Αρχείο για 16 Ιανουαρίου, 2009

Από τα καφέ του Αγρινίου στο Υπόγειο του Τέχνης, με δύο θεατρικά, ιστορίες μεταναστών, Κουν και Χατζιδάκι

«Το μ�λλον μας �χει πολλή ξηρασία»

Με μια βαλίτσα στο χέρι βρίσκεται η Κάτια Γέρου κουβαλώντας στις αποσκευές της δύο διαφορετικές παραστάσεις. Σε καφέ του Αγρινίου παρουσιάζει το μονόπρακτο της Μάρως Δούκα «Σας αρέσει ο Μπραμς;», σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, που αφηγείται την ιστορία της Ιρίνας από την πρώην Σοβ. Ενωση, η οποία γίνεται θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Επιστροφή στην Αθήνα και στο Υπόγειο του Τέχνης με ένα αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν, «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές», σε σύλληψη – σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, μια σύνθεση θεατρικών αποσπασμάτων αλλά και τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι από παραστάσεις που παίχτηκαν στο Τέχνης.

O ξένος πώς βιώνεται στην παράσταση «Σας αρέσει ο Μπραμς;»;

Ο ξένος βιώνεται σαν ένας από εμάς. Κι ενώ οι επιθυμίες μας είναι ίδιες, δηλαδή να ζήσουμε μια καλή, αξιοπρεπή και ενδιαφέρουσα ζωή, κάποιοι έχουμε την τύχη να μπορούμε να ακολουθούμε αυτά τα όνειρα και κάποιοι άλλοι σταυρώνονται, ματώνουν και διαλύονται.

Οπως οι μετανάστες πίσω από το Δημαρχείο Αθηνών;

Δούλευα εκεί, στο πρότζεκτ του Κυριάκου Κατζουράκη «Ο δρόμος προς τη Δύση» με θέμα τους μετανάστες. Επαιρνα συνεντεύξεις, μιλούσα μαζί τους ατελείωτες ώρες, μας δέχονταν σπίτι τους. Ακουσα ιστορίες τόσο άγριες που αναρωτιέμαι ακόμα πώς μπορεί ένας άνθρωπος 20, 30 ή 40 χρόνων όχι μόνο να βγει ζωντανός απ’ αυτές, αλλά και να διατηρεί τη δίψα για ζωή, το χιούμορ και την αξιοπρέπειά του.

Τα τελευταία λόγια της Ιρίνα είναι από τον Τσέχοφ: «Κάποτε θα ’ρθει μια μέρα που θα μάθουμε ποια είναι η αιτία για τόσο πόνο».

Αν μιλήσουμε για τον άδικο πόνο, αυτός έχει μόνο μία αιτία: την ανεξέλεγκτη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των λίγων και την εξαθλίωση των υπολοίπων. Ποιος τρελός θα σηκωνόταν να αφήσει τη χώρα του και να βρεθεί στην κεντρική πλατεία μιας ξένης χώρας, χωρίς χαρτιά και χρήματα, ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάποιον συμπατριώτη του να τον φιλοξενήσει και για μια δουλειά κακοπληρωμένη, αν δεν ήθελε να ξεφύγει από τον πόλεμο, τον οποίο συνήθως όλοι οι «πολιτισμένοι» έχουν προσυπογράψει, και τη φτώχεια, όταν τον πλούτο της χώρας του λυμαίνονται διάφορες πολυεθνικές;

Και κάπως έτσι «από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές». Με ποιους στίχους θα περιγράφατε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

«Μην αμελήσετε / Πάρτε μαζί σας νερό / Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

Info

«Σας αρέσει ο Μπραμς;». Αγρίνιο, απόψε στο Café «CHEZ MELIE» και στις 17-18/1 στο Café «Bossa Nostra». Ωρα έναρξης: 22.30.

– «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές». Αθήνα, Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο, Πεσμαζόγλου 5, τηλ.: 210-3228706. Πρεμιέρα: 5/2.

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Παρασκευή, 16.01.09

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΗΘΕΛΑ ΝΑ Σ’ ΑΝΤΑΜΩΝΑ» ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 16/01/2009. Η αντίστροφη διαδρομή ενός περιπλανώμενου μουσικού, από το θάνατο έως τα παιδικάτα του, σε μια παράσταση εμπνευσμένη από τη δημοτική παράδοση και με αρκετά τραγούδια, που ερμηνεύουν οι ίδιοι οι ηθοποιοί. Πρόκειται για το πρώτο έργο της Μαρίας Παπαλέξη «Ηθελα να σ’ αντάμωνα», που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Βαλεντίνας Παπαδημητράκη την Κυριακή στο Θέατρο Νέου Κόσμου σε συμπαραγωγή με την ομάδα «Θέατρο του παπουτσιού πάνω στο Δέντρο». Παίζουν οι Βαγγέλης Λιοδάκης, Αννα Γαρεφαλάκη, Βασίλης Παπαγεωργίου και ο μουσικός Αλέξανδρος Ιερωνυμίδης (λύρα, λαούτο). Θεατρολόγος και βοηθός του σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου σε κάμποσες παραστάσεις, η Μαρία Παπαλέξη μιλάει για το πρώτο της συγγραφικό βήμα. Ποιο ήταν το ερέθισμα και ποια η επιδίωξή σας; «Το ερέθισμα μου δόθηκε από τον τρόπο που το «Θέατρο του παπουτσιού» και η Βαλεντίνα Παπαδημητράκη δημιουργούν παραστάσεις με ζωντανή μουσική και δημοτικά τραγούδια. Συνέβη να έχω από χρόνια την ανάγκη να μιλήσω για την απώλεια, για τη μάταιη επιθυμία μου να επιστρέψουν άνθρωποι που έχουν πάει στον άλλο κόσμο και μου λείπουν. Πρότεινα λοιπόν στη Βαλεντίνα να κάνει μια παράσταση που θα παρακολουθεί τη ζωή ενός ανθρώπου από το τέλος προς την αρχή, εν είδει επιστροφής. Τα δημοτικά τραγούδια θα ήταν ιδανικοί συνοδοιπόροι σ’ ένα τέτοιο ταξίδι, αφού με την ποικιλία τους μπορούν να συνοδεύουν κάθε ανθρώπινη στιγμή. Κι έτσι βαλθήκαμε να βρούμε ποιος είναι ο Κωνσταντής και πώς έρχεται πίσω. Αν επεδίωκα κάτι, ήταν να παρηγορηθώ. Μακάρι και να παρηγορήσω». Τα τραγούδια… συμπρωταγωνιστούν. Είναι το χάδι στις όμορφες κι άσχημες στιγμές; Τι θεματολογία έχουν και από πού προέρχονται; «Επιδιώξαμε ν’ αποτελούν οργανικό και αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης. Υπήρχαν τραγούδια που βρέθηκαν για να συμπληρώσουν τη δράση των ηρώων και άλλα που -κυριολεκτικά- γέννησαν τις ιστορίες. Για μένα τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι απλώς χάδια, είναι αγκαλιές. Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν να βρω τις λέξεις που θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα στον τόσο μεστό και άμεσο λόγο τους. Μιλούν για τη φύση, τον έρωτα, τη γέννηση, το θάνατο. Προέρχονται από Ανατολική Ρωμυλία και Θράκη, μέχρι Δωδεκάνησα και Μικρά Ασία. Αν και κριτήριο για την επιλογή τους ήταν το θέμα, όχι ο τόπος». «Παίρνεις χαρά όταν δίνεις κάτι με την καρδιά σου», λέει κάπου ο Κωνσταντής. Είναι ένας είδος ευτυχίας; «Οι άνθρωποι θα ήταν πολύ πιο ευτυχισμένοι αν συνειδητοποιούσαν ότι είναι μεγαλύτερη χαρά να δίνεις παρά να παίρνεις. Και δεν μιλώ τόσο για υλικά αγαθά όσο για συναισθήματα και ηθικές «παροχές». Η γενναιοδωρία ψυχής, αν δεν είναι ευτυχία από μόνη της, είναι σίγουρα ένα βήμα προς τα εκεί». Το έργο είναι ένας ύμνος στη μνήμη; Ζουν πάντα κάποιοι μέσα μας όταν τους θυμόμαστε; «Νιώθω πως η μνήμη είναι η μόνη δυνατή ανθρώπινη αντίδραση απέναντι στο αμετάκλητο γεγονός του θανάτου. Προσφέρει ένα καταφύγιο παρηγοριάς, όπου ο Χάρος δεν μπορεί να εισβάλει. Μ’ αυτή την έννοια ναι, η ζωή, μέσω της μνήμης, συνεχίζεται». Το ότι ασχοληθήκατε από μικρή με δημοτικούς χορούς και τραγούδια έπαιξε ρόλο για το πρώτο σας θεατρικό έργο; «Πρωτοπήγα στο Λύκειο των Ελληνίδων Λαμίας όταν ήμουν έξι ετών. Η πρώτη μου δασκάλα ρώτησε τη μαμά μου: «Θα τα παίρνει το χαϊβάνι ή θα με ταλαιπωρεί;». Κι η μητέρα μου -άλλο που δεν ήθελε, γιατί ως αριστερή διατηρούσε επιφυλάξεις για τον συγκεκριμένο φορέα- είπε: «Αμα τα παίρνει, κρατήστε τη, αλλιώς τη σταματάμε». Αλλά τα έπαιρνα. Και τα λάτρεψα! Για τα επόμενα είκοσι χρόνια χόρευα και τραγουδούσα συστηματικά στις εκδηλώσεις του Λυκείου Ελληνίδων Λαμίας, ακόμα και όταν πια κατοικούσα μόνιμα στην Αθήνα, ταξίδευα μόνο γι’ αυτό, ανήκα σ’ εκείνη τη χορευτική ομάδα. Διέκοψα μόνο όταν άρχισα να εργάζομαι στο θέατρο και η βραδινή δουλειά δεν μου άφηνε περιθώρια. Η αγάπη μου όμως γι’ αυτό το κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού δεν έσβησε ποτέ. Βρίσκω τρομερά ειρωνικό το ότι συγκεκριμένες πολιτικές πτέρυγες το καπηλεύτηκαν και κατάφεραν να το ταυτίσουν στη συνείδηση των πολιτών με εθνικιστικές ιδεολογίες. Το δημοτικό τραγούδι είναι βαθιά φιλοσοφημένο και διέπεται από αντιλήψεις που συναντάμε στην αρχαία ελληνική μυθολογία, καμία σχέση με τον χριστιανισμό! Οσο για τους χορούς, αν κανείς μελετήσει, πέρα από τα βήματα, την ανάγκη που γέννησε τον καθένα, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ύφος και τον τρόπο τους, θα κερδίσει σε ποιότητα έκφρασης και αυτογνωσία». Είστε το δεξί χέρι του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Τι σας ενώνει μαζί του; Υπάρχουν διαφωνίες; «Μας συνδέει το ότι και οι δύο ασχολούμαστε με πολλά, διαφορετικά πράγματα. Ισως γι’ αυτό κατάφερα να συμβιβαστώ με την πληθωρικότητά του, επειδή την καταλάβαινα. Το θέμα ήταν να καταφέρω και να συντονιστώ μαζί της. Ακόμα προσπαθώ! Φυσικά υπάρχουν διαφωνίες. Το καλό όμως είναι ότι μπορώ να τις συζητήσω γιατί υπάρχει και εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο «δέσαμε» με τον Βαγγέλη, επειδή αλληλοσυμπληρωνόμαστε». Σκέφτεστε να περάσετε στη σκηνοθεσία; «Δεν έχω και δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σκηνοθετήσω. Νομίζω πως είμαι πολύ καλύτερη στη θεωρητική υποστήριξη μιας παράστασης. Κι ευγνωμονώ την Κοραλλία Σωτηριάδου (τη γυναίκα του Βαγγέλη) που όλα αυτά τα χρόνια με βοηθάει στην τριβή μου με το γραπτό λόγο, είτε πρόκειται για μετάφραση είτε για πρωτότυπο κείμενο. Η δουλειά σε μια κυψέλη σαν το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μ’ έναν τόσο πληθωρικό… μελισσοκόμο (όταν τον λέω «αφεντικό» τσαντίζεται) σαν τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, είναι πράγματι απαιτητική. Μα και γλυκιά σαν μέλι. Αξίζει τον κόπο!». **Το «Ηθελα να σ’ αντάμωνα» θα παρουσιάζεται κάθε Σάββατο (6.30 μ.μ.), Κυριακή (10 μ.μ.), Δευτέρα, Τρίτη (9 μ.μ.). Σε στιγμές συνάθροισης και συνεστίασης στην παράσταση, οι θεατές θα γίνονται… συνδαιτυμόνες, γευόμενοι κρασί και μεζέδες (προσφορά του εστιατορίου «Μάνη-Μάνη») *

Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος μιλάει στην «Κ» για τον ρόλο του στην ομώνυμη σειρά της ΕΤ1

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Παρασκευή, 16 Iανoυαρίου 2009. Τους τελευταίους μήνες ο ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος έχει προσεγγίσει την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και την εποχή ενός ποιητή που εξακολουθεί να έχει φανατικούς αναγνώστες (σχεδόν οπαδούς) και εξίσου μαχητικούς πολέμιους: του Κώστα Καρυωτάκη. Ηταν ένας από τους τρεις που πήγαν στην τελική ακρόαση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της σειράς, την οποία από χθες και κάθε Πέμπτη βράδυ θα παρακολουθούμε στην ΕΤ1. «Οχι, δεν τρόμαξα όταν μου το πρότεινε ο Τάσος Ψαρράς», απαντάει στην «Κ». «Στην ακρόαση πήγα με απόλυτη σιγουριά ότι τελικά θα κάνω το ρόλο. Οχι από έπαρση, αλλά γιατί ξέρω τι μπορώ να κάνω. Στο παρελθόν έχω απορρίψει πρωταγωνιστικές δουλειές, γιατί πίστευα ότι ήμουνα λάθος καστ», λέει από την αρχή της κουβέντας μας, που αποκάλυψε έναν άνθρωπο έξυπνο, σταθερό και οικείο. Ομολογεί ότι έκανε κάποιες φορές τηλεόραση για οικονομικούς λόγους, αλλά φρόντιζε πάντα να κάνει διαλείμματα, «για να μη με ταυτίζουν με τηλεοπτικές περσόνες. Ο ηθοποιός χρειάζεται να παίρνει απόσταση, να τον ξεχνάς. Για να σου λείπει και να τον ξαναθές».

Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά, αλλά γρήγορα τα παράτησε και στράφηκε στο θέατρο, αν και η πρώτη τέχνη που τον είχε απασχολήσει, σ’ όλη την παιδική και την εφηβική του ηλικία, ήταν η ζωγραφική. «Χαίρομαι για την τελική επιλογή μου, γιατί συνδυάζει πολλές τέχνες μαζί. Είναι πηγή ευτυχίας να κάνεις τη δουλειά που σου αρέσει». Ολο αυτό το διάστημα έχει διαβάσει ολόκληρο το έργο του Καρυωτάκη, «κι ήταν η βάση μου για να αποδώσω τον χαρακτήρα. Γιατί τα γραπτά του, που είναι μια πολύ προσωπική του υπόθεση, σου δίνουν τα κλειδιά». Οσο για τον ρόλο του Καρυωτάκη, «υπήρχε ένας μεγάλος κίνδυνος», ομολογεί. «Οταν παίζεις ένα υπαρκτό και σημαντικό πρόσωπο, μπορεί να το κάψεις ή να το μεγεθύνεις, κι αυτό είναι πρόβλημα». Ο ίδιος είναι ξεκάθαρος σε ό,τι αφορά τον τρόπο που προσέγγισε τον Καρυωτάκη: «Δεν θα παίξω κανέναν Καρυωτάκη. Πρώτα πρώτα θα βάλω τον εαυτό μου στις συνθήκες της ζωής του. Η βάση μας έχει κοινά στοιχεία: ζούμε σε μια παρόμοια εποχή, με την έννοια της κοινωνικοπολιτικής αστάθειας, των πολέμων, του aids (τότε ήταν η σίφυλη). Αυτό που μου αρέσει στο σενάριο του Τάσου Ψαρρά είναι ότι ο Καρυωτάκης βγαίνει ένας κανονικός άνθρωπος. Στην πορεία του καλλιεργεί το ταλέντο του και ωριμάζει. Ολα αυτά μου έχουν συμβεί και μένα. Και έτσι πρέπει να είναι. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποιείς γιατί κάνεις μια δουλειά. Κατά τη γνώμη μου, ο ηθοποιός, παίζοντας έναν ρόλο πρέπει να μιλάει για τον εαυτό του».

Οι ρυθμοί του Δημοσθένη Παπαδόπουλου αυτό τον καιρό είναι έντονοι και εντατικοί. Ολοήμερο ή ολονύκτιο γύρισμα σε μια παραγωγή που έχει δώσει μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια και στα στοιχεία της εποχής. «Η εποχή είναι παρούσα και δηλώνει πως αυτή πλάθει τον ήρωα». Οσο για τον πώς θα χαρακτήριζε τον Καρυωτάκη: «Ευαίσθητο, κυνικό, υπερβολικά ρομαντικό, έξυπνο και παρότι όλοι τον θεωρούν πεσιμιστή και σκοτεινό, πιστεύω ότι λάτρευε τη ζωή. Γι’ αυτό αυτοκτόνησε, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει την πραγματικότητα που ζούσε». Σενάριο-σκηνοθεσία: Τάσος Ψαρράς, μουσική: Βασ. Δημητρίου, σκηνικά: Γιούλα Ζωιοπούλου, κοστούμια: Ιουλία Σταυρίδη.