκινητική, όμορφη ιστορία για ένα αγόρι που είναι η πιο τέλεια ενσάρκωση του αουτσάιντερ. Ο Εντουαρντ είναι ένας χαρακτήρας, με τον οποίο μπορεί ο καθένας να ταυτιστεί, αν έχει νιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του χωρίς αγάπη, περιθωριοποιημένος και απ’ έξω. Πάντα με ελκύουν αυτοί οι χαρακτήρες. Ενας άλλος λόγος που με τράβηξε στον Εντουαρντ, είναι ότι ο ίδιος πρωταγωνιστεί χωρίς ουσιαστικά να λέει ούτε μία λέξη. Αυτό με έκανε να αισθανθώ τη σιγουριά ότι μπορούσα να αφηγηθώ την ίδια ιστορία χρησιμοποιώντας μόνο χορό.

– Τι είναι αυτό που κάνει τους παρεξηγημένους και διαφορετικούς ήρωες τόσο ελκυστικούς στη μυθοπλασία;

– Είναι ακριβώς το ίδιο το γεγονός ότι είναι διαφορετικοί και παρεξηγημένοι αυτό που τους κάνει ελκυστικούς. Ξεχωρίζουν έτσι από το υπόλοιπο πλήθος. Δεν είναι φυσιολογικοί. Το φυσιολογικό είναι πληκτικό. Οι χαρακτήρες που μ’ αρέσουν είναι αυτοί που διαθέτουν μια μεγάλη, συναισθηματική ιστορία πίσω τους.

– Είστε γνωστός για τον εναλλακτικό τρόπο με τον οποίο «διαβάζετε» γνωστά και οικεία έργα, όπως τη «Λίμνη των κύκνων» και τη «Σταχτοπούτα». Δεν μπήκατε στον πειρασμό να αλλάξετε περισσότερα πράγματα στον «Ψαλιδοχέρη»;

– Αισθάνθηκα ότι έπρεπε να μείνω πιστός και πολύ κοντά στην ιστορία που αφηγήθηκε στην ταινία ο Τιμ Μπάρτον. Είναι απλά μια τέλεια ταινία. Εκεί που μπορέσαμε να βάλουμε περισσότερο το δικό μας στίγμα, ήταν στις μικρότερες λεπτομέρειες. Το να προσθέσουμε στοιχεία που να χαρακτηρίζουν περισσότερο τους ανθρώπους που αποτελούν τις οικογένειες των προαστίων, λεπτομέρειες που ανακαλύπτει και ο Εντουαρντ. Επίσης, αυτό που κάνουμε, είναι ότι φυσικά χορεύουμε. Αυτό από μόνο του κάνει τη δική μας εκδοχή πολύ διαφορετική. Ομως σε ό, τι αφορά την ιστορία, ήθελα να μείνει αληθινή και όσο το δυνατόν περισσότερο πιστή στο πρωτότυπο.

– Αισθανθήκατε ότι έπρεπε να αλλάξετε πράγματα για να παρουσιάσετε τον «Ψαλιδοχέρη» σε ένα διαφορετικό κοινό;

– Οπως σας είπα και πριν, ήθελα να μείνω πιστός στην πρωτότυπη ιστορία, επειδή πιστεύω ότι λειτουργεί πολύ καλά. Ετσι, δεν ένιωσα ότι έπρεπε να αλλάξω κάτι περισσότερο.

– Πήρατε την απόφαση να υποβαθμίσετε τον γοτθικό τόνο της ταινίας και να ανεβάσετε τον «Ψαλιδοχέρη» περισσότερο σαν κωμωδία και σαν ένα θέαμα οικογενειακής ψυχαγωγίας. Για ποιο λόγο;

– Στην ομάδα ήμασταν πάντα σαφείς στο ότι θέλουμε να κάνουμε ένα οικογενειακό σόου. Ισως αυτή η απόφαση να μας έκανε να ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και να αποφύγουμε λίγο τα γοτθικά στοιχεία. Ωστόσο, δεν συμφωνώ ότι δεν υπάρχει το γοτθικό στοιχείο στη δική μας εκδοχή. Νομίζω ότι οι αρχικές σκηνές είναι αρκετά τρομακτικές!

  • «Πολλά σχέδια»

– Ως ένας από τους πιο διάσημους χορογράφους στο σύγχρονο θέατρο, αισθάνεστε πίεση από το κοινό και τους κριτικούς να παρουσιάζετε συχνά παραγωγές με νέες ιδέες που να προκαλούν έκπληξη; Είναι κάτι αγχωτικό για εσάς;

– Οχι τόσο πολύ. Εχω ένα αρκετά μεγάλο ρεπερτόριο με παραγωγές, με τις οποίες η ομάδα περιοδεύει σχεδόν συνέχεια. Αυτή τη χρονιά παρουσιάζουμε τον «Ψαλιδοχέρη» και τον «Ντόριαν Γκρέι» και αργότερα θα κάνουμε πάλι κάποιες παραστάσεις με τη «Λίμνη των κύκνων». Κάνω καινούργιες δουλειές όταν έχω νέες ιδέες. Και αυτές τις ιδέες δεν μπορώ να τις εκβιάσω. Πάντα έχω πολλά σχέδια, όμως χρειάζεται χρόνος για να ολοκληρωθούν και στο μεσοδιάστημα, μ’ αρέσει να ξαναδουλεύω παλιότερες παραστάσεις, να τις ανανεώνω και να τις φέρνω σε ένα νέο κοινό.

– Ποιοι άλλοι κινηματογραφικοί ήρωες θα μπορούσαν να είναι βασικοί χαρακτήρες σε μια από τις επόμενες παραγωγές σας;

– Θεούλη μου… Δεν έχω ιδέα. Φυσικά έχω χρησιμοποιήσει στοιχεία από τον κινηματογράφο σε προηγούμενες παραγωγές. Για παράδειγμα, οι βασικοί χαρακτήρες από τον «Υπηρέτη» εμφανίζονται στο «Play without words», ενώ οι κύκνοι στη «Λίμνη των κύκνων» βασίζονται και στα «Πουλιά» του Χίτσκοκ. Ομως δεν μπορώ να πω ακόμη τίποτα για νέες παραγωγές. Πρόσφατα κάναμε τη δική μας εκδοχή για το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Ποιος ξέρει τι υπάρχει στο μέλλον…

Οι παραστάσεις του «Εντουαρντ του Ψαλιδοχέρη» συνεχίζονται στο θέατρο Badminton μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου (τηλ. 210–88.40.600).

  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η Καθημερινή, 31/01/2009

Συνέντευξη: Ζαν Πιέρ Βενσάν

στη ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 31/01/2009

«Το γέλιο είναι δείγμα ευφυΐας. Δεν μπορούμε να γελάμε χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί».

Ο γαλλικός Τύπος υποδέχτηκε με διθυραμβικές κριτικές το «Σχολείο Γυναικών», που ανέβηκε πέρυσι σε παραγωγή του ιστορικού Odeon-Theatre de l’ Europe

Ο σκηνοθέτης Ζαν Πιέρ Βενσάν, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, έχει διάθεση να μας μυήσει στα μυστικά της κωμωδίας. Το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου είναι άλλωστε η αφορμή της κουβέντας μας. Θα το δούμε με πρωταγωνιστή τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό Ντανιέλ Οτέιγ, στις 11 και 12 Φεβρουαρίου στο «Παλλάς».

Η παράσταση, που ανέβηκε πέρυσι στη Γαλλία σε παραγωγή του ιστορικού Odeon-Theatre de l’ Europe, αποθεώθηκε από τον Τύπο. «Κέντησαν» και ο σπουδαίος ηθοποιός ως μισογύνης Αρνόλφ, και ο σημαντικός Γάλλος σκηνοθέτης, που έχει υπάρξει διευθυντής της Comedie Francaise, του Εθνικού Θεάτρου του Στρασβούργου και του Theatre des Amandiers.

Γραμμένο το 1662, το «Σχολείο Γυναικών» δημιούργησε σκάνδαλο. Η ιστορία του τυράννου Αρνόλφ, που κλειδαμπάρωσε στο σπίτι την πολύ νεότερή του Αγνή προετοιμάζοντάς την για γυναίκα του, ενόχλησε τη γαλλική κοινωνία. Την επομένη της πρεμιέρας ξεκίνησε μια πολεμική εναντίον του Μολιέρου.

«Μπορεί να είναι παράδοξο αλλά είναι ίσως το πιο ευγενικό, μεγαλοφυές και ισορροπημένο έργο του», πιστεύει ο Ζαν Πιερ Βενσάν. «Πρόκειται για μεγάλη στιγμή του θεάτρου. Είναι μια κατάδυση στην αντρική ψυχολογία. Στη βάση του, όμως, βρίσκεται η πεποίθηση ότι η γυναίκα είναι το μέλλον του άντρα…».

«Το επί της ουσίας γέλιο δεν είναι πάντα εύκολο, προϋποθέτει γνώση και ευφυΐα. Χρειάζεται ικανότητα για να γελάς ακόμα και με… τις καρικατούρες του Μωάμεθ», λέει ο Γάλλος σκηνοθέτης

Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζετε Μολιέρο. Είναι σαν να κλείνετε ραντεβού μαζί του κάθε περίπου δέκα χρόνια.

«Είναι λόγοι εθνικής κουλτούρας. Οι σκηνοθέτες όμως έχουμε ραντεβού και με τον Σέξπιρ, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Τσέχοφ. Ο κόσμος προχωρά τόσο γρήγορα και είναι τόσο τρελός, που κινδυνεύουμε να χαθούμε στον «διάλογο», που δημιουργεί το θεάτρο. Είναι απαραίτητο να ξαναγυρνάμε σε τόσο μεγάλους συγγραφείς. Ο Μολιέρος έχει κάτι που αντιστοιχεί στον βαθύ πυρήνα της δουλειάς μου. Λειτουργεί ως ένα είδος ανάλυσης για το τι σημαίνει να είσαι Γάλλος. Στο «Σχολείο Γυναικών» αναγνωρίζουμε σύγχρονα στοιχεία, αλλά και ξεπερασμένα. Αυτό το ιστορικό μέτρο είναι που με κάνει να γυρνάω τακτικά σε κάποιες στιγμές του Μολιέρου. Δεν με ενδιαφέρουν όλα τα έργα του. Ορισμένα, όμως, τα θεωρώ εξαιρετικά για τον σύγχρονο άνθρωπο».

Τι στοιχεία θέλατε να βγάλετε από τον Ντανιέλ Οτέιγ, κωμικά ή και δραματικά;

«Το αξιοθαύμαστο είναι ότι περιέχει και τα δύο. Η ποιότητα και η ικανότητά του τον πάνε προς την κωμωδία, αλλά έχει μια φύση βαθιά τραγική και δραματική, σκοτεινή, περίεργη, και μερικές φορές διαστροφική. Την ίδια ώρα είναι πολύ απλός και καθημερινός».

Σας απασχόλησε το να σκηνοθετήσετε το έργο με τρόπο που να αγγίζει τον σύγχρονο θεατή;

«Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία. Σήμερα έχουμε την τάση να κάνουμε πολλούς εκσυγχρονισμούς -κυρίως στην όπερα, για να ξεκουραστούν οι αστοί θεατές της. Μου φαίνονται όμως επιφανειακοί. Εγώ είμαι άνθρωπος του σήμερα και ανεβάζω παραστάσεις για ανθρώπους του σήμερα. Τα ριζοσπαστικά μοντέρνα στοιχεία της παράστασης εντοπίζονται στον τρόπο που παίζουν οι ηθοποιοί και όχι στο ντεκόρ ή στα κοστούμια. Ψάχνω τρόπους να εκσυγχρονίσω το εσωτερικό του κειμένου. Πολλοί σκηνοθέτες, ειδικά αυτοί που είναι επηρεασμένοι από τη Γερμανία, ανεβάζουν τους κλασικούς σαν να είναι σύγχρονες ιστορίες και μεταφέρουν τις όπερες του Μότσαρτ στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια προσέγγιση δεν προχωρά την ευφυΐα της κοινωνίας. Γι’ αυτό ακριβώς είμαστε εδώ: να προκαλούμε θαυμασμό, έκπληξη, καμιά φορά και σκάνδαλα, αλλά και ευφυΐα».

Εχει αλλάξει σήμερα το γέλιο ως έννοια;

«Οι πραγματικοί καλλιτέχνες του θεάτρου -ειδικά μετά τη Χιροσίμα και το Αουσβιτς- απέκτησαν μεγαλύτερη συνείδηση της τραγικότητας του κόσμου. Αφησαν έτσι ελεύθερο το πεδίο της κωμωδίας σε νεότερους καλλιτέχνες, που είναι άλλης σχολής και συχνά κάνουν one man ή one woman show. Υπάρχει μοναξιά στη σκηνή και όχι διάλογος, που είναι το θεμέλιο της κοινωνίας και του θεάτρου. Το γέλιο έγινε απλό. Οι κωμικοί μοιάζουν μεταξύ τους, διηγούνται τα μικρά ελαττώματα της νέας μεσαίας τάξης της Δυτικής Ευρώπης, και την απαλλάσσουν από τις ευθύνες της χωρίς να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Ομως, το επί της ουσία γέλιο δεν είναι πάντα εύκολο, προϋποθέτει γνώση και ευφυΐα. Χρειάζεται ικανότητα για να μπορείς να γελάς ακόμα και με… τις καρικατούρες του Μωάμεθ».

Πιστεύετε ότι το μοντέλο γυναίκας που αντιπροσωπεύει η Αγνή, στο «Σχολείο Γυναικών», το συναντάμε σήμερα;

«Η γυναικεία καταπίεση αλλάζει φόρμες, ιστορίες και κοστούμια. Ισχύει στην ισλαμική ανατολή, τον καθολικό φανατισμό κ.α. Το βάθος του προβλήματος παραμένει το ίδιο».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αρνόλφ θυμίζει σύγχρονο παιδεραστή;

«Χθες έβλεπα στην τηλεόραση την ιστορία μιας μικρής που παντρεύτηκε και βιάστηκε 10 χρόνων και πήγε μόνη της σε έναν δικαστή. Δεν είναι το ίδιο, βέβαια, εγκλεισμός και παιδοφιλία. Ξεκινούν όμως από την ίδια πηγή της αντρικής συμπεριφοράς, που τον 20ό αιώνα -με την πρόοδο του φεμινισμού- περνάει, ευτυχώς, κρίση. Στο «Σχολείο γυναικών» υπάρχει η ηχώ όλων αυτών των σκέψεων. Το έργο όμως δεν μιλάει μόνο γι’ αυτό. Διηγείται παράλληλα τη φοβερή αφύπνιση μιας νέας γυναίκας. Ο Μολιέρος λέει ότι ακόμα κι αν κρατάμε μια γυναίκα φυλακισμένη και τη βασανίζουμε, έρχεται μια στιγμή που ανοίγει μια πόρτα ή ένα παράθυρο. Η δύναμη της ζωής που δημιουργείται ανάμεσα στην Αγνή και τον Οράτιο, τον άνδρα που ερωτεύεται, ισορροπεί το κείμενο και το κάνει να μοιάζει με ένα πρωινό του κόσμου και όχι με το τέλος του».

Πώς βλέπετε το σύγχρονο γαλλικό θεάτρο;

«Δεν είμαι τόσο ευχαριστημένος. Νομίζω ότι οι καταστάσεις μάς προσπεράνε. Χάσαμε τρεις σπουδαίους συγγραφείς μέσα σε πέντε χρόνια (1990-1995), τους Μπερνάρ Μαρί Κολτές, Ζαν Λικ Λαγκάρς και Ντιντιέ Ζορζ Γκαμπιλί. Νομίζω ότι η γαλλική κοινωνία δεν αντιλήφθηκε τι έχασε. Δουλεύω πολύ στις σχολές με τους νέους δημιουργούς. Πρέπει να ξαναγεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Δεν πιστεύω ότι είμαστε μπροστά σε καμιά μεγάλη κατάκτηση αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να διατηρήσουμε τη σύνδεση με την ιστορία μας. Ολοι θέλουν να εκσυγχρονίζονται. Για να το καταφέρεις, πρέπει να ξέρεις από πού προέρχεσαι». *

«Το κράτος είμαστε εμείς»

Τι είναι το «Eldorado»; «Μην είν’ η πατρίδα μας;», που έλεγε και ο ποιητής. Αυτό ακριβώς. Το «Eldorado» είναι η πατρίδα του καθενός. Είναι ένα έργο-καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, σε μια σύγχρονη πόλη που ο ίδιος δημιούργησε και τώρα τη βλέπει να καταστρέφεται μπροστά του και μέσα σε αυτή να καταστρέφεται και ο ίδιος. «Το “Ελ Ντοράντο” των ονείρων, η μυθική πόλη του χρυσού, αποδεικνύεται ένας σωρός άνθρακες. Η απληστία των σύγχρονων Conquistadores αφήνει πίσω μόνο κατεστραμμένες πόλεις και ζωές», παρατηρεί ο σκηνοθέτης αυτής της «αληθινά σκληρής κωμωδίας», Κωνσταντίνος Γιάνναρης, τον οποίο «όλοι θέλουν ως “καταραμένο” και “περιθωριακό”», όπως λέει και ο ίδιος.

  • Δεν είσαι;

Εγώ νιώθω πολύ mainstream. Βαριέμαι να γίνομαι ο γραφικός του χωριού, ο «περιθωριακός καλλιτέχνης», αυτός που ταυτίζεται με το λούμπεν και τα τζάνκια. Εγώ δεν ταυτίζομαι με κανέναν. Ομως, αυτά είναι τα ερεθίσματά μου από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Τώρα, αν κάποιος θεωρεί περιθωριακό έναν άνθρωπο που έχει μια συγκεκριμένη σεξουαλική επιλογή, έχει πάρει ή συνεχίζει να παίρνει ναρκωτικά, κάνει δηλαδή μια ζωή που δεν είναι μέσα σε «καθαρά», μικροαστικά πλαίσια -παντρειάς, οικογένειας, παιδιών-, τότε, ναι, είμαι περιθωριακός, είμαι ένοχος, shoot me.
Μα και κοινωνικά να το δεις, ένα χωριό είμαστε και καθώς πέφτουμε διαρκώς ο ένας πάνω στον άλλον, δημιουργούμε κοντρίτσες και φατριούλες για να περνάει η ώρα.
Οντως ζούμε σε μια μικρή κοινότητα εδώ. Μικρό το κύκλωμα του κινηματογράφου, μικρό και του θεάτρου, μικρό και της εικαστικής τέχνης. Τα πάντα είναι μικρά στην Ελλάδα. Βλέπω διάφορους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, αλλά δεν βλέπω διαφοροποιήσεις. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη χώρα με τόσο δυσανάλογη παραγωγή ταινιών και θεατρικών παραστάσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της. Μικρομηκάδες με το τσουβάλι και να μην αξίζει ούτε το 5%;

  • Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Πέρσι παρουσιάστηκαν περίπου 420 παραστάσεις.

Ναι, γιατί γνωρίζεις ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών των δουλειών είναι κακοπληρωμένες ή εντελώς απλήρωτες. Το καλό, βέβαια, αυτής της υπόθεσης είναι ότι υπάρχει μια νέα γενιά που έχει ανάγκη να εκφραστεί χωρίς να είναι κολλημένη με το θέμα των χρημάτων. Το βρίσκω πολύ συγκινητικό όλο αυτό σε μια κοινωνία που θεωρεί το χρήμα ως το ύψιστο αγαθό.

  • Αυτή όμως η αντίληψη κατακρημνίστηκε μετά τα πρόσφατα δεκεμβριανά γεγονότα.

Ευτυχώς. Κι ελπίζω να αλλάξουμε, επιτέλους, ρότα. Βέβαια, ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων αυτής της πόλης δεν έχει πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί και τι μέλλει να συμβεί στη συνέχεια. Ή μάλλον δεν θέλει να πάρει χαμπάρι. Δεν υπάρχει ακόμη συνείδηση σε μερικούς ανθρώπους για το πώς συνεισφέρουμε όλοι σε αυτή την πόλη ώστε να ζήσουμε όλοι καλύτερα. Γι’ αυτό και τα περιστατικά σωματικής και λεκτικής βίας στην Αθήνα είναι καθημερινή υπόθεση. Δεν σεβόμαστε τους εαυτούς μας και κατ’ επέκταση τον άλλον. Δεν διεκδικούμε τα δικαιώματά μας και κατ’ επέκταση δεν αναγνωρίζουμε και κανένα δικαίωμα στον άλλον. Θεωρούμε, για παράδειγμα, αυτονόητο να παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας όπου βρούμε, ακόμη και στη δίοδο για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, δυσκολεύοντας έτσι την καθημερινότητά τους. Με άλλα λόγια, η ελευθερία τού ενός αποκλείει την ελευθερία του άλλου. Να, δεν βλέπεις τώρα τι γίνεται; Περπατάμε σε έναν πεζόδρομο και δεξιά κι αριστερά είναι παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

  • Ο τρόπος που υπάρχουμε ως οντότητες και ως πολίτες δεν είναι θέμα παιδείας;

Ναι, αλλά η παιδεία δεν είναι μάννα εξ ουρανού να προσγειωθεί μες στα κεφάλια μας. Αν μια κοινωνία έχει αποκλείσει την παιδεία ως αγαθό κι έχει προβάλει τον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό, είναι σαφές ότι τα παιδιά της θα βγουν κάφροι – η ίδια η κοινωνία θα παραμένει μια καταπιεστική καφρίλα. Ολο αυτό το ξέσπασμα των νέων το Δεκέμβριο δεν έγινε ούτε ξαφνικά, ούτε μαγικά. Αν το κράτος δεν εμπιστεύεται τους πολίτες και οι πολίτες το κράτος, τότε υπάρχει χάος. Αν το κράτος δεν μπορεί να εμφυσήσει στους πολίτες του εμπιστοσύνη και μια συλλογική συνείδηση ευθύνης, αλλά την υποταγή σε μια ιδεολογία που λέγεται Ελληνισμός, με όλη αυτή τη φοβερή βλακεία που κουβαλάμε από την Επανάσταση, όταν δηλαδή επί εποχής Φιλικής Εταιρείας έκαναν το μεγάλο συμβιβασμό όλοι οι διανοούμενοι για να κερδίσουν την εύνοια και τη συμπάθεια των κύκλων εξουσίας της Δυτικής Ευρώπης και να αποσπαστούν από τον οθωμανικό ζυγό, ε, τι περιμένεις; Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να μετακινηθεί λίγο για το καλό όλων. Να χάσει «κεκτημένα» δικαιώματα για να αναδειχτούν οι καλύτεροι και οι αξιότεροι σε κάθε τομέα. Να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη για ό,τι τον αφορά. Εχουμε μάθει και τα χώνουμε όλοι στο κράτος. Ποιο κράτος; Αυτό που οι ίδιοι λέμε ότι είναι άφαντο; Το κράτος είμαστε εμείς. Το τι είδους κράτος θα χτίσουμε είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο για το οποίο όλοι μας έχουμε ευθύνη. Ποια κοινωνία πολιτών έχουμε σήμερα; Ποιος στελεχώνει αυτό το περιβόητο κράτος; Πώς ασκεί την εξουσία ο πολιτικός, στον οποίο εμείς έχουμε εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα; Πότε απαντήσαμε ως πολίτες σε αυτά τα ερωτήματα; Ολο αυτό το οικοδόμημα του κράτους και της εξουσίας έχει σαθρές βάσεις. Είναι άρρωστο. Και το ξέρουμε. Και φοβάμαι πως οδεύουμε σε μια τυφλή και μηδενιστική αντίδραση, σε ένα όντως σαθρό και σάπιο σύστημα.

  • Η Σούζαν Σόνταγκ έχει γράψει για την αρρώστια ως σύμπτωμα της εποχής μας.

Στο σύγχρονο κόσμο οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν από έλλειψη τροφής ή από ελονοσία, αλλά από θλίψη και μοναξιά. Στις σύγχρονες πόλεις δημιουργούνται γκέτο, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους.
Οπως το Δεκέμβριο στην Αθήνα. Η «αρρώστια» ξέσπασε και καθώς δεν θέλαμε να δούμε εγκαίρως τα συμπτώματα, μας πήρε και μας σήκωσε.

Ξέσπασε σε ένα διάλογο, όπως θα έλεγε και ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ. Σε μια χώρα όπου όλοι μονολογούν και φωνάζουν ο ένας στον άλλον με την έπαρση της αυθεντίας, ξαφνικά αναδύθηκε η τέχνη του διαλόγου. Εστω και τόσο απεγνωσμένου και αυτοκαταστροφικού. Αλλά τι άλλου είδους διάλογος μπορεί να γίνει σε αυτή την κοινωνία, όταν τα ώτα κωφεύουν; Είναι αναπόφευκτο, φοβάμαι, μια ολόκληρη νέα γενιά που βλέπει μπροστά της το δρόμο ολοένα να σκοτεινιάζει και να στενεύει, να αντιδράσει βίαια, μηδενιστικά, ακόμη και κάνοντας πλιάτσικο. Και να σου πω, καλά να κάνουν. Δεν μπορώ, ειλικρινά, να κατηγορήσω αυτά τα παιδιά. Κατηγορώ τους γονείς, την κοινωνία των μεγάλων. Η Αστυνομία έχει ένα μικρό μερίδιο σε όλο αυτό το μπάχαλο. Αν όλη η κοινωνία είναι απαίδευτη, γιατί να είναι εκπαιδευμένος ο μπάτσος; Ασε που θεωρώ πως η Αστυνομία είναι και ο πιο εύκολος στόχος. Γιατί όλα τα media κατηγορούν εκ του ασφαλούς την Αστυνομία και αφήνουν τη δική τους ευθύνη απέξω; Γιατί, τελικά, ποιοι επανδρώνουν την Αστυνομία; Προλετάριοι. Νέα παιδιά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και ψάχνουν για ένα σίγουρο μεροκάματο.

Τώρα, πάντως, επικρατεί μια περίεργη ησυχία. Είναι γιατί το σύστημα έχει καταφέρει να αφομοιώσει τις φωνές της αντίδρασης ή γιατί η αντίδραση ακόμη δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα;
Ελπίζω ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν αντιδράσεις, αλλά φοβάμαι ότι λόγω απόγνωσης θα πάρουν λάθος δρόμο. Μηδενιστικό. Θα αυξηθεί η ατομική τρομοκρατία. Θα επικρατήσει το δίκιο του ισχυρότερου ακόμη πιο απροκάλυπτα. Φοβάμαι διάφορες εμφυλιακές ή μετεμφυλιακές ψυχώσεις ότι θα βγουν στην επιφάνεια. Θα ισχυροποιηθούν ακόμη περισσότερο τα κέντρα εξουσίας.

  • Υπάρχει επίσης το θέμα των μεταναστών που ζουν εξαθλιωμένοι και στοιβαγμένοι στα νέα γκέτο της πόλης μας. Ενας παράγοντας που ακόμα δεν έχει μπει στον καμβά των κοινωνικών αναταραχών.

Υπάρχουν γειτονιές της Αθήνας που έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με λίγα χρόνια πριν. Από τη μια θαυμάζεις τη ζωντάνια που έχουν φέρει οι μετανάστες σε κάποιες μαραζωμένες περιοχές της πόλης και, από την άλλη, βλέπεις την παντελή έλλειψη μέριμνας του κράτους και των δημοτικών αρχών προς αυτούς τους ανθρώπους. Το μεγαλύτερο αίσχος για μένα είναι πως άτομα που κατοικούν σε μια περιοχή για είκοσι και βάλε χρόνια δεν έχουν το δικαίωμα, ούτε αυτοί ούτε τα παιδιά τους, να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές. Δηλαδή δεν έχουν λόγο για τη χώρα όπου ζουν. Στερούνται το βασικό δημοκρατικό δικαίωμα να έχουν λόγο στην καθημερινή τους διαβίωση. Γι’ αυτό βγαίνει δήμαρχος ο Κακλαμάνης. Γιατί δεν μπορούν να ψηφίσουν όλοι οι κάτοικοι του κέντρου, δηλαδή και οι μετανάστες. Ολο αυτό το σκηνικό μού θυμίζει την Αγγλία του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχουν τα λεγόμενα «rotten boroughs», περιοχές διεφθαρμένες και υποανάπτυκτες που βγάζουν δημάρχους μέσα από ένα πολύ μικρό ποσοστό ψηφοφόρων. Και θα το βρούμε μπροστά μας. Αυτή την απαρχαιωμένη, φασιστική αντίληψη της εξ αίματος ελληνικότητας. Μια αντίληψη που έχει ξεπεραστεί από την κίνηση των πληθυσμών, από την ύπαρξη ενός 15% μεταναστών σε αυτή τη χώρα.

  • Πώς, λοιπόν, ορίζεις την ταυτότητα του Νεοέλληνα;

Βλέπω γύρω μου ανθρώπους σαθρούς, ανθρώπους χωρίς κοινωνική συνείδηση. Στη σύγχρονη Ελλάδα δεν έχουν δοθεί μάχες για πάρα πολλά πράγματα. Εχουμε μια παλιομοδίτικη Αριστερά που όλο και απομακρύνεται από την κοινωνία και μια μικροαστική αυταρέσκεια που βαυκαλίζεται ότι έχει στήσει μια ωραία αστικοδημοκρατική κοινωνία, όπου είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι μέσα στην αυθαιρεσία, χωρίς έλεγχο, όπου η μεγαλομεσαία τάξη έχει αυτονομηθεί από την ίδια την κοινωνία. Δεν πληρώνει φόρους, δεν πάει σε κρατικά σχολεία ή νοσοκομεία, δεν χρησιμοποιεί κρατικές συγκοινωνίες αλλά κατεβαίνει στο Κέντρο με το 4Χ4 απαιτώντας να παρκάρει πάνω στον πεζόδρομο όπου εγώ κι εσύ περπατάμε. Κι αυτό γιατί μέσα σε αυτή την αυτονόμησή της θεωρεί πως δεν έχει κανένα χρέος απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ναρκισσιστικής, εγωιστικής και κοντόφθαλμης αντίληψης κοινωνία, που πάει κατά διαόλου.

  • Είναι, λοιπόν, η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μια μεταφορά του έργου του Μάγιενμπουργκ;

Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου συνειδητοποίησα ότι είχα διαλέξει ένα πολύ σύγχρονο έργο. Το κέντρο της Αθήνας έγινε ξαφνικά ένα «no man’s land». Και βρεθήκαμε ξαφνικά να μπαινοβγαίνουμε σε παρεμφερείς κόσμους μέσα στην παράσταση κι έξω, στους δρόμους της πόλης. Σαν η ζωή η ίδια να έμπαινε μες στις πρόβες μας. Η πόλη φλεγόταν, τα media κατέγραφαν, άλλοι τα ’σπαγαν στα μπουζούκια, οι ιθύνοντες να μην έχουν πάρει χαμπάρι τι σημαίνει όλο αυτό κι εμείς να προσπαθούμε να κάνουμε τέχνη, ας πούμε. Εκείνες οι μέρες ήταν από εκείνες τις χαρακτηριστικές στιγμές που η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σουρεαλιστική από οποιαδήποτε θεατρική ή κινηματογραφική αφήγηση.

  • Αυτή, πάντως, είναι η δεύτερη θεατρική σου σκηνοθεσία μετά τη συνεργασία σου με την Αννα Κοκκίνου. Γιατί κρατάς τις αποστάσεις σου από το θέατρο;

Ισως γιατί με ξινίζει η θεατρίλα. Αυτό που πρέπει ο ηθοποιός να μιλάει δυνατά και με στόμφο, να κάνει μεγαλειώδεις κινήσεις. Ολα αυτά για μένα είναι αφύσικα. Το θέατρο για μένα, σε ένα μεγάλο βαθμό, είναι μια νεκρή φόρμα. Για τον ηθοποιό καταλαβαίνω ότι είναι μια τεράστια πρόκληση δεξιοτεχνίας. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι τα πάντα τεχνική. Και χρειαζόμαστε νέες θεατρικές φόρμες. Και δεν μιλάω για εφετζίδικες βιντεοπροβολές και ηλεκτρονική μουσική για φόντο.

Στις ταινίες σου πάντα είχα έντονο το αίσθημα της απώλειας. Η έκθεσή σου «Στην κόψη του ματιού» μού έφερε έντονα στο μυαλό το στίχο του Σεφέρη: «Ενα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας».
Ναι, συχνά καταπιάνομαι με τις απώλειές μου. Απώλειες φίλων, ανθρώπων που έχω ερωτευθεί, αγαπήσει, συντροφεύσει. Είμαι ένα παιδί που έχει δει τα πιο λαμπρά μυαλά της γενιάς του να αποδεκατίζονται από το AIDS. Αυτός ο εχθρός δεν είναι εξωτερικός. Σε έχει καταλάβει, έχει μπει μέσα σου και σε τρώει. Κι εκεί συνειδητοποιείς ότι ο θάνατος δεν γνωρίζει ηλικία, ούτε αξία. Αυτό ήταν μια τραυματική συνειδητοποίηση. Στην προσπάθειά μου, λοιπόν, να παραμείνω εχέφρων, προέκυψε η επιθυμία να κάνω κινηματογράφο, να γράψω ποιηματάκια, να φωτογραφίσω εικόνες. Ηταν ο τρόπος μου για να κρατήσω τη συνοχή του μυαλού μου και της ψυχής μου και να συγκροτήσω ένα σκοπό στη ζωή μου. Μια ζωή που δεν ήξερα και δεν ξέρω πόσο θα διαρκέσει.

INFO: «Eldorado», θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ.: 210-8673945. Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετ. – Κυρ.: 21.30. Τιμές εισιτηρίων: €22, €19, €15 (φοιτ.). Πρεμιέρα: 5/2.
Εκθεση: «Στην κόψη του ματιού»: Μουσείο Αλεξ Μυλωνά – Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Πλ. Αγ. Ασωμάτων 5, Θησείο. Εως τις 22/3.