Αρχείο για 10 Ιανουαρίου, 2009


στη ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Θα έλεγε κανείς ότι φέτος είναι η χρονιά του. Ως Αλφρεντ Ιλ στην «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ, που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, ο Γιάννης Φέρτης αποθεώνει έναν λαϊκό ρόλο με ευτελέστατα στοιχεία, κόντρα στο προφίλ του. Ως Κόντε Θεομάχος στην ταινία του Τώνη Λυκουρέση «Σκλάβοι στα δεσμά τους» (αρχές Φεβρουαρίου στις αίθουσες), δίνει μαθήματα ερμηνείας. Ο ρόλος τού χάρισε, άλλωστε, το Κρατικό Κινηματογραφικό Βραβείο α’ ανδρικής ερμηνείας. Σχεδόν πενήντα χρόνια ηθοποιός, ο Γιάννης Φέρτης παραμένει πρωταγωνιστής με όραμα, γοητευτικός, κλασικός και, όταν χρειαστεί, μοντέρνος.
  • Με εξαίρεση την ταινία του Παντελή Παγουλάτου «Ονειρα γλυκά» (2002), είχατε πολλά χρόνια να παίξετε στο σινεμά. Δεν τύχαινε ή το αποφεύγατε;

«Δεν έτυχε. Γενικώς, είμαι εκτός όσον αφορά και το σινεμά αλλά και το θέατρο. Εννοώ ότι δεν κουνάω το δαχτυλάκι μου. Μου έρχονται προτάσεις και αποφασίζω ποιες θα δεχτώ και ποιες θα απορρίψω. Μου είχαν κάνει ορισμένες προτάσεις για ταινίες, αλλά είτε δεν μπορούσα γιατί έπαιζα στο θεάτρο είτε δεν μου άρεσε το σενάριο. Δεν ήταν όμως πολλές».

  • Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να πείτε το «ναι» σε μια πρόταση;

«Στο θεάτρο παίζει ρόλο το έργο και ο σκηνοθέτης. Στο σινεμά νομίζω ότι λειτουργώ πιο πολύ στην τύχη και ακολουθώ το ένστικτό μου. Υπάρχουν παράγοντες που δεν μπορείς να ελέγξεις: η παραγωγή ή ακόμα και ο σκηνοθέτης, σε περίπτωση που δεν έχεις ξαναδουλέψει μαζί του. Ενώ οι ηθοποιοί τού θεάτρου, λίγο-πολύ, γνωρίζουμε τους σκηνοθέτες. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι δεν παρακολουθώ πολύ τον ελληνικό κινηματογράφο. Γενικά δεν βλέπω ιδιαίτερα σινεμά, και όταν αποφασίσω να το κάνω προτιμώ τις ξένες ταινίες. Συνήθως έχουν περισσότερο ενδιαφέρον. Οι ελληνικές ταινίες έχουν και μικρά μπάτζετ. Οταν γυρίζαμε τα «Ονειρα γλυκά» είχα το μυαλό μου μέχρι και στα οικονομικά και προσπαθούσαμε να τελειώνουμε γρήγορα τις σκηνές για να κερδίσουμε χρόνο».

  • Υπάρχουν σκηνοθέτες του σινεμά με τους οποίους θα θέλατε να δουλέψετε;

«Δεν το έχω σκεφτεί έτσι ακριβώς, ότι δηλαδή θα ήθελα να δουλέψω με κάποιους οπωσδήποτε. Αλλά οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό είναι φυσικά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Παντελής Βούλγαρης. Υπάρχουν και άλλοι ταλαντούχοι».

  • Πιστεύετε ότι ένας κακός ρόλος σώζεται από έναν καλό σκηνοθέτη και το ανάποδο;

«Στο θέατρο ένας καλός ηθοποιός σώζεται και ένας κακός καταστρέφεται. Είσαι εκτεθειμένος, δεν μπορείς να κρυφτείς. Στο σινεμά ένας μέτριος ηθοποιός, αν φωτιστεί κατάλληλα, μπορεί να σε πείσει ακόμα και σε μια δραματική σκηνή. Στον χώρο του κινηματογράφου, βέβαια, έχουν πολλά κολλήματα. Είναι πιθανόν να κοπεί μια σκηνή στο μοντάζ, επειδή ο φωτισμός στο τάδε αριστερό σημείο του πλάνου δεν ήταν καλός ή γιατί κουνήθηκε η κάμερα, παρ’ όλο που η ερμηνεία ήταν καλή. Η σκηνή θα αντικατασταθεί με άλλη, στην οποία μπορεί να είναι μέτριος ο ηθοποιός. Το ίδιο ισχύει και στην τηλεόραση».

  • Λέγατε πριν ότι δεν κουνήσατε το δαχτυλάκι σας και ότι δεν είχατε στρατηγική καριέρας ή ρόλων. Τα αφήνατε όλα στην τύχη;

«Το σίγουρο είναι ότι με ενδιέφερε το θέατρο. Επαιξα βέβαια αρκετές φορές στο σινεμά το ’60-’70 για να βγάλω χρήματα και να τα επενδύσω στο θέατρο που είχαμε με την Ξένια Καλογεροπούλου. Μια χρονιά είχα τρεις ταινίες, χωρίς καν να διαβάσω τα σενάρια. Ηξερα ότι επρόκειτο για κάτι μελό και ότι αν τα διάβαζα, μπορεί και να μην ήθελα να τις κάνω. Δεν με ενδιέφερε όμως, έπρεπε να βάζουμε χρήματα στην μπάντα, ώστε να πληρώνουμε τους πάντες, ακόμα και όταν το θεάτρο δεν θα πήγαινε καλά. Εχω, φυσικά, παίξει και σε ταινίες με ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι ότι τον κινηματογράφο δεν τον κυνήγησα ποτέ. Ούτε το θέατρο, αλλά μου ήρθαν εύκολα τα πράγματα. Στο δεύτερο έτος της σχολής, με έβγαλε ο Κουν κατ’ ευθείαν πρωταγωνιστή. Το ίδιο έκανε και με τη Μάγια Λυμπεροπούλου και τη Λήδα Πρωτοψάλτη, με τις οποίες ήμουν συμμαθητής. Αρχισα αμέσως να παίζω πρωταγωνιστικούς ρόλους. Είμαι από τους τυχερούς. Είχα πάντα προτάσεις. Δεν ένιωσα την αγωνία πώς θα ζήσω, κάτι που συμβαίνει σε πολλούς καλλιτέχνες και αναγκάζονται να κάνουν και επιλογές τις οποίες δεν θα έκαναν σε άλλη περίπτωση».

  • Οι δικοί σας συμβιβασμοί περιορίζονται σε αυτούς που κάνατε αναγκαστικά ως θιασάρχης;

«Τότε έκανα τους περισσότερους. Συμβιβασμούς, όμως, κάνουμε πάντα. Υπάρχουν πολλές μορφές συμβιβασμού στην τέχνη: το να παίζεις με έναν ηθοποιό που δεν σου πολυαρέσει ή να μην καταφέρνεις μια σκηνή και να αρκείσαι να την παίζεις συμπαθητικά. Φαντάζομαι ότι γίνεται και χωρίς συμβιβασμούς. Αλλά εγώ δεν είμαι μαθημένος να μην κάνω. Δεν είμαι αφοσιωμένος μόνο στην τέχνη. Ισως τότε να μην έκανα συμβιβασμούς. Κάνω τη δουλειά μου όσο μπορώ καλύτερα, αλλά έχω το ένα πόδι στη ζωή. Νομίζω ότι αν είσαι αφοσιωμένος μόνο στην τέχνη, αφήνεις ένα άλλο κομμάτι κενό».

  • Στο κομμάτι της ζωής είστε πλήρης, όπως και στο θεάτρο;

«Είμαι ευχαριστημένος. Εκανα ό,τι ήθελα. Πήγαινα και έβλεπα τον Παναθηναϊκό στο γήπεδο και μετά έτρεχα στην παράσταση. Τώρα δεν μπορώ να το κάνω. Ξενυχτούσα πολύ, έπαιζα χαρτιά. Θυμάμαι μια φορά τελειώσαμε από μια παράσταση και πήγαμε με τους συναδέλφους για χαρτί. Παίζαμε όλο το βράδυ και την επόμενη μέρα πήγαμε κατ’ ευθείαν για παράσταση. Με λίγα λόγια, εκτός από την τέχνη, γούσταρα και όλα τ’ άλλα».

  • Λέγατε πριν ότι σας ήρθαν εύκολα. Δεν νιώθετε ότι τα οφείλετε στο ταλέντο σας ή στη μεγάλη προσπάθεια που κάνατε;

«Ξέρετε πόσα ταλέντα δεν είχαν ευκαιρίες; Εγώ έτυχε να πάω στο Θέατρο Τέχνης. Υπήρχε νέος ηθοποιός, ο οποίος έφυγε για την Αμερική. Ο Κουν διάλεξε τότε εμένα. Εντάξει, προφανώς κάτι είδε. Δεν ήταν, όμως, τύχη που το τρίτο έργο που έπαιξα ήταν το «Γλυκό πουλί της νιότης» με τη Μελίνα Μερκούρη; Σε κάποιες περιπτώσεις έχω προσπαθήσει, σε άλλες όχι. Εχασα και ευκαιρίες. Δεν το λέω με παράπονο. Εκανα πολύ καλά. Πιθανόν να ήμουν ερωτευμένος. Εκανα τη δουλειά μου αλλά μερικές φορές τα μυαλά μου ήταν αλλού, όπως στο πώς θα ανεβώ σε ένα βουνό να κόψω λουλουδάκια».

  • Για το «Σκλάβοι στα δεσμά τους» δουλέψατε με έναν σκηνοθέτη της γενιάς σας. Σας ενδιαφέρουν συνεργασίες και με νεότερους δημιουργούς, να μπαίνετε σε βαθιά νερά;

«Ο Παγουλάτος ήταν περίπτωση νέου σκηνοθέτη. Είχε κάνει μόνο δύο μικρού μήκους. Δεν έχω κανένα θέμα με το αν ένας σκηνοθέτης είναι νέος ή παλιότερος. Οσον αφορά τον Λυκουρέση, δεν είχα δει άλλη ταινία του. Είχα διαβάσει το βιβλίο και με κέντρισε το σενάριο, ο ρόλος και η συζήτηση που κάναμε. Δούλευε την ιδέα χρόνια και πείστηκα ότι μπορεί να έχει ενδιαφέρον. Οταν ξεκινάς μια δουλειά, παίρνεις ούτως ή άλλως το ρίσκο της αποτυχίας».

  • Η συγκεκριμένη ταινία, βέβαια, σας χάρισε το βραβείο α’ αντρικού ρόλου.

«Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Μπορεί η ερμηνεία μου να ήταν μέτρια και να το πήρα επειδή δεν υπήρχαν άλλες καλύτερες. Ή για άλλους λόγους που δεν γνωρίζω. Δεν αντιμετωπίζω ένα βραβείο ως επιβράβευση».

  • Ποια είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση για σας;

«Οταν μου λέει «μπράβο» ένας συνάδελφος. Και εγώ όταν πηγαίνω στο θέατρο, πηγαίνω ως απλός θεατής, όχι ως κριτής. Νομίζω ότι δεν έχω και τα κότσια να γίνω αληθινός κριτής. Θέλω να παρακολουθώ μια παράσταση με το συναίσθημα που είχα όταν ήμουν νέος και ξετρελαμένος με το θέατρο».

  • Εχετε χάσει αυτή την τρέλα;

«Οταν ήμουν 15, 16 και 17 χρόνων ήμουν σε κατάσταση τρέλας όταν πήγαινα στο θέατρο. Οταν μπήκα στον χώρο, χάθηκε κατά κάποιο τρόπο η μαγεία. Πιθανόν, όμως, ένα κομμάτι της διατηρείται μέχρι σήμερα».

  • Να γυρίσουμε στην ταινία τού Λυκουρέση. Ποιο κοινό αφορά μια ταινία εποχής; Ποιο είναι το διαχρονικό της μήνυμα;

«Το θέμα είναι αν η ταινία και η ιστορία της θα λειτουργήσουν στο κοινό. Μιλάμε για την εποχή όπου άλλαζαν οι τάξεις. Οι καημένοι κόντηδες ξέπεφταν χωρίς να το πάρουν είδηση και ανέβαινε η αστική τάξη. Ο Κόντε Θεομάχος, που υποδύομαι, δεν θέλει να το καταλάβει. Είναι χρεοκοπημένος και αναγκάζεται να παντρέψει την κόρη του με έναν ανερχόμενο γιατρό. Τον σνόμπαραν γιατί ο πατέρας του γυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε γιαούρτια για να σταθεί στα πόδια του. Μπορούν να βρεθούν αντιστοιχίες με τη σημερινή εποχή. Το ίδιο ισχύει και για τη «Γηραιά κυρία» που παίζουμε στο θέατρο με την Μπέτυ Αρβανίτη. Γραμμένο το ’55, μιλάει για καταπιεσμένους ανθρώπους που μπορούν να φτάσουν μέχρι το φόνο για τα χρήματα». *

Με τον Λιβαθινό ξανάγινα 25 χρόνων

Με την Μπέτυ Αρβανίτη στην «Επιστροφή της γηραιάς κυρίας»
  • Πώς δεχτήκατε να παίξετε στην «Επιστροφή της γηραιάς κυρίας» έναν τόσο κόντρα ρόλο, έναν 65άρη μπακάλη, λαϊκό χαρακτήρα με ευτελή στοιχεία;

«Τις περισσότερες φορές που διαβάζω έναν ρόλο, αναρωτιέμαι, αν μπορώ να τον παίξω. Και οι άλλοι μου λένε «μα γιατί να μην μπορείς; Είσαι τρελός;». Το ίδιο συνέβη και σε αυτή την περίπτωση. Εχω φοβερές ανασφάλειες».

  • Επειτα από τόσα χρόνια λαμπρής καριέρας δεν έχετε καταφέρει να τις καταπολεμήσετε;

«Δεν σταματούν ποτέ. Ισως και να είναι καλό που συμβαίνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι διατηρώ τις ανασφάλειές μου, επειδή μου κάνουν καλό. Τι να κάνω, όμως, αφού υπάρχουν; Μπορεί να μου πουν πέντε άνθρωποι ότι είμαι καλός σε έναν ρόλο, κι ένας έκτος να θεωρεί ότι είμαι κακός. Ε, θα πάω με το μέρος του».

  • Η συνεργασία με τον Στάθη Λιβαθινό πώς ήταν;

«Είχα δει παραστάσεις του που μου άρεσαν πολύ. Είναι ένας πάρα πολύ καλός σκηνοθέτης. Εξακολουθώ να το πιστεύω και τώρα που δουλέψαμε μαζί. Οταν κάναμε πρόβες ξανάγινα 25 χρόνων. Δουλεύαμε με ανατροπές, χωρίς να θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Κάναμε αυτοσχεδιασμούς και δεν ξέραμε τι θα κρατήσουμε και τι θα αλλάξουμε. Μέχρι σωματικές ασκήσεις για να λυθεί το σώμα κάναμε πριν από την πρόβα. Δεν είχα κάνει ασκήσεις ούτε στο θέατρο ούτε στη ζωή. Δουλέψαμε πολύ και διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι δεν μπορείς να ξέρεις πώς είναι ένας άνθρωπος, αν δεν τον γνωρίσεις. Γιατί ακούγονται τρέλες, κουταμάρες και ψέματα από ανθρώπους του χώρου μας που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα».

  • Είστε άνθρωπος με χιούμορ, ωστόσο δεν έχετε παίξει πολλούς αστείους ρόλους.

«Εχω παίξει τέτοιους ρόλους παλιότερα. Στην παράσταση του Λεωνίδα Τριβιζά «Καπετάν Σελ Καπιτάν Εσο», δεκαετία τού ’70, έκανα μια τρελή αδερφή της καλής κοινωνίας. Εχω παίξει κι έναν ακόμα ρόλο πολύ κωμικό και ιδιόρρυθμο. Για να καταλάβετε, προοριζόταν για τον Χρόνη Εξαρχάκο. Οταν ξεκινήσαμε τις πρόβες αυτός έπαθε πανικό. Ξεμείναμε, λοιπόν, και ζήτησε ο σκηνοθέτης να τον αντικαταστήσω. Είχε κάνει τρομακτική επιτυχία. Ούτε εγώ δεν είχα καταλάβει γιατί. Αισθανόμουν ότι κρατάω το κοινό στα χέρια μου. Ισως επειδή ήταν κόντρα σε μένα».

  • Είστε χορτασμένος από χειροκροτήματα και ρόλους ή οι φιλοδοξίες δεν τελειώνουν ποτέ;

«Η φιλοδοξία μου να είναι να παίζω σε καλή παράσταση και να είμαι καλός. Αν είμαι κιόλας ο καλύτερος… ακόμα καλύτερα. Αν όχι, δεν πειράζει. Οχι ότι το επιδιώκω. Γιατί αν το μυαλό σου είναι κολλημένο στη σκέψη να είσαι ο καλύτερος, κάτι θα πάει στραβά στη σκηνή ή στη σχέση με τους άλλους ηθοποιούς».

  • Εχετε απωθημένα; Ρόλους ή συνεργασίες;

«Οχι, από τότε που, δεκαπέντε χρόνια πριν, έπαιξα τον Αμλετ στο «Αμφι-θέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου. Ηταν το όνειρό μου. Από παιδί, τα μεσημέρια, μετά το σχολείο και το φαγητό, ανέβαινα στον Λυκαβηττό και διάβαζα τον μονόλογό του. Αυτό δείχνει ότι υπήρχε πάντα στο μυαλό μου. Τον έπαιξα συμπαθητικά. Αλλά αργότερα σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να μην τον είχα παίξει. Γιατί θα μπορούσα να λέω «αν κάνω τον Αμλετ, θα είμαι καταπληκτικός»».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009

Συνέντευξη: Ιλάν Χατσόρ

στην ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Τραγική ειρωνεία. Την ώρα που ο παράλογος κύκλος αίματος, στον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας της Χαμάς», άνοιξε κατά τραγικό τρόπο εκ νέου στη Μέση Ανατολή, με θύματα άμαχους Παλαιστινίους, στην Ελλάδα παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, το συγκλονιστικά επίκαιρο θεατρικό έργο ενός Ισραηλινού: το «Σφαγείο» του Ιλάν Χατσόρ.

«Ηθελα να δείξω στους Ισραηλινούς το ανθρώπινο πρόσωπο του «εχθρού» που κρύβει η επίσημη προπαγάνδα», λέει ο Ιλάν Χατσόρ

Αφήστε τα «όπλα» των προκαταλήψεών σας στο έδαφος. Αν και Εβραίος, ο Χατσόρ είχε το σθένος να γράψει μέσα από τα μάτια των εχθρών του: των Παλαιστινίων. Για την ιστορία, ο πρωτότυπος τίτλος του εμβληματικού έργου για την ισραηλινή δραματουργία είναι «Masked» (κουκουλοφόρος). Για ευνόητους λόγους, στην ελληνική συμπαραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών μεταβλήθηκε. Η παράσταση του Θεοδωρόπουλου ολοκλήρωσε ήδη τον κύκλο της στις Σέρρες και στις 14 του μήνα κατηφορίζει στην Αθήνα (Θέατρο του Νέου Κόσμου).

Σκηνικό του έργου είναι ένα σφαγείο -προφανής ο συμβολισμός- σε χωριό της Δυτικής Οχθης, στα ήρεμα παλαιστινιακά εδάφη -η Χαμάς, ως γνωστόν, δρα στη Λωρίδα της Γάζας. Ηρωες τρεις Παλαιστίνιοι. Αδέλφια. Ο Χαλίντ (Ορέστης Τζιόβας), ο Νταούντ (Μιχάλης Οικονόμου) και ο Ναΐμ (Γιώργος Παπαγεωργίου). Ο ένας θα γίνει προδότης. Ο δεύτερος επαναστάτης. Ο τρίτος θα προσπαθεί να ισορροπήσει στην κόψη δύο άκρων και να διασωθεί.

Η επικοινωνία με τον Ισραηλινό δραματουργό, που ζει και διδάσκει υποκριτική και θεατρική γραφή στο Τελ Αβίβ, έγινε σε δύο φάσεις. Μετά την πρόσφατη έναρξη του «πυρός ώς τον αφανισμό της Χαμάς» η συζήτηση «ξανάναψε».

Πώς αισθάνεστε, κύριε Χατσόρ, που το Ισραήλ, στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας της Χαμάς, δολοφονεί αθώα γυναικόπαιδα;

Ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Ορέστης Τζιόβας, τα αδέλφια στο παλαιστινιακό «Σφαγείο» του Χατσόρ

«Να το ξεκαθαρίσω: δεν είμαι ο εκπρόσωπος της ισραηλινής κυβέρνησης. Απεχθάνομαι αυτό που συμβαίνει και σε καμία περίπτωση δεν το δικαιολογώ. Δεν δικαιολογώ καμία βία, είτε προέρχεται από το Ισραήλ είτε προέρχεται από τους Παλαιστινίους. Προσωπικά, δεν διακρίνω καμία διαφορά μεταξύ της ωμότητας των δύο πλευρών. Εύχομαι να είχαν και οι δυο περισσότερη σύνεση και νου ώστε να αποφύγουν αυτό που συμβαίνει σήμερα. Ποτέ ο πόλεμος δεν έλυσε τα προβλήματα. Δημιουργούσε περισσότερα. Λυπάμαι για κάθε ένα από τα αθώα θύματα των Παλαιστινίων. Αυτό που ζούμε είναι ένας εφιάλτης. Παρ’ όλα αυτά, 250 από τους περίπου 300 ανθρώπους που σκοτώθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας ήταν φανατικοί κι οπλισμένοι ισλαμιστές τρομοκράτες!».

Οι Παλαιστίνιοι απαντούν, όμως, με τις ρουκέτες τους στην πολύχρονη αδικία και βία του ισραηλινού κράτους.

«Ακόμα κι όταν το Ισραήλ εγκατέλειψε τη Λωρίδα της Γάζας και κατέστρεψε όλες τις εβραϊκές εγκαταστάσεις, οι ρουκέτες συνέχισαν να εκτοξεύονται εναντίον μας. Το Ισραήλ ποτέ δεν στόχευσε πάνω σε πολίτες. Σε αντίθεση με τη Χαμάς, που χρησιμοποιεί τους δικούς της ανθρώπους ως ασπίδα για να ρίχνει εδώ και 8 χρόνια ρουκέτες πάνω σε Ισραηλίτες πολίτες. Φαίνεται πως δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τους Παλαιστινίους που υποφέρουν. Διαφορετικά θα είχε παύσει τα πυρά από καιρό. Η ζωή 500.000 ανθρώπων στο νότιο Ισραήλ έχει μετατραπεί σε κόλαση, με τις 50 και 60 ρουκέτες που εκτοξεύονται καθημερινά. Σας παρακαλώ, όμως, ρωτήστε τον εαυτό σας και τους αναγνώστες σας: πώς θα αντιδρούσε η Ελλάδα αν μια μικρή γειτονική χώρα, για παράδειγμα η «Μακεδονία», έριχνε ρουκέτες για 8 χρόνια στα βόρεια εδάφη της; Πώς θα αντιδρούσαν οι Ελληνες γονείς αν ήξεραν ότι κάποιος στρέφει τις ρουκέτες του στα σχολεία των παιδιών τους και στις παιδικές χαρές; Δεν θα μπαίνατε σε πόλεμο εναντίον του; Φυσικά. Και μάλιστα πολύ πιο σύντομα απ’ ό,τι το έκανε το Ισραήλ. Αν θυμάμαι καλά, πριν από λίγα χρόνια, η Ελλάδα, χωρίς να έχει πληγωθεί ούτε ένας Ελληνας, ξεκίνησε σχεδόν πόλεμο με την Τουρκια για κάποια μικρά ανόητα νησάκια. Από τα τελευταία, επίσης, γεγονότα στη χώρα σας γνωρίζετε ότι όταν η βία ξεσπά, είναι πολύ δύσκολο να την ελέγξεις».

Πού βλέπετε να οδηγεί ο νέος κύκλος αίματος;

«Σε ιερό πόλεμο Τζιχάντ. Ακόμη και τα αδέλφια τους στη Δυτική Οχθη και ο Παλαιστίνιος πρωθυπουργός παραδέχονται ότι αυτό θα προκαλέσει η Χαμάς.Το μόνο που μπορούμε να προσευχηθούμε είναι να τελειώσει σύντομα αυτή η κόλαση».

Πιστεύετε ότι θα λυθεί μια μέρα το Μεσανατολικό;

«Θέλω να το πιστεύω, αν και, όσο περνάει ο καιρός, γίνεται δυσκολότερο. Τελευταία ο ισραηλοπαλαιστινιακός πόλεμος έγινε δυστυχώς μέρος μιας παγκόσμιας θρησκευτικής σύγκρουσης. Θα επιλυθεί πολύ πιο δύσκολα από μια εθνική. Αλλά επιμένω να παραμένω αισιόδοξος. Μεγαλώνω τα παιδιά μου έτσι ώστε μια μέρα να μπορέσουν να ζήσουν ειρηνικά στην ίδια γειτονιά με τους Αραβες». *

Το δράμα των Παλαιστινίων άξιζε μια θέση στο ισραηλινό θέατρο

Το έργο σας γράφτηκε το 1990. Από τότε ανέβηκε περισσότερες από 100 φορές σε όλο τον κόσμο. Αν το γράφατε σήμερα, θα ήταν διαφορετικό;

«Αφότου το έγραψα μεσολάβησαν πολλά γεγονότα. Συναισθηματικά, σήμερα αισθάνομαι λιγότερη συμπόνια για τους Παλαιστινίους. Ο λόγος είναι οι τρόποι που επέλεξαν η Χαμάς και οι καμικάζι να πολεμούν για την ανεξαρτησία τους. Παρ’ όλα αυτά δεν νομίζω ότι θα άλλαζα κάτι στο έργο μου. Ετσι κι αλλιώς στόχος μου ήταν να γράψω ένα «καλό» θεατρικό έργο για την οικογένεια και τη σχέση των αδελφών».

Η πολιτική, δηλαδή, δεν σας αφορούσε όσο γράφατε το «Σφαγείο»;

«Η πολιτική είναι, έτσι κι αλλιώς, το πλαίσιο, το υπόβαθρο του έργου. Δεν πιστεύω όμως ότι ο ρόλος του συγγραφέα είναι να μεταδίδει ένα πολιτικό μήνυμα ή μια μονόπλευρη ιδεολογία στο κοινό του -αυτό μάλλον θα υποβάθμιζε το καλλιτεχνικό εγχείρημα, καθιστώντας το ρηχό και επίπεδο».

Πώς προσδιορίζετε τον ρόλο του θεατρικού συγγραφέα;

«Πιστεύω ότι ο συγγραφέας πρέπει να γράφει έργα, όπου δίνεται ίση βαρύτητα στα επιχειρήματα και των δύο πλευρών κι όπου τα ερωτήματα που γεννιούνται δεν δέχονται εύκολες απαντήσεις. Στον βαθμό που με αφορά, το πολιτικό θέατρο δεν χρειάζεται να πραγματεύεται ιδέες και ιδεολογίες αλλά τα ανθρώπινα όντα που έρχονται αντιμέτωπα μ’ αυτές».

Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που επιλέξατε να γράψετε το έργο σας μέσα από τα μάτια των «εχθρών», των Παλαιστινίων; Ηταν τολμηρή απόφαση.

«Ηθελα να δείξω στο ισραηλίτικο κοινό την άλλη όψη των πραγμάτων, μέσω της θεατρικής σύμβασης, με όχημα τον θεατρικό λόγο. Ηθελα να μιλήσω για την Κατοχή και τις πληγές που ανοίγει κι ακόμα να δείξω στο κοινό της πατρίδας μου το ανθρώπινο πρόσωπο του «εχθρού», αυτό που πάντα κρύβει η επίσημη προπαγάνδα. Τα βίαια φαινόμενα, που κατέστρεφαν τις ζωές των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών, δεν είχαν βρει ποτέ μια θέση στο ισραηλινό θέατρο. Ενιωσα ότι δίπλα στα σπίτια μας ξετυλίγονταν μεγάλα δράματα, με διλήμματα και αποφάσεις ζωής ή θανάτου. Είχα την ανάγκη να γράψω γι’ αυτά. Ετσι επέλεξα να διηγηθώ αυτή την ιστορία από την πλευρά των τριών Παλαιστινίων αδερφών. Εξάλλου, είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και προκλητικό για έναν συγγραφέα να γράφει από την αντίθετη οπτική».

Το έργο σας θα ήταν, φαντάζομαι, ασυνήθιστα πρωτόφαντο για το ισραηλίτικο κοινό.

«Ναι. Οι Παλαιστίνιοι δεν ήταν πλέον ανθρωπόμορφα τέρατα αλλά ανθρώπινα όντα, που βίωναν ακραίες εσωτερικές συγκρούσεις. Οταν γράφτηκε το έργο, είχε ήδη ξεσπάσει η πρώτη Ιντιφάντα. Στη διάρκεια, όμως, της συγγραφής, ποτέ δεν σκέφτηκα τα πρόσωπα του έργου μου σαν «Αραβες» ή «Παλαιστινίους». Για μένα ήταν -και είναι ακόμα- τρία αδέρφια. Στην προκειμένη περίπτωση, Παλαιστίνιοι. Θα μπορούσαν όμως κάλλιστα να είναι Ιρλανδοί, Βόσνιοι ή Γερμανοί. Ανθρωποι που η ζωή τους έγινε άθυρμα στη δίνη κάποιων ισχυρών δυνάμεων. Οι καταστάσεις που παρουσιάζονται στο έργο ξεπερνούν τα όρια ενός συγκεκριμένου απελευθερωτικού αγώνα και θα μπορούσαν να συμβούν (όπως και έχουν συμβεί) σε διάφορους τόπους και χρονικές στιγμές, οπουδήποτε υπήρχαν κατοχή, καταπίεση κι εμφύλιος πόλεμος. Οι εμφύλιοι πόλεμοι μαίνονται παντού -ακόμη και εσείς στην Ελλάδα ζήσατε έναν εμφύλιο. Δεν είναι παγκόσμια πρωτοτυπία της Μέσης Ανατολής».

Είχατε προβλήματα με τους συμπατριώτες σας, λόγω της οπτικής του έργου;

«Κάθε άλλο. Το υποδέχτηκαν πολύ θετικά. Παρουσιαζόταν σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρά μας για τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Μάλιστα, κέρδισε και σημαντικά βραβεία στο Ισραήλ».

Οι δραματουργοί στη χώρα σας γράφουν για την πολιτική κατάσταση ή ασχολούνται με πιο προσωπικά, υπαρξιακά θέματα;

«Κατ’ αρχάς πρέπει να ξέρετε ότι έχουμε πολύ «δυνατό» θέατρο σήμερα στο Ισραήλ. Η θεματολογία εξαρτάται. Υπάρχουν «κύματα». Υπάρχουν δηλαδή εποχές που οι συγγραφείς εστιάζουν σε πολιτικά θέματα. Το κοινό όμως θέλει να δει στη θεατρική σκηνή κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπει στα δελτία ειδήσεων. Γι’ αυτό τον λόγο τα θέατρα προτιμούν να μην ανεβάζουν πολιτικά έργα».

Στο ίδιο πνεύμα συγγράψατε και τα υπόλοιπα έργα σας;

«Μετά το «Σφαγείο», κατά κύριο λόγο, έχω γράψει κωμωδίες που όμως πάντα διαπραγματεύονται πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Ενα από τα πιο πρόσφατα θεατρικά μου, για παράδειγμα το «Παλεύοντας για σπίτι», έχει πρωταγωνιστή έναν άνθρωπο που έχει κουραστεί από τον διαρκή πόλεμο και υπογράφει μια «ιδιωτική» ειρήνη με τον εχθρό. Βασίζεται σε μια ιδέα που δανείστηκα από τον Αριστοφάνη».

**Το «Σφαγείο» έχει ανεβεί σε μετάφραση Κοραλίας Σωτηριάδου, επιμέλεια κίνησης Αγγελικής Στελλάτου και σκηνικά-κοστούμια Μαργαρίτας Χατζηιωάννου. Τη μουσική συνέθεσε ο Σταύρος Γασπαράτος.

Πάντα μ’ ενδιέφερε η σκέψη των δίκαιων Ισραηλινών

Β. Θεοδωρόπουλος: «Την παλαιστινιακή μαντίλα που φορά στην παράσταση ο Γιώργος Παπαγεωργίου μού την είχε χαρίσει το ’84 ο Παλαιστίνιος Σαλάχ από την πολυφυλετική θεατρική ομάδα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στον Σαλάχ και τους φίλους της εποχής εκείνης αφιερώνω την παράσταση»

«Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου στα εβραϊκά είναι «Reulim». Η ακριβής μετάφρασή του στα αγγλικά «Masked». Κουκουλοφόροι δηλαδή. Οι μαχητές απελευθερωτικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο καλύπτουν το πρόσωπό τους για να μην τους αναγνωρίζουν οι κρατικοί μηχανισμοί καταστολής. Στην Ελλάδα η λέξη δημιουργεί άλλους συνειρμούς.

Στην Κατοχή, κουκουλοφόροι αποκαλούνταν οι συνεργάτες των Γερμανών, που κατέδιδαν φορώντας κουκούλα για να μην τους αναγνωρίζουν. Στις μέρες μας, χαρακτηρίζονται έτσι και αυτοί που χρησιμοποιούν το κασκόλ τους για να προστατευτούν από τα δακρυγόνα και οι οργισμένοι νέοι που εκδηλώνονται με βίαιο τρόπο και οι χούλιγκαν που γουστάρουν να τα σπάνε και τα κλεφτρόνια που μέσα στην αναμπουμπούλα φροντίζουν να κάνουν την μπάζα τους. Και οι μπάτσοι που μεταμφιεσμένοι χώνονται ανάμεσα στους διαδηλωτές, όπως είδαμε σε φωτογραφίες τις μέρες των επεισοδίων με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Και, βέβαια, η ταμπέλα «κουκουλοφόροι» χρησιμοποιείται ισοπεδωτικά από τα ΜΜΕ. Για όλους αυτούς τους λόγους επιλέξαμε τον τίτλο «Σφαγείο», κυριολεκτικό και μεταφορικό για τον χώρο όπου διαδραματίζεται το έργο και όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν.

Για όσα κατά καιρούς γίνονται σε βάρος των Παλαιστινίων πάντα ήθελα να ξέρω τη γνώμη και τα αισθήματα της άλλης πλευράς. Οχι φυσικά την επίσημη ισραηλινή θέση, αλλά τη σκέψη των ευαίσθητων, δίκαιων Εβραιοϊσραηλινών. Θεωρώ σημαντικό που βρήκα αυτό το έργο. Ένα έργο που μιλάει για τα δεινά του πολέμου από τη σκοπιά του «εχθρού». Όπως έκανε ο Ευριπίδης στις «Τρωάδες»…».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009