Tο ρεσιτάλ της Eλένης Κοκκίδου

Posted: Μαΐου 8, 2010 in Κοκκίδου Ελένη

Tο όχημα της πυροσβεστικής έχει κλείσει το δρόμο και ο ταξιτζής αναζητεί την εναλλακτική λύση για την οδό Ακαδήμου στο Μεταξουργείο. Μπλεγμένος στα στενά, με τις πολυεθνικές παρέες και τα καταστήματα, τους νέους ενοίκους της γειτονιάς που εγκαταλείπουν οι Ελληνες, μετράει τα «σπίτια» με τα κόκκινα φώτα. «Ζήτημα να δεις μια Ελληνίδα πια σ” αυτά», λέει πεπειραμένα. «Οι περισσότερες είναι Ανατολικές, που εναλλάσσονται κάθε εξάμηνο». Μισή ώρα αργότερα, η Ελένη Κοκκίδου, στο πετσί της ωραίας Πανωραίας, «χαρμανιασμένη από φαΐ και από ηδονή», που έμεινε χήρα στα 16 «με τη σάρκα να διψά», καθηλώνει τους θεατές στο Από Μηχανής Θέατρο. Είναι η «Γυναίκα της Πάτρας», όπως κατέγραψε την ιστορία της ο Γιώργος Χρονάς το 1986 και την έκανε βιβλίο – βιογραφία μιας πόρνης, που καθρεφτίζει, μαζί με τον κόσμο της, την Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, του ’60 και του ’70. Αυτό είναι το βιβλίο που έκανε τον Μάνο Χατζιδάκι να πει κάποτε στον βιβλιοπώλη της στοάς Χηρς, στη Θεσσαλονίκη, πως ήταν ό,τι καλύτερο διάβασε στη ζωή του.

Η Πανωραία είναι μια γυναίκα με ακραία συναισθήματα, μεγάλα πάθη και μεγάλη ευαισθησία – κι έτσι την παρουσιάζει η Ελένη Κοκκίδου, η οποία αλωνίζει αγνώριστη και πληθωρική τη σκηνή, σε μια παράσταση που συζητάει εδώ και εβδομάδες όλη η Αθήνα. Εκρηκτική, ασυμβίβαστη, χειραφετημένη, στιβαρή στα περίσσια κιλά της και με τη χάρη τής αληθινά αισθησιακής γυναίκας, προκαλεί στο ρόλο της πόρνης συγκίνηση στο πιο ετερόκλητο κοινό, με μια εξομολόγηση για ηδονές και οδύνες, αγάπες και κακοποιημένους έρωτες.

  • «Ενας φίλος με αποκαλεί καμικάζι»

Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, ένα άλλο ταξί αναζητάει χωρίς αποτέλεσμα στο Κολωνάκι -κι ας έχει τη βοήθεια του GPS- την οδό Ευζώνων. Τελικά, τη βρίσκουμε. Είναι ένα μικρό πράσινο δρομάκι, προνομιούχο, πίσω από τη Μονή Πετράκη, ξεχασμένο από το θόρυβο της πόλης. Εκεί η Ελένη Κοκκίδου δεν είναι πια η Πανωραία. Είναι συγκρατημένη, ευγενική, με τρόπους μαθημένους στο αστικό πατρικό της -που βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο- και την καλλιέργεια που της έδωσαν η αγωγή, οι σπουδές και οι δάσκαλοί της. Με τη φινέτσα που προδίδει όλα αυτά, ας πρόσθεσε ο χρόνος -«και οι απογοητεύσεις», όπως αστειεύεται- κάποια κιλά, ξετυλίγει τον δικό της κόσμο. Και όταν της λέω γι” αυτό το βαθύ βλέμμα της που δεν με άφησε λεπτό σε όλη την παράσταση, μου εξηγεί απλά: «Δεν στοχεύω στη χειραγώγηση του συναισθήματος των θεατών. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω το κοινό να συγκινηθεί… Συγκινούμαι κατ” αρχάς εγώ η ίδια».

Της είχαν μιλήσει καιρό πριν για το κείμενο του Γιώργου Χρονά, πρώτα η Μέμη Σπυράτου. «Πρέπει να παίξεις οπωσδήποτε τη Γυναίκα της Πάτρας», επέμεινε και ο Κώστας Τσιάνος. Διάβασε το κείμενο, ενθουσιάστηκε και, όταν της πρόσφερε στέγη το Από Μηχανής Θέατρο και δέχτηκε η Λένα Κιτσοπούλου, φίλη της από παλιά, να τη σκηνοθετήσει, άλλο που δεν ήθελε: «Πάντα με συνέδεε μαζί της κάτι βαθύ».

Τη μάγεψαν τα μεγάλα αισθήματα της ηρωίδας. «Πολλή αγάπη, πολύς πόνος, πολύ πάθος. Ολα στη ζωή της ήταν σε πολύ. Επίσης οι εναλλαγές της. Ηταν σκληρή και ταυτόχρονα τρυφερή. Ακόμη και η γλώσσα της είναι εντυπωσιακή. Η ζωή της υπερχειλίζει». Εχει και η ίδια ορμή, κι ας μην της φαίνεται εκ πρώτης όψεως. «Βιώνω πολύ έντονα καθετί. Χώνομαι ολόκληρη στα πράγματα. Ενας φίλος με αποκαλεί καμικάζι. Σκέφτομαι πως δεν είναι τυχαίο που η Πανωραία επέλεξε έναν ποιητή για να τα πει. Ξετύλιξε τη ζωή της μπροστά στα μάτια ενός ανθρώπου που προφανώς θαυμάζει. Είναι διανοούμενος και του δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Εκείνος, γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, δεν την πλησίασε σκανδαλοθηρικά, όπως θα έκανε κάποιος άλλος, αλλά για να βγάλει στην επιφάνεια την άγνωστη πλευρά της».

Αυτή η ανάγκη της ηρωίδας να μιλήσει «έκλεψε» την ψυχή της Ελένης Κοκκίδου: «Εσύ μίλησες στον Χρονά. Στον κόσμο θα μιλήσω εγώ για σένα». Ετσι είδε τον πρώτο της μονόλογο. «Ενιωσα ότι της δίνω σπίτι να μπει. Το ίδιο αισθάνομαι για δικούς μου που είχαν τη λαϊκή σοφία των απλών ανθρώπων. Τους συνάντησα στα χωριά των παππούδων μου, στα ορεινά της Τρίπολης. Φτωχοί, απλοί με μεγάλη καρδιά. Οσες φορές πήγαινα εκεί, θαύμαζα τη σοφία και την ποιότητά τους. Δεν είχαν τον τρόπο να εκφραστούν. Συχνά νιώθω ότι μιλάω και εκ μέρους τους».

  • «Μα, εγώ είμαι η Πανωραία!»

Αναρωτιέμαι πού συναντήθηκαν αυτή η βασανισμένη περήφανη πόρνη και η Ελένη Κοκκίδου, μια γυναίκα με τις δικές της καθωσπρέπει συνήθειες. «Μα, εγώ είμαι η Πανωραία!» με αφοπλίζει. «Μέσα από όσα παρατηρούσα γύρω μου τόσα χρόνια. Η αυθεντικότητα που θαύμαζα όπου τη συναντούσα, η εμπειρία των 26 χρόνων στο θέατρο, η δουλειά γύρω από τον ανθρώπινο ψυχισμό – όλα αυτά υπάρχουν μέσα μου. Ισως γι” αυτό καμιά παράσταση δεν είναι ίδια».

Τη ρωτάω γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα. Μου λέει πως κάθε φορά απαντάει διαφορετικά στην ερώτηση. «Οσο περνάνε τα χρόνια, ανακαλύπτεις και άλλους λόγους. Στο θέατρο μπορώ να εκφράσω το μέγεθος των αισθημάτων μου, όπως δεν μπορώ στη ζωή μου. Στη σκηνή νιώθω πιο ελεύθερη· συναισθηματικά, ψυχικά, σωματικά. Θα φανεί περίεργο, αλλά η σκηνή με οργανώνει. Πρέπει να έχεις πειθαρχία εκεί πάνω, κάτι που δεν έχω στη ζωή μου».

Γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Το πατρικό της, ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι, έδωσε τη θέση του σε μια πολυκατοικία. Ο πατέρας της, οικονομολόγος, δεν είχε καμία σχέση με την τέχνη. Η Ελένη μεγάλωσε με όλα τα απαραίτητα εφόδια: τα καλύτερα σχολεία, ξένες γλώσσες, σπουδές πιάνου και μεγάλη αγάπη για τη μουσική. Σπούδασε ψυχολογία, αλλά δεν πήρε πτυχίο. Στράφηκε σε άλλα πεδία: «Εγινα ξεναγός πρώτα και ύστερα συνάντησα το θέατρο. Κύκλος ε; Η ζωή με πήγε στο θέατρο μέσω… Λαμίας. Ημουν ένα παιδί με μουσική φλέβα, αλλά το οικογενειακό περιβάλλον μου δεν μου επέτρεπε να ακολουθήσω καλλιτεχνικό επάγγελμα. Το πιάνο και οι σπουδές ήταν απλώς ένα ακόμη προσόν για μένα, όπως για κάθε κοπέλα από καλό σπίτι. Τίποτε παραπάνω. Οταν ένιωσα πως είναι απαγορευμένο να στραφώ σε εκείνο το χώρο, επέλεξα την ψυχολογία. Δυστυχώς δεν έκανα ρήξεις με την οικογένειά μου. Ημουν ντροπαλό παιδί. Εκανα μεγάλη διαδρομή, λοιπόν. Αλλά άξιζε τον κόπο».

Μια φίλη, η Μυρτώ Παράσχη, την επηρέασε να ασχοληθεί με το θέατρο. Ετσι έφτασε ώς τη σχολή Βεάκη. «Αν δεν είχα βρεθεί στο θέατρο, θα είχα σκάσει!» λέει γελώντας. Πρωτόπαιξε τη Σόνια στον «Θείο Βάνια» σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους στην Καλαμάτα, την Περσεφόνη στην όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη», όπου συναντήθηκαν ο Γιάννης Μπέζος με τη Ναταλία Τσαλίκη, συνεργάστηκε με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Λευτέρη Βογιατζή, το ΚΘΒΕ, το Εθνικό και το Αμόρε. Στο βιογραφικό της θα βρείτε Σαίξπηρ, Μαριβό, Γκολντόνι, Τσέχοφ, Στρίντμπεργκ, Οστρόφσκι, Λαμπίς, Πιραντέλο, Μίλερ, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη (στο θέατρο), πολλές ελληνικές ταινίες, όπως το βραβευμένο «Σπιρτόκουτο», αλλά και επιλεγμένες εμφανίσεις στην τηλεόραση.

Σήμερα, όχι μόνο παίζει στο θέατρο, αλλά ξαναβρήκε και το τραγούδι που τόσο αγαπά. Τραγουδάει στη «Φαίδρα» στην οδό Μετσόβου, κάθε Κυριακή μετά την παράσταση. «Κάνω σόου. Εκεί, χιούμορ, μουσική, θέατρο γίνονται ένα». Το ρεπερτόριο έχει από Χατζιδάκι και Γιαννίδη μέχρι τραγούδια από παλιές επιθεωρήσεις, ρεμπέτικα, λαϊκά. Από το επάγγελμα της ξεναγού της έμεινε η αγάπη για τους αρχαιολογικούς χώρους. «Πάντα με συγκινούσαν τα έργα του ανθρώπου. Οι Δελφοί, η Ολυμπία, η ηρεμία που αποπνέουν. Αν δεν είχα γίνει ηθοποιός, θα ήμουν αρχαιολόγος. Τρελαίνομαι να ανεβαίνω στην Ακρόπολη. Νομίζω ότι πάω 2.500 χρόνια πίσω, ότι ζω σε παραμύθι».

Το θέατρο την έκανε πιο τολμηρή και πιο ανοιχτή. «Επαιζα πάντα σε επιχορηγούμενες σκηνές. Ποτέ δεν με ενδιέφερε να με γνωρίζει όλος ο κόσμος. Οι άνθρωποι του θεάτρου και εκείνοι που βλέπουν θέατρο γνώριζαν τι κάνω», εξομολογείται. Τη ρωτάω εάν νιώθει δικαιωμένη τώρα που το κοινό συζητάει γι” αυτήν. «Η λέξη δικαίωση έχει ένα παράπονο μέσα της. Δεν έχω τέτοια αισθήματα». Η αλήθεια είναι πως, 26 χρόνια τώρα, η Ελένη Κοκκίδου δεν ήταν από τους ηθοποιούς που είχε την υποστήριξη των ΜΜΕ. «Στην τέχνη δεν υπάρχει δικαιοσύνη ούτε την επιζητώ. Ολα είναι μέσα στο παιχνίδι. Αυτός που δουλεύει, κάποια στιγμή θα συναντηθεί με κάτι ξεχωριστό».

Τελικά, άξιζε ο κόπος που έγινε ηθοποιός; «Εκαστος εφ” ω ετάχθη. Γι” αυτό ήμουν φτιαγμένη. Και για να τραγουδώ. Είναι δύο κόσμοι που πάνε μαζί». Και τι λένε οι δικοί της για την παράσταση; «Τον πατέρα μου τον έχασα πέρυσι. Η μητέρα μου φοβήθηκε στην αρχή. Της έδωσα να διαβάσει το κείμενο πριν από την παράσταση. Επαθε σοκ! Δεν ήθελε να έρθει, αλλά τελικά το είδε και δεύτερη φορά. Της άρεσε…»

info

«Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, μαζί με το «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ: δύο μονόλογοι σε μία παράσταση, στο Από Μηχανής Θέατρο, Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ.: 210-52.31.131

Πηγή: Περιοδικό «Κ»

About these ads

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s