Αρχείο για Ιανουαρίου, 2009

Ο Μάθιου Μπορν μιλάει στην «Κ»

Μια σπουδαία ταινία και ένα διάσημο όνομα του χορού και του θεάτρου συνδυάζονται στην παράσταση «Εντουαρντ ο Ψαλιδοχέρης», που ανέβηκε αυτή την εβδομάδα στο θέατρο Badminton. Ο Μάθιου Μπορν, ο Βρετανός χορογράφος και σκηνοθέτης, που έγινε ένα από τα βασικά ονόματα στο παγκόσμιο θέατρο με την ξεχωριστή του παράσταση της «αντρικής» «Λίμνης των κύκνων», γοητεύτηκε από τον «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, επέμεινε για να πείσει τον σκηνοθέτη να παραχωρήσει τα δικαιώματα και τελικά, με τη συνεργασία της Κάρολιν Τόμπσον, συν–σεναριογράφου του «Ψαλιδοχέρη», έστησε τη δική του εκδοχή, σε μια παραγωγή που απευθύνεται περισσότερο στο οικογενειακό κοινό. Από το Λονδίνο, όπου συντονίζει την ομάδα «New Adventures», ο Μπορν απάντησε στις ερωτήσεις μας για τη ματιά του πάνω στο έργο του Μπάρτον.

– Τι σας φάνηκε ιδιαίτερα ελκυστικό στην ταινία του Τιμ Μπάρτον, ώστε να θελήσετε να τη μεταφέρετε σε μια χορευτική παράσταση;

– Πάντα ήμουν οπαδός της δουλειάς του Τιμ Μπάρτον και ειδικά αυτής της ταινίας. Λατρεύω τον τρόπο που η ταινία αφηγείται μια τόσο συγκινητική, όμορφη ιστορία για ένα αγόρι που είναι η πιο τέλεια ενσάρκωση του αουτσάιντερ. Ο Εντουαρντ είναι ένας χαρακτήρας, με τον οποίο μπορεί ο καθένας να ταυτιστεί, αν έχει νιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του χωρίς αγάπη, περιθωριοποιημένος και απ’ έξω. Πάντα με ελκύουν αυτοί οι χαρακτήρες. Ενας άλλος λόγος που με τράβηξε στον Εντουαρντ, είναι ότι ο ίδιος πρωταγωνιστεί χωρίς ουσιαστικά να λέει ούτε μία λέξη. Αυτό με έκανε να αισθανθώ τη σιγουριά ότι μπορούσα να αφηγηθώ την ίδια ιστορία χρησιμοποιώντας μόνο χορό.

– Τι είναι αυτό που κάνει τους παρεξηγημένους και διαφορετικούς ήρωες τόσο ελκυστικούς στη μυθοπλασία;

– Είναι ακριβώς το ίδιο το γεγονός ότι είναι διαφορετικοί και παρεξηγημένοι αυτό που τους κάνει ελκυστικούς. Ξεχωρίζουν έτσι από το υπόλοιπο πλήθος. Δεν είναι φυσιολογικοί. Το φυσιολογικό είναι πληκτικό. Οι χαρακτήρες που μ’ αρέσουν είναι αυτοί που διαθέτουν μια μεγάλη, συναισθηματική ιστορία πίσω τους.

– Είστε γνωστός για τον εναλλακτικό τρόπο με τον οποίο «διαβάζετε» γνωστά και οικεία έργα, όπως τη «Λίμνη των κύκνων» και τη «Σταχτοπούτα». Δεν μπήκατε στον πειρασμό να αλλάξετε περισσότερα πράγματα στον «Ψαλιδοχέρη»;

– Αισθάνθηκα ότι έπρεπε να μείνω πιστός και πολύ κοντά στην ιστορία που αφηγήθηκε στην ταινία ο Τιμ Μπάρτον. Είναι απλά μια τέλεια ταινία. Εκεί που μπορέσαμε να βάλουμε περισσότερο το δικό μας στίγμα, ήταν στις μικρότερες λεπτομέρειες. Το να προσθέσουμε στοιχεία που να χαρακτηρίζουν περισσότερο τους ανθρώπους που αποτελούν τις οικογένειες των προαστίων, λεπτομέρειες που ανακαλύπτει και ο Εντουαρντ. Επίσης, αυτό που κάνουμε, είναι ότι φυσικά χορεύουμε. Αυτό από μόνο του κάνει τη δική μας εκδοχή πολύ διαφορετική. Ομως σε ό, τι αφορά την ιστορία, ήθελα να μείνει αληθινή και όσο το δυνατόν περισσότερο πιστή στο πρωτότυπο.

– Αισθανθήκατε ότι έπρεπε να αλλάξετε πράγματα για να παρουσιάσετε τον «Ψαλιδοχέρη» σε ένα διαφορετικό κοινό;

– Οπως σας είπα και πριν, ήθελα να μείνω πιστός στην πρωτότυπη ιστορία, επειδή πιστεύω ότι λειτουργεί πολύ καλά. Ετσι, δεν ένιωσα ότι έπρεπε να αλλάξω κάτι περισσότερο.

– Πήρατε την απόφαση να υποβαθμίσετε τον γοτθικό τόνο της ταινίας και να ανεβάσετε τον «Ψαλιδοχέρη» περισσότερο σαν κωμωδία και σαν ένα θέαμα οικογενειακής ψυχαγωγίας. Για ποιο λόγο;

– Στην ομάδα ήμασταν πάντα σαφείς στο ότι θέλουμε να κάνουμε ένα οικογενειακό σόου. Ισως αυτή η απόφαση να μας έκανε να ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και να αποφύγουμε λίγο τα γοτθικά στοιχεία. Ωστόσο, δεν συμφωνώ ότι δεν υπάρχει το γοτθικό στοιχείο στη δική μας εκδοχή. Νομίζω ότι οι αρχικές σκηνές είναι αρκετά τρομακτικές!

  • «Πολλά σχέδια»

– Ως ένας από τους πιο διάσημους χορογράφους στο σύγχρονο θέατρο, αισθάνεστε πίεση από το κοινό και τους κριτικούς να παρουσιάζετε συχνά παραγωγές με νέες ιδέες που να προκαλούν έκπληξη; Είναι κάτι αγχωτικό για εσάς;

– Οχι τόσο πολύ. Εχω ένα αρκετά μεγάλο ρεπερτόριο με παραγωγές, με τις οποίες η ομάδα περιοδεύει σχεδόν συνέχεια. Αυτή τη χρονιά παρουσιάζουμε τον «Ψαλιδοχέρη» και τον «Ντόριαν Γκρέι» και αργότερα θα κάνουμε πάλι κάποιες παραστάσεις με τη «Λίμνη των κύκνων». Κάνω καινούργιες δουλειές όταν έχω νέες ιδέες. Και αυτές τις ιδέες δεν μπορώ να τις εκβιάσω. Πάντα έχω πολλά σχέδια, όμως χρειάζεται χρόνος για να ολοκληρωθούν και στο μεσοδιάστημα, μ’ αρέσει να ξαναδουλεύω παλιότερες παραστάσεις, να τις ανανεώνω και να τις φέρνω σε ένα νέο κοινό.

– Ποιοι άλλοι κινηματογραφικοί ήρωες θα μπορούσαν να είναι βασικοί χαρακτήρες σε μια από τις επόμενες παραγωγές σας;

– Θεούλη μου… Δεν έχω ιδέα. Φυσικά έχω χρησιμοποιήσει στοιχεία από τον κινηματογράφο σε προηγούμενες παραγωγές. Για παράδειγμα, οι βασικοί χαρακτήρες από τον «Υπηρέτη» εμφανίζονται στο «Play without words», ενώ οι κύκνοι στη «Λίμνη των κύκνων» βασίζονται και στα «Πουλιά» του Χίτσκοκ. Ομως δεν μπορώ να πω ακόμη τίποτα για νέες παραγωγές. Πρόσφατα κάναμε τη δική μας εκδοχή για το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Ποιος ξέρει τι υπάρχει στο μέλλον…

Οι παραστάσεις του «Εντουαρντ του Ψαλιδοχέρη» συνεχίζονται στο θέατρο Badminton μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου (τηλ. 210–88.40.600).

  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η Καθημερινή, 31/01/2009
Advertisements

Συνέντευξη: Ζαν Πιέρ Βενσάν

στη ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 31/01/2009

«Το γέλιο είναι δείγμα ευφυΐας. Δεν μπορούμε να γελάμε χωρίς να καταλαβαίνουμε γιατί».

Ο γαλλικός Τύπος υποδέχτηκε με διθυραμβικές κριτικές το «Σχολείο Γυναικών», που ανέβηκε πέρυσι σε παραγωγή του ιστορικού Odeon-Theatre de l’ Europe

Ο σκηνοθέτης Ζαν Πιέρ Βενσάν, από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, έχει διάθεση να μας μυήσει στα μυστικά της κωμωδίας. Το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου είναι άλλωστε η αφορμή της κουβέντας μας. Θα το δούμε με πρωταγωνιστή τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό Ντανιέλ Οτέιγ, στις 11 και 12 Φεβρουαρίου στο «Παλλάς».

Η παράσταση, που ανέβηκε πέρυσι στη Γαλλία σε παραγωγή του ιστορικού Odeon-Theatre de l’ Europe, αποθεώθηκε από τον Τύπο. «Κέντησαν» και ο σπουδαίος ηθοποιός ως μισογύνης Αρνόλφ, και ο σημαντικός Γάλλος σκηνοθέτης, που έχει υπάρξει διευθυντής της Comedie Francaise, του Εθνικού Θεάτρου του Στρασβούργου και του Theatre des Amandiers.

Γραμμένο το 1662, το «Σχολείο Γυναικών» δημιούργησε σκάνδαλο. Η ιστορία του τυράννου Αρνόλφ, που κλειδαμπάρωσε στο σπίτι την πολύ νεότερή του Αγνή προετοιμάζοντάς την για γυναίκα του, ενόχλησε τη γαλλική κοινωνία. Την επομένη της πρεμιέρας ξεκίνησε μια πολεμική εναντίον του Μολιέρου.

«Μπορεί να είναι παράδοξο αλλά είναι ίσως το πιο ευγενικό, μεγαλοφυές και ισορροπημένο έργο του», πιστεύει ο Ζαν Πιερ Βενσάν. «Πρόκειται για μεγάλη στιγμή του θεάτρου. Είναι μια κατάδυση στην αντρική ψυχολογία. Στη βάση του, όμως, βρίσκεται η πεποίθηση ότι η γυναίκα είναι το μέλλον του άντρα…».

«Το επί της ουσίας γέλιο δεν είναι πάντα εύκολο, προϋποθέτει γνώση και ευφυΐα. Χρειάζεται ικανότητα για να γελάς ακόμα και με… τις καρικατούρες του Μωάμεθ», λέει ο Γάλλος σκηνοθέτης

Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζετε Μολιέρο. Είναι σαν να κλείνετε ραντεβού μαζί του κάθε περίπου δέκα χρόνια.

«Είναι λόγοι εθνικής κουλτούρας. Οι σκηνοθέτες όμως έχουμε ραντεβού και με τον Σέξπιρ, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Τσέχοφ. Ο κόσμος προχωρά τόσο γρήγορα και είναι τόσο τρελός, που κινδυνεύουμε να χαθούμε στον «διάλογο», που δημιουργεί το θεάτρο. Είναι απαραίτητο να ξαναγυρνάμε σε τόσο μεγάλους συγγραφείς. Ο Μολιέρος έχει κάτι που αντιστοιχεί στον βαθύ πυρήνα της δουλειάς μου. Λειτουργεί ως ένα είδος ανάλυσης για το τι σημαίνει να είσαι Γάλλος. Στο «Σχολείο Γυναικών» αναγνωρίζουμε σύγχρονα στοιχεία, αλλά και ξεπερασμένα. Αυτό το ιστορικό μέτρο είναι που με κάνει να γυρνάω τακτικά σε κάποιες στιγμές του Μολιέρου. Δεν με ενδιαφέρουν όλα τα έργα του. Ορισμένα, όμως, τα θεωρώ εξαιρετικά για τον σύγχρονο άνθρωπο».

Τι στοιχεία θέλατε να βγάλετε από τον Ντανιέλ Οτέιγ, κωμικά ή και δραματικά;

«Το αξιοθαύμαστο είναι ότι περιέχει και τα δύο. Η ποιότητα και η ικανότητά του τον πάνε προς την κωμωδία, αλλά έχει μια φύση βαθιά τραγική και δραματική, σκοτεινή, περίεργη, και μερικές φορές διαστροφική. Την ίδια ώρα είναι πολύ απλός και καθημερινός».

Σας απασχόλησε το να σκηνοθετήσετε το έργο με τρόπο που να αγγίζει τον σύγχρονο θεατή;

«Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία. Σήμερα έχουμε την τάση να κάνουμε πολλούς εκσυγχρονισμούς -κυρίως στην όπερα, για να ξεκουραστούν οι αστοί θεατές της. Μου φαίνονται όμως επιφανειακοί. Εγώ είμαι άνθρωπος του σήμερα και ανεβάζω παραστάσεις για ανθρώπους του σήμερα. Τα ριζοσπαστικά μοντέρνα στοιχεία της παράστασης εντοπίζονται στον τρόπο που παίζουν οι ηθοποιοί και όχι στο ντεκόρ ή στα κοστούμια. Ψάχνω τρόπους να εκσυγχρονίσω το εσωτερικό του κειμένου. Πολλοί σκηνοθέτες, ειδικά αυτοί που είναι επηρεασμένοι από τη Γερμανία, ανεβάζουν τους κλασικούς σαν να είναι σύγχρονες ιστορίες και μεταφέρουν τις όπερες του Μότσαρτ στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια προσέγγιση δεν προχωρά την ευφυΐα της κοινωνίας. Γι’ αυτό ακριβώς είμαστε εδώ: να προκαλούμε θαυμασμό, έκπληξη, καμιά φορά και σκάνδαλα, αλλά και ευφυΐα».

Εχει αλλάξει σήμερα το γέλιο ως έννοια;

«Οι πραγματικοί καλλιτέχνες του θεάτρου -ειδικά μετά τη Χιροσίμα και το Αουσβιτς- απέκτησαν μεγαλύτερη συνείδηση της τραγικότητας του κόσμου. Αφησαν έτσι ελεύθερο το πεδίο της κωμωδίας σε νεότερους καλλιτέχνες, που είναι άλλης σχολής και συχνά κάνουν one man ή one woman show. Υπάρχει μοναξιά στη σκηνή και όχι διάλογος, που είναι το θεμέλιο της κοινωνίας και του θεάτρου. Το γέλιο έγινε απλό. Οι κωμικοί μοιάζουν μεταξύ τους, διηγούνται τα μικρά ελαττώματα της νέας μεσαίας τάξης της Δυτικής Ευρώπης, και την απαλλάσσουν από τις ευθύνες της χωρίς να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Ομως, το επί της ουσία γέλιο δεν είναι πάντα εύκολο, προϋποθέτει γνώση και ευφυΐα. Χρειάζεται ικανότητα για να μπορείς να γελάς ακόμα και με… τις καρικατούρες του Μωάμεθ».

Πιστεύετε ότι το μοντέλο γυναίκας που αντιπροσωπεύει η Αγνή, στο «Σχολείο Γυναικών», το συναντάμε σήμερα;

«Η γυναικεία καταπίεση αλλάζει φόρμες, ιστορίες και κοστούμια. Ισχύει στην ισλαμική ανατολή, τον καθολικό φανατισμό κ.α. Το βάθος του προβλήματος παραμένει το ίδιο».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αρνόλφ θυμίζει σύγχρονο παιδεραστή;

«Χθες έβλεπα στην τηλεόραση την ιστορία μιας μικρής που παντρεύτηκε και βιάστηκε 10 χρόνων και πήγε μόνη της σε έναν δικαστή. Δεν είναι το ίδιο, βέβαια, εγκλεισμός και παιδοφιλία. Ξεκινούν όμως από την ίδια πηγή της αντρικής συμπεριφοράς, που τον 20ό αιώνα -με την πρόοδο του φεμινισμού- περνάει, ευτυχώς, κρίση. Στο «Σχολείο γυναικών» υπάρχει η ηχώ όλων αυτών των σκέψεων. Το έργο όμως δεν μιλάει μόνο γι’ αυτό. Διηγείται παράλληλα τη φοβερή αφύπνιση μιας νέας γυναίκας. Ο Μολιέρος λέει ότι ακόμα κι αν κρατάμε μια γυναίκα φυλακισμένη και τη βασανίζουμε, έρχεται μια στιγμή που ανοίγει μια πόρτα ή ένα παράθυρο. Η δύναμη της ζωής που δημιουργείται ανάμεσα στην Αγνή και τον Οράτιο, τον άνδρα που ερωτεύεται, ισορροπεί το κείμενο και το κάνει να μοιάζει με ένα πρωινό του κόσμου και όχι με το τέλος του».

Πώς βλέπετε το σύγχρονο γαλλικό θεάτρο;

«Δεν είμαι τόσο ευχαριστημένος. Νομίζω ότι οι καταστάσεις μάς προσπεράνε. Χάσαμε τρεις σπουδαίους συγγραφείς μέσα σε πέντε χρόνια (1990-1995), τους Μπερνάρ Μαρί Κολτές, Ζαν Λικ Λαγκάρς και Ντιντιέ Ζορζ Γκαμπιλί. Νομίζω ότι η γαλλική κοινωνία δεν αντιλήφθηκε τι έχασε. Δουλεύω πολύ στις σχολές με τους νέους δημιουργούς. Πρέπει να ξαναγεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Δεν πιστεύω ότι είμαστε μπροστά σε καμιά μεγάλη κατάκτηση αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να διατηρήσουμε τη σύνδεση με την ιστορία μας. Ολοι θέλουν να εκσυγχρονίζονται. Για να το καταφέρεις, πρέπει να ξέρεις από πού προέρχεσαι». *

«Το κράτος είμαστε εμείς»

Τι είναι το «Eldorado»; «Μην είν’ η πατρίδα μας;», που έλεγε και ο ποιητής. Αυτό ακριβώς. Το «Eldorado» είναι η πατρίδα του καθενός. Είναι ένα έργο-καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, σε μια σύγχρονη πόλη που ο ίδιος δημιούργησε και τώρα τη βλέπει να καταστρέφεται μπροστά του και μέσα σε αυτή να καταστρέφεται και ο ίδιος. «Το “Ελ Ντοράντο” των ονείρων, η μυθική πόλη του χρυσού, αποδεικνύεται ένας σωρός άνθρακες. Η απληστία των σύγχρονων Conquistadores αφήνει πίσω μόνο κατεστραμμένες πόλεις και ζωές», παρατηρεί ο σκηνοθέτης αυτής της «αληθινά σκληρής κωμωδίας», Κωνσταντίνος Γιάνναρης, τον οποίο «όλοι θέλουν ως “καταραμένο” και “περιθωριακό”», όπως λέει και ο ίδιος.

  • Δεν είσαι;

Εγώ νιώθω πολύ mainstream. Βαριέμαι να γίνομαι ο γραφικός του χωριού, ο «περιθωριακός καλλιτέχνης», αυτός που ταυτίζεται με το λούμπεν και τα τζάνκια. Εγώ δεν ταυτίζομαι με κανέναν. Ομως, αυτά είναι τα ερεθίσματά μου από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Τώρα, αν κάποιος θεωρεί περιθωριακό έναν άνθρωπο που έχει μια συγκεκριμένη σεξουαλική επιλογή, έχει πάρει ή συνεχίζει να παίρνει ναρκωτικά, κάνει δηλαδή μια ζωή που δεν είναι μέσα σε «καθαρά», μικροαστικά πλαίσια -παντρειάς, οικογένειας, παιδιών-, τότε, ναι, είμαι περιθωριακός, είμαι ένοχος, shoot me.
Μα και κοινωνικά να το δεις, ένα χωριό είμαστε και καθώς πέφτουμε διαρκώς ο ένας πάνω στον άλλον, δημιουργούμε κοντρίτσες και φατριούλες για να περνάει η ώρα.
Οντως ζούμε σε μια μικρή κοινότητα εδώ. Μικρό το κύκλωμα του κινηματογράφου, μικρό και του θεάτρου, μικρό και της εικαστικής τέχνης. Τα πάντα είναι μικρά στην Ελλάδα. Βλέπω διάφορους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, αλλά δεν βλέπω διαφοροποιήσεις. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη χώρα με τόσο δυσανάλογη παραγωγή ταινιών και θεατρικών παραστάσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της. Μικρομηκάδες με το τσουβάλι και να μην αξίζει ούτε το 5%;

  • Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Πέρσι παρουσιάστηκαν περίπου 420 παραστάσεις.

Ναι, γιατί γνωρίζεις ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών των δουλειών είναι κακοπληρωμένες ή εντελώς απλήρωτες. Το καλό, βέβαια, αυτής της υπόθεσης είναι ότι υπάρχει μια νέα γενιά που έχει ανάγκη να εκφραστεί χωρίς να είναι κολλημένη με το θέμα των χρημάτων. Το βρίσκω πολύ συγκινητικό όλο αυτό σε μια κοινωνία που θεωρεί το χρήμα ως το ύψιστο αγαθό.

  • Αυτή όμως η αντίληψη κατακρημνίστηκε μετά τα πρόσφατα δεκεμβριανά γεγονότα.

Ευτυχώς. Κι ελπίζω να αλλάξουμε, επιτέλους, ρότα. Βέβαια, ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων αυτής της πόλης δεν έχει πάρει χαμπάρι τι έχει συμβεί και τι μέλλει να συμβεί στη συνέχεια. Ή μάλλον δεν θέλει να πάρει χαμπάρι. Δεν υπάρχει ακόμη συνείδηση σε μερικούς ανθρώπους για το πώς συνεισφέρουμε όλοι σε αυτή την πόλη ώστε να ζήσουμε όλοι καλύτερα. Γι’ αυτό και τα περιστατικά σωματικής και λεκτικής βίας στην Αθήνα είναι καθημερινή υπόθεση. Δεν σεβόμαστε τους εαυτούς μας και κατ’ επέκταση τον άλλον. Δεν διεκδικούμε τα δικαιώματά μας και κατ’ επέκταση δεν αναγνωρίζουμε και κανένα δικαίωμα στον άλλον. Θεωρούμε, για παράδειγμα, αυτονόητο να παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας όπου βρούμε, ακόμη και στη δίοδο για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, δυσκολεύοντας έτσι την καθημερινότητά τους. Με άλλα λόγια, η ελευθερία τού ενός αποκλείει την ελευθερία του άλλου. Να, δεν βλέπεις τώρα τι γίνεται; Περπατάμε σε έναν πεζόδρομο και δεξιά κι αριστερά είναι παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

  • Ο τρόπος που υπάρχουμε ως οντότητες και ως πολίτες δεν είναι θέμα παιδείας;

Ναι, αλλά η παιδεία δεν είναι μάννα εξ ουρανού να προσγειωθεί μες στα κεφάλια μας. Αν μια κοινωνία έχει αποκλείσει την παιδεία ως αγαθό κι έχει προβάλει τον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό, είναι σαφές ότι τα παιδιά της θα βγουν κάφροι – η ίδια η κοινωνία θα παραμένει μια καταπιεστική καφρίλα. Ολο αυτό το ξέσπασμα των νέων το Δεκέμβριο δεν έγινε ούτε ξαφνικά, ούτε μαγικά. Αν το κράτος δεν εμπιστεύεται τους πολίτες και οι πολίτες το κράτος, τότε υπάρχει χάος. Αν το κράτος δεν μπορεί να εμφυσήσει στους πολίτες του εμπιστοσύνη και μια συλλογική συνείδηση ευθύνης, αλλά την υποταγή σε μια ιδεολογία που λέγεται Ελληνισμός, με όλη αυτή τη φοβερή βλακεία που κουβαλάμε από την Επανάσταση, όταν δηλαδή επί εποχής Φιλικής Εταιρείας έκαναν το μεγάλο συμβιβασμό όλοι οι διανοούμενοι για να κερδίσουν την εύνοια και τη συμπάθεια των κύκλων εξουσίας της Δυτικής Ευρώπης και να αποσπαστούν από τον οθωμανικό ζυγό, ε, τι περιμένεις; Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να μετακινηθεί λίγο για το καλό όλων. Να χάσει «κεκτημένα» δικαιώματα για να αναδειχτούν οι καλύτεροι και οι αξιότεροι σε κάθε τομέα. Να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη για ό,τι τον αφορά. Εχουμε μάθει και τα χώνουμε όλοι στο κράτος. Ποιο κράτος; Αυτό που οι ίδιοι λέμε ότι είναι άφαντο; Το κράτος είμαστε εμείς. Το τι είδους κράτος θα χτίσουμε είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο για το οποίο όλοι μας έχουμε ευθύνη. Ποια κοινωνία πολιτών έχουμε σήμερα; Ποιος στελεχώνει αυτό το περιβόητο κράτος; Πώς ασκεί την εξουσία ο πολιτικός, στον οποίο εμείς έχουμε εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα; Πότε απαντήσαμε ως πολίτες σε αυτά τα ερωτήματα; Ολο αυτό το οικοδόμημα του κράτους και της εξουσίας έχει σαθρές βάσεις. Είναι άρρωστο. Και το ξέρουμε. Και φοβάμαι πως οδεύουμε σε μια τυφλή και μηδενιστική αντίδραση, σε ένα όντως σαθρό και σάπιο σύστημα.

  • Η Σούζαν Σόνταγκ έχει γράψει για την αρρώστια ως σύμπτωμα της εποχής μας.

Στο σύγχρονο κόσμο οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν από έλλειψη τροφής ή από ελονοσία, αλλά από θλίψη και μοναξιά. Στις σύγχρονες πόλεις δημιουργούνται γκέτο, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους.
Οπως το Δεκέμβριο στην Αθήνα. Η «αρρώστια» ξέσπασε και καθώς δεν θέλαμε να δούμε εγκαίρως τα συμπτώματα, μας πήρε και μας σήκωσε.

Ξέσπασε σε ένα διάλογο, όπως θα έλεγε και ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ. Σε μια χώρα όπου όλοι μονολογούν και φωνάζουν ο ένας στον άλλον με την έπαρση της αυθεντίας, ξαφνικά αναδύθηκε η τέχνη του διαλόγου. Εστω και τόσο απεγνωσμένου και αυτοκαταστροφικού. Αλλά τι άλλου είδους διάλογος μπορεί να γίνει σε αυτή την κοινωνία, όταν τα ώτα κωφεύουν; Είναι αναπόφευκτο, φοβάμαι, μια ολόκληρη νέα γενιά που βλέπει μπροστά της το δρόμο ολοένα να σκοτεινιάζει και να στενεύει, να αντιδράσει βίαια, μηδενιστικά, ακόμη και κάνοντας πλιάτσικο. Και να σου πω, καλά να κάνουν. Δεν μπορώ, ειλικρινά, να κατηγορήσω αυτά τα παιδιά. Κατηγορώ τους γονείς, την κοινωνία των μεγάλων. Η Αστυνομία έχει ένα μικρό μερίδιο σε όλο αυτό το μπάχαλο. Αν όλη η κοινωνία είναι απαίδευτη, γιατί να είναι εκπαιδευμένος ο μπάτσος; Ασε που θεωρώ πως η Αστυνομία είναι και ο πιο εύκολος στόχος. Γιατί όλα τα media κατηγορούν εκ του ασφαλούς την Αστυνομία και αφήνουν τη δική τους ευθύνη απέξω; Γιατί, τελικά, ποιοι επανδρώνουν την Αστυνομία; Προλετάριοι. Νέα παιδιά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και ψάχνουν για ένα σίγουρο μεροκάματο.

Τώρα, πάντως, επικρατεί μια περίεργη ησυχία. Είναι γιατί το σύστημα έχει καταφέρει να αφομοιώσει τις φωνές της αντίδρασης ή γιατί η αντίδραση ακόμη δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα;
Ελπίζω ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν αντιδράσεις, αλλά φοβάμαι ότι λόγω απόγνωσης θα πάρουν λάθος δρόμο. Μηδενιστικό. Θα αυξηθεί η ατομική τρομοκρατία. Θα επικρατήσει το δίκιο του ισχυρότερου ακόμη πιο απροκάλυπτα. Φοβάμαι διάφορες εμφυλιακές ή μετεμφυλιακές ψυχώσεις ότι θα βγουν στην επιφάνεια. Θα ισχυροποιηθούν ακόμη περισσότερο τα κέντρα εξουσίας.

  • Υπάρχει επίσης το θέμα των μεταναστών που ζουν εξαθλιωμένοι και στοιβαγμένοι στα νέα γκέτο της πόλης μας. Ενας παράγοντας που ακόμα δεν έχει μπει στον καμβά των κοινωνικών αναταραχών.

Υπάρχουν γειτονιές της Αθήνας που έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με λίγα χρόνια πριν. Από τη μια θαυμάζεις τη ζωντάνια που έχουν φέρει οι μετανάστες σε κάποιες μαραζωμένες περιοχές της πόλης και, από την άλλη, βλέπεις την παντελή έλλειψη μέριμνας του κράτους και των δημοτικών αρχών προς αυτούς τους ανθρώπους. Το μεγαλύτερο αίσχος για μένα είναι πως άτομα που κατοικούν σε μια περιοχή για είκοσι και βάλε χρόνια δεν έχουν το δικαίωμα, ούτε αυτοί ούτε τα παιδιά τους, να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές. Δηλαδή δεν έχουν λόγο για τη χώρα όπου ζουν. Στερούνται το βασικό δημοκρατικό δικαίωμα να έχουν λόγο στην καθημερινή τους διαβίωση. Γι’ αυτό βγαίνει δήμαρχος ο Κακλαμάνης. Γιατί δεν μπορούν να ψηφίσουν όλοι οι κάτοικοι του κέντρου, δηλαδή και οι μετανάστες. Ολο αυτό το σκηνικό μού θυμίζει την Αγγλία του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχουν τα λεγόμενα «rotten boroughs», περιοχές διεφθαρμένες και υποανάπτυκτες που βγάζουν δημάρχους μέσα από ένα πολύ μικρό ποσοστό ψηφοφόρων. Και θα το βρούμε μπροστά μας. Αυτή την απαρχαιωμένη, φασιστική αντίληψη της εξ αίματος ελληνικότητας. Μια αντίληψη που έχει ξεπεραστεί από την κίνηση των πληθυσμών, από την ύπαρξη ενός 15% μεταναστών σε αυτή τη χώρα.

  • Πώς, λοιπόν, ορίζεις την ταυτότητα του Νεοέλληνα;

Βλέπω γύρω μου ανθρώπους σαθρούς, ανθρώπους χωρίς κοινωνική συνείδηση. Στη σύγχρονη Ελλάδα δεν έχουν δοθεί μάχες για πάρα πολλά πράγματα. Εχουμε μια παλιομοδίτικη Αριστερά που όλο και απομακρύνεται από την κοινωνία και μια μικροαστική αυταρέσκεια που βαυκαλίζεται ότι έχει στήσει μια ωραία αστικοδημοκρατική κοινωνία, όπου είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι μέσα στην αυθαιρεσία, χωρίς έλεγχο, όπου η μεγαλομεσαία τάξη έχει αυτονομηθεί από την ίδια την κοινωνία. Δεν πληρώνει φόρους, δεν πάει σε κρατικά σχολεία ή νοσοκομεία, δεν χρησιμοποιεί κρατικές συγκοινωνίες αλλά κατεβαίνει στο Κέντρο με το 4Χ4 απαιτώντας να παρκάρει πάνω στον πεζόδρομο όπου εγώ κι εσύ περπατάμε. Κι αυτό γιατί μέσα σε αυτή την αυτονόμησή της θεωρεί πως δεν έχει κανένα χρέος απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ναρκισσιστικής, εγωιστικής και κοντόφθαλμης αντίληψης κοινωνία, που πάει κατά διαόλου.

  • Είναι, λοιπόν, η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μια μεταφορά του έργου του Μάγιενμπουργκ;

Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου συνειδητοποίησα ότι είχα διαλέξει ένα πολύ σύγχρονο έργο. Το κέντρο της Αθήνας έγινε ξαφνικά ένα «no man’s land». Και βρεθήκαμε ξαφνικά να μπαινοβγαίνουμε σε παρεμφερείς κόσμους μέσα στην παράσταση κι έξω, στους δρόμους της πόλης. Σαν η ζωή η ίδια να έμπαινε μες στις πρόβες μας. Η πόλη φλεγόταν, τα media κατέγραφαν, άλλοι τα ’σπαγαν στα μπουζούκια, οι ιθύνοντες να μην έχουν πάρει χαμπάρι τι σημαίνει όλο αυτό κι εμείς να προσπαθούμε να κάνουμε τέχνη, ας πούμε. Εκείνες οι μέρες ήταν από εκείνες τις χαρακτηριστικές στιγμές που η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σουρεαλιστική από οποιαδήποτε θεατρική ή κινηματογραφική αφήγηση.

  • Αυτή, πάντως, είναι η δεύτερη θεατρική σου σκηνοθεσία μετά τη συνεργασία σου με την Αννα Κοκκίνου. Γιατί κρατάς τις αποστάσεις σου από το θέατρο;

Ισως γιατί με ξινίζει η θεατρίλα. Αυτό που πρέπει ο ηθοποιός να μιλάει δυνατά και με στόμφο, να κάνει μεγαλειώδεις κινήσεις. Ολα αυτά για μένα είναι αφύσικα. Το θέατρο για μένα, σε ένα μεγάλο βαθμό, είναι μια νεκρή φόρμα. Για τον ηθοποιό καταλαβαίνω ότι είναι μια τεράστια πρόκληση δεξιοτεχνίας. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι τα πάντα τεχνική. Και χρειαζόμαστε νέες θεατρικές φόρμες. Και δεν μιλάω για εφετζίδικες βιντεοπροβολές και ηλεκτρονική μουσική για φόντο.

Στις ταινίες σου πάντα είχα έντονο το αίσθημα της απώλειας. Η έκθεσή σου «Στην κόψη του ματιού» μού έφερε έντονα στο μυαλό το στίχο του Σεφέρη: «Ενα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας».
Ναι, συχνά καταπιάνομαι με τις απώλειές μου. Απώλειες φίλων, ανθρώπων που έχω ερωτευθεί, αγαπήσει, συντροφεύσει. Είμαι ένα παιδί που έχει δει τα πιο λαμπρά μυαλά της γενιάς του να αποδεκατίζονται από το AIDS. Αυτός ο εχθρός δεν είναι εξωτερικός. Σε έχει καταλάβει, έχει μπει μέσα σου και σε τρώει. Κι εκεί συνειδητοποιείς ότι ο θάνατος δεν γνωρίζει ηλικία, ούτε αξία. Αυτό ήταν μια τραυματική συνειδητοποίηση. Στην προσπάθειά μου, λοιπόν, να παραμείνω εχέφρων, προέκυψε η επιθυμία να κάνω κινηματογράφο, να γράψω ποιηματάκια, να φωτογραφίσω εικόνες. Ηταν ο τρόπος μου για να κρατήσω τη συνοχή του μυαλού μου και της ψυχής μου και να συγκροτήσω ένα σκοπό στη ζωή μου. Μια ζωή που δεν ήξερα και δεν ξέρω πόσο θα διαρκέσει.

INFO: «Eldorado», θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ.: 210-8673945. Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετ. – Κυρ.: 21.30. Τιμές εισιτηρίων: €22, €19, €15 (φοιτ.). Πρεμιέρα: 5/2.
Εκθεση: «Στην κόψη του ματιού»: Μουσείο Αλεξ Μυλωνά – Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Πλ. Αγ. Ασωμάτων 5, Θησείο. Εως τις 22/3.

Την Ελενα Τοπαλίδου τη γνωρίσαμε ως χορεύτρια. Υπήρξε συνεργάτιδα του Δημήτρη Παπαϊωάννου (Γλαύκη στη διανομή της πρώτης Μήδειας) και για πολλά χρόνια βασικό μέλος της «Οκτάνας» του Κωνσταντίνου Ρήγου. Φέτος τη συναντάμε σ’ έναν αμιγώς θεατρικό ρόλο στην παράσταση που εγκαινίασε τη Νέα Σκηνή («Νίκος Κούρκουλος») του Εθνικού, στο ανακαινισμένο «Τσίλερ». Δηλαδή, στον «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές, σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου. Εργο εξαιρετικά επίκαιρο.

Μαζί με τον συμπρωταγωνιστή της στο «Ρομπέρτο Τσούκο», τον Γιάννο Περλέγκα, η Ελενα Τοπαλίδου, που δηλώνει ευτυχής για ό,τι της συμβαίνει σ’ αυτή τη δουλειά, παρ’ όλη την απελπισία που υπάρχει γύρω μας

«»Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που το κάνουν επίκαιρο είναι το «ξαφνικό» του πράγματος. Σήμερα τίποτα δεν προλαβαίνει να γίνει επίκαιρο, γιατί κάτι άλλο το διαδέχεται αμέσως. Είμαστε πολύ αμήχανοι απέναντι σε όλα» διαπιστώνει. «Αλλά η αμηχανία είναι πολύ συγκινητικό πράγμα. Αξίζει τον κόπο να είμαστε και λίγο αμήχανοι. Είναι ωραίο να «μην ξέρουμε»».

Με την ίδια οπτική αντιμετωπίζει και την τέχνη της υποκριτικής. «Δεν χρειάζεται να έχεις αποφασίσει κάτι για να το δείξεις. Μπορείς να μην ξέρεις και να πηγαίνεις ψάχνοντας και μακάρι να σε οδηγήσει σωστά» λέει.

Αν και απόφοιτος της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, το θέατρο γι’ αυτήν δεν είναι εντελώς νέα ιστορία. Φλέρταρε πολλά χρόνια μαζί του είτε ως μέλος χορού σε παραστάσεις αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο είτε με τις συμμετοχές της σε παραγωγές του «Αμόρε» και του ΚΘΒΕ. Στο ξεκίνημά της οι καθηγήτριές της την προέτρεπαν να στραφεί στην υποκριτική. Για εκείνη όμως ήταν ξεκάθαρο πως θα ακολουθούσε καριέρα χορεύτριας.

«Η τεχνική του χορού ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα. Γιατί θέλω συνεχώς να αποδεικνύω – με μανία πολλές φορές- πως μπορώ να κάνω πράγματα. Και τελικά χόρεψα 14 χρόνια».

Πώς έγινε η μετάβαση από τον χορό στην υποκριτική;

«Στη Θεσσαλονίκη κάποια στιγμή ήρθε ένα τέλος μέσα μου. Ηταν ψυχολογικό, συναισθηματικό, δεν ξέρω. Εκείνο τον καιρό το θέατρο το έβλεπα με πολύ λάγνα ματιά. Συμμετείχα και στις «Βάκχες» του Χατζάκη. Δεν έχω πάει σε δραματική σχολή. Εχω μάθει όμως πολλά δουλεύοντας με τον Λευτέρη Βογιατζή. Τώρα πια είμαι πολύ ευτυχής για ό,τι μου συμβαίνει σ’ αυτή τη δουλειά. Μέσα σε όλη αυτή την απελπισία που υπάρχει γύρω μας, θεωρώ ότι τα πράγματα μου έχουν πάει καλά».

Είναι η σύντροφος του εξαιρετικού ηθοποιού Νίκου Κουρή και πρόσφαταν απέκτησαν και το πρώτο τους παιδί. «Αυτό που άνοιξε τους ορίζοντές μου και με έκανε να νιώσω λίγο πιο σίγουρη είναι η οικογένειά μου, το παιδάκι μας και κυρίως ο άνθρωπός μου» ομολογεί.

Με ανοιχτούς ορίζοντες αντιμετώπισε και την «εισβολή» στο Εθνικό τη μέρα της επίσημης πρεμιέρας τού «Ρομπέρτο Τσούκο».

«Συμφώνησα με την κίνηση αυτή. Γιατί ένα από τα σπουδαία πράγματα που έχουμε χάσει στις μέρες μας είναι η φαντασία. Από την άλλη με ενόχλησε το πλακάτ που έλεγε «Η τέχνη μιλάει για τη ζωή. Οταν η ζωή αφαιρείται, η τέχνη τι κάνει;» Το βρήκα λίγο ξύλινο, εύκολο. Οταν η ζωή αφαιρείται, η τέχνη εξακολουθεί να μιλάει για τη ζωή. Και φυσικά σκέφτομαι πως οι θεατές, που χειροκρότησαν αυτή την κίνηση, δεν βγήκαν μετά στον δρόμο. Αλλά έφαγαν και τα φαγητά που είχαμε στην πρεμιέρα. Υπάρχει πίσω από πολλά πράγματα μια υποκρισία» λέει. «Θα ήθελα να έχουν μπει μέσα στα θέατρα και οπουδήποτε και να ουρλιάζουν όλοι για τη φρίκη στη Γάζα. Δεν αντέχεται άλλο αυτή η ηπιότητα».

Δεν θεωρεί πάντως τον εαυτό της εξαιρετικά πολιτικοποιημένο. «Θα ήθελα να έχω υπάρξει στη ζωή μου λίγο πιο παρατηρητική και πιο πληροφορημένη και δυστυχώς δεν έχω. Αργησα πολύ. Με ένοιαξε πολύ το «εγώ» μου και πώς να αποδώσω τα δικά μου μικρά πράγματα» παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Με ενθουσιασμό περιγράφει και την επόμενη δουλειά της. Συμμετέχει στον «Τιτανικό» που ετοιμάζει ο Κωνσταντίνος Ρήγος για το Εθνικό. «Είμαστε όλοι μια πολύ ενεργητική και δημιουργική φάση συνολικών αυτοσχεδιασμών» λέει. «Και το θέμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Γιατί η παράσταση δεν έχει να κάνει απλώς μ’ ένα πλοίο που βυθίζεται, αλλά με μια μεγάλη ιδέα που καταρρέει. Βυθιζόμενο το πλοίο παίρνει μαζί του τρομερές ιστορίες! Ανθρωποι που δεν σώθηκαν, επειδή δεν ανήκαν στη σωστή τάξη».

* «Ρομπέρτο Τσούκο»: έως την Κυριακή.

* «Τιτανικός»: από 13 Μαρτίου. *

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 30/01/2009
Δυο Γάλλοι αριστοκράτες, που ξαναβρίσκονται από παλιά, ενδιαφέρονται για την αποκατάσταση των παιδιών τους, επιδιώκοντας μια «τυχαία» πρώτη συνάντηση μεταξύ τους. Εκείνα όμως βάζουν αντίστοιχα τον υπηρέτη και την υπηρέτρια να τους υποδυθούν ενώ αυτά «μεταμορφώνονται» σε υπηρετικό προσωπικό.

Ο Οθων Μεταξάς και η Εφη Λογγίνου στους παιγνιώδεις ερωτικούς λαβύρινθους της κωμωδίας του Μαριβό

Μια ιστορία συναισθημάτων και μεταμφιέσεων με τη δαντελένια και περίτεχνη γραφή του Μαριβό είναι το έργο «Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης», που έχει πρεμιέρα την Πέμπτη στο Θέατρο Τέχνης-Κάρολος Κουν στην Πλάκα. Η μετάφραση είναι του Γιάννη Βαρβέρη και η σκηνοθεσία του Εύη Γαβριηλίδη. Πρωταγωνιστούν οι Νίκος Χαραλάμπους, Νατάσσα Μαρματάκη, Οθων Μεταξάς, Εφη Λογγίνου, Θοδωρής Αντωνιάδης, Στάθης Κόκκορης.

Σκηνοθέτης του μέτρου και της ουσίας με μια σαραντάχρονη και πλέον θεατρική θητεία στην πατρίδα του, Κύπρο, και την Ελλάδα (παλιότερα και ηθοποιός), ο Εύης Γαβριηλίδης μιλάει για την παράστασή του, τον έρωτα, την τύχη, το χιούμορ κ.ά.

Στο έργο κυρίαρχο είναι το παιχνίδι του έρωτα μέσω μεταμφιέσεων και αλλαγής προσώπων, με την τύχη να παίζει μαζί τους. Υπάρχουν νικητές και χαμένοι σ’ αυτό το παιχνίδι; Η γοητεία της γραφής του Μαριβό πού έγκειται;

«Η γραφή του Μαριβό μοιάζει με δαντελένιο μανικέτι εποχής ροκοκό», λέει ο Εύης Γαβριηλίδης

«Ολοι οι ήρωες σε αυτό το παιχνίδι είναι νικητές και χαμένοι. Χρησιμοποιούν την απάτη για να φτάσουν στην ιερότερη εκδήλωση του ανθρώπου που είναι ο έρωτας. Πιστεύω ότι ο Μαριβό, παρά τα happy end των ερωτικών ζευγαριών, είναι βαθύτατα απαισιόδοξος για την ανθρώπινη φύση που μετέρχεται τόσο δόλια μέσα για να αποκτηθεί κάθε φορά το ερώμενο πρόσωπο. Απομένει βέβαια η γοητεία της γραφής που μοιάζει λίγο με τη γραφή του Μότσαρτ, είναι ένα δαντελένιο μανικέτι εποχής ροκοκό».

Ο έρωτας χρειάζεται τύχη; Ταλέντο ίσως;

«Νομίζω ότι χρειάζεται και τύχη για να εκπληρωθεί και ιδίως ταλέντο για να διαρκέσει».

Τύχη τι είναι για σας;

«Η αδυναμία των ανθρώπων απέναντι στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο της ζωής. Βέβαια το να μπορεί κανείς, όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις του, να εκβιάζει ο ίδιος την τύχη του είναι και αυτό τύχη».

Το κωμικό στοιχείο επηρεάζει περισσότερο τις επιλογές σας. Το χιούμορ είναι ζωτικής σημασίας για σας;

«Ο Αλέξης Μινωτής έλεγε ότι αποστρέφεται την κωμωδία διότι συνιστά «διαφυγή από το μεγάλο Ερώτημα». Ο ταπεινός εγώ φαίνεται πως ακριβώς αυτό το Ερώτημα ήθελα να αποφύγω στη ζωή μου».

Το θέατρο είναι και αυτό ένα παιχνίδι, με κανόνες κι παραβιάσεις; Τι μένει σαν καταστάλαγμα ύστερα από τόσα χρόνια σε αυτό;

«Το θέατρο είναι ένα ερωτικό και γι’ αυτό πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. Πολλές φορές οι κανόνες του είναι οι παραβιάσεις του, οι δε παραβιάσεις του μπορεί να γίνουν και κανόνες. Το καταστάλαγμά μου ύστερα από τόσα χρόνια; Το θέατρο μοιάζει με μια γυναίκα που έζησα διά βίου μαζί της αλλά δεν μπόρεσα να τη γνωρίσω ολοκληρωτικά ποτέ».

Στις παραστάσεις σας σέβεστε το κείμενο και την εποχή του. Δεν μπήκατε στον πειρασμό να γίνετε μοντέρνος ή μεταμοντέρνος;

«Το γεγονός ότι σέβομαι τα κείμενα και την εποχή ίσως συνιστά μια απαισιοδοξία για τη σημερινή εποχή. Ισως κατά βάθος μου αρέσει να νοσταλγώ και αυτό να με καθιστά όχι μοντέρνο ή μεταμοντέρνο αλλά θεατρικά παρόντα».

Με το ΚΘΒΕ έχετε συνεργαστεί συχνά. Με το Εθνικό καθόλου ή ελάχιστα. Γιατί; Είναι θέμα συγκυρίας, προσώπων;

«Ας μη σας απαντήσω ευθέως σε αυτό το ερώτημα. Ας θεωρήσουμε γελώντας ότι είμαι σκηνοθέτης… βορείων προαστίων».

Με τον Γιάννη Βαρβέρη συνεργάζεστε συχνά. Τι είναι αυτό που σας «δένει» μαζί του;

«Οι διαφωνίες μας, οι καλές μας προθέσεις, τα ενδεχόμενα προτερήματα και ένα χιούμορ που μου φαίνεται να συναντά το δικό του. Από την άλλη μεριά, ενώ είναι ένας άνθρωπος του θεάτρου, με βοηθάει πολύ το γεγονός ότι προέρχεται και ανήκει στην ποίηση».

Στην παράσταση παίζει και ο Νίκος Χαραλάμπους, συμπατριώτης σας, ηθοποιός, σκηνοθέτης και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΘΟΚ κάποτε όπως και εσείς. Σε αυτή την… κυπριακή συνύπαρξη, η συνεννόηση είναι πιο εύκολη;

«Νομίζω ότι ο Νίκος είναι ένας εξαίρετος ηθοποιός, που ξέρει να εναλλάσσει τους ρόλους του με ιδιαίτερη μαεστρία. Για αυτό και η συνεννόηση είναι ιδιαίτερα εύκολη. Μην ξεχνάτε ότι παίζουν ρόλο εδώ ο σεβασμός του ενός για τη δουλειά του άλλου και η αμοιβαία αγάπη μέσα στα χρόνια».

* Στην κωμωδία του Μαριβό τα σκηνικά-κοστούμια είναι του Γιάννη Μετζικώφ, τα τραγούδια του Κώστα Κακογιάννη. *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/01/2009

Συνέντευξη: Πηγή Δημητροπούλου

  • «Θα τα καταφέρει ή μήπως είναι ένα κοριτσάκι που απλώς ασχολείται;». Το νεαρό της ηλικίας τής Πηγής Δημητροπούλου δεν ήταν στα συν της όταν την πρωτοείδε πριν από τρία χρόνια ο Πέτρος Σεβαστίκογλου ως υποψήφια για το ρόλο της «νέας» στην ταινία του «Τρεις στιγμές» (βγαίνει την Πέμπτη στις αίθουσες), μια ιστορία για τη διαδρομή, αλλά και για το απόλυτο του έρωτα.

Η Πηγή Δημητροπούλου στην ταινία του Σεβαστίκογλου παίζει τον πρώτο μεγάλο ρόλο της. «Είχα δει την πρώτη του ταινία και τον εμπιστεύθηκα απόλυτα», λέει

Συνηγορούσαν, όμως, υπέρ της μια σειρά από συμπτώσεις. «Εχω ίδια μέρα γενέθλια με τον Πέτρο. Επίσης, επειδή δεν πίνω αλκοόλ, πίνω χυμό βατόμουρο. Τα βατόμουρα παίζουν στην ταινία σε αρκετές σκηνές», λέει γελώντας η 25χρονη Δημητροπούλου.

Τελικά αυτήν επέλεξε ο σκηνοθέτης για να ενσαρκώσει τον έρωτα στην πρώτη εκδοχή του, ως ζευγάρι με τον Χρίστο Νικολάου. Το μεσαίο ζευγάρι -«το οποίο κρύβει οργή που υπερισχύει του έρωτα που έχει ζήσει»- αποτελούν οι Δήμητρα Λαρετζάκη – Αντώνης Καρυστινός. Αυτό της ηλικίας των 60 -«που νιώθει πίκρα και δυσαρέσκεια, αλλά είναι ένα ηφαίστειο που βράζει»- παίζουν οι Ρούλα Πατεράκη – Γιώργος Διαλεγμένος. Στην πραγματικότητα στην ταινία παρακολουθούμε το ίδιο ζευγάρι μέσα στο χρόνο.

«Το απόλυτο του έρωτα είναι διαχρονικό. Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τον αιώνα τον άπαντα, το απόλυτο ζητάμε. Ισως η πεζή πραγματικότητα μας κάνει καμιά φορά να το ξεχνάμε. Πιστεύω όμως ότι πάντα υπάρχουν ρομαντικοί. Εγώ είμαι μία από αυτούς», λέει.

Η Πηγή Δημητροπούλου υποδύεται τη «ρομαντική, αλλά και γήινη, παθιασμένη, αλλά και πεισματάρα νέα. Διεκδικεί αυτά που θέλει και όταν δεν της δίνονται, νευριάζει. Ζητάει από τον νέο να εκδηλωθεί περισσότερο και όταν αυτός δεν το τολμάει, αυτή γίνεται πιο προκλητική».

Ο φόβος της ήταν μήπως της ζητηθεί να οδηγήσει στα γυρίσματα. Για κακή της τύχη, η ηρωίδα της οδηγεί νταλίκα! Μεγαλύτερο άγχος της, όμως, ήταν οι τολμηρές σκηνές της ταινίας. «Είχα δει την πρώτη ταινία του Πέτρου και γνώριζα την αισθητική του. Το συζητήσαμε πάρα πολύ και τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Το αποτέλεσμα δεν προσβάλλει κανέναν. Είχα καταλάβει ότι ήταν αναγκαίο. Δεν ήταν γυμνό για το γυμνό, όπως συμβαίνει σε πολλές ελληνικές ταινίες», λέει.

Ο ρόλος της «νέας» είναι ο πρώτος της μεγάλος. Εχει κάνει περάσματα από μικρού μήκους ταινίες, αλλά και από τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη και το «Ροζ» του Αλέξανδρου Βούλγαρη. Πριν από τρία χρόνια έπαιξε στον «Ερρίκο Δ’» του Δημήτρη Μαυρίκιου στο Εθνικό, που ήταν «ό,τι καλύτερο για το ξεκίνημά μου», όπως ομολογεί.

Οι πρώτες θεατρικές αναμνήσεις της είναι από νηπιακή ήδη ηλικία. Ανάμεσα στις πιο έντονες και μια επεισοδιακή. Την είχαν πάει οι φιλόλογοι γονείς της στο «Οιδίπους Τύραννος» του Ρόμπερτ Στούρουα στην Επίδαυρο, όπου είχε ανάψει τσιγάρο η Αννα Μακράκη. «Ακόμα θυμάμαι τον χαμό που είχε γίνει», λέει.

Οταν ήρθε η ώρα να δώσει Πανελλήνιες -δεν μπορούσε να το αποφύγει, γιατί ήταν πολύ καλή μαθήτρια- δήλωσε Νομική. Αλλά ήθελε οπωσδήποτε να περάσει στην Αθήνα, ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει παράλληλα και μια θεατρική σχολή. Οπερ και εγένετο. Παρακολουθούσε θεατρικά σεμινάρια και πλέον είναι στο τρίτο έτος δραματικής σχολής. Της μένουν πέντε μαθήματα για το πτυχίο της Νομικής.

Μελετηρή από μικρή, μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. «Εμαθα ισπανικά για να διαβάσω Λόρκα στο πρωτότυπο», λέει. Πρόσφατα μετέφρασε το έργο του «Φασουλήδες με ρόπαλο» για το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης. «Φοβόμουν πάρα πολύ. Ισως αν είχα μπροστά μου ένα χρόνο να το σκεφτώ, να μην το είχα κάνει. Με ενθάρρυνε ο Ερρίκος Μπελιές. Είχε διαβάσει ποιήματα και κείμενα που έγραφα ερασιτεχνικά. Με συμβούλεψε, όταν θα μεταφράζω, να σκέφτομαι πώς πρέπει να λέει το κείμενο ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή», διηγείται.

Αυτόν τον καιρό παίζει στην «Κατσαρίδα», που σκηνοθετεί ο Κώστας Γάκης για το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και συμμετέχει στην ταινία «Πεθαίνω για σένα», του Νίκου Καραπαναγιώτη. Τα όνειρά της; «Συνήθως τα κάνω στο μαξιλάρι μου», απαντά. *

  • Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/01/2009

Της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

«Το να εκτεθώ στη διαφήμιση σε  συγκεκριμ�νο χρονικό πλαίσιο, με  οικονομικ�ς απολαβ�ς, με καλ�ς  συνθήκες και συνεργασίες, μου  ήταν πολύ πιο χρήσιμο, ασφαλ�ς  και ωφ�λιμο. Το προτίμησα από το  να δουλεύω σε �να δύο ή τρία  σίριαλ, όπου δεν θα είχα τη  δυνατότητα κάποιου ελ�γχου στο  αποτ�λεσμα», λ�ει ο Οδυσσ�ας  Παπασπηλιόπουλος που παίζει στο  θ�ατρο �ναν κλασικό απατεώνα
Έναν κλασικό «απατεώνα» που αθωώνεται λόγω βαθιάς διαφθοράς, παίζει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (γνωστός και από πάμπολλες τηλεοπτικές διαφημίσεις) στο Εθνικό Θέατρο

O Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος έγινε γνωστός στο πανελλήνιο από τον βομβαρδισμό μιας πολυμορφικής διαφήμισης κινητής τηλεφωνίας. Αυτό που τον διαφοροποιεί, όμως, είναι η ποιότητά του ως πολύ καλός ηθοποιός και η πλούσια και ενδιαφέρουσα πορεία του στο θέατρο. Τριαντάρης, οικογενειάρχης με έναν τρίχρονο γιο, ερωτευμένος με τη γυναίκα του, την ηθοποιό Κατερίνα Παπαδάκη, έχει μια γεμάτη ζωή. Άρχισε από τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, όπου παράλληλα έπαιζε στις παραστάσεις του, συνεργάστηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Αντώνη Αντύπα, τους Ρέππα- Παπαθανασίου, Πέτρο Σεβαστίκογλου κ.ά. Ρόλο στον ρόλο εξελίσσεται σε θεατρική μονάδα την οποία η συντεχνία εμπιστεύεται.

Φέτος πρωταγωνιστεί στο έργο του Οστρόφσκι «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα», που ανεβαίνει στο θέατρο «Ρεξ» – σκηνή Κοτοπούλη σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Παίζει τον Γκλουμόβ, έναν κυνικό νέο με μοναδικό στόχο την ανέλιξή του στη ρωσική αστική κοινωνία. Ένας ενδιαφέρον πρώτος ρόλος, σε μια μεγάλη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Όλα δείχνουν πως είναι η «στιγμή» του.

«Αυτή τη δουλειά δεν την κάνω στοχεύοντας στην καταξίωση με πρώτους ρόλους, αλλά για τη χαρά να είμαι στο θέατρο. Μ΄ ενδιαφέρει το ανακάτωμα. Γι΄ αυτό έχω κάνει τόσα διαφορετικά πράγματα. Μετακινήθηκα στο ρεπερτόριο, άρχισα με κλασικά έργα, γύρισα πίσω στη φάρσα, στο μιούζικαλ. Μ΄ αυτή την έννοια ο «Απατεώνας» είναι ένα ακόμα βήμα».

ΙΝFΟ: «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι έχει πρεμιέρα στις 14 Φεβρουαρίου, στο θέατρο «Ρεξ»- σκηνή Κοτοπούλη (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210-
3305.074).
Ένας «κλασικός απατεώνας», με γνώσεις, ικανότητες, αποφασισμένος να πετύχει σ΄ έναν κόσμο πλήρους διαφθοράς είναι αρνητικός ήρωας;

«Δεν πιστεύει σε αξίες, αρχές, αλλά στην απόλυτη διαφθορά που υπάρχει στην εξουσία. Θέλει να γίνει μέλος της, λειτουργώντας μόνο για την πάρτη του. Πουλάει ολοκληρωτικά και από άποψη τον εαυτό του. Εκμεταλλεύεται τις ικανότητές του, όπως τη δεινότητα που έχει στη γραφή. Γράφει με την ίδια σφοδρότητα αντικρουόμενες ιδέες των προοδευτικών και των συντηρητικών. Όμως, υπάρχει κάτι που τον διαφοροποιεί από λαμόγιο και τον κάνει κλασικό ήρωα. Το γεγονός ότι όλη αυτή τη διαφθορά, στην οποία συμμετέχει, την καταγράφει σχεδόν ηδονιστικά στο ημερολόγιο του. Είναι ένας παρατηρητής που γίνεται μάρτυρας μιας ολόκληρης κοινωνίας. Ένας απατεώνας χωμένος τόσο βαθιά στις διαπλοκές, που όταν αποκαλύπτονται «αθωώνεται». Γιατί, σε ποιους είναι υπόλογος; Στους απολύτως διεφθαρμένους;»
  • Δραματικά επίκαιρο έργο! Θα το δούμε μεταφερμένο στα καθ΄ ημάς;
«Απύθμενο το βάθος της διαφθοράς. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ακόμα και η φράση που λέει «να βρω μια καλή θέση στο δημόσιο όχι για να δουλεύω, αλλά για να πληρώνομαι αδρά» είναι χαρακτηριστική. Αλλά η παράσταση φιλοδοξεί να δώσει μια κλασική αφήγηση ενός έργου εποχής που επιχειρεί να είναι σύγχρονη και ουσιαστική. Κοινή άποψη του θιάσου και του σκηνοθέτη είναι να αποκαλύψει πόσο διαχρονικό είναι το έργο, χωρίς να το φέρει αισθητικά στο σήμερα. Όλα αυτά με τον τρόπο του Γιάννη Κακλέα».
  • Πόσο ελεύθερος από τους εκάστοτε σκηνοθέτες του μπορεί να είναι ένας ηθοποιός, διατηρώντας και υποστηρίζοντας την προσωπικότητά του;

«Ο λόγος που κάνω αυτή τη δουλειά δεν είναι για να υπακούω κάποιον. Ο ηθοποιός δεν είναι όργανο στα χέρια ενός σκηνοθέτη. Είναι συνεργός και συνεργάτης. Αρκεί και οι δύο πλευρές να έχουμε ερωτήματα, να περιμένουμε απαντήσεις από το έργο. Ούτε εγώ να κάνω τα κόλπα μου ως ηθοποιός, ούτε ο σκηνοθέτης να υπηρετεί κάτι που δεν υπάρχει στο κείμενο. Ιδέα στην ιδέα, κόλπο στο κόλπο χάνεται η ουσία των έργων, η αλήθεια και η μαγεία του θεάτρου. Διαφωνώ, τσακώνομαι, υποστηρίζω τη γνώμη μου με ένταση στη διάρκεια των δοκιμών (πάντως όλες οι συνεργασίες μου έχουν καλή κατάληξη). Αντλώ χαρά από την ώρα που μελετάω το έργο, που αρχίζω να ψάχνω. Έχω ένα δικό μου, απλό τρόπο που δουλεύω τους ρόλους: πιστεύω στο κείμενο. Όλες οι απαντήσεις βρίσκονται εκεί. Άρα συνεχώς επιστρέφω, διαβάζω, ψάχνω στις λέξεις, για να βρω λύσεις στο μυστήριο τού κάθε χαρακτήρα, προσπαθώντας να καταλάβω τι λέει κάθε φορά, ώστε να έχει συνέπεια η μια στιγμή με την άλλη».

«Η εξουσία μάς δοκιμάζει»

Υπερεκτεθειμένος στη μεγάλη καμπάνια κινητής τηλεφωνίας, ο κίνδυνος να στιγματιστεί με τίμημα το κέρδος καραδοκεί. «Δεν κρύβομαι. Ενέδωσα στον πειρασμό της διαφήμισης, επειδή μου πρόσφερε τη δυνατότητα να μην αγωνιώ λόγω των ανασφαλειών που έχει η φύση της δουλειάς μας- στο θέατρο βρέξει-χιονίσει ψάχνεις για δουλειά ανά πεντάμηνο και μάλιστα κακοπληρωμένηκαι να έχω ελευθερία επιλογών. Βιοπορίζομαι από το επάγγελμα του ηθοποιού».

Ο βιοπορισμός ως άλλοθι; «Δεν ψάχνω για άλλοθι. Ο βιοπορισμός για μένα είναι γνώμονας στη ζωή. Ούτε αξιοκρατία, ούτε ευκαιρίες υπάρχουν- όπως πάντα εξαιρούνται κάποιοι, για τους οποίους υπάρχουν. Πρέπει να μάθεις ποια είναι τα εφόδιά σου, με τα οποία προχωράς. Πώς εντάσσεσαι, πώς λειτουργείς στην κοινωνία, τι επιλέγεις. Αλλά για να διαλέξεις, πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Η αδιάφθορη κοινωνία είναι ουτοπία. Δεν πιστεύω σε μια κοινωνία καλή, αλλά στον άνθρωπο ως μονάδα. Όλοι είμαστε διεφθαρμένοι, ο καθένας με τον τρόπο του. Πιστεύω πως η εξουσία δοκιμάζει τους ανθρώπους. Κι επειδή στον καθένα μας αναλογεί ένα ποσοστό εξουσίας, το ζητούμενο είναι να παρατηρείς και να κρίνεις τον εαυτό σου. Προσωπικά, φροντίζω να μην ξεχνιέμαι, να είμαι σε διαρκή αυτοπαρατήρηση. Γιατί η συνείδησή μου λειτουργεί με αποτέλεσμα όταν πληγώνω τουs άλλους, να μου επιστρέφονται ενοχές. Δυστυχώς».