Αρχείο για 19 Ιανουαρίου, 2009

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, TA NEA: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, στο δεύτερο έτος της θητείας του μιλάει για το παρόν και το μέλλον του Θεάτρου, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και το όραμά του.
Βγήκε πολύ νέος ως σκηνοθέτης και τάραξε τα νερά ρίχνοντας μια σύγχρονη ματιά σε κείμενα κλασικά, ματιά που, όταν άγγιξε το αρχαίο δράμα, ξεσήκωσε αντιδράσεις. Ίδρυσε το «Θέατρο του Νότου» και κόμισε μια νέα αντίληψη στα ελληνικά θεατρικά πράγματα προτείνοντας στο «Αμόρε» ένα μοντέλο επιχορηγούμενου θεάτρου που έγραψε ιστορία. Έγινε σχεδόν ομόφωνα δεκτός ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου το 2007.
Σήμερα ο Γιάννης Χουβαρδάς, «στο μέσον του δρόμου»- η δεύτερη χρονιά του-, παλεύει ακόμα για την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του Κτιρίου Τσίλερ- η Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» εγκαινιάστηκε αλλά η παράδοση της Κεντρικής εκκρεμεί-, παλεύει για μία σύγχρονη όψη και για σύγχρονους τρόπους λειτουργίας στο Εθνικό- ήδη υπάρχει καινούργια ιστοσελίδα, καινούργιο λογότυπο, καινούργια μορφή στα προγράμματα, νέοι τρόποι διάθεσης των εισιτηρίων, ολοκληρώνεται η ψηφιοποίηση του αρχείου-, παλεύει για να κουμαντάρει τον δυσκίνητο γραφειοκρατικό οργανισμό- η από πολλά χρόνια αιτούμενη συλλογική σύμβαση που υπέγραψε με το προσωπικό είναι το μεγάλο ατού στις σχέσεις του με τους εργαζόμενους του Θεάτρου-, παλεύει με το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Εθνικό, παλεύει για την καλλιτεχνική φυσιογνωμία του- εκεί ακούστηκαν και οι πρώτες, αρκετές διαφωνίες. Αλλά δεν το βάζει κάτω. Απόλυτα ορθολογιστής, ψύχραιμος, ξέρει πάντα, ανά πάσα στιγμή, πού βρίσκεται και τι πράττει.

«Είχα πει από την αρχή, έτσι κι αλλιώς, πως τον τρίτο χρόνο ουσιαστικά διαμορφώνεται η ταυτότητα μιας νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Πόσω μάλλον όταν φέτος τα πράγματα είναι τόσο ρευστά όχι μόνο λόγω των καθυστερήσεων όσο και λόγω μιας θεατρικής περιόδου που έχει δεχτεί από τις ταραχές ένα καίριο πλήγμα. Παρ΄ όλα αυτά, αισθάνομαι πως η δεύτερη σεζόν έχει ήδη δώσει κάποιους καρπούς και πως καλλιτεχνικά είμαστε σε πολύ πιο σωστό δρόμο από πέρσι.

Όχι, δεν είμαι της φιλοσοφίας «δώστε μου ένα χρόνο ακόμα, και δώστε μου ένα χρόνο ακόμα»… Είμαι της φιλοσοφίας ότι απλώς χρειάζομαι ένα χρονικό διάστημα που να είναι τόσο όσο να αρχίσει να φαίνεται η δουλειά. Ό,τι γίνεται στο Εθνικό Θέατρο, μέχρι να προκύψει κάτι σοβαρό και συγκροτημένο, είναι ένα work in progress, μία δουλειά εν εξελίξει».

Πώς αντιμετωπίζετε το οικονομικό θέμα;

Δεν μπορώ να κρύψω πως δεν είμαι ευχαριστημένος. Η επιχορήγηση για το 2009 ήταν 8 εκατ. ευρώ, για φέτος είναι 8,3 εκατ. Η αύξηση δεν καλύπτει ούτε τη μισθολογική αύξηση που πρέπει να δοθεί στο προσωπικό και τους ηθοποιούς. Αν συνυπολογίσει κανείς πως το Εθνικό έχει να διαχειριστεί ένα τεράστιο καινούργιο κτίριο συν τη στέρηση εσόδων που θα παρουσιαστεί με μαθηματική ακρίβεια λόγω των ταραχών, ο προϋπολογισμός θα βρεθεί σίγουρα στο κόκκινο. Οπότε δύο δρόμοι ανοίγονται: Ή να οραματιστούμε ένα Εθνικό Θέατρο με σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα ή να συνεχίσουμε με το όραμα ενός Εθνικού Θεάτρου σύγχρονου, δυναμικού και ευέλικτου. Για τον δεύτερο αυτό δρόμο το Εθνικό χρειάζεται μία επιπλέον ενίσχυση. Αν πάμε στον πρώτο δρόμο, δεν είμαι σίγουρος πως είμαι ο κατάλληλος διευθυντής…
Δώσατε στο Εθνικό Θέατρο μία μοντέρνα κατεύθυνση. Δεν λείπουν οι αντιρρήσεις. Από κοινό και ειδήμονες. Για την επόμενη σεζόν καλέσατε τον Σταμάτη Φασουλή να κάνει το «Τρίτο στεφάνι». Αυτό σημαίνει μετατόπιση σε πιο συντηρητικές λύσεις;

Καθόλου. Η παράσταση απλώς θα απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό το οποίο επιδιώκουμε να έχουμε στη «Σκηνή Κοτοπούλη» του «Rex». Με τον Σταμάτη ξέρεις πολύ περισσότερο από άλλους τι μπορείς να περιμένεις. Και με τι κέφι, αγάπη και φινέτσα θα προσεγγίσει ένα νεοελληνικό αριστούργημα. Από ΄κεί και πέρα το αποτέλεσμα κρίνεται. Ήμασταν σε επαφή εδώ και αρκετό καιρό – δεν πρόκειται για καμία μετατόπιση.

Φήμες έχουν κυκλοφορήσει για αντικατάστασή σας με αφορμή την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης των εργασιών στο θέατρο. Πώς το σχολιάζετε;

Το αφήνω ασχολίαστο. Δεν με αγγίζει και δεν με αφορά. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, περαστικός είμαι από ΄δώ μέσα. Σε σχέση με την αφορμή που αναφέρετε νομίζω πως μόνο κακόβουλος μπορεί να είναι όποιος υποκρίνεται πως δεν ξέρει ότι η μόνη που δεν έχει ευθύνη για την καθυστέρηση είναι η καλλιτεχνική διεύθυνση. Διότι καμία συμμετοχή δεν έχει στο ζήτημα. Το αντίθετο. Αν δεν υπήρχε η δική μας συνεχής και επιθετική προσπάθεια να πιέσουμε προς όλες τις κατευθύνσεις, μπορεί να είχαμε και ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις.

«Πρέπει να αφήσουμε το κοινό να αντιδρά ελεύθερα, να μην το επηρεάζουν διάφοροι καλοθελητές»

«Άλλο ιστορία, άλλο θέατρο»

Ρωτώ τον Γιάννη Χουβαρδά τη γνώμη του για τις καλοκαιρινές αντιδράσεις στις πιο μοντέρνες προσεγγίσεις στο αρχαίο δράμα στην Επίδαυρο.

«Η Επίδαυρος θεωρώ- πρώτο και βασικό – ότι είναι ένα καταπληκτικό θέατρο. Και όχι μόνο ένα μνημείο. Και με τίποτα ένα μουσείο. Είναι ένα θέατρο με δικούς του κανόνες και με ιδιαιτερότητες. Από ΄κεί θα πρέπει να ξεκινάει κι εκεί να τελειώνει η συζήτηση. Ούτε από την παράδοση ούτε από τον σεβασμό για τον συγγραφέα- που είναι κάτι πολύ σχετικό, διότι έχω δει παραστάσεις οι οποίες δηλώνουν σεβασμό στον συγγραφέα αλλά στην πραγματικότητα αυτές είναι που ασεβούν και ασελγούν πάνω του.

Είμαστε σε μία εποχή που δεν έχει κανένα νόημα η αναπαραγωγή παλαιών προτύπων που έγραψαν ιστορία. Άλλο ιστορία, άλλο θέατρο. Δεν μπορείς με το ζόρι να υποχρεώσεις τον δημιουργό να σεβαστεί την παράδοση όπως εσύ πιστεύεις πως πρέπει να τη σεβαστεί. Ούτε να τη μεταφυτεύσει στη δική του παράσταση.

Από ΄κεί και πέρα το κοινό αντιδρά. Θετικά, αρνητικά, λιγότερο ή περισσότερο ακραία. Αλλά πρέπει να το αφήσουμε να μιλάει ελεύθερα. Να μην το επηρεάζουν διάφοροι καλοθελητές ή μπροστάρηδες στον Τύπο. Κανένας δημιουργός δεν πιστεύω πως έχει προσέλθει στην Επίδαυρο αβασάνιστα. Είτε λέγεται Βασίλιεφ είτε λέγεται Ευαγγελάτος είτε λέγεται Λιγνάδης.

Οι παραστάσεις θέλουν τον χρόνο τους: να κατασταλάξουν μέσα μας ως σταθμοί σε μία πορεία. Από τη ζύμωση κάτι θετικό θα προκύψει. Ακόμα και αν μετατρέπουν την Επίδαυρο σε αρένα. Ούτε το θέατρο θα πάθει τίποτα, ούτε οι αρχαίοι κλασικοί. Και τα έργα θα παραμείνουν αλώβητα. Και η επόμενη παράσταση θα έρθει να αναδείξει μία άλλη πτυχή».

Παρεμβάσεις με «στόχο»

Ήταν παρών στη διακοπή από παρέμβαση διαμαρτυρίας της επίσημης του «Ρομπέρτο Τσούκο» ο Γιάννης Χουβαρδάς.

Ποια είναι η γνώμη σας γι΄ αυτό που συνέβη, όπως και για την απόφαση των ηθοποιών να μη συνεχίσουν;

Με τις διαμαρτυρίες αυτές, επειδή εκτός από θυμό είχαν σκέψη και στόχο, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και με την απόφαση των ηθοποιών, αν και η προσωπική μου άποψη ήταν ότι έπρεπε να συνεχίσουν την παράσταση γιατί ο πολιτικός στίβος τους είναι η σκηνή- ιδίως με ένα ιδιαίτερα πολιτικό έργο όπως ο «Τσούκο». Από ΄κεί και πέρα, αν αυτές οι παρεμβάσεις συνεχίζονταν, θα δημιουργούσαν έναν αδικαιολόγητο εκνευρισμό στον κόσμο, θα έχαναν τον αυθόρμητο, αιχμηρό χαρακτήρα τους και θα έπαιρναν διαστάσεις αντιπαραστάσεων- κάτι που πιστεύω ότι δεν ήταν στις προθέσεις των παιδιών.

The lame, the weak and the godawful

Posted: 19 Ιανουαρίου, 2009 in Billington Michael, Hare David

David Hare on the set of Paris by  Night

David Hare on the set of Paris By Night in 1988

As the BFI launches a David Hare season, the writer tells Michael Billington why the BBC is visionless, why great drama is hard to find – and why critics of The Reader are misguided

Michael Billington: This BFI season covers the period of your television work from 1975 to 1996 – and the most obvious thing to say is that it’s very hard to imagine similar seasons devoted to an original writer 10 or 20 years from now, for the simple reason that the single play has virtually disappeared.

David Hare: Well, you can devote a season in 20 years’ time to Paul Abbott, whose work is as great as anything that’s been written for television. State of Play and the first series of Shameless were the best writing in any medium that year. So great writing goes on, but largely in genre. Everything is labelled. Say, six lame plays about comics: Tony Hancock, Kenneth Williams. Or you take a known person and say, «Lord Longford was interesting – we’ll do a play about him. Mary Whitehouse was interesting – we’ll do one about her.» The thinking is: «They’ll be interested in this – they know about it already.»

It’s a very depressing approach to drama because the imagination has no currency. Whereas with Wednesday Plays and Plays for Today, the audience set off without the slightest idea of what they were going to see. Also, remember, everyone wanted to work in television because you were joining a tradition – plays by people like Neville Smith and Nell Dunn and Tom Clarke, who all wrote brilliant plays. At BBC Pebble Mill in Birmingham, in the canteen you’d have lunch with Alan Bleasdale, Willy Russell and Mike Leigh, and you could talk about work. That culture has vanished.

MB: I was struck the other day by something Michael Grade, chief executive of ITV, said. Drama is losing out to reality TV because scripted stories fail to offer the «emotional drain» provided by factual entertainment.

DH: Look, 25 years ago Bill Cotton said: «I can’t be bothered to watch a play – there’s more drama in a first division football match.» He obviously hasn’t watched any first division football recently.

MB: I take Grade to mean something even worse: that a fiction cannot have the emotional impact of Who Wants to Be a Millionaire?

DH: Television has always been run by journalists. Journalists distrust the central claim of fiction: that by lying you get to the truth. The BBC is being incredibly stupid in pitching its claim for its own survival on news-gathering. All their propaganda is about, «We’re the greatest news-gathering organisation in the world.» Frankly, the commercial sector can do news just as well. What we’re talking about is an organisation that’s lost its nerve. When Jonathan Ross offended the newspapers, Mark Thompson went traipsing round the studios and you just thought, «This man can’t speak. He can’t articulate.» And usually the reason you can’t articulate is because you don’t have an idea to articulate.

This is a period of brilliant arts impresarios. When you listen to Neil MacGregor talking about the British Museum, or Nick Hytner about the National Theatre, or Nick Serota about the Tates, you know what it is they want. But when Mark Thompson is asked, «What is the future of the BBC?», he replies, «Continuing to do everything that we’re doing at the moment.» That’s not a vision.

MB: One of the themes running through the BFI season – in Licking Hitler, in Brassneck, in Heading Home, even in The Absence of War – is a fascination with the second world war. Why does this period preoccupy you?

DH: Film more than theatre comes out of your subconscious. Nearly all good film has a subconscious power. The most significant event in my life had happened before I was born. And it was some Freudian adventure trying to understand and piece together that event. And in that adventure, the existing British cinema was no use to me whatsoever. Even as a boy, I knew The Dam Busters and Cockleshell Heroes smelled fishy.

MB: But you go on from that, don’t you, to what happened in the immediate aftermath? A lot of your work, not least Plenty, is about the betrayal of that postwar idealism.

DH: Well, there’s this generation that returned from war radicalised. They went to war, they met the officer class, and they came back determined that the country should be changed. I mean, 72 million people died in the second world war; 78% of European Jews were murdered. So people came back feeling that this price must have been paid for a purpose. Yes, I do feel that suffering on that scale is owed some debt, I do feel that.

MB: In this season, they’re showing Saigon: Year of the Cat, an extraordinary film that examines the emotional and political chaos during the fall of Saigon. The first thing that staggers me is how the film came to be made, because it is on a huge, dramatic scale.

DH: We went out to Bangkok with Stephen Frears, who fell victim to pneumonia and became delusional. He would hold production meetings in which he would talk about the burning sampans scenes. And everybody had to say, «I’m sorry, there don’t seem to be any burning sampans in the script.» When he recovered, we started filming. Then Thames Television had a strike, and we had to complete the film nine months later in Battersea Park, which stands in for downtown Saigon. I watched it the other day, which I haven’t done for 15 years, and it’s just beautifully directed – you could not tell it had been this epic of difficulty. Pauline Kael, the New Yorker critic, said: «There is no such thing as television film. There’s television and there’s film, and anything that’s made for television isn’t film.» Now in Britain, we never accepted that divide. We always said, «On the contrary, the vitality of British film came from television.»

MB: It’s both a deeply political film and a story about disappointed love. Do you consciously try to explore this interdependence between the personal and the political?

DH: I dislike what I call bell-jar writing. In other words, I don’t think there’s anything called «the human condition». Who we are is hugely affected by where we live, when we live, what happened before we were born, who we meet, the culture that we grow up in. If you’re a Chinese peasant, you will feel yourself to be significantly different from the people in this audience. I like history to be blowing through the room.

MB: Are there some areas where a work of the imagination cannot match recorded fact?

DH: Visiting Yad Vashem in Jerusalem did make me question exactly what it was I did for a living. The museum commemorates the murders in the camps with black and white photographs which have extraordinary power. And then there are also some godawful sculptures and paintings. You want to say to the artist, «For God’s sake, get out of the way. It’s impertinent for you to interpose yourself between what we want to look at and our reaction to it.»

MB: I bring this up partly because of The Reader. Although it’s dealing with the world afterwards, it still is raising ethical issues of the Holocaust. Did you have residual doubts about tackling this subject?

DH: Not in the slightest, but I had a lot of doubts about the manner. When the book was being adapted, the first thing people asked was, «Well, of course, you’re going to have flashbacks, won’t you? It’ll be very filmic if you flash back to the camps.» But that’s not my idea of filmic at all. The film isn’t about the camps. It’s specially original for being about those who were born in the shadow of the crime.

MB: Have you been bemused or angered by the reaction to the film in Britain?

DH: Louis Malle was a great friend – I miss him every day – and he told me, «The French will never, ever forgive me for Au Revoir les Enfants and most of all, for Lacombe Lucien.» And I said that in Britain we think of Au Revoir les Enfants and Lacombe Lucien as great masterpieces. And he said, «Not in France, they don’t.» I said, «What is your offence?» And he said, «You must never suggest that ordinary people collaborated. You must never suggest that the people who committed crimes were not monsters but human beings under certain pressures who do not belong to a separate category but are completely normal people.»

Now it turns out that a few broadsheet film critics in Britain do indeed belong to a category of people who would have resisted Hitler when he came to power. So the great shame is, clearly film critics should have been running Austria at the time, because Hitler would have represented no problem to them at all. [The Guardian’s] Peter Bradshaw would have known exactly what to do, and he would not have been remotely fallible to any Nazi who threatened his life. No, he would have died in heroic acts of individual resistance. So it’s a privilege to live among people who enjoy such moral certainty.

MB: Would you ever go back to television if the BBC came knocking?

DH: Yes, because it’s the great popular medium. And the reason why I can’t participate in that great popular medium now is because I can’t face writing six episodes. It takes me so long to write.

MB: Any questions from the audience?

Question: I’ve often been at one of your plays and felt the impotent rage being stirred up in the audience, that feeling that they want to channel it but they’re not sure how. What are your hopes for your audience, what are your feelings about the impotent rage that your plays can generate?

DH: Golly. I don’t have any idea what the audience will take away. For me, the first preview is the most exciting moment in theatre. Because that’s when I learn what the audience feel.

Question: You’ve done quite a few scripts based on books by other people – The Hours, The Reader, Damage. Do these scripts feel as personal to you?

DH: It’s a very interesting question. Film writing is now one-tenth writing, nine-tenths advocacy. I spend more time in meetings defending a script than I do writing it. So yes, I’d rather defend my view on other people’s material, because if I lose, I won’t want to kill myself.

Question: When your play Stuff Happens was at the National, you said you had problems getting the play on in the US. What was the final outcome?

DH: It ended with Gordon Davidson, who had run a theatre in Los Angeles for 35 years, daring to do it as his farewell show. He said, «If the whole board protests, it’ll be fine because I’m off.» Eventually the Public Theatre produced it in New York. And then in Central Park. We gave one performance in the open air and it did feel like community theatre at its very best, 2,000 people in the Delacorte Theatre, with thousands more trying to get in. One of those magic nights when being a playwright was a wonderful thing to be.

Question: Will it be coming back to the National?

DH: Why don’t you write to Nick Hytner and suggest that?

• This is an edited extract from the Guardian Interview with David Hare, at the BFI Southbank last week. David Hare’s TV films are at the BFI, London SE1 (0870 787 2525), until 30 January. Berlin, his reading about the city, is at the National Theatre, London SE1 (020-7452 3000), at 6pm on eight evenings in February and March.

Συνέντευξη: Ανδρέας Στάικος

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ

Ναύπλιο, έτος 1835. Ο Οθων στέφεται βασιλεύς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Οι ντόπιοι για να τον τιμήσουν «αυθόρμητα» και για να νιώσει οικεία μαθαίνουν… βαλς. Ολη η Ελλάδα ένα απέραντο χοροδιδασκαλείο.

Το τελευταίο έργο «Ναπολεοντία» του Ανδρέα Στάικου, δεξιοτέχνη της γραφής και δεινού μεταφραστή, παρουσιάζεται από σήμερα και κάθε Δευτερότριτο στο θέατρο «Τόπος Αλλού» σε σκηνοθεσία του ίδιου. Παίζουν οι Μάνος Βακούσης, Αντωνία Γιαννούλη, Γιώργος Γιαννακάκος, Κατερίνα Παυλάκη, Ελένα Χατζηαυξέντη. Αντλώντας από το συμβάν της ενθρόνισης επιδίωξε να κάνει ένα καθαρά θεατρικό έργο με ιστορική αληθοφάνεια.

Δεκαοχτώ χρόνια αθεράπευτος παίχτης του λόγου (συγγραφέας και μεταφραστής) ο Ανδρέας Στάικος, δηλώνει: «Ο επιμένων ηττάται»
  • Ο χορός παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο; Προσωπικά χορεύετε;

«Ο χορός είναι το κίνητρο της «Ναπολεοντίας». Η υποχρεωτική εκμάθηση των Ελλήνων στους ρυθμούς του βαλς γίνεται για να τιμηθεί «αυθόρμητα» ο βασιλιάς στη νέα του πατρίδα, να αισθανθεί σαν στο σπίτι του και να ευφραίνονται τα ώτα του από οικείες μελωδίες. Πρόκειται για τη «χαρούμενη» ανάδυση του νέου ελληνικού κράτους μέσα από τις μελωδίες του βαλς. Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, το νέο κράτος έχει πάψει προ πολλού να είναι νέο, αλλά εξακολουθεί να χορεύει ξένους χορούς, να χορεύει ξέφρενα αλλά οικειοθελώς. Δεν χρειάζονται νέοι χοροδιδάσκαλοι και ντόπιοι χωροφύλακες διά να εποπτεύουν τη διεξαγωγή των μαθημάτων χορού. Ο ρυθμός των αμερικανικών κυρίως χορών κυλά πια αβίαστα στο αίμα της «ελληνικής» νεολαίας μαζί με το γνωστό ποτό Coca-Cola. Δεν χορεύω εκ πεποιθήσεως και είμαι αντίθετος σε οποιαδήποτε χορευτική μόδα, ακριβώς επειδή θεωρώ τον χορό την ύψιστη λυρική, άρα μοναχική έκφραση του θνητού σώματός μας».

  • Στα 174 χρόνια που περάσανε, πόσο εξευρωπαϊστήκαμε ως λαός; Αφομοιώσαμε περισσότερο θετικά ή αρνητικά στοιχεία;

«Πόσο εξευρωπαϊστήκαμε εμείς και πόσο εξελληνίστηκαν οι άλλοι, μέσω των αναγεννησιακών προτύπων και προτάσεων, είναι μεγάλο ζήτημα που θέλει πολλή συζήτηση. Γενικότερα, υπάρχει μια ισοπεδωτική σύγκλιση των λαών, που έχει σταδιακά αφαιρέσει ή αμβλύνει τα εθνικά χαρακτηριστικά τους. Δεν είμαι ακόμη σε θέση να απαντήσω αν είναι θετική ή αρνητική αυτή η εξέλιξη και ποια μορφή θα λάβει. Ομως είναι πασιφανές, μάρτυς η Ιστορία, ότι οι λαοί αφομοιώνουν με εφιαλτική ευκολία μόνον τα αρνητικά, τα πιο βολικά στοιχεία των άλλων».

Ελένα Χατζηαυξέντη, Αντωνία Γιαννούλη, Κατερίνα Παυλάκη και πίσω τους Γιώργος Γιαννακάκος, Μάνος Βακούσης στο έργο του Στάικου «Ναπολεοντία»
  • Τι σημαίνει ελληνικότητα για σας;

«Δεν ξέρω. Αγάπησα το χώμα της πατρίδας από τότε που αγκάλιασε το σώμα του Αλκη, του Κοσμά, του Λεωνίδα, τα σώματα των πιο αγαπημένων φίλων μου».

  • Σκηνοθετείτε πάντα τα έργα σας γιατί δεν έχετε εμπιστοσύνη στους σκηνοθέτες; Συνεχίζετε να γράφετε έργα κατά τη διάρκεια των προβών;

«Εμπιστεύομαι τους άλλους, ελάχιστους είν’ η αλήθεια, περισσότερο από τον εαυτό μου. Αλλωστε έχω εμπιστευτεί κάποια από τα έργα μου σε σκηνοθέτες σημαντικούς, στον Βασίλη Παπαβασιλείου, στον Νίκο Μαστοράκη, στη Μάγια Λυμπεροπούλου, στον Θωδ Εσπίριτου, οι οποίοι τα σκηνοθέτησαν ανησυχητικά. Η ανησυχία ή η ταραχή μου είναι το ζητούμενο. Σκηνοθετώντας ο ίδιος τα περισσότερα έργα μου, δεν σημαίνει ότι θέτω θέμα εμπιστοσύνης στους σκηνοθέτες. Είναι μια ιστορία προσωπική. Να σκηνοθετώ τα έργα μου, γράφοντάς τα κατά τη διάρκεια των προβών, να εμπνέομαι από τους ηθοποιούς, να τους μεταμορφώνω επί τόπου, να αποτελούν τη συντροφιά μου, του θεάτρου, του τραπεζιού και του κρασιού, είναι μια ολόκληρη ιστορία, μια στάση, ένας τρόπος ζωής».

  • Παραμένετε εδώ και 18 χρόνια ένας αθεράπευτος παίχτης του λόγου. Περισσότερες νίκες ή ήττες έχετε εισπράξει απ’ αυτό το συνεχές παιχνίδι;

«Ο επιμένων ηττάται».

  • Εχετε πει ότι «το θέατρο είναι ένα παιχνίδι μεταμορφώσεων γι’ ανθρώπους που αρνούνται να ενηλικιωθούν». Κόντρα στο βάρος του χρόνου αρνείστε να… ενηλικιωθείτε;

«Νιώθω την ενηλικίωση να με πολιορκεί. Ξυπνώντας, τον τελευταίο καιρό, νιώθω ένα βάρος στα γόνατα. Και ως ενήλιξ όμως, ελπίζω να ζήσω μια νέα νεότητα με ολίγην αρθρίτιδα».

  • Κλεισμένος στο «οχυρό-καταφύγιο» του θεάτρου, πώς εισπράττετε τα τεκταινόμενα εντός χώρας (το ξέσπασμα της νεολαίας, την πολιτική διαφθορά) ή στο εξωτερικό (τον ανελέητο πολεμικό τσαμπουκά του Ισραήλ);

«Στα ανοχύρωτα και ανεμοδαρμένα ύψη του θεάτρου εισπράττω τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα ως αναμενόμενα. Τι πιο φυσικό από το ξέσπασμα της νεολαίας και τι πιο φυσικό από την πολιτική διαφθορά. Και τι πιο διαχρονικό; Στη «Ναπολεοντία» υπάρχουν σαφέστατοι υπαινιγμοί. Οσο για τον «τσαμπουκά» του Ισραήλ; Το Ισραήλ, εφευρετικότατον έθνος, δεν περιορίστηκε να αντιγράψει τις μεθόδους εξόντωσης των τέως σφαγέων του, αλλά πρότεινε και έναν νεωτερισμόν. Τη βρεφολαγνεία, δηλαδή την οργασμική καταμέτρηση νεκρών βρεφών». *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/01/2009

http://www.pili.gr/UserFiles/Image/assets_LARGE_t_942_2358829_type11585(1).jpg

Βλέπω, Ακούω, Διαβάζω

Πρωταγωνιστεί στη μεγάλη επιτυχία που σημειώνει η κωμική σειρά του ΜΕΓΚΑ «Πολυκατοικία», αλλά και στην επίσης επιτυχημένη θεατρική παράσταση «Δυο τρελοί τρελοί παραγωγοί», που παίζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Ο λόγος για τον Παύλο Χαϊκάλη, που δηλώνει άτομο της ενημέρωσης.

  • Τι είδατε την τελευταία εβδομάδα στην τηλεόραση;

«Οταν αποφασίσω να παρακολουθήσω τηλεόραση βλέπω κυρίως ειδήσεις και προσπαθώ να κάνω ζάπινγκ για να έχω μια σφαιρική ενημέρωση. Οι επιλογές μου στην τηλεόραση είναι όπως είπα ειδήσεις, πολιτικές συζητήσεις και κινηματογραφικές ταινίες».

  • Τι ακούσατε την τελευταία εβδομάδα στο ραδιόφωνο;

«Εχω ραδιόφωνο ακόμη και στη μηχανή κι επειδή είμαι γενικά πολύ της ενημέρωσης ακούω όλο το πρόγραμμα του ραδιοφώνου του Σκάι».

  • Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

«Εχω να διαβάσω βιβλίο πολύ καιρό. Λόγω του θεάτρου και των γυρισμάτων της σειράς δεν έχω πολύ χρόνο ελεύθερο. Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβασα».

  • Ποια είναι η τελευταία κινηματογραφική ταινία που είδατε;

«Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τον κινηματογράφο. Δεν έχω χρόνο να πάω σινεμά. Θέλω όμως πολύ να πάω να δω το «Australia» μόνο και μόνο επειδή λατρεύω τη Νικόλ Κίντμαν».

  • Ποιες διαφημίσεις σάς αρέσουν;

«Αυτές που έχουν αισθητική, γούστο κι άμεση σχέση με το προϊόν. Συγκεκριμένα, μου αρέσει η διαφήμιση της Toyota, που έχει μότο τη δύναμη του χαρακτήρα, και μια άλλη της Ford που τα εξαρτήματα του αυτοκινήτου παρουσιάζονται ως μουσικά όργανα».

  • Εχετε δική σας ιστοσελίδα; Ποια είναι η σχέση σας με το Ιντερνετ;

«Εχω πολύ καλή σχέση με το Ιντερνετ και σερφάρω συχνά στις ηλεκτρονικές εφημερίδες και σε διάφορα σάιτ ενημερωτικά. Δική μου ιστοσελίδα δεν έχω γιατί δεν νομίζω ότι ενδιαφέρει και πολύ τον κόσμο».

ΔΩΡΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ