Αρχείο για Ιανουαρίου 9, 2009

«Στην Ελλάδα σήμερα χρειαζόμαστε οράματα»

Του Χρήστου Ν.Ε. Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

«Πρ�πει να κινητοποιηθούμε και οι ίδιοι, για να  γίνουν θαύματα και να μπορ�σουμε να τα αντιληφθούμε. Κάθε μ�ρα  συμβαίνουν, αλλά τα προσπερνάμε»   λ�ει η Εβελίνα Παπούλια  που ετοιμάζεται για  το... θαύμα  της Ζαν Ντ΄  Αρκ υπό ήχους ροκ

Τη νεαρή χωριατοπούλα, η οποία εμφανίστηκε στη γαλλική αυλή, λέγοντας πως πήρε από τον Θεό τη διαταγή να μπει επικεφαλής του γαλλικού στρατού και να στεφτεί βασιλιάς ο Κάρολος, ο νόμιμος κληρονόμος του θρόνου στη Ρεν, ετοιμάζεται να ενσαρκώσει η Εβελίνα Παπούλια στη σκηνή της Αίθουσας Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ξεδιπλώνοντας υπό μουσικές ροκ και σε κλίμα γκόθικ, τον θρύλο της Ζαν Ντ΄ Αρκ με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στον ρόλο του βασιλιά (αλλά και του αφηγητή).

Το ροκ ορατόριο «Ζαν Ντ΄ Αρκ- ένα ορατόριο για τα θαύματα» που θα παρουσιαστεί στις 21 Ιανουαρίου σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, ακολουθεί τα βήματα της ηρωίδας της Γαλλίας, η οποία αποφάσισε να απαρνηθεί την ηρεμία τής απλής ζωής και να ντυθεί με πανοπλία στρατιώτη για να διώξει τον κατακτητή. Οδηγός της η πίστη.

«Ένα πυρακτωμένο θαύμα η ίδια η Ζαν Ντ΄ Αρκ, καταδικασμένο να καεί μέσα στις ίδιες του τις φλόγες, θύμα της κρατικής αλλά και της εκκλησιαστικής εξουσίας, που αποσιωπούσαν την αλήθεια και έτρεμαν τη διαφορετικότητα», σημειώνει ο Βελισσάριος Καπότσι, δημιουργός του ροκ ορατόριου. Με ηλεκτρικούς ήχους του σήμερα, ανάμεσα σε καλώδια και μηχανήματα, άγγελοι και δικαστές, βασιλιάδες και άγιοι συνδέονται μουσικά και διηγούνται την ιστορία μιας γυναίκας που έγινε στάχτη στον βωμό της πίστης της. Της πίστης στα θαύματα, στα θαύματα του Θεού, στα θαύματα των ανθρώπων .

Πόσο όμως μας «αγγίζει» η Ζαν Ντ΄ Αρκ και πόσο μας αφορά σήμερα; -ρωτάμε την Εβελίνα Παπούλια.

Αν δεν θέλουμε να ζούμε σε έναν ρεαλιστικό κόσμο, νομίζω πως μας αφορά. Στην εποχή που ζούμε στην Ελλάδα έχουμε ανάγκη για ένα όραμα και γι΄ αυτό λέω πως μας αφορά. Θέλουμε να έχουμε στόχους, αλλά δυσκολευόμαστε να τους βρούμε. Όμως πρέπει να κινητοποιηθούμε και εμείς οι ίδιοι, για να γίνουν θαύματα και να μπορέσουμε να τα αντιληφθούμε. Δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε. Κάθε μέρα συμβαίνουν θαύματα, αλλά τα προσπερνάμε.

Για μια ιστορία με δύναμη, όπως αυτή τής Ζαν Ντ΄ Αρκ, η μουσική επένδυσή της με ροκ δεν κάνει το εγχείρημα ριψοκίνδυνο;

Αν ανεβάζαμε το έργο με κλασικό τρόπο, εκτιμώ πως δεν θα ενδιέφερε. Επειδή όμως θα παρουσιαστεί έτσι, αυτομάτως είναι μεγάλο το ενδιαφέρον της παράστασης και για τους συντελεστές, φαντάζομαι, και για τους θεατές.

Ώς πού πρέπει να φθάσουμε για να γίνει κάτι και να ανατραπεί η τρέχουσα κατάσταση; Πώς θα ξεχωρίσει εκείνος που θα δείξει τον δρόμο;

Αν ένας λαός επιλέγει να εθελοτυφλεί, τότε ακολουθεί ανθρώπους που προβάλλουν το εγώ τους και επομένως είναι άξιος της μοίρας του. Για να ξεχωρίσει κάποιος πρέπει να έχει μεγαλύτερο, υψηλότερο στόχο από τους άλλους, αλλά όταν επιτευχθεί ο στόχος, τότε θα πρέπει να κάνει πίσω διότι το θαύμα δεν είναι για έναν μόνο, αλλά για τους πολλούς.

ΙΝFΟ

«Ζαν Ντ΄ Αρκ- ένα ορατόριο για τα θαύματα» του Βελισσάριου Καπότσι στις 21 Ιανουαρίου στις 20.30, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας, τηλ. 210-7282.333) με τους Εβελίνα Παπούλια, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Κώστα Ζαχαράκη, Αγγελική Καθαρίου, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Χρήστο Καρνάβα, Λουκία Κυριαζή κ.ά. Σκηνοθεσία Σταύρος Τσακίρης, μουσική επιμέλεια Αντώνης Μιτζέλος, επιμέλεια κειμένου Μαρία Κυριάκη. Συμμετέχει η παιδική χορωδία του Ωδείου «Νίκος Σκαλκώτας», υπό τον Γιώργο Παζαΐτη. Εισιτήρια: 12- 75 ευρώ

«Η όραση μας παίζει βρώμικα παιχνίδια»

Στο ροκ ορατόριο του Βελισσάριου Καπότσι (ιδρυτής και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Forum Εθελοντικών Οργανώσεων και πρόεδρος του ιταλικού Εμπορικού Επιμελητηρίου)

«Ζαν Ντ΄ Αρκ- ένα ορατόριο για τα θαύματα» συμμετέχουν σε ρόλους δικαστών και αγγέλων και καλλιτέχνες μη βλέποντες. «Η όρασή μας συνήθως μας παίζει βρώμικα παιχνίδια, οπότε πάμε βασιζόμενοι στις άλλες αισθήσεις που εντέλει μπορεί να είναι πιο ουσιαστικές, διότι προχωρούμε περισσότερο με το ένστικτο. Οι άγγελοι πράττουν σκεπτόμενοι το απόλυτο καλό. Δεν βλέπουν αλλά ακολουθούν την εσωτερική φωνή τους», εξηγεί η Εβελίνα Παπούλια η οποία, άρτι αφιχθείσα από την Κύπρο όπου συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας «Guilt» του Βασίλη Μαζωμένου, ετοιμάζεται να παίξει στο θεατρικό «Contraction» σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη που θα παρουσιαστεί τον Φεβρουάριο.

Advertisements

Συνέντευξη: Λίζα Κρον

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Την ακτιβίστρια, φεμινίστρια, λεσβία, κυρίως όμως πολυβραβευμένη «αυτοβιογραφική» Αμερικανίδα θεατρική συγγραφέα Λίζα Κρον ήρθε η ώρα να την ανακαλύψουμε και στα λημέρια μας. Οχι στα οδοφράγματα της ζωής, αλλά στη σκηνή του θεάτρου. Βεβαίως, κάπως καθυστερημένα σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Το παράδοξο θέατρο εν θεάτρω της, «υλικό» αληθινής ζωής, που απευθύνεται με αμεσότητα στον θεατή ανατρέποντας όλες τις συμβάσεις της θεατρικής τέχνης, με άλλα λόγια το υποψήφιο για δύο Tony «Well!», (2007) θα ανεβεί αρχές Φεβρουαρίου ως «Πολύ καλά!», σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, στο Θέατρο Εξαρχείων.
Η Αννίτα Δεκαβάλλα δεν υπογράφει μόνο τη μετάφραση του έργου με την αξιομνημόνευτη καριέρα στο Public Theater της Νέας Υόρκης, στο Μπρόντγουεϊ και τα Trafalgar Studios του Λονδίνου. Συγχρόνως, ερμηνεύει και την ίδια τη Λίζα Κρον. Διότι στο παράδοξο κι αστείο θεατρικό έργο επί σκηνής βρίσκεται η ίδια η συγγραφέας. Μετωπικά στο κοινό εξηγεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που «σημαδεύτηκε» από αλλεργίες κι αντιρατσιστικούς αγώνες. Από σκηνής, ενώπιον των θεατών, προσπαθεί να λύσει όλα τα… άλυτα ζητήματά της με την ανήμπορη πλέον γριά μητέρα της, στα νιάτα της επώνυμη ακτιβίστρια (την υποδύεται η Ελένη Γερασιμίδου).

Γιώργος Δεπάστας, Λιάνα Παρούση, Αννίτα Δεκαβάλλα, Ανδρη Θεοδότου, Ελένη Γερασιμίδου και Τάσος Πολιτόπουλος, περνώντας «Πολύ καλά!»

Σε έναν επίσης βραβευμένο (με Obie) μονόλογό της, το «2,5 minute Ride», η Κρον λύνει τα θέματά της με το «φάντασμα» του πατέρα της, επιζώντος Εβραίου του Αουσβιτς, όπου εξολοθρεύτηκε η υπόλοιπη οικογένειά του. «Θέλω να κάνω θέατρο ενδοφλέβιο», διακηρύσσει η συγγραφέας και ηθοποιός. Και το κάνει πράξη, χωρίς φόβο και πάθος, αυτοεκτιθέμενη. Ερμηνεύει πάντοτε η ίδια στα έργα της τον εαυτό της.

Από τους σταθμούς της βιογραφίας της, που πρέπει να αναφερθούν, είναι η ίδρυση (το ’89) της θεατρικής κολεκτίβας «Πέντε Λεσβίες Αδελφοί» (πρωτότυπος τίτλος: Five Lesbian Brothers), με στόχο την προώθηση φεμινιστικών και λεσβιακών υποθέσεων. Τα έργα που «παρήγαγαν» και ανέβασαν έχουν βραβευτεί με Obie και το Robert Chesley Gay and Lesbian Playwriting Award.

Ηρωίδες σας στο «Πολύ καλά!» είστε εσείς και η μητέρα σας. Δεν είναι η πρώτη φορά που γράψατε ένα αυτοβιογραφικό έργο. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της «αξιοποίησης» προσωπικών βιωμάτων;

«Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να γράψω έργα για την οικογένειά μου. Ούτε ξεκίνησα με τον στόχο να γίνω θεατρική συγγραφέας. Απλούστατα παρουσίαζα από σκηνής αστείες ιστορίες. Συχνά αφορούσαν την οικογένειά μου. Βαθμηδόν μ’ ενδιέφερε να «βαθύνω» αυτή την ιστορία. Και τότε αναδύθηκε το διαδικαστικό ζήτημα: πώς προκύπτει ένα θεατρικό μέσα από ένα σύνολο ιστοριών. Τα έργα που, ωστόσο, σήμερα δουλεύω δεν βασίζονται σε αυτοβιογραφικό υλικό».

Δεν είναι επώδυνο να είστε στη σκηνή ως ο εαυτός σας; Το ότι μιλάτε μπροστά στο κοινό για τη ζωή, τα προβλήματα και τις σκέψεις σας σάς διευκολύνει να εκλογικεύσετε καταστάσεις και συναισθήματα;

«Είναι ζόρικο αλλά, συγχρόνως, συναρπαστικό. Η θεατρική συγγραφέας Λίζα Κρον πρέπει να έχει μεγαλύτερη κατανόηση για τον χαρακτήρα «Λίζα» απ’ ό,τι για τον αληθινό εαυτό της. Για να κερδίσω αυτή την κατανόηση κάνω απλώς ό,τι κάνουν όλοι οι συγγραφείς».

«Θέλω να κάνω… ενδοφλέβιο θέατρο», λέει η Λίζα Κρον
Τι εννοείτε;

«Παρακολουθώ τον τρόπο που οι άνθρωποι κινούνται, αλλάζουν, προσπαθούν και αποτυγχάνουν – με τον τρόπο αυτό παρακολουθώ τον εαυτό μου. Αλλά ο χαρακτήρας που τοποθετώ στη σκηνή είναι ένας πρώιμος εαυτός μου. Περνά καταστάσεις που μοιάζουν με κάποιες που πέρασα κάποια στιγμή, αλλά δεν παύει να είναι ένας κατασκευασμένος χαρακτήρας. Χρησιμοποιώ, δηλαδή, τον εαυτό μου για να φτιάξω ένα σκηνικό alter ego που υπεραπλουστεύει τα πράγματα. Κάποτε σε ένα μάθημα με ρώτησαν «ποια είναι διαφορά μεταξύ αυτοβιογραφίας και ψυχοθεραπείας;»».

Θα σας ρωτούσα το ίδιο πράγμα.

«Απάντησα ότι η ψυχοθεραπεία αφορά εσένα τον ίδιο. Η παράσταση είναι για το κοινό».

Κάθε έργο σας είναι και μια δοκιμή, ένα πείραμα. Δεν υπάρχει όριο ή περιορισμός στη διαδικασία της συγγραφής ενός θεατρικού;

«Η συγγραφή πρέπει να είναι μια «ανοιχτή» διαδικασία. Ο κόσμος αλλάζει διαρκώς, οπότε οι φόρμες που χρησιμοποιούνται για να τον αναπαραστήσουν χρειάζεται να εξελίσσονται επίσης. Στη δουλειά μου, ωστόσο, είμαι πολύ επιρρεπής στην παλιομοδίτικη σκηνική δράση».

Θα ισχυριζόσασταν το ίδιο και για το «Πολύ καλά!»;

«Το «Πολύ καλά!» είναι ένα παλιομοδίτικο «καλοφτιαγμένο» έργο».

Δηλαδή;

«Ενας χαρακτήρας εμφανίζεται στη σκηνή με ένα αντικείμενο, συναντά μια σειρά από εμπόδια και καταλήγει κάπου που δεν φανταζόταν. Ολα αυτά καθιστούν το έργο παραδοσιακό παρότι είναι αυτοβιογραφικό κι ένα άτομο στέκεται στη σκηνή και αφηγείται ιστορίες για πράγματα που συνέβησαν στο παρελθόν».

Το έργο σας αφορά τους πάντες για έναν επιπρόσθετο λόγο. Περιγράφετε την ανημποριά του γήρατος.

«Είναι ένα κείμενο για τις δυσκολίες της αληθινής συμπόνιας. Για το πόσο προκλητικό είναι για όλους μας να κατανοήσουμε την κατάσταση του άλλου, ιδίως όταν έχουμε τύχη, υγεία, νιάτα και ευημερία. Οι αντιδράσεις που εισέπραξα μου έδωσαν τεράστια ικανοποίηση. Ατομα όλων των ειδών, άνθρωποι με χρόνιες ασθένειες, με διαφορετικές φυλετικές ρίζες, αισθάνθηκαν, όπως είπαν, ότι το έργο μιλά για τη δική τους εμπειρία».

Εργα τόσο πειραματικά και προσωπικά, όπως τα δικά σας, γίνονται επιτυχίες στο Broadway των μεγάλων εμπορικών θεαμάτων. Δεν είναι μια αντίφαση;

«Το ότι έφτασα ώς στο Broadway δεν ήταν κάτι αναμενόμενο. Προφανώς εσείς υπονοείτε την αντίφαση σε σχέση με τα μεγάλα μιούζικαλ της Disney, χάρη στα οποία το Broadway έγινε γνωστό. Υπήρχε, ωστόσο, σε αυτό και μια υγιής παράδοση παρουσίασης νέων αμερικανικών θεατρικών έργων. Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο γι’ αυτά να συναγωνιστούν τα εμπορικά μιούζικαλ. Ομως υπάρχουν παθιασμένοι εραστές του θεάτρου, παραγωγοί και επενδυτές που ακόμη υποστηρίζουν εναλλακτικά θεάματα».


Καταργώ την απόσταση ηθοποιού – κοινού

Το «Πολύ Καλά!» είναι ο ορισμός του interaction. Συμμετέχει κανονικά στις «διαδικασίες» του και το κοινό. Γιατί θέλατε να απευθύνεστε διαρκώς σε αυτό;

«Με ενδιέφερε η δυναμική που αναπτύσσει η σχέση κοινού-performer και ο ηλεκτρισμός που απελευθερώνεται όταν καταργείς τη σχέση ηθοποιού-κοινού και ξαφνικά γίνεσαι κι εσύ ένας μεταξύ των υπόλοιπων στην αίθουσα».

Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που θέλετε να προκαλέσετε στο κοινό;

«Θέλω να νιώσει ότι είμαστε ξύπνιοι, ζωντανοί, μαζί, τη στιγμή που κάτι αληθινό μάς συμβαίνει – ποτέ δεν θα ξανασυμβεί αυτό που τη συγκεκριμένη στιγμή συντελείται. Δεν υπάρχει αυτόματος πιλότος. Στο «Πολύ Καλά!», ενώ στη αρχή το κοινό ταυτίζεται με την αστή, σοφιστικέ κόρη, στο τέλος έχει ταυτιστεί με την ενδεχομένως υποχόνδρια γριά μάνα. Με ενδιαφέρει να σύρω το κοινό σε ένα «πακέτο» υποθέσεων, που στο τέλος θα αποτινάξει. Θέλω οι θεατές, εγκαταλείποντας το θέατρο, να ανακαλύπτουν ότι ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός από τη στιγμή που έρχονταν στην παράσταση».

* Τα σκηνικά και τα κοστούμια του «Πολύ καλά!» υπογράφει η Παναγιώτα Κοκκορού, τη μουσική συνέθεσε ο Πλάτων Ανδριτσάκης. Φώτισε ο Αλέκος Αναστασίου. Μαζί με τη Δεκαβάλλα και τη Γερασιμίδου, επί σκηνής οι Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργος Δεπάστας και Τάσος Πολιτόπουλος.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 09/01/2009