Αρχείο για 7 Ιανουαρίου, 2009

Συνέντευξη: Θανάσης Σαράντος

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

«Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι». Τίτλος που παραπέμπει στον Ιονέσκο; Κι όμως. Είναι ένα από τα τελευταία, λίγων μόλις μηνών, θεατρικά έργα ενός φοβερού και γνωστού στα μέρη μας παιδιού της γερμανικής δραματουργίας: του 38χρονου Μάριους φον Μάγενμπουργκ. Το «τσίμπησε» και εν ριπή οφθαλμού το ανέβασε στο άρδην ανακαινισμένο «Από Μηχανής Θέατρο» ο Θανάσης Σαράντος, που πάει να αποκτήσει «ειδικότητα» στο έργο του δραματουργού της γερμανικής «Σαουμπίνε».

Η Μαρία Πανουργιά και ο Βασίλης Μπουλουγούρης λίγο προτού… κατασπαράξει ο ένας τον άλλον (δεξιά)

Αν θυμάστε, τελευταία δουλειά του ήταν ο «Ασχημος» του Μάγενμπουργκ, που ανέβηκε πέρσι στο Εθνικό Θέατρο. Χάρη στον άτυχο ήρωα, άλλωστε, κέρδισε τη φιλία του πολυγραφότατου συγγραφέα, που τους τελευταίους δύο μήνες έχει κιόλας γράψει δύο καινούρια έργα! «Συγκλίνουμε τόσο, που αισθάνομαι πως μέσα από τα έργα του αποκτώ μια ελευθερία», αποκαλύπτει ο Ελληνας σκηνοθέτης για τον δραματουργό -δεξί χέρι του Τόμας Οστερμάγερ. «Ειδικά στο «Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» μπορώ να πω ότι ο Μάριους γίνεται και προφητικός».

Πράγματι. Το παράξενο, αλληγορικό στόρι του σε βάζει στην πολύ δυσάρεστη θέση να αναρωτιέσαι αν σε λίγα χρόνια, λόγω της κρίσης, δεν θα οδηγηθούμε σε ανάλογες ακρότητες. Εξηγεί ο Θανάσης Σαράντος: «Το έργο μιλά για ανθρώπους-βαμπίρ σε μια εποχή που δεν είναι και τόσο μακρινή. Σε ένα τοπίο απόλυτης καταστροφής. Υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν. Ο ένας διεκδικεί τη σάρκα του άλλου. Και οδηγούνται στην ανθρωποφαγία, στον κανιβαλισμό, στην αλληλοσφαγή. Ολοι προσπαθούν να υπηρετήσουν τις ορέξεις του Μ, που σε αναλογία με τον Κ της «Δίκης» του Κάφκα, είναι πρόσωπο αυτοβιογραφικό για τον Μάριους».

Για να υποστηρίξει την ακραία ιστορία, ο Μάγενμπουργκ υιοθετεί τεχνικές από θρίλερ.

Ο Θανάσης Σαράντος μπορεί να έχει ήδη ανεβάσει δύο έργα του Μάγενμπουργκ και να έχει γίνει φιλαράκι με τον Γερμανό δραματουργό, ωστόσο δεν σκοπεύει να ανεβάσει τρίτο έργο του

«Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι η ιδιαίτερη γλώσσα, που μοιάζει προϊόν αυτόματης γραφής», τονίζει ο σκηνοθέτης. «Ιδίως οι μονόλογοι έχουν οπερατικό ύφος, σχεδόν θυμίζουν όπερα. Συνεχώς όμως ο μελοδραματισμός υποσκάπτεται από ένα υπόγειο χιούμορ. Το κείμενο δουλεύεται στο υποσυνείδητο. Ολόκληρο το έργο ο Μάγενμπουργκ το έχει δουλέψει «υπογείως»».

Μέθοδος που διαφέρει πολύ από αυτή που ακολούθησε στον «Ασχημο». «Ο Μάγενμπουργκ έχει επηρεαστεί πολύ από την Κάριλ Τσέρτσιλ και τη Σάρα Κέιν. Ο «Ασχημός» του ήταν σάτιρα. Εδώ το έργο ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού, μεταξύ δράματος και κωμωδίας», διευκρινίζει ο Σαράντος. Για να υπηρετηθεί «ο γερμανικός εξπρεσιονισμός» του κειμένου, βασίστηκε αποκλειστικά στους τρεις ηθοποιούς του: Κώστα Βασαρδάνη, Βασίλη Μπουλουγούρη και Μαρία Πανουργιά.

Σε ημέρες πολιτικο-κοινωνικής έντασης, το θεατρικό έργο, προσθέτει ο σκηνοθέτης του, αναδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο: «Υπάρχει ανάγκη για ένα μαχαίρι αυτή τη στιγμή, γιατί υπάρχει πολλή νύχτα και πολλοί «σκύλοι» γαβγίζουν. Οπότε το «Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» θα μπορούσε να είναι από τα πλέον αντιπροσωπευτικά σλόγκαν των ημερών. Θα μπορούσε άνετα να γραφτεί στους τοίχους. Δεν ξέρω πού θα φτάσει όλη αυτή η κατάσταση. Αλλά δεν ξέρω και κατά πόσο διακόπτοντας μια παράσταση δεν λέμε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Μάλλον πρέπει να διακόψουμε μια τηλεόραση ή ένα σκυλάδικο. Δεν αφυπνίζεις τον κόσμο με τη διακοπή ενός θεατρικού».

Οι Μ. Πανουργιά, Β. Μπουλουγούρης και Κ. Βασαρδάνης πολλαπλασιασμένοι στο σκηνικό ερήμωσης που στήνει ο Μάγενμπουργκ

Αραγε, τώρα που πήρε το κολάι, θα συνεχίσει με έναν Μάγενμπουργκ; «Οχι», μας ξεκόβει. «Στην πραγματικότητα, πίσω από ό,τι έχω κάνει έως σήμερα, μετά τον «Καλιγούλα» του Καμί στο ΚΘΒΕ, το 1997, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο: η θεατρική δραστικότητα με τον μίνιμουμ αριθμό ηθοποιών. Εδώ μόλις τρεις ηθοποιοί υποδύονται δέκα ρόλους. Και στον «Ασχημο» γινόταν ένα παιχνίδι μεταμορφώσεων. Στο «Ενας αριθμός» της Τσέρτσιλ, που δουλέψαμε με τον Τάσο Μπαντή το 2005, υποδυόμουν τρεις ρόλους. Καθετί είναι η συνέχεια μίας δουλειάς».

Στο «Από Μηχανής Θέατρο», που την τρέχουσα σεζόν γύρισε σελίδα, αφού δεν είναι μία ακόμη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου αλλά μια ελεύθερη σκηνή που καλλιτεχνικά διευθύνει ο Ακης Βλουτής, το «Ο Σκύλος, η Νύχτα και το Μαχαίρι» παρουσιάζεται μόνο κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Δεπάστα. Τα σκηνικά, μια στέπα από latex, κρανία λύκων και απομεινάρια ανθρώπων, υπογράφει η Λίνα Μότσιου, τα κοστούμια η Δέσποινα Μακαρούνη, ενώ την ambient μουσική συνέθεσε ο Νίκος Πατρελάκης. Φώτισε ο Λευτέρης Παυλόπουλος. Εντυπωσιακό το ταμπλό βιβάν, που ζωγράφισε ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, υπεύθυνος και της ανακαίνισης του θεάτρου. *

Δεξί χέρι του Τ. Οστερμάγερ και όλο και πιο Αθηναίος

Στη «Σάουμπινε» αυτή την περίοδο παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Ινγκο Μπερκ το νέο θεατρικό του Μάριους φον Μάγενμπουργκ «Der Stein» (Η πέτρα). Συγχρόνως, στο πλαίσιο του εναλλασσόμενου ρεπερτορίου, παρουσιάζονται δύο μεταφράσεις-δραματουργικές επεξεργασίες του, αμφότερες σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγερ: το «Greed» (Απληστία) της Σάρας Κέιν και ο «Αμλετ» του Σέξπιρ, που είδαμε πέρσι στο Φεστιβάλ Αθηνών.Σε ένα μήνα θα ξαναδούμε στην Αθήνα ακόμη ένα έργο του: το «Eldorado». Η πανελλαδική πρεμιέρα του, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Γιάνναρη, θα δοθεί στο «Χώρα» στις 7 Φεβρουαρίου. Ηρωες, μια αλκοολική πλούσια χήρα, η σχιζοφρενής πιανίστρια κόρη της, ο ζιγκολό και συνέταιρος της χήρας και ο επιχειρηματίας σύζυγος της κόρης. Με τους Γιώτα Φέστα, Γιάννη Στάνκογλου και Γιάννη Ροζάκη.

Ο Μάγενμπουργκ έχει τιμηθεί με το βραβείο «Κλάιστ, για νέο θεατρικό συγγραφέα» (1997), το βραβείο της Εταιρείας Συγγραφέων της Φρανκφούρτης (1998), καθώς και το βραβείο του νεοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα της χρονιάς (1999) από το περιοδικό «Theater Heute».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 07/01/2009

Δ.Κ., ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Έναν μαλθακό αριστοκράτη που αναζητά την ανθρώπινη  επικοινωνία υποδύεται ο Φίλιππος Σοφιανός στον  «Υπηρτη» του Ρόμπιν Μομ, στο θατρο «Προσκήνιο»

«Τα χρήματα και η καταξίωση δεν φέρνουν την ευτυχία. Χρειάζεται ανθρώπινη επαφή και προσφορά», λέει στα «ΝΕΑ» ο Φίλιππος Σοφιανός που φέτος πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί τον διεφθαρμένο «Υπηρέτη» του Ρόμπιν Μομ
Ένας αριστοκράτης γίνεται υποχείριο του υπηρέτη του, ο οποίος του στήνει μια πλεκτάνη. Του προσφέρει φροντίδα και μια νέα κοπέλα για συντροφιά σε αντάλλαγμα την εξουσία και τα χρήματά του. Είναι το θέμα του «Υπηρέτη» του Ρόμπιν Μομ (ανιψιός του συγγραφέα Σόμερσετ Μομ), που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Φίλιππου Σοφιανού, στο θέατρο «Προσκήνιο».

«Ο “Υπηρέτης” είναι ένα ταξικό έργο που παρουσιάζει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Υπάρχει μια υπολανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση μεταξύ του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Παράλληλα, ο κεντρικός ήρωας του έργου διατηρεί μια απαγορευμένη και σκοτεινή σχέση με τη ζουμερή και ανήλικη υπηρετριούλα του. Το έργο απεικονίζει την υποκρισία και την αγένεια που χαρακτηρίζει τους Άγγλους», λέει στα «ΝΕΑ» ο Φίλιππος Σοφιανός, ο οποίος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στην παράσταση.

Τον «Υπηρέτη» διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη ο Χάρολντ Πίντερ και σκηνοθέτησε ο Τζόζεφ Λόουζι το 1963. Πρωταγωνιστής είναι ο Τόνι (Φίλιππος Σοφιανός), ένας μαλθακός αριστοκράτης ο οποίος επιστρέφει στην πατρίδα του, το Τσέλσι, ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα στις αγγλικές αποικίες, για να ξαναβρεί τη μνηστή του Σάλι (Ζωή Ναλπάντη) και αναζητά τις υπηρεσίες ενός υπηρέτη, του Μπάρετ (Πέρης Μιχαηλίδης), ο οποίος γίνεται απαραίτητος για τον Τόνι. Έτσι, ο υπηρέτης αποκτά εξουσία, την οποία εδραιώνει μέσα από τη Βέρα (Στέργια Μιχαήλου), ένα νέο και προκλητικό κορίτσι που εμφανίζεται ως «ανιψιά» του Μπάρετ. Ο Τόνι θα ενδώσει στη γοητεία της και θα απομακρυνθεί από τη μνηστή του μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι όλοι τον εκμεταλλεύονται.

«Το έργο σταδιακά μετατρέπεται σε ιστορία αλκοολισμού, εκφυλισμού της προσωπικότητας και αυτοκαταστροφής. Καθώς ο πρωταγωνιστής Τόνι συγχωρεί τον υπηρέτη και αναζητά και πάλι σε εκείνον τη συντροφιά», προσθέτει ο σκηνοθέτης και ηθοποιός, που επιστρέφει στο θέατρο τρία χρόνια μετά το θεατρικό «Παράξενο ζευγάρι» με τον Σωτήρη Μουστάκα. «Η παράσταση αποτελεί ένα προσωπικό μου στοίχημα. Ήταν δική μου η απόφαση να μη δεχτώ την ασφάλεια που προσφέρουν οι επιδοτήσεις. Δεν συνεργάζομαι με παρεάκια που εναλλάσσονται σε καρέκλες και μοιράζουν δημόσιο χρήμα», λέει.

Τι γίνεται όταν σε μια παράσταση ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι το ίδιο πρόσωπο; «Ο ηθοποιός οφείλει να είναι ένα όργανο που παρέχει εκφραστικές κλίμακες στον σκηνοθέτη. Το πάνω χέρι έχει ο σκηνοθέτης, ως άλλος δικτάτορας, ο οποίος οφείλει να ερεθίσει τον ηθοποιό. Στην περίπτωση που ο ηθοποιός σκηνοθετεί παράλληλα, τρέφεται από την ατάκα του παρτενέρ του τον οποίο και συμβουλεύεται».

Πώς διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση στο θέατρο και την τηλεόραση;

Οι περισσότεροι από εκείνους που εμφανίζονται στην τηλεόραση έχουν ξεχάσει να μιλάνε ελληνικά. Πουλάνε, σαν φτηνά κρέατα, την ομορφιά τους και κερδίζουν απίστευτους μισθούς. Η δίψα τους όμως για να γίνουν γνωστοί τούς οδηγεί στην εφήμερη προβολή που προσφέρει μια τηλεοπτική σεζόν. Συμμετέχουν σε σίριαλ με σκηνοθέτες αμφιβόλου ταυτότητας και αυτοαποκαλούνται τηλεοπτικοί ηθοποιοί. Τα υποκριτικά και σκηνοθετικά βίτσια δεν πρέπει να βασίζονται στο ψώνιο του καθενός. Έχει γεμίσει ο χώρος από άθλια σεμινάρια υποκριτικής και σκηνοθεσίας, τα οποία παρακολουθεί ο κάθε τεμπέλης νέος. Ευτυχώς, στο θέατρο τα πράγματα είναι ακόμα αγνά. Ακριβώς επειδή υπάρχει το εισιτήριο. Ο θεατής πληρώνει, δεν κάνει ζάπινγκ, και απαιτεί.

ΙΝFΟ: «Ο υπηρέτης» του Ρόμπιν Μομ, στο θέατρο «Προσκήνιο» (Καπνοκοπτηρίου 8, Πλατεία Βάθης, τηλ.: 210-8252.242) από τις 29 Ιανουαρίου.

«Ζούμε σε ένα κράτος εχθρικό»

«Έμεινα έκπληκτος όταν είδα τη γενιά που έχει αφιερώσει τη ζωή της στο Διαδίκτυο, να βγαίνει στους δρόμους και να διεκδικεί τα δικαιώματά της», λέει ο Φίλιππος Σοφιανός. «Μάλιστα, το Διαδίκτυο τους βοήθησε στη διοργάνωση των συγκεντρώσεων και ευτυχώς όχι τα πολιτικά κόμματα. Οι νέοι της Ελλάδας δημιούργησαν ένα κίνημα που βγήκε από την καταπίεση. Η πηγή του κακού δεν είναι οι ρασοφόροι ούτε οι κουκουλοφόροι. Ζούμε σε ένα κράτος εχθρικό που μας ξεζουμίζει συναισθηματικά και οικονομικά και επιτρέπει τη δράση ενός παρακράτους. Οι υπουργοί κλέβουν από τις τσέπες του λαού γιατί, λένε, θέλουν να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών τους. Και το εξοργιστικό της υπόθεσης είναι ότι κάποιοι θα ψηφίσουν ξανά το πολιτικό κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία και ευθύνεται για όσα συμβαίνουν σήμερα. Και το οποίο θέλησε να καταχραστεί δημόσιο χρήμα επειδή το ίδιο έκαναν και οι προκάτοχοι της εξουσίας.