Archive for the ‘Κοκκίδου Ελένη’ Category

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Η Ελένη Κοκκίδου έχει αποκτήσει και πέρα από τη «φυλή» των θεατρόφιλων… υπερφυσικές διαστάσεις, μετά τη συγκλονιστική ερμηνεία, έναν προσωπικό θρίαμβο, στη «Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, που επαναλαμβάνεται στο θέατρο «Βασιλάκου» (η σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου).

Ενώ πηγαινοέρχεται φουριόζα στον ήρεμο ιδιωτικό χώρο της για να με τρατάρει πατρινό λουκουμάκι με τεντούρα μαζί με τον «τελειότερο» αμερικάνικο ντεκαφεϊνέ, προσπαθώ να ανακαλύψω πώς αυτή η γλυκιά, πληθωρική, ταλαντούχα γυναίκα μεταμορφώνεται στη σκηνή σε πόρνη- ανήμερο θεριό. Πριν φύγω, μου βάζει συνωμοτικά σε ένα βαζάκι μαγιονέζας λίγο από τον «τελειότερο καφέ».

- Βλέπατε θέατρο μικρή;

«Πολύ λίγο. Επαιζα κιθάρα, μάθαινα και πιάνο. Δεν συνέχισα όμως. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως όταν πηγαίναμε στο θέατρο εγώ με αυτούς που ήταν πάνω στη σκηνή ένιωθα να είμαι. Και ήξερα ότι αυτό που βλέπω μπορώ να το κάνω».

- Αισθάνεστε καλύτερα πάνω στη σκηνή απ” ό,τι κάτω;

«Ε, βέβαια. Τώρα πια είμαι εξοικειωμένη και με την πραγματικότητα της ζωής. Πιο παλιά δεν ήμουν. Κι ανυπομονούσα να είμαι στη σκηνή. Επάνω της αισθάνομαι τόσο καλά, γιατί ξαφνικά όλα τα πράγματα παίρνουν νόημα. Μπαίνουν όρια και υπακούς σε ένα σύστημα πραγμάτων. Εχει ένα νόημα να υπάρχεις εκείνη την ώρα εκεί. Ενώ στην πραγματικότητα της ζωής το νόημα πρέπει να το βρεις εσύ. Μόνος. Δύσκολα πράγματα!».

- Ενώ συνήθως δεν έχετε υλικό πρωτογενές από τη ζωή σας για τους ρόλους, όπως συμβαίνει και με την πόρνη Πανωραία, μπορείτε και τους εμψυχώνετε. Δεν είναι μια παραδοξότητα;

«Η σκηνή δεν είναι μίμηση της ζωής. Αν βάζαμε την αληθινή Πανωραία πάνω στη σκηνή, μπορεί να μας φόβιζε, μπορεί και να μας γοήτευε. Ο ηθοποιός πρέπει να παρατηρεί. Εγώ παρατηρούσα πάντα τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Από παιδί. Αμα με ρωτήσεις τι σπίτια έχει ο δρόμος μου, δεν θυμάμαι. Αλλά αν μου πεις «πώς ξύνει το μάγουλό της η κυρία τάδε;», θα σ” την κάνω αμέσως».

- Τι ψάχνατε στους άλλους;

«Την ψυχή τους. Με ενδιέφερε πολύ πως αισθάνονται, πώς σκέφτονται, πώς ζουν. Πώς κάποιοι γελάνε πολύ, τρώνε πολύ, χαίρονται πολύ και φωνάζουν ενώ άλλοι είναι μίζεροι, μαζεμένοι, δεν σου δίνουν μεγάλο θάρρος. Γιατί εγώ δεν έβρισκα τρόπο να ζω. Μου ήταν πολύ δύσκολη η ζωή. Ημουν ένα βασανισμένο, πολύ ιδιαίτερο κι ευαίσθητο παιδί. Ενιωθα ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για μένα μες στην οικογένειά μου. Δεν ήμουν στις προδιαγραφές της».

- Ποιες ήταν οι οικογενειακές προδιαγραφές;

«Οι αστικές. Ο πατέρας ήταν μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα που ξεκίνησε από το μηδέν, μετά τον πόλεμο, με όραμα κι έφτιαξε μια ζωή και τις βάσεις τα παιδιά του να γίνουν επιστήμονες, αυτόνομοι άνθρωποι με μια καλή ζωή. Εμενα, όμως, δεν με ενδιέφερε αυτή η ζωή. Εψαχνα να βρω άλλα πράγματα, στους λαϊκούς κυρίως ανθρώπους. Τους συναντούσα τα καλοκαίρια που πήγαινα στο χωριό της γιαγιάς μου, κοντά στην Τρίπολη, στους Αραχαμίτες, όπου πηγαίνω ακόμα. Και στο σχολείο μου, το Μαράσλειο, όπου συνυπήρχαν όλες οι κοινωνικές τάξεις».

- Τι ακριβώς ανακαλύπτατε στους λαϊκούς ανθρώπους;

«Τα πρωτογενή πράγματα της ζωής, χωρίς τον καθωσπρεπισμό που μου είχε επιβληθεί στην οικογένειά μου».

- Από το θέατρο τι ζητούσατε; Τι ζητάτε;

«Ηταν πάντα ο χώρος ο δικός μου, εκεί όπου μπορούσα να εκφραστώ. Σαν να πήγα στο θέατρο για να συναντήσω τον εαυτό μου. Να ενηλικιωθώ, να μεγαλώσω, να αναπτυχθώ ως αυτόνομος οργανισμός. Διότι το ένιωθα ότι ως κατασκευή ήμουν φτιαγμένη για να είμαι εκεί. Ημουν καλλιτεχνική φύση. Δεν ήταν τυχαίο ότι πριν πάω στο θέατρο σπούδασα ψυχολογία. Πήγα και στη σχολή ξεναγών, δούλεψα ως ξεναγός και μετά πήγα στο θέατρο».

- Βλέποντάς σας κάποιος ως Γυναίκα της Πάτρας θαυμάζει πρωτίστως το θάρρος της αυτοέκθεσης. Πώς οδηγείστε σ” αυτή την υπέρβαση;

«Μου είναι απόλυτα φυσιολογικό. Κι εγώ είμαι ακραίος άνθρωπος, τα δίνω όλα. Το εκατό τοις εκατό. Αυτό δεν σημαίνει ότι βγαίνω κερδισμένη. Τις περισσότερες φορές, το αντίθετο. Ομως στην τέχνη αυτό είναι ένα προσόν».

- Το να τα δίνεις όλα;

«Ε, βέβαια. Τώρα που έχω μεγαλώσει λίγο, έχω κατεβάσει αρκετά τις μηχανές. Ομως στη σκηνή εξακολουθώ να είμαι εσωτερικά πυρακτωμένη. Και όταν κάνεις κι έναν άνθρωπο, όπως η Πανωραία, που πέρασε διά πυρός και σιδήρου και ό,τι κάνει το κάνει πολύ -κλαίει πολύ, αγαπάει πολύ, μισεί πολύ, εκδικείται πολύ-, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. Είχα ένα κοστούμι έξτρα έξτρα έξτρα large να φορέσω, οπότε μπορούσα να ανοιχτώ όσο ήθελα. Ημουν ελεύθερη. Δεν είχα περιορισμούς. Μπορούσα να είμαι η Ελένη, με όλη της την αίγλη, που να γελάει πολύ, να κλαίει πολύ, να χορεύει, να τα σπάει. Αυτό το «πώς το κάνει, δεν ντρέπεται;», για μένα είναι τρομερή ελευθερία. Και νομίζω ότι αυτό νιώθει ο κόσμος και τον δονεί η παράσταση».

- Ερχονται και οι κυρίες των βορείων προαστίων και εκστασιάζονται με τη φοβερή ιερόδουλη! Περιμένατε τέτοια παλλαϊκή απήχηση;

«Ναι. Γιατί η Πανωραία δεν έχει σχέση με κανένα βόρειο, νότιο ή δυτικό προάστιο. Ούτε με το κοινωνικό status των ανθρώπων. Ο αγώνας που κάνει κάποιος για τη ζωή του είναι πανανθρώπινος. Δεν έχει σχέση με το αν είναι πλούσιος ή φτωχός. Μιλάει για τον αγώνα επιβίωσης και αξιοπρέπειας. Είναι μια αξιοπρεπής γυναίκα. Ακόμη και ο τρόπος που μιλά για τα πράγματα, παρ” όλο που τα κατονομάζει, δεν είναι καθόλου χυδαίος».

- Η σχέση που έχετε με το πληθωρικό σώμα σας φαίνεται στη σκηνή εξαιρετικά καλή. Είναι εξίσου καλή και εκτός σκηνής;

«Στη ζωή με έχει πάρα πολύ βασανίσει το βάρος μου, γιατί έχω μια συναισθηματική εξάρτηση με το φαγητό. Στη σκηνή τα πράγματα είναι αλλιώς, γιατί η σκηνή είναι ελευθερία. Κι αυτή είναι η διαφορά μου με τους άλλους. Οι άλλοι αν τους ανεβάσεις στη σκηνή θα πάθουν εγκεφαλικό. Ενώ εμένα εκεί πάνω όλα μού φαίνονται πολύ πιο φυσικά».

- Η απήχηση του κοινού, το βραβείο του «Αθηνοράματος», η υποψηφιότητα για τα βραβεία Κουν, ήταν μια ηθική ανταμοιβή;

«Αποδείχτηκε ότι ένας καλλιτέχνης που υπηρετεί αθόρυβα την τέχνη του, γίνεται τελικά αποδέκτης της αγάπης και κυρίως της εκτίμησης του κόσμου. Μέσω εμού ανταμείβει, αισθάνομαι, όλους όσοι έχουν παρόμοια σχέση με την τέχνη τους».

- Τι θα επιθυμούσατε καλλιτεχνικά, από εδώ και πέρα;

«Θα ήθελα να ξαναπαίξω στην Επίδαυρο. Επαιξα το καλοκαίρι στη «Λυσιστράτη» και γοητεύτηκα. Στη ζωή μου θα ήθελα να είμαι συνεχώς ανθηρή. Να μη χάσω τη δυνατότητα να δημιουργώ. Είναι το μόνο αντίβαρο στα σκοτάδια της ψυχής μου». *

*Θέατρο Βασιλάκου: Προφήτη Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Μεταξουργείο, 210-3467735. Τετάρτη, Πέμπτη και Σάββατο στις 9.15 μ.μ. Κυριακή στις 6.15 μ.μ.

Tο όχημα της πυροσβεστικής έχει κλείσει το δρόμο και ο ταξιτζής αναζητεί την εναλλακτική λύση για την οδό Ακαδήμου στο Μεταξουργείο. Μπλεγμένος στα στενά, με τις πολυεθνικές παρέες και τα καταστήματα, τους νέους ενοίκους της γειτονιάς που εγκαταλείπουν οι Ελληνες, μετράει τα «σπίτια» με τα κόκκινα φώτα. «Ζήτημα να δεις μια Ελληνίδα πια σ” αυτά», λέει πεπειραμένα. «Οι περισσότερες είναι Ανατολικές, που εναλλάσσονται κάθε εξάμηνο». Μισή ώρα αργότερα, η Ελένη Κοκκίδου, στο πετσί της ωραίας Πανωραίας, «χαρμανιασμένη από φαΐ και από ηδονή», που έμεινε χήρα στα 16 «με τη σάρκα να διψά», καθηλώνει τους θεατές στο Από Μηχανής Θέατρο. Είναι η «Γυναίκα της Πάτρας», όπως κατέγραψε την ιστορία της ο Γιώργος Χρονάς το 1986 και την έκανε βιβλίο – βιογραφία μιας πόρνης, που καθρεφτίζει, μαζί με τον κόσμο της, την Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, του ’60 και του ’70. Αυτό είναι το βιβλίο που έκανε τον Μάνο Χατζιδάκι να πει κάποτε στον βιβλιοπώλη της στοάς Χηρς, στη Θεσσαλονίκη, πως ήταν ό,τι καλύτερο διάβασε στη ζωή του.

Η Πανωραία είναι μια γυναίκα με ακραία συναισθήματα, μεγάλα πάθη και μεγάλη ευαισθησία – κι έτσι την παρουσιάζει η Ελένη Κοκκίδου, η οποία αλωνίζει αγνώριστη και πληθωρική τη σκηνή, σε μια παράσταση που συζητάει εδώ και εβδομάδες όλη η Αθήνα. Εκρηκτική, ασυμβίβαστη, χειραφετημένη, στιβαρή στα περίσσια κιλά της και με τη χάρη τής αληθινά αισθησιακής γυναίκας, προκαλεί στο ρόλο της πόρνης συγκίνηση στο πιο ετερόκλητο κοινό, με μια εξομολόγηση για ηδονές και οδύνες, αγάπες και κακοποιημένους έρωτες.

  • «Ενας φίλος με αποκαλεί καμικάζι»

Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, ένα άλλο ταξί αναζητάει χωρίς αποτέλεσμα στο Κολωνάκι -κι ας έχει τη βοήθεια του GPS- την οδό Ευζώνων. Τελικά, τη βρίσκουμε. Είναι ένα μικρό πράσινο δρομάκι, προνομιούχο, πίσω από τη Μονή Πετράκη, ξεχασμένο από το θόρυβο της πόλης. Εκεί η Ελένη Κοκκίδου δεν είναι πια η Πανωραία. Είναι συγκρατημένη, ευγενική, με τρόπους μαθημένους στο αστικό πατρικό της -που βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο- και την καλλιέργεια που της έδωσαν η αγωγή, οι σπουδές και οι δάσκαλοί της. Με τη φινέτσα που προδίδει όλα αυτά, ας πρόσθεσε ο χρόνος -«και οι απογοητεύσεις», όπως αστειεύεται- κάποια κιλά, ξετυλίγει τον δικό της κόσμο. Και όταν της λέω γι” αυτό το βαθύ βλέμμα της που δεν με άφησε λεπτό σε όλη την παράσταση, μου εξηγεί απλά: «Δεν στοχεύω στη χειραγώγηση του συναισθήματος των θεατών. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω το κοινό να συγκινηθεί… Συγκινούμαι κατ” αρχάς εγώ η ίδια».

Της είχαν μιλήσει καιρό πριν για το κείμενο του Γιώργου Χρονά, πρώτα η Μέμη Σπυράτου. «Πρέπει να παίξεις οπωσδήποτε τη Γυναίκα της Πάτρας», επέμεινε και ο Κώστας Τσιάνος. Διάβασε το κείμενο, ενθουσιάστηκε και, όταν της πρόσφερε στέγη το Από Μηχανής Θέατρο και δέχτηκε η Λένα Κιτσοπούλου, φίλη της από παλιά, να τη σκηνοθετήσει, άλλο που δεν ήθελε: «Πάντα με συνέδεε μαζί της κάτι βαθύ».

Τη μάγεψαν τα μεγάλα αισθήματα της ηρωίδας. «Πολλή αγάπη, πολύς πόνος, πολύ πάθος. Ολα στη ζωή της ήταν σε πολύ. Επίσης οι εναλλαγές της. Ηταν σκληρή και ταυτόχρονα τρυφερή. Ακόμη και η γλώσσα της είναι εντυπωσιακή. Η ζωή της υπερχειλίζει». Εχει και η ίδια ορμή, κι ας μην της φαίνεται εκ πρώτης όψεως. «Βιώνω πολύ έντονα καθετί. Χώνομαι ολόκληρη στα πράγματα. Ενας φίλος με αποκαλεί καμικάζι. Σκέφτομαι πως δεν είναι τυχαίο που η Πανωραία επέλεξε έναν ποιητή για να τα πει. Ξετύλιξε τη ζωή της μπροστά στα μάτια ενός ανθρώπου που προφανώς θαυμάζει. Είναι διανοούμενος και του δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Εκείνος, γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, δεν την πλησίασε σκανδαλοθηρικά, όπως θα έκανε κάποιος άλλος, αλλά για να βγάλει στην επιφάνεια την άγνωστη πλευρά της».

Αυτή η ανάγκη της ηρωίδας να μιλήσει «έκλεψε» την ψυχή της Ελένης Κοκκίδου: «Εσύ μίλησες στον Χρονά. Στον κόσμο θα μιλήσω εγώ για σένα». Ετσι είδε τον πρώτο της μονόλογο. «Ενιωσα ότι της δίνω σπίτι να μπει. Το ίδιο αισθάνομαι για δικούς μου που είχαν τη λαϊκή σοφία των απλών ανθρώπων. Τους συνάντησα στα χωριά των παππούδων μου, στα ορεινά της Τρίπολης. Φτωχοί, απλοί με μεγάλη καρδιά. Οσες φορές πήγαινα εκεί, θαύμαζα τη σοφία και την ποιότητά τους. Δεν είχαν τον τρόπο να εκφραστούν. Συχνά νιώθω ότι μιλάω και εκ μέρους τους».

  • «Μα, εγώ είμαι η Πανωραία!»

Αναρωτιέμαι πού συναντήθηκαν αυτή η βασανισμένη περήφανη πόρνη και η Ελένη Κοκκίδου, μια γυναίκα με τις δικές της καθωσπρέπει συνήθειες. «Μα, εγώ είμαι η Πανωραία!» με αφοπλίζει. «Μέσα από όσα παρατηρούσα γύρω μου τόσα χρόνια. Η αυθεντικότητα που θαύμαζα όπου τη συναντούσα, η εμπειρία των 26 χρόνων στο θέατρο, η δουλειά γύρω από τον ανθρώπινο ψυχισμό – όλα αυτά υπάρχουν μέσα μου. Ισως γι” αυτό καμιά παράσταση δεν είναι ίδια».

Τη ρωτάω γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα. Μου λέει πως κάθε φορά απαντάει διαφορετικά στην ερώτηση. «Οσο περνάνε τα χρόνια, ανακαλύπτεις και άλλους λόγους. Στο θέατρο μπορώ να εκφράσω το μέγεθος των αισθημάτων μου, όπως δεν μπορώ στη ζωή μου. Στη σκηνή νιώθω πιο ελεύθερη· συναισθηματικά, ψυχικά, σωματικά. Θα φανεί περίεργο, αλλά η σκηνή με οργανώνει. Πρέπει να έχεις πειθαρχία εκεί πάνω, κάτι που δεν έχω στη ζωή μου».

Γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Το πατρικό της, ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι, έδωσε τη θέση του σε μια πολυκατοικία. Ο πατέρας της, οικονομολόγος, δεν είχε καμία σχέση με την τέχνη. Η Ελένη μεγάλωσε με όλα τα απαραίτητα εφόδια: τα καλύτερα σχολεία, ξένες γλώσσες, σπουδές πιάνου και μεγάλη αγάπη για τη μουσική. Σπούδασε ψυχολογία, αλλά δεν πήρε πτυχίο. Στράφηκε σε άλλα πεδία: «Εγινα ξεναγός πρώτα και ύστερα συνάντησα το θέατρο. Κύκλος ε; Η ζωή με πήγε στο θέατρο μέσω… Λαμίας. Ημουν ένα παιδί με μουσική φλέβα, αλλά το οικογενειακό περιβάλλον μου δεν μου επέτρεπε να ακολουθήσω καλλιτεχνικό επάγγελμα. Το πιάνο και οι σπουδές ήταν απλώς ένα ακόμη προσόν για μένα, όπως για κάθε κοπέλα από καλό σπίτι. Τίποτε παραπάνω. Οταν ένιωσα πως είναι απαγορευμένο να στραφώ σε εκείνο το χώρο, επέλεξα την ψυχολογία. Δυστυχώς δεν έκανα ρήξεις με την οικογένειά μου. Ημουν ντροπαλό παιδί. Εκανα μεγάλη διαδρομή, λοιπόν. Αλλά άξιζε τον κόπο».

Μια φίλη, η Μυρτώ Παράσχη, την επηρέασε να ασχοληθεί με το θέατρο. Ετσι έφτασε ώς τη σχολή Βεάκη. «Αν δεν είχα βρεθεί στο θέατρο, θα είχα σκάσει!» λέει γελώντας. Πρωτόπαιξε τη Σόνια στον «Θείο Βάνια» σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους στην Καλαμάτα, την Περσεφόνη στην όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη», όπου συναντήθηκαν ο Γιάννης Μπέζος με τη Ναταλία Τσαλίκη, συνεργάστηκε με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Λευτέρη Βογιατζή, το ΚΘΒΕ, το Εθνικό και το Αμόρε. Στο βιογραφικό της θα βρείτε Σαίξπηρ, Μαριβό, Γκολντόνι, Τσέχοφ, Στρίντμπεργκ, Οστρόφσκι, Λαμπίς, Πιραντέλο, Μίλερ, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη (στο θέατρο), πολλές ελληνικές ταινίες, όπως το βραβευμένο «Σπιρτόκουτο», αλλά και επιλεγμένες εμφανίσεις στην τηλεόραση.

Σήμερα, όχι μόνο παίζει στο θέατρο, αλλά ξαναβρήκε και το τραγούδι που τόσο αγαπά. Τραγουδάει στη «Φαίδρα» στην οδό Μετσόβου, κάθε Κυριακή μετά την παράσταση. «Κάνω σόου. Εκεί, χιούμορ, μουσική, θέατρο γίνονται ένα». Το ρεπερτόριο έχει από Χατζιδάκι και Γιαννίδη μέχρι τραγούδια από παλιές επιθεωρήσεις, ρεμπέτικα, λαϊκά. Από το επάγγελμα της ξεναγού της έμεινε η αγάπη για τους αρχαιολογικούς χώρους. «Πάντα με συγκινούσαν τα έργα του ανθρώπου. Οι Δελφοί, η Ολυμπία, η ηρεμία που αποπνέουν. Αν δεν είχα γίνει ηθοποιός, θα ήμουν αρχαιολόγος. Τρελαίνομαι να ανεβαίνω στην Ακρόπολη. Νομίζω ότι πάω 2.500 χρόνια πίσω, ότι ζω σε παραμύθι».

Το θέατρο την έκανε πιο τολμηρή και πιο ανοιχτή. «Επαιζα πάντα σε επιχορηγούμενες σκηνές. Ποτέ δεν με ενδιέφερε να με γνωρίζει όλος ο κόσμος. Οι άνθρωποι του θεάτρου και εκείνοι που βλέπουν θέατρο γνώριζαν τι κάνω», εξομολογείται. Τη ρωτάω εάν νιώθει δικαιωμένη τώρα που το κοινό συζητάει γι” αυτήν. «Η λέξη δικαίωση έχει ένα παράπονο μέσα της. Δεν έχω τέτοια αισθήματα». Η αλήθεια είναι πως, 26 χρόνια τώρα, η Ελένη Κοκκίδου δεν ήταν από τους ηθοποιούς που είχε την υποστήριξη των ΜΜΕ. «Στην τέχνη δεν υπάρχει δικαιοσύνη ούτε την επιζητώ. Ολα είναι μέσα στο παιχνίδι. Αυτός που δουλεύει, κάποια στιγμή θα συναντηθεί με κάτι ξεχωριστό».

Τελικά, άξιζε ο κόπος που έγινε ηθοποιός; «Εκαστος εφ” ω ετάχθη. Γι” αυτό ήμουν φτιαγμένη. Και για να τραγουδώ. Είναι δύο κόσμοι που πάνε μαζί». Και τι λένε οι δικοί της για την παράσταση; «Τον πατέρα μου τον έχασα πέρυσι. Η μητέρα μου φοβήθηκε στην αρχή. Της έδωσα να διαβάσει το κείμενο πριν από την παράσταση. Επαθε σοκ! Δεν ήθελε να έρθει, αλλά τελικά το είδε και δεύτερη φορά. Της άρεσε…»

info

«Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, μαζί με το «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ: δύο μονόλογοι σε μία παράσταση, στο Από Μηχανής Θέατρο, Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ.: 210-52.31.131

Πηγή: Περιοδικό «Κ»

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Επτά, Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Μια γυναίκα μόνη στη σκηνή αφηγείται τη ζωή της. Υπήρξε πόρνη αλλά και παντρεμένη. Εκανε παιδιά. Εκανε και εκτρώσεις. Το κοινό παρακολουθεί τον καταιγιστικό της λόγο. Γελάει. Κι άλλοτε παγώνει. Η Ελένη Κοκκίδου ως «Γυναίκα της Πάτρας», σ” ένα σπαραχτικό μονόλογο που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Χρονά, δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής στο «Από Μηχανής» θέατρο. Σαρώνει με την κίνησή της τη σκηνή, τραγουδάει, κλείνει το μάτι στο κοινό κι ύστερα παίρνει πάλι τις αποστάσεις της.

Ολα στον υπερθετικό βαθμό

Είναι η πρώτη φορά που η Κοκκίδου ερμηνεύει μονόλογο, παρ” ότι μετράει 25 χρόνια στο θέατρο. Εχοντας ξεκινήσει από το Δημοτικό της Καλαμάτας επί διευθύνσεως Νίκου Χαραλάμπους και έχοντας στη συνέχεια συνεργαστεί με το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, με τον θίασο «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου, συνέχισε την πορεία της στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος και το Εθνικό Θέατρο.

Η «Γυναίκα της Πάτρας» ήταν αληθινό πρόσωπο: η Παναγιώτα ή Πανωραία, που ζήτησε από τον Χρονά να τον δει και να του μιλήσει για τη ζωή της, όταν αυτός είχε κατέβει στην αχαϊκή πρωτεύουσα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για να πάρει μέρος σε μια βραδιά ποίησης. Η Κοκκίδου λέει πως αυτό που παρουσιάζει δεν είναι ακριβώς ρόλος, γιατί «ξεπερνάει το θέατρο. Η ζωή αυτής της γυναίκας δεν μπορεί να στενέψει, να χωρέσει στη σκηνή.

Νιώθω ότι έχω εσωτερική σχέση με την Πανωραία. Δεν έχω ζήσει τη ζωή της, αλλά η δύναμη των αισθημάτων μας μοιάζει»… ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ